>Η επίδραση αρχετυπικών ιδεών στον σχηματισμό φυσικο-επιστημονικών θεωριών στον Κέπλερ (αυτο-εισήγηση).

>Βόλφγκανγκ Πάουλι (Wolfgang Pauli)

Παρ’ όλο που το αντικείμενο της παράδοσης είναι ιστορικό, δεν πραγματεύεται μιαν απαρίθμηση και μόνον επιστημονικο-ιστορικών δεδομένων κι ούτε την εκτίμηση πρωτίστως ενός μεγάλου φυσικού ερευνητή, αλλά τη σαφήνιση συγκεκριμένων απόψεων για τη γέννηση και την ανάπτυξη φυσικο-επιστημονικών εννοιών και θεωριών με τη βοήθεια ενός ιστορικού παραδείγματος.

Σε αντίθεση προς την καθαρά εμπειρική αντίληψη, σύμφωνα με την οποίαν οι φυσικοί νόμοι μπορούν να συναχθούν με βεβαιότητα απ’ το εμπειρικό και μόνον πρακτικά υλικό, έχει ξανατονισθή πρόσφατα από πολλούς φυσικούς ο ρόλος της κατεύθυνσης της προσοχής και της διαίσθησης στις υπερβαίνουσες γενικώς κατά πολύ τη γυμνή εμπειρία, αναγκαίες για τη διατύπωση ενός συστήματος φυσικών νόμων, μιας επιστημονικής δηλαδή θεωρίας, έννοιες και ιδέες. Απ’ τη σκοπιά αυτής της μη καθαρά εμπειρικής αντίληψης γεννιέται τώρα το ερώτημα, ποια να ήταν λοιπόν η γέφυρα, που παρήγαγε μια σχέση (μιαν επαφή) ανάμεσα στις αισθητηριακές απ’ τη μια μεριά αντιλήψεις και τις έννοιες απ’ την άλλην πλευρά. Φαίνεται το πλείστον ικανοποιητικό, να εισάγουμε σ’ αυτό το σημείο το αίτημα μιας διαφεύγουσας απ’ την ελεύθερη βούλησή μας τάξης του κόσμου (Kosmos), που είναι διαφορετική απ’ τον κόσμο των φαινομένων. Είτε μιλάει κανείς για «συμμετοχή των φυσικών πραγμάτων στις ιδέες» είτε για μια «συμπεριφορά των μεταφυσικών, αληθινών δηλαδή καθ’ εαυτά πραγμάτων», η σχέση μεταξύ αισθητηριακής αντίληψης και ιδέας μένει μια συνέπεια του γεγονότος, ότι τόσο η ψυχή αυτού που αναγνωρίζει όσο και εκείνο που αναγνωρίσθηκε με την αντίληψη υποτάσσονται σε μιαν αντικειμενικά εσκεμμένη τάξη. Κάθε επιμέρους γνώση αυτής της τάξης στη φύση οδηγεί σε μια διατύπωση δηλώσεων, οι οποίες αφορούν απ’ τη μια μεριά στον κόσμο των φαινομένων, τα υπερβαίνουν όμως απ’ την άλλη, χρησιμοποιώντας «εξιδανικευτικά» γενικές λογικές έννοιες. Το συμβάν της εννόησης της φύσης καθώς και η κατάσταση ευτυχίας, την οποίαν αισθάνεται κατά την εννόηση, τη συνειδητοποίηση δηλαδή μιας νέας γνώσης ο άνθρωπος, φαίνεται συνεπώς να βασίζεται σε μιαν αλληλοκάλυψη προϋπαρχουσών εσωτερικών εικόνων της ανθρώπινης ψυχής (Psyche) με εξωτερικά αντικείμενα και τη συμπεριφορά τους. Αυτή η αντίληψη της φυσικής γνώσης ανάγεται ως γνωστόν στον Πλάτωνα και αντιπροσωπεύεται με πολύ σαφή τρόπο και απ’ τον Κέπλερ. Ο οποίος μιλά στην πραγματικότητα για ιδέες, που είναι προϋπάρχουσες στον Θεό και είχαν συν-δημιουργηθή μέσα στην ψυχή ως το ομοίωμα του Θεού. Αυτές τις αρχικές εικόνες, τις οποίες θα μπορούσε να αντιληφθή με τη βοήθεια ενός έμφυτου ενστίκτου η ψυχή, τις ονομάζει ο Κέπλερ αρχετυπικές . Η συμφωνία με τις εισαχθείσες απ’ τον καθηγ. Γιουνγκ στη σύγχρονη ψυχολογία, λειτουργούσες ως «ένστικτα της παρουσίασης» «αρχικές εικόνες» ή αρχέτυπα είναι πολύ εκτεταμένη. Προσκομίζοντας η σύγχρονη ψυχολογία την απόδειξη, ότι κάθε εννόηση είναι μια μακροχρόνια λειτουργία, που προετοιμάζεται επί πολύ πριν την ορθολογική διατυπωσιμότητα του περιεχομένου της συνείδησης μέσω λειτουργιών στο ασυνείδητο, κατηύθυνε πάλι την προσοχή στην προσυνειδητή, αρχαϊκή βαθμίδα της γνώσης. Στη βαθμίδα αυτή υπάρχουν στη θέση των σαφών εννοιών εικόνες με ισχυρό συγκινησιακό περιεχόμενο (αξία), που δεν διανοούνται, αλλά θεώνται τρόπον τινά απεικονιστικά. Καθόσον είναι αυτές οι εικόνες μια «έκφραση για μια διαισθανθείσα, άγνωστη όμως ακόμα κατάσταση (πραγμάτων)», μπορούν να χαρακτηριστούν σύμφωνα με τον διατυπωμένο απ’ τον καθηγ. Γιουνγκ ορισμό του συμβόλου και ως συμβολικές. Ως διευθετούντες διαχειριστές και πλάστες σ’ αυτόν τον κόσμο των συμβολικών εικόνων, λειτουργούν τα αρχέτυπα ως η αναζητούμενη γέφυρα μεταξύ των αισθητηριακών αντιλήψεων και των ιδεών και είναι συνεπώς μια απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία (γένεση) μιας φυσικο-επιστημονικής θεωρίας. Πρέπει να φυλαχθή ωστόσο κανείς απ’ το να μεταθέση αυτό το a priori (το πρότερο) της γνώσης στη συνείδηση και να το συσχετίση με συγκεκριμένες, ορθολογικά διατυπώσιμες ιδέες.

Ο Johannes Kepler (1571-1630) είναι ιδιαίτερα κατάλληλος για τον σκοπό της απεικόνισης της σχέσης μεταξύ αρχετυπικών ιδεών και φυσικο-επιστημονικών θεωριών, καθώς παριστάνουν οι ιδέες του μιαν ενδιάμεση βαθμίδα μεταξύ της πιο πρώιμης, μαγικο-συμβολικής και της σύγχρονης, ποσοτικο-μαθηματικής περιγραφής της φύσης. Τα σημαντικώτερα συγγράμματά του (αναφερόμενα στη συνέχεια με τους επισυναπτόμενους αριθμούς) είναι:

1) Mysterium Cosmographicum, 1η έκδ. 1596, 2η έκδ. 1621.
2) Ad Vittelionem Paralipomena, 1604.
3) De Stella nova in pede serpentarii, 1606.
4) De motibus stellae Martis, 1609.
5) Tertius interveniens, 1610.
6) Dioptrice, 1611.
7) Harmonices mundi (5 βιβλία), 1619.
8) Epitome astronomiae Copernicanae, 1618 – 1621 .

Θα επισημάνουμε εν συντομία, ότι οι τρεις περίφημοι νόμοι του Κέπλερ για την κίνηση των πλανητών, πάνω στους οποίους στήριξε αμέσως μετά (1687) τη θεωρία του της βαρύτητας ο Νεύτων (Newton), δεν ήταν αυτό, το οποίο έχει αναζητήσει αρχικά ο Κέπλερ. Είναι ένας γνήσιος πνευματικός απόγονος των Πυθαγορείων, που είχε γοητευτή απ’ την παλαιά ιδέα της μουσικής των σφαιρών και που αναζητούσε παντού αρμονικές αναλογίες, στις οποίες είχε τοποθετηθή γι’ αυτόν όλη η ωραιότητα. Στις ύψιστες αξίες ανήκει γι’ αυτόν η γεωμετρία, της οποίας οι προτάσεις (οι αρχές) «υφίστανται απ’ την αιωνιότητα (αιώνια) στο πνεύμα του Θεού». Η βασική αρχή του είναι «Geometria est archetypus pulchritundis mundi» (η γεωμετρία είναι το αρχέτυπο της ωραιότητας του κόσμου).

Μετά από ένα σύντομο βιογραφικό σκίτσο θα σχολιαστή διεξοδικά η ιεραρχική διάταξη των αρχετυπικών ιδεών του Κέπλερ. Στην ύψιστη θέση βρίσκεται η αθέατη τριαδική χριστιανική θεότητα. Η ωραιότερη εικόνα, που παριστάνει την ίδια τη μορφή τού είναι του Θεού, είναι για τον Κέπλερ η τρισδιάστατη σφαίρα. Λέει ήδη στο νεανικό του έργο (1) :

«Το ομοίωμα του τρισυπόστατου Θεού υπάρχει στη σφαίρα, του Πατέρα δηλαδή στο κέντρο, του Υιού στην επιφάνεια και του Αγίου Πνεύματος στη συμμετρία του συσχετισμού μεταξύ σημείου και ενδιάμεσου χώρου (ή περιφέρειας)».

Έχει κατασκευαστή μ’ αυτό μια συνάρτηση της Τριάδος με το τρισδιάστατο του χώρου. Η πορευόμενη απ’ το κέντρο προς την επιφάνεια κίνηση ή εκπόρευση (ακτινοβολία) – μια εικόνα, που επαναλαμβάνεται πάντα σ’ αυτόν σε στενή σύνδεση με τους νεοπλατωνικούς (ιδιαίτερα τον Πλωτίνο) – είναι γι’ αυτόν το σύμβολο της δημιουργίας, ενώ η κυρτωμένη επιφάνεια πρέπει να παριστάνη το αιώνιο Είναι του Θεού. Είμαστε κοντά, στο να συνδέσουμε το πρώτο με την εξωσκόπηση, και το τελευταίο με την ενδοσκόπηση. Αποδεικνύεται από μεταγενέστερα συγγράματά του, ότι θεωρεί ο Κέπλερ ως το αμέσως μετά τις ιδέες στο θεϊκό πνεύμα κατώτερο ομοίωμα του Θεού στον υλικό κόσμο τα ουράνια σώματα με τον ήλιο ως κέντρο, που πραγματοποιούν άλλη μια φορά τη σφαιρική εικόνα της Τριάδος, αν και λιγότερο τέλεια απ’ αυτήν. Ο ήλιος στο κέντρο ως πηγή του φωτός και της θερμότητας και δι’ αυτού της ζωής είναι ιδιαιτέρως κατάλληλος γι’ αυτόν, να περιγράψη τον Θεό-Πατέρα. Η ιδέα αυτής της αναλογίας πρέπει να υποτεθή ως αρχικά διαθέσιμη στον Κέπλερ. Επειδή θεάται τον ήλιο και τους πλανήτες μ’ αυτήν την αρχετυπική εικόνα στο βάθος, πιστεύει με θρησκευτικό πάθος στο ηλιοκεντρικό σύστημα. Αυτή η ηλιοκεντρική πίστη τον παροτρύνει κατόπιν, να αναζητά τους αληθινούς νόμους της αναλογίας της κίνησης των πλανητών ως την αληθινή έκφραση της ωραιότητας της δημιουργίας.

Αναφορικά προς την αργότερα συζητημένη σύγκρουση του Κέπλερ με τον Fludd ως τον εκπρόσωπο της παραδοσιακής αλχημείας είναι σημαντικό, ότι το σύμβολο του Κέπλερ, που έχει κοινή με τον χαρακτηρισθέντα ως μαντάλα απ’ τον καθηγ. Γιουνγκ τύπο τη σφαιρική μορφή, δεν περιέχει κανενός είδους αναφορά σε κάποιον αριθμό τέσσερα ή τετράδα. Συνδέεται ίσως αυτό με την έλλειψη μιας χρονικής συμβολικής στη σφαιρική εικόνα του Κέπλερ. Η ευθύγραμμη, στρεφόμενη μακριά απ’ το κέντρο κίνηση είναι η μοναδική, που περιέχεται στο σύμβολο του Κέπλερ˙ καθόσον συλλαμβάνεται αυτή απ’ την επιφάνεια της σφαίρας, μπορεί να χαρακτηρίση κανείς ως στατικό το σύμβολο. Αφού δεν έχει παρασταθή ποτέ εικονικά μ’αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο η Τριάδα μπροστά στον Κέπλερ και βρίσκεται ο Κέπλερ στην αρχή της φυσικοεπιστημονικής εποχής, μπορούμε να υποθέσουμε, ότι συμβολίζει μια στάση ή ψυχική συμπεριφορά η μαντάλα του, που εκτεινόμενη πολύ πιο πέρα σε σημασία απ’ το πρόσωπα (Person) του Κέπλερ, παράγει (γεννά) εκείνη τη φυσική επιστήμη, που ονομάζουμε σήμερα κλασσική. Από ένα εσωτερικό κέντρο, φαίνεται να κινείται προς τα έξω στον υλικό κόσμο με την έννοια μιας εξωσκόπησης η ψυχή, στον οποίον είναι αυτόματο σύμφωνα με μιαν προθέαση κάθε τι που συμβαίνει, έτσι ώστε να περιβάλη ησυχάζον τρόπον τινά με τις ιδέες του αυτόν τον υλικό κόσμο το πνεύμα.

Η επόμενη βαθμίδα στην ιεραρχική τάξη του Κόσμου (Kosmos) του Κέπλερ είναι οι μοναδικές ψυχές . Αποδίδει όχι μόνο στον άνθρωπο, αλλά, στηριγμένος στη διδασκαλία του Αρχείου (Archeus) του Παράκελσου, και στους πλανήτες μιαν τέτοια μοναδική ψυχή. Αφού έχει χάσει για τους κοπερνικάνους την ιδιαίτερή της θέση η γη, πρέπει να αποδώση και σ’ αυτήν μιαν ψυχή, την anima terrae (ψυχή της γης), ο Κέπλερ. Πρέπει να εκφράζεται και ως διαμορφώνουσα ικανότητα (facultas formatrix) στην ενθύμηση και έχει διανοηθή υπεύθυνη για τα μετεωρικά φαινόμενα. Είναι η μοναδική ψυχή, ως ομοίωμα του Θεού, απ’ τη μια ένα σημείο, απ’ την άλλη ένας κύκλος για τον Κέπλερ: anima est punctum qualitativum (η ψυχή είναι ένα ποιοτικό σημείο). Ποιες λειτουργίες της ψυχής αποδίδονται στο κεντρικό σημείο και ποιες άλλες στον περιφερειακό κύκλο, εξηγείται σε παραθέσεις χωρίων (7). Μ’ αυτήν την εικόνα της ψυχής ως σημείο κι επίσης ως κύκλο συναρτώνται οι ιδιαίτερες απόψεις του Κέπλερ για την αστρολογία (πρβλ. ιδιαιτέρως το 5). Η αιτιολόγηση της αστρολογίας βρίσκεται για τον Κέπλερ στην ικανότητα της μοναδικής ψυχής, να αντιδρά με τη βοήθεια του «ενστίκτου» (“instictus”) σε ορισμένες αρμονικές αναλογίες, που αντιστοιχούν σε ειδικές ορθολογικές κατανομές (διαιρέσεις) του κύκλου. Αναλογικά προς την αίσθηση της ευφωνίας στη μουσική, πρέπει να έχη μιαν ειδική ικανότητα αντίδρασης για τις αναλογίες των γωνιών η ψυχή, τις οποίες σχηματίζουν η μια με την άλλη οι ακτίνες φωτός που φθάνουν απ’ τ’ αστέρια, ιδίως τους πλανήτες, πάνω στη γη. Θέλει να αναγάγη λοιπόν την αστρολογία σε οπτικές αντηχητικές ενέργειες με την έννοια της φυσικοεπιστημονικής αιτιότητας ο Κέπλερ. Αυτή η αντήχηση στηρίζεται πάλι σύμφωνα μ’ αυτόν, στο ότι γνωρίζει για τις αρμονικές αναλογίες η ψυχή, επειδή είναι με τη μορφή του κύκλου ένα ομοίωμα του Θεού. Δεν είναι τ’ αστέρια η αιτία των αστρολογικών επενεργειών κατά τον Κέπλερ, αλλ’ οι μοναδικές ψυχές με την ειδικά επιλεκτική δυνατότητα αντίδρασής τους σε ορισμένες αναλογίες. Καθώς συλλαμβάνει απ’ τη μια τις επιδράσεις του υλικού κόσμου αυτή η δυνατότητα, και βασίζεται απ’ την άλλη σε μιαν απεικόνιση του Θεού, γίνονται αυτές οι μοναδικές ψυχές, η anima terrae και η anima hominis, ουσιαστικοί φορείς της παγκόσμιας αρμονίας (harmonia mundi) στον Κέπλερ.

Οι θεωρήσεις του Κέπλερ για την παγκόσμια αρμονία προκάλεσαν τον αντίλογο του επιφανούς γιατρού και ροδοσταυρίτη Robert Fludd στην Οξφόρδη, που δημοσίευσε ως εκπρόσωπος της παραδοσιακής ερμητικής (αλχημιστικής) φιλοσοφίας μια σφοδρή πολεμική ενάντια στη «Harmonia mundi» του Κέπλερ. Ο πνευματικός «αντίκοσμος», με τον οποίον συγκρούστηκε εδώ ο Κέπλερ, είναι μια αρχαϊκο-μαγική περιγραφή της φύσης, που κορυφώνεται σ’ ένα μετουσιωτικό μυστήριο. Ο Fludd ξεκινά από δυό πολικές (πολικά αντίθετες) βασικές αρχές, την ερχόμενη από επάνω φωτεινή αρχή της μορφής και την ανερχόμενη από κάτω σκοτεινή αρχή της ύλης . Σύμφωνα με την ακριβή συμμετρία τού επάνω και κάτω είναι ο κόσμος το είδωλο (αντικαθρέφτισμα) του αθέατου, τριαδικού Θεού, που αποκαλύπτεται σ’ αυτόν. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυό πολικές δυνάμεις λαμβάνει χώρα ένας μόνιμος αγώνας: από κάτω απ’ τη γη αναπτύσσεται όπως ένα δέντρο η υλική πυραμίδα, όπου η ύλη καθίσταται προς τα επάνω λεπτότερη˙ ταυτόχρονα αναπτύσσεται από επάνω προς τα κάτω με την κορυφή πάνω στη γη η σχηματική (τυπική) πυραμίδα ακριβώς εν είδει ειδώλου προς την υλική. Στο μέσον, τη σφαίρα του ήλιου, όπου ισορροπούν ακριβώς αυτές οι δυό πολικά αντίθετες αρχές, γεννιέται στο μυστήριο του χυμώδους (;) γάμου το infans solaris (παιδί του ήλιου), που παριστάνει ταυτόχρονα την απελευθερωμένη απ’ την ύλη παγκόσμια ψυχή. Στηριγμένες στις αρχαίες πυθαγόρειες ιδέες αποφέρουν στον Fludd οι αναλογίες των μερών (τμημάτων) αυτών των πυραμίδων την παγκόσμια μουσική, όπου παίζουν τα εξής απλά μουσικά διαστήματα τον βασικό ρόλο:

Δισδιαπασών = Διπλή οκτάβα, Proportio quadruple 4 : 1
Διαπασών = Οκτάβα, “ dupla 2 : 1
Διαπέντε = Πέμπτη, “ sesquialtera 3 : 2
Διατεσσάρων = Τετάρτη, “ sesquitertia 4 : 3

Σαφηνίζεται αυτό με πολλά σχήματα.

Επιτέθηκε προφανώς με τόση σφοδρότητα ο Fludd στον Κέπλερ, επειδή αισθάνθηκε, ότι παρ’ όλην την κοινή αφετηρία όμοιων αρχετυπικών ιδεών ήταν ο Κέπλερ το παιδί ενός πνεύματος, που παριστούσε μια σοβαρή απειλή για τον αρχαϊκό, μυστηριακό κόσμο του Fludd. Ενώ ανήκει για τον Κέπλερ στην αντικειμενική επιστήμη αυτό, το οποίο έχει αποδειχθή ποσοτικά μαθηματικά, έχει για τον Fludd μόνον εκείνο μιαν αντικειμενική σημασία, το οποίο συνδέεται άμεσα με τα αλχημιστικά ή ροδοσταυρικά μυστήρια. Γι’ αυτό απορρίπτει τις παρασταθείσες με τα «Διαγράμματα» (“Diagrammata”) του Κέπλερ ποσότητες ως «βρώμικη ουσία» και αναγνωρίζει μόνον τα ιερογλυφικά του σχήματα ( “picturae”, “aenigmata” ) ως αληθινή συμβολική έκφραση της «εσωτερικής φύσης» της παγκόσμιας αρμονίας. Καταμαρτυρά επίσης στον Κέπλερ, ότι έχει μεταθέσει (μετατοπίσει) πολύ ισχυρά την παγκόσμια αρμονία στο υποκείμενο, και την έχει αφαιρέσει έτσι απ’ τον υλικό κόσμο, αντί να την αφήση στην κοιμώμενη στην ύλη anima mundi. Απέναντι σ’ αυτό αντιπροσωπεύει σαφώς ο Κέπλερ τη σύγχρονη άποψη, ότι η ψυχή τού αναγνωρίζοντος ανθρώπου υπάρχει στη φύση.

Έχει κανείς γενικώς την εντύπωση, ότι ο Fludd βρίσκεται συνεχώς εν αδίκω, όπου αναμιγνύεται σε μιαν αστρονομική ή φυσική συζήτηση. Φαίνεται ωστόσο πως έχει η πολεμική μεταξύ Fludd και Κέπλερ και για τους σύγχρονους σημασία. Μια σημαντική νύξη περιέχει π.χ. η εγερθείσα ενάντια στον Κέπλερ μομφή του Fludd «με εξαναγκάζεις, να υπερασπιστώ το κύρος του Quaternium (τετραγώνου) – cogis me ad defendam dignitatem quaternarii». Αυτό είναι για τους σύγχρονους ένα σύμβολο για μιαν πληρότητα του βιώματος , που δεν είναι δυνατή εντός του φυσικοεπιστημονικού τρόπου παρατήρησης, και στην οποίαν υπερτερεί η αρχαϊκή άποψη, που αποπειράται να εκφράση και τις συγκινήσεις και αισθηματικές αποτιμήσεις της ψυχής με τις συμβολικές της εικόνες, απέναντι στην επιστημονική άποψη.

Θα δοκιμάσουμε να συνδέσουμε στο τέλος αυτήν την εμφανισθείσα στον 17ον αιώνα προβληματική με την υπάρχουσα γενικώς σήμερα επιθυμία για μια μεγαλύτερη ενότητα της κοσμοθεωρίας μας. Θα προτείνουμε κατ’ αρχάς, να λάβουμε υπ’ όψιν τη σημασία της επιστημονικής βαθμίδας της γνώσης για το γίγνεσθαι των επιστημονικών ιδεών, παραβάλλοντας στην αναζήτηση των φυσικοεπιστημονικών γνώσεων προς τα έξω μιαν αναζήτηση αυτών των γνώσεων προς τα μέσα. Ενώ έχει η πρώτη ως αντικείμενο την προσαρμογή των γνώσεών μας στα εξωτερικά αντικείμενα, θά ’πρεπε να αποκαλύπτη η τελευταία τις αρχετυπικές εικόνες που προκάλεσαν τη γένεση των επιστημονικών μας εννοιών. Θα μπορούσε (θα ήταν επιτρεπτό) να επιτευχθή μόνο μέσω και των δυό ερευνητικών κατευθύνσεων μια πληρότητα της εννόησης.

Θα επισημανθή κατόπιν, ότι η σύγχρονη μικροφυσική έχει οδηγήσει στο να κατέχουμε μεν σήμερα φυσικές επιστήμες, καμμιάν όμως φυσικο-επιστημονική κοσμοθεωρία. Θα μπορούσε όμως να διευκολυνθή έτσι, ακριβώς μια πρόοδος στην κατεύθυνση προς μιαν ενοποιημένη γενική κοσμοθεωρία, στην οποίαν οι φυσικές επιστήμες είναι μόνον ένα μέρος. Η σύγχρονη κβαντοφυσική έχει δηλαδή ξαναπροσεγγίση την τετραγωνική άποψη, η οποία αντιπαρατέθηκε πολεμικά τον 17ον αιώνα στην αναφυόμενη φυσική επιστήμη, καθ’ όσον λαμβάνει υπ’ όψιν με ικανοποιητικώτερο τρόπο τον ρόλο του παρατηρητή εντός της φυσικής, απ’ ό,τι η κλασσική φυσική. Σε αντίθεση προς τον «αποσπασμένο παρατηρητή» της τελευταίας, αξιώνει η πρώτη μιαν ανεξέλεγκτη αλληλεπίδραση μεταξύ παρατηρητή ή μέσου παρατήρησης και παρατηρούμενου συστήματος σε κάθε μέτρηση, με το οποίο γίνεται ακατόρθωτη η προϋποτιθέμενη προσδιοριστική αντίληψη των φαινομένων στην κλασσική φυσική. Η εκλέγουσα παρατήρηση, που διακόπτει το παρερχόμενο σύμφωνα με προκαθορισμένους κανόνες παιχνίδι, μπορεί να παρομοιαστή σύμφωνα με την άποψη της σύγχρονης φυσικής ως ουσιωδώς μη αυτόματο συμβάν (συμβαίνον) με μια δημιουργία στον μικρόκοσμο ή και με μια μετουσίωση (μεταβολή) με μη προβλεπόμενο αποτέλεσμα.

Ο οδηγών σε θρησκευτικό μετουσιωτικό βίωμα αντίχτυπος της γνώσης στον γνωρίζοντα, για τον οποίον δίνει εκτός απ’ την αλχημεία και η ηλιοκεντρική ιδέα διδακτικά παραδείγματα, υπερβαίνει ωστόσο τις φυσικές επιστήμες και μπορεί να εννοηθή μόνο με σύμβολα, που εκφράζουν τόσο εικονικά τη συγκινησιακή, αισθηματική πλευρά του βιώματος, ενώ βρίσκονται και σε ζωντανή σχέση προς τη συνολική γνώση της εποχής και προς την πραγματική λειτουργία της γνώσης. Επειδή έχει αποξενωθή ακριβώς η εποχή μας απ’ τη δυνατότητα μιας τέτοιας συμβολικής, θα μπορούσε να έχη ιδιαίτερο ενδιαφέρον, να ανατρέξουμε σε μιαν άλλην εποχή, στην οποίαν ήταν βέβαια ξένες οι έννοιες της επονομασθείσης κλασσικής από εμάς τώρα επιστημονικής μηχανικής, που μας δίνει όμως τη δυνατότητα, να προσκομίσουμε την απόδειξη για την ύπαρξη συμβόλων με μιαν ταυτόχρονα θρησκευτική και φυσικοεπιστημονική λειτουργία.

Ευχαριστία

Αυτή η αυτο-εισήγηση μιας διάλεξης του Βόλφγκανγκ Πάουλι εκδόθηκε στην Ετήσια Έκθεση 1947/1948 του Ψυχολογικού Ομίλου Ζυρίχης (σ. 37-44), που το διοικητικό του συμβούλιο χορήγησε την έγκριση προς ανατύπωση.

                            Τ Ε Λ Ο Σ

Mετάφραση : Σταύρος Νικολαΐδης

Αμέθυστος

Advertisements