>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (26)

>Συνέχεια από : ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ, 15 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 2010

Το μητρικό σύμπλεγμα
Κεφάλαιο 12ο. Τελευταίο.
Η ύλη και το θηλυκό

Ανυψώνεται, όπως έχουμε δη, μετά την πορεία του διαμέσου του κάτω κόσμου ως ένας νέος ήλιος πάνω απ’ τον ορίζοντα ο Ρα-Όσιρις. Αυτός ήταν κι ο δρόμος (η οδός) όλων των μυημένων, αφομοιώνονταν ο καθένας κατά έναν ορισμένον τρόπο μ’ αυτόν τον περιέχοντα τα πάντα κοσμικό θεό, που ενσάρκωνε τη θεϊκή ενότητα όλων των υπάρξεων.

Διδάσκει τη θνητότητα του ατόμου και τη μετατροπή του σε μιαν αθάνατη ύπαρξη μετά τον θάνατο και την τελική κρίση ο χριστιανισμός. Είναι ωστόσο μια ελπίδα ή μια υπόσχεση και γι’ αυτό ένα περιεχόμενο της πίστης αυτή η αθανασία στον χριστιανισμό. Υπήρχε σε αντίθεση μ’ αυτό ένα είδος συμβολικών τυπικών στις αρχαίες μυστηριακές λατρείες, ότι έπρεπε να επενεργή στην επίγεια ήδη ζωή αυτή η μετατροπή στο αθάνατο. Ζούσε και στην αλχημεία η ίδια ιδέα, όπου βεβαιώνουν συχνά τα κείμενα, πως σημαίνει ταυτόχρονα το να προετοιμάζης ένα μη καταστρεφόμενο αναστημένο σώμα η παραγωγή της «πέτρας των σοφών». Πρέπει να μεταχυθούμε σ’ ένα νέο σχήμα κατά τη Δευτέρα Παρουσία, για ν’ αποκτήσουμε την αιώνια ζωή, σύμφωνα με τη χριστιανική ιδέα˙ το θεωρούσαν αντίθετα μιαν εσωτερική εμπειρία που συμβαίνει στη διάρκεια (αυτής…) της ζωής οι αλχημιστές˙ πρέπει να αποκτηθή μέσα από διαλογισμό (σκέψη, στοχασμό- Meditation) και μέσα απ’ το αλχημιστικό συμβάν το αθάνατο ή μακάριο (δοξασμένο) σώμα, ακριβώς όπως μπορεί να οικοδομηθή ήδη σ’ αυτήν την ζωή το «διαμαντένιο σώμα» κατά την άποψη των ανατολικών πολιτισμών (Kulturen). Εξάγεται ένας αθάνατος πυρήνας, πνευματοσωματικής ποιότητας, απ’ το θνητό σώμα. Υπάρχει και στις αρχαίες μυστηριακές λατρείες η ίδια ιδέα: σχηματίζεται ήδη σ’ αυτήν την ζωή και δεν προβάλλεται πρώτα σε μια μεταθανάτια ζωή η αθάνατη προσωπικότητα.

Επέστρεψε αργότερα στη Ρώμη ο Λούκιος-Απουλήιος και έζησε μια συνηθισμένη, κοσμική ζωή, μέχρι που του ανήγγειλε ένα επόμενο όνειρο, ότι έπρεπε να μυηθή τώρα στα μυστήρια του Όσιρι. Εκπλήττεται κατ’ αρχάς, γιατί είχε πιστέψει, ότι επρόκειτο για κάτι παρόμοιο με τα μυστήρια της Ίσιδας, τα όνειρα όμως του υποδηλώνουν, πως υπάρχουν ακόμα υψηλότερες περιοχές, που δεν τις γνωρίζει ως τώρα. Εξελίσσονται όλα όπως την πρώτη φορά:

«Είδα σ’ ένα όραμα την επόμενη νύχτα έναν απ’ τους ιερείς. Φορώντας ένα λινό ένδυμα, μου έφερε ραβδιά από θύρσο και κλαδιά από κισσό και άλλα πράγματα, που δεν μπορώ να τα ονομάσω, στο δωμάτιο μπροστά στους οικιακούς μου θεούς, κάθισε στην καρέκλα μου και με διέταξε, να διοργανώσω ένα μυητικό συμπόσιο. Μου έδειξε στο τέλος και ως σημάδι, στο οποίο θα μπορούσα να τον επαναγνωρίσω, ότι ήταν εξαρθρωμένος στο αριστερό του πόδι ο αστράγαλος, ώστε να χωλαίνη.

Μετά από μιαν τόσο προφανή διακήρυξη του θελήματος των θεών αποσύρθηκαν όλες οι αμφιβολίες μου. Αμέσως λοιπόν μετά τον πρωϊνό χαιρετισμό στη θεά, παρατήρησα προσεχτικά όλους τους ιερείς, αν ήταν κάποιος ανάμεσά τους, που να χώλαινε όμοια με την οπτασία μου. Κι ανακάλυψα πράγματι έναν. Βρισκόταν κάποιος ανάμεσα στους παστοφόρους, που ήταν εντελώς όμοιος, όχι μόνον εξαιτίας του χαρακτηριστικού στο πόδι, αλλά και στο ανάστημα και τη φυσιογνωμία με κείνον, που μου είχε εμφανιστή στο όνειρο. ‘Όπως έμαθα κατόπιν, ονομαζόταν Ασίνιους Μαρσέλλους, ένα όνομα, που συγγένευε με την άλλοτε παραμόρφωσή μου.

Προχώρησα αμέσως προς αυτόν. Ήξευρε όμως ήδη, τί ήθελα να του πω, γιατί είχε λάβει επίσης διαταγή (εντολή), να με παραδώση στους μυσταγωγούς μου. Του είχε συμβή την περασμένη νύχτα, σαν να του είχε σαφώς γνωστοποιήσει ο μεγάλος θεός, ενώ του επέθετε στεφάνια, με το στόμα, που προσδιορίζει τη μοίρα όλων των ανθρώπων: Ότι θα τού ’στελνε έναν Madaurer (;), τον οποίον έπρεπε να μυήση αμέσως παρ’ όλη τη φτώχεια του στα μυστήριά του: γιατί είχε διακριθή πολύ κάποτε με την προσταγή του στις επιστήμες, θα εύρισκε όμως (ο θεός τώρα σ’ αυτόν…) έναν αξιόλογο θησαυρό.

Επιλεγμένος μ’ αυτόν τον τρόπο για τη μύηση, συγκρατήθηκα παρά ταύτα με τη λιγοστή μου τραχύτητα, αλλά με μεγάλη εναντίωση προς τη θέλησή μου, απ’ αυτό. Όχι μόνον επειδή τα ευτελή μου μέσα (χρήματα) της πατρικής περιουσίας είχαν αρκετά λιγοστέψει στο ταξίδι, αλλά υπερέβη και η δαπάνη στη Ρώμη κατά πολύ εκείνα, τα οποία θα ήμουν υποχρεωμένος να κάνω στην επαρχία. Δεν μπορεί να αισθανθή κανείς περισσότερο από μένα το πιεστικό βάρος της φτώχειας σ’ αυτήν την ευκαιρία. Το μαχαίρι βρίσκονταν, για να το πω με μιαν παλιάν παροιμία, στον λαιμό μου, καθώς με παρακινούσε ακατάπαυστα να εκπληρώσω την κλήση μου η θεότητα. Αφού είχα επί μακρόν, όχι χωρίς μεγάλη πτόηση, τη μια φορά μετά την άλλη προειδοποιηθή και δεν ήξευρα πια πώς αλλιώς να βοηθηθώ, πούλησα τελικά τα ρούχα μου, με το οποίο συνέλεξα τότε, όσο ελάχιστα κι αν ήταν, το απαιτούμενο ποσό».

Ο Λούκιος γίνεται αυτή τη φορά όχι μόνον ένας μυημένος του Όσιρι, αλλά κι ένας απ’ τους ιερείς του ο ίδιος, ένας παστοφόρος. Παστοφόροι ήταν οι ιερείς, που έφεραν τα ιερά αντικείμενα στη λιτανεία. Ονειρεύτηκε μάλιστα για τον θεό, που τον επέλεξε ο ίδιος ως ιερέα του.

«Δεν πέρασε ωστόσο πολύς καιρός, και μου εμφανίστηκαν, πριν να το προσδοκήσω, εκ νέου οι θεοί κι απαίτησαν από μένα, να επιτρέψω να μυηθώ για τρίτη φορά.

Ανήσυχος, δεν ήξευρα τί έπρεπε να σκεφτώ πάνω σ’ αυτό. Όσο πολύ κι αν έσπασα το κεφάλι μου, δεν μπορούσα ωστόσο με κανέναν τρόπο να μαντέψω ούτε τον σκοπό των ουράνιων, ούτε να φανταστώ, τί μπορούσε ακόμα μετά από μιαν επανειλημμένη μύηση να μου λείπη.

Μου γνωστοποίησε τότε το πειστικό όνειρο που απεστάλη με θεϊκή παντοδυναμία, τί είχα να προμηθευτώ και να πράξω περαιτέρω.

Δεν δίστασα μετά απ’ αυτό, αλλ’ ανακοίνωσα αμέσως στον αρχιερέα μου το όραμά μου…».

Αφού είχε προετοιμαστή ο Λούκιος για τη μύηση, προσθέτει περαιτέρω:

«Κι αληθινά, δεν έχω ποτέ μετανοιώσει ούτε γι’ αυτήν την ταλαιπωρία (τον ασκητισμό) της σάρκας ούτε για τα έξοδα που έκανα˙ δεν θα είχα και τον λόγο. Χωρίς να λογαριάσω, ότι είχα ήδη αποκτήσει με την ευλογία των θεών μιαν αξιόλογη περιουσία μέσα από συνηγορίες, με αξίωσε μετά από λίγες μέρες κι ο μέγιστος ανάμεσα στους μεγάλους θεούς, ο ύψιστος των μεγίστων, ο ισχυρότατος των υψίστων κι ο βασιλιάς των ισχυροτάτων: ο Όσιρις, να μιλήση μαζί μου όχι πια κάτω απ’ το ομοίωμα ενός άλλου, αλλά πρόσωπο προς πρόσωπο. Εμφανίστηκε στο όνειρο με την ίδια του τη σεβαστή μορφή να με διατάζη: Να αφιερωθώ χωρίς αναβολή στις πιο ένδοξες απ’ όλες τις δίκες, παρ’ όλους τους φθόνους, που θα επέσυρε επάνω μου η φήμη της αποχτημένης με ακούραστη φιλοπονία πολυμάθειάς μου. Με ανύψωσε ακόμα απ’ το κοινό πλήθος των υπηρετών του στον σύλλογο των παστοφόρων˙ με εξέλεξε μάλιστα και σε έναν απ’ τους επί πενταετία κατέχοντες το αξίωμα προϊσταμένους του. Άφησα πάραυτα να μου κουρέψουν πάλι εντελώς τα μαλλιά, και χωρίς να κρύβω ή να σκεπάζω καθ’ οιονδήποτε τρόπο το κουρεμένο μου κεφάλι, εισήλθα γεμάτος χαρά σ’ αυτόν τον πολύ παλαιό σύλλογο (Kollegium), που είχε ήδη ιδρυθή στον καιρό του Σύλλα».

Ο Όσιρις είναι ο θεϊκός γυιός, σύζυγος και αδελφός της Ίσιδας, γι’ αυτό και σημαίνει αυτή η νέα μύηση, ότι έχει γίνει τώρα ο Λούκιος ο θεϊκός σύζυγος και γυιός της μεγάλης Μητέρας-θεάς. Ήταν βέβαια ήδη προηγουμένως αρνητικά κατειλημμένος απ’ τον Αιώνιο-έφηβο-θεό, έχει όμως αναπτυχθή τώρα τόσο πολύ (μακριά) η εξέλιξη, ώστε αναγνωρίζει: είναι α υ τ ό ς ο ίδιος ο θεός, ο αιώνιος γυιός της Μεγάλης Μητέρας (σ.σ.: Αυτό θυμίζει τα λόγια του Χριστού, στο κατά Ιωάννην ι΄ 34: «(εγώ είπα,) θεοί εστε»). Αναγνωρίζεται εδώ η θεϊκή όψη του ατόμου σε μια συμβολική μορφή. Αντιλαμβάνεται ο Λούκιος τη μεγαλύτερη, θεϊκή εσωτερική του ουσία. Αυτή είναι η πραγματοποίηση του Ταυτού. Η γνώση στη λατρεία της Ίσιδας σημαίνει την πραγματοποίηση της anima, ακολουθεί όμως τώρα η γνώση του Ταυτού, της ίδιας του της θεϊκής εσωτερικής φύσης. Η αξία της εμπειρίας, μέσα απ’ την οποίαν κατέχει τώρα μια θετική σχέση προς τη θεά, μπορεί να συναχθή απ’ την ζωή του. Μετά απ’ αυτήν την τελευταία μύηση αναγνωρίζει ο Λούκιος τον εαυτό του. Ως ένας θεός κι επίσης ως ένας υπηρέτης της θεϊκής αρχής, είναι και τα δυό, κύριος και υπηρέτης της ταυτόχρονα.

Έχει ήδη αναφερθή, ότι υπήρχε στον χριστιανισμό μια αναλογία προς τον μύθο του Όσιρι στη μορφή του κύκλου των παραδόσεων γύρω απ’ το Άγιο Δισκοπότηρο. Αφού είχε πεθάνει ο Χριστός στον Σταυρό, τον τοποθέτησαν σ’ έναν τάφο, που σφραγίστηκε με μιαν πέτρα. Όταν ήρθαν οι γυναίκες, να αλείψουν το σώμα, τους είπε ένας άγγελος, ότι ο Χριστός δεν ήταν πια εκεί, αλλ’ είχε αναστηθή. Σύμφωνα μ’ έναν θρύλο απ’ τον 2ο ή 3ο αιώνα, είδε ο Ιωσήφ απ’ την Αριμαθαία μιαν εμφάνιση του αναστάντος, που του παρέδωσε ένα γεμάτο με το αίμα του δοχείο και είπε, πως είχε εκλέξει αυτόν, τον Ιωσήφ, για να μεταφέρη περαιτέρω τη μυστική παράδοση και τη λατρεία του τάφου του. Εδώ είναι όπως στη λατρεία του Όσιρι το σύμβολο του νεκρού θεού ένα δοχείο, στο οποίο και περιέχονται το αίμα του κι η ουσία της ζωής του. Μεταβλήθηκε αργότερα ο θρύλος, και υπέθεταν, πως είχε χαθή το δοχείο, κολύμπησε στη θάλασσα και βγήκε στη στεριά σε μια συκιά στη Μασσαλία, όπου ανακαλύφθηκε και μεταφέρθηκε στο μοναστήρι του Fécamp. Μ’ αυτόν τον τρόπο έφτασε το άγιο δισκοπότηρο στη Γαλλία.

Έχουμε ξανά εδώ μιαν αναλογία προς τον μύθο του Όσιρι, προς το περιέχον τη θεϊκή ουσία δοχείο. Είναι το αρχετυπικό μοτίβο (θέμα) του ενσαρκωμένου Θεού, που θανατώνεται μετά από μια σύντομη ανθρώπινη ζωή (σ.μ.:!!!) και εξακολουθεί να ζη μετά στη βασική του ψυχική ουσία ως λείψανο αγίου σ’ ένα δοχείο˙ απ’ αυτό ακτινοβολεί αόρατα το πνεύμα του. Απ’ το ιερό δισκοπότηρο αντηχεί σύμφωνα με τον θρύλο μερικές φορές μια φωνή και βοηθά τους ιππότες στα έργα τους. Γιατί χρειαζόταν όμως μια τέτοια δευτερεύουσα παράδοση, αναρωτιέται κανείς, για να συμπληρωθή η ιδέα της χριστιανικής πίστης; Αν παρατηρήσουμε γενικότερα την ιστορία της θρησκείας, φαίνεται, ότι υπάρχουν σε πολλές θρησκείες φάσεις, στις οποίες έχουν διαπεραιωθή τα θρησκευτικά σύμβολα, στα οποία επρόκειτο αρχικά για ατομικές εμπειρίες, σε ιδρύσεις και σε συλλογικώς τηρούμενα τυπικά και λιτανείες. Ο Χριστός γ ν ω ρ ί σ θ η κ ε κατ’ αρχάς ως ο θεϊκός Θεάνθρωπος απ’ τον μικρόν κύκλο των Αποστόλων του. Ο Απόστολος Παύλος τον γνώρισε στο όραμά του˙ το γεγονός, ότι απλώθηκε τόσο γρήγορα ο χριστιανισμός, βασίζεται σε μεγάλην έκταση στα όνειρα και τα οράματα ξεχωριστών ατόμων. Οι περιγραφές απ’ την ζωή των μοναχών, των μαρτύρων και των αγίων διηγούνται π.χ. για μια μορφή μ’ ένα ένδυμα φωτός κι ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα στο κεφάλι ή για έναν υπερμεγέθη βοσκό. Δεν λεγόταν συχνά σε τέτοια όνειρα, ότι επρόκειτο για τον Χριστό, αλλ’ ερμηνεύονταν αμέσως κάθε θεϊκή αντρική μορφή ως ο Χριστός, η οποία και έγινε έτσι για τους άντρες φορέας όλων αυτών των οραμάτων του Ταυτού ή για τις γυναίκες ο θετικός animus.

Τον καιρόν αυτόν ήταν ακόμα ο Χριστός ένα ζωντανό αρχέτυπο, προς το οποίο εύρισκαν πολλοί άνθρωποι μέσα από προσωπική εσωτερική εμπειρία μια σχέση. Ήταν γι’ αυτούς ένα εμπειρικό θεϊκό όν, κάτι, που ζούσε και επενεργούσε ανάμεσά τους. Αργότερα έχασε το ζωντανό σύμβολο σε δύναμη φωτός, σε συγκίνηση και θεϊκότητα (Numinosität), που σημαίνει, πως γνώριζαν ολοένα και περισσότερο οι άνθρωποι μόνον πια απ’ την παράδοση, ότι υπήρχε ένας τέτοιος Θεός, αλλά δεν είχαν πια οι ίδιοι καμμιάν αίσθηση μιας σχέσης μαζί του. Προσεύχονταν βέβαια ακόμα με την παλιά μορφή, επειδή τους τη δίδασκαν, αλλά δεν μπορούσαν να μιλήσουν πια για μιαν προσωπική θρησκευτική εμπειρία. Αυτός είναι ο λόγος, γιατί είπε ο Νίτσε σε μιαν αποφασιστική στιγμή της ζωής του: «Ο Θεός είναι νεκρός». Δεν είναι όμως ούτε και τότε νεκρός, μόνον η ζωή του έγινε αόρατη, επιστρέφοντας στη μήτρα, απ’ όπου ήρθε, στην αναπαυόμενη στο ασυνείδητο αρχετυπική αρχική μορφή του˙ είναι στην κατάσταση αυτή ο εγκλεισμένος στο δοχείο της ψυχής θεός.

Μπορεί να πη άρα κανείς, ότι το στρογγυλό δοχείο συμβολίζει το μυστικό της ανθρώπινης Ψυχής (Psyche), που περιέχει την ζωντανή θεϊκή ουσία, που σημαίνει ένα ζωντανό θεϊκό κάτι, που δεν πεθαίνει ποτέ. Παρ’ όλο που τιμούν σε κάποιους καιρούς οι άνθρωποι τον Θεό και δεν πιστεύουν σε κάποιους άλλους σ’ αυτόν, υπάρχει πάντα αυτή η αρχετυπική ουσία που εξακολουθεί να ζη. Η μορφή του Χριστού κινδυνεύει σήμερα, να γίνη ένας νεκρός Θεός, όμως στον βαθμό που ενσαρκώνει ένα αρχέτυπο, είναι η μορφή του αθάνατη. Σημαίνει την εμπειρία μιας αρχετυπικής πραγματικότητας, και μ’ αυτήν την έννοια είναι αιώνια. Επιζή απ’ τον ίδιον του τον θάνατο μέσα από μιαν οπισθοχώρηση στη μήτρα της ασυνείδητης ανθρώπινης Ψυχής, απ’ την οποίαν ήρθε. Το δοχείο κι η θεϊκή ουσία μέσα του είναι το σύμβολο μιας ψυχολογικής στάσης και εμπειρίας, στην οποίαν κάθε τι το θρησκευτικό βιώνεται εσωτερικά στο άτομο και δεν παρατηρείται τίποτα πια στα εξωτερικά σχήματα. Δεν προβάλλεται τίποτα πια σε εικόνες ή τυπικά ή σε ένα εγκαθίδρυμα (μιαν εγκατάσταση). Έχει γίνει τότε ξανά η προσωπική, κυρίαρχη εμπειρία του κάθε ξεχωριστού ανθρώπινου όντος. Έχει επιστρέψει τη στιγμή αυτή ο νεκρός θεός στο δοχείο, απ’ το οποίο ξανάρχεται ως εκείνο, το οποίο ήταν πάντα, μια αθάνατη ψυχική πραγματικότητα. Γι’ αυτό και επέζησε το σύμβολο του δοχείου με την ουσία του Θεού και στον μεταγενέστερο χριστιανισμό. Όταν εγείρονταν κάποιες αμφιβολίες για τη μορφή του Χριστού, αφυπνίζονταν ξαφνικά όλοι οι θρύλοι στην ζωή, που γυρίζουν γύρω απ’ την ιδέα του Ιερού Δισκοπότηρου, απ’ όπου θα μπορούσε να προκύψη ένας αναπροσανατολισμός. Η Εκκλησία έβλεπε (όμως…) στις παραδόσεις για το Ιερό Δισκοπότηρο έναν ορισμένον κίνδυνο, λόγω του περιεχομένου εκεί ατομικού στοιχείου. Γι’ αυτό και καταπολέμησε για ένα χρονικό διάστημα αυτές τις ιδέες και τις χαρακτήρισε ως αιρετικές. Όμως επιζούσαν οι ιδέες στην αλχημεία και στις μυστικές κοινότητες όπως στους fedeli d’ amore (πιστούς; της αγάπης), μιαν ομάδα, στην οποίαν ανήκε ο Πετράρχης κι ίσως κι ο Δάντης.

Πόσο πολύ κατανοήθηκε όμως πράγματι σ’ αυτούς τους καιρούς, πως συμβολίζει την ασυνείδητη Ψυχή του ατόμου ή το άτομο ως δοχείο της θεότητας το κύπελλο του Γκραλ; Πόσο πολύ γνώριζε κανείς, πως είναι πράγματι το δοχείο, που περιέχει τον Θεό, το κάθε άτομο; Δεν μπορούμε να το κρίνουμε. Είχαν όμως τουλάχιστον μιαν υποψία οι ποιητές γι’ αυτό, όπως προκύπτει από κάποια απ’ τα γραπτά τους.

Ο μυστικός δρόμος του κόσμου της υπηρεσίας του ιπποτικού έρωτα, που μετέφερε παραπέρα τις ψυχικές εμπειρίες των αρχαίων μυστηρίων, έχει απ’ τον 17ο αιώνα πρακτικά εξαφανισθή. Έκαναν τόπο στον Διαφωτισμό, τον Ορθολογισμό και την επιστημονική και τεχνική εξέλιξη, που προετοίμασαν την κοινωνία, στην οποίαν ζούμε σήμερα. Καθώς όμως οι αρχετυπικές αξίες δεν μπορούν να πεθάνουν, εμφανίζονται στις μέρες μας σε αιρέσεις που θεριεύουν παντού, στο πάθος των ναρκωτικών, σε εσωτερικούς (esoterische) φανατισμούς (ενθουσιασμούς, εκστάσεις) κάθε νοητής μορφής.

Αναβίωσαν συγχρόνως αυτές οι μη ορθολογικές (irrational) αξίες, που έχουν εξαφανιστή τον καιρόν αυτόν απ’ τη συλλογική συνείδηση, σε απροσδόκητη μορφή ξανά μέσα απ’ τη γιουγκιανή ψυχολογία. Καθώς ήταν πρόθυμος ο Γιουνγκ, να κατέβη μέσα του και να συμβιβαστή με τις ασυνείδητες δυνάμεις («να λατρεύση τους κάτω και άνω θεούς»), έδειξε έναν δρόμο, πώς μπορεί να συναναστραφή κανείς μαζί τους. Χρειάζεται μια ισχυρή συνείδηση, που είναι ταυτόχρονα αρκετά ικανή για προσαρμογή και μετριόφρων, για να μπορή να αποδεχτή αυτό, που έχει να της πη το ασυνείδητο – οι θεοί -, για να πραγματοποιήση το θέλημα των θεών, του θεού που εκδηλώνεται σ’ αυτήν και να τεθή στην υπηρεσία του, χωρίς να ξεχάση τα ατομικά όρια της ανθρώπινής της φύσης.

Δεν άφησε να εγγράψουν χωρίς λόγο (μάταια) ο Γιουνγκ πάνω απ’ την πόρτα του σπιτιού του στο Küsnacht τα λόγια του αρχαίου χρησμού: «vocatus atque non vocatus deus aderit» (κεκλημένος ή μη κεκλημένος, θα είναι παρών ο Θεός). Ακόμα κι αν μας είναι ασυνείδητο, επιζή ο Θεός στο δοχείο της ψυχής μας, όπως στο δοχείο του Όσιρι ή του Γκραλ, απ’ τον ίδιον του τον θάνατο (σ.σ.: Οι υπαινιχθείσες μόνον εδώ σκέψεις έχουν αναπτυχθή λεπτομερώς στο βιβλίο της Μαρί-Λουίζε φον Φραντς, «Κ.Γκ.Γιουνγκ. Ο μύθος του στην εποχή μας» … 1996, Κεφάλαιο 14: Le cri de Merlin – Η κραυγή του Μέρλιν). Εναπόκειται σε μας, να είμαστε προσεχτικοί και να κάνουμε τόπο στην εξέλιξη, που θέλει να αποπερατωθή σε μας.

‘Ηταν πιο εύκολο να βρη ο αρχαίος ακόμα άνθρωπος αυτόν τον δρόμο απ’ ό,τι εμείς σήμερα, επειδή κατείχε ακόμα ο άνθρωπος – όπως βλέπουμε στο παράδειγμα του μυθιστορήματός μας – τη συμβολική της λατρείας των μυστηρίων, που του παρείχαν το βίωμα του ασυνείδητου και του Ταυτού. Δεν έχουμε πια αυτές τις εικόνες και είμαστε έτσι πολύ πιο απροστάτευτα αντιπαρατεθειμένοι με τις δυνάμεις του ασυνείδητου.

Ελπίζω, πως έχουν μεταδώσει αυτές οι συχνά μόνον υπαινιχθείσες ψυχολογικές ερμηνευτικές προσπάθειες  έ ν α  στον αναγνώστη : ότι είναι αυτό το μυθιστόρημα του Απουλήιου ένα υψηλής σημασίας «document humain» (ανθρώπινο ντοκουμέντο), που μπορεί να τοποθετηθή μάλιστα δίπλα στον «Φάουστ» του Γκαίτε. Οδηγεί μέσα στα βαθύτατα προβλήματα του δυτικού ανθρώπου και υποδηλώνει σε συμβολική μορφή εξελίξεις, τις οποίες πρέπει να επανεκτελέσουμε ακόμα πρώτα σήμερα στη συνείδηση.

                  Τ  Ε Λ Ο Σ

Αμέθυστος

Advertisements

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (25)

>Συνέχεια από : ΤΡΙΤΗ, 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2010

Το μητρικό σύμπλεγμα
Κεφάλαιο 12ο
Η ύλη και το θηλυκό

Στη διάρκεια αυτού του καιρού ονειρεύτηκε μια νύχτα ο Λούκιος:

«…έβλεπα να μου φέρνη ο πρωθιερέας μιαν αγκαλιά γεμάτη πράγματα, κι όταν τον ρώτησα, τί έπρεπε να κάνω μ’ αυτά, μου έδωσε την απάντηση: Μόλις μου απεστάλεισαν αυτά τα πράγματα (σ.σ.: Στα λατινικά partes illas, δηλ. εκείνα τα μέρη) απ’ τη Θεσσαλία μαζί με τον υπηρέτη μου Σίμελ (άσπρο άλογο).

Για πολύ αναζήτησα όταν ξύπνησα πέρα δώθε, τί να σήμαινε άραγες αυτό το όραμα˙ και καθώς γνώριζα μάλιστα, πως δεν είχα ποτέ έναν άνθρωπο, που ονομαζόταν Σίμελ, στην υπηρεσία μου. Όσο κι αν γύριζα όμως από ’δώ κι από ’κεί το όνειρό μου, δεν μπορούσα να συμπεράνω ωστόσο τίποτα περισσότερο απ’ αυτό, εκτός από μιαν ελπίδα πάντως για μιαν επεικείμενη ευδαιμονία, γιατί μου είχαν προσκομισθή βέβαια πράγματα.

Ανήσυχος με την προαίσθηση κάποιου οποιουδήποτε χαρούμενου συμβάντος, προσδοκούσα ανυπόμονα το άνοιγμα του ναού το πρωΐ.

Τα λευκά παραπετάσματα ανασύρθηκαν επιτέλους˙ προσευχηθήκαμε μπροστά στη σεβάσμια προσωπογραφία της θεάς. Ο πρωθιερέας πήγαινε απ’ τον έναν βωμό ολόγυρα στον άλλον, εκτελούσε τις θυσίες και έχυνε μέσα σε εορταστικές προσευχές νερό απ’ το καθαγιασμένο αγγείο, που το είχαν γεμίσει από μιαν πηγή στο ιερό του ναού. Αφού είχε επιτελεστή με τον οφειλόμενον τρόπο αυτό, άρχισαν να αναγγέλουν όλοι οι μυημένοι με ευσεβές άσμα την πρώτην ώρα. Και δες εκεί, εισέρχονταν οι υπηρέτες, που είχα αφήσει στην Υπάτη, όταν με έκανε από παραδρομή η Φώτιδα γαίδαρο. Είχαν ακούσει φυσικά την ιστορία μου και μου έφερναν και το άλογό μου, αφού είχε περάσει ήδη από διάφορα χέρια, και το είχαν αναγνωρίσει από ένα σημάδι στη ράχη και το είχαν ξαναποκτήσει. Έβλεπα με μεγάλη έκπληξη να πραγματοποιείται λοιπόν πλήρως το όνειρό μου, έβλεπα τα υποσχεμένα σε μένα πράγματα, έβλεπα το πιστό μου θεσσαλικό άσπρο άλογο, που μου είχε υποδηλωθή ως υπηρέτης».

Το εντυπωσιακό όνειρο το ακολούθησε άρα πράγματι η άφιξη του υπηρέτη του και του άσπρου αλόγου του (Candidus) το επόμενο πρωΐ. Αντίστοιχα με την κλασσική ερμηνεία των ονείρων, θεωρήθηκε ο Candidus ως ο αναγγελθείς στο όνειρο υπηρέτης. Το υπόλοιπο του ονείρου δεν ερμηνεύεται, καθώς για τον Απουλήιο-Λούκιο ήταν μόνον το συγχρονιστικό συμβάν σημαντικό, το οποίο και έλαβε ως «σημάδι», ότι τον είχε από καλό μάτι η θεά κι ότι βρισκόταν στον σωστό δρόμο. Θα μπορούσε να πη κανείς περισσότερα γι’ αυτό το όνειρο, παρ’ όλο που είμαι της γνώμης, ότι η αρχαία ερμηνεία είναι εντελώς έγκυρη σε κείνην τη βαθμίδα. Προσφέρει π.χ. ο ιερέας στον Λούκιο μέρη ενός γεύματος, που του έχουν σταλή απ’ τη Θεσσαλία, την πατρίδα της μητέρας του, απ’ την περιοχή ακριβώς όπου είχε ταξιδέψει, για να μάθη κάτι για τη μαγεία, κι όπου είχε μεταμορφωθή σ’ έναν γάιδαρο. Θα μπορούσαμε να πούμε: όλα όσα είχε ζήσει μέχρι τώρα ο Λούκιος ήταν αρνητικά, τώρα όμως εκτελούνταν μια μεταβολή, κι έπαιρνε απ’ τη μητρική γη εσωτερική τροφή, που τον βοηθούσε στην ανθρώπινη επαφή. Όλ’ αυτά αναγγέλλουν τη μεταβολή του μητρικού του συμπλέγματος. Απ’ τη Θεσσαλία έρχεται τώρα η δυνατότητα για σχέση, συναναστροφή και τροφή απ’ το ασυνείδητο, και βρίσκει μάλιστα τελικά και το άσπρο του άλογο ο Λούκιος.

Είπαμε ήδη στην αρχή, ότι πρόκειται με τον Σίμελ (άσπρο άλογο) για το άλογο του ήρωα του ήλιου, αυτό το μέρος της λίμπιντο, που μας μεταφέρει περισσότερο στην κατεύθυνση του πνευματικού παρά του χθόνιου. Ο Λούκιος είχε χάσει ήδη από καιρό το φωτεινό του άλογο και μετακινηθή εντελώς προς το γήινο. Επέστρεψαν τώρα το φωτεινό κι η κίνηση στη συνείδηση, που είχαν αποκηρυχθή. Candidus σημαίνει στα λατινικά λευκό, αθώο με την έννοια τού μη περιπλεγμένου και αυθόρμητου, κι επίσης άσπρο. Θα μπορούσε να πη γι’αυτό κανείς, πως επιστρέφει σε μιαν ανεπιτήδευτη, αυθόρμητη στάση ο Λούκιος. Οι περισσότεροι νευρωτικοί, ειδικά οι άντρες με αρνητικό μητρικό σύμπλεγμα, έχουν μεγάλη δυσκολία να είναι αυθόρμητοι, γιατί είναι πληγωμένο και ευαίσθητο το αίσθημά τους. ‘Ενας τέτοιος άντρας δεν τολμά να είναι αυθόρμητος, γιατί φοβάται σε κάθε γυναίκα την «τρομερή μητέρα». Σε μιαν αθώα, αυθόρμητη και ανοιχτήν (ειλικρινή) ατμόσφαιρα μπορεί να τον πληγώση κάθε γυναίκα. Μπορούμε να συμπεράνουμε απ’ αυτό, ότι ξαναανακαλύπτει ο Λούκιος το αίσθημά του και την αισιόδοξη πλευρά του, που είχε τόσο πολύ τραυματιστή με την αρνητική μητέρα, είχε χαθή τη στιγμή της εισβολής του σκότους και μπορεί να ξαναβρεθή σε καινούργια τώρα μορφή.

Μπορούμε να θεωρήσουμε, πως ανήκουν τώρα τα πιο καθαρά και αυθόρμητα αισθήματά του στη λατρεία της Ίσιδας, όπου μπορεί να ξαναζήση κι η καρδιά του. Σ’ αυτό θα παρέπεμπε και το άσπρο ένδυμα που απέκτησε κατά τη μετατροπή του. Το άσπρο ένδυμα χρησιμοποιούνταν κι απ’ τους χριστιανούς κατά τη βάπτιση, για να δώση σαφή ιδέα της καινούργιας στάσης (διάθεσης), με την οποία μπορούσε να καταπέση κάθε αμαρτωλότητα και να γίνη μια καινούργια αρχή. Η χριστιανική ερμηνεία συνδέονταν βέβαια περισσότερο με την ηθική και την αμαρτία. Μπορούμε όμως επίσης να πούμε, πως κάθε είδος ασυνείδητης μόλυνσης (ρύπανσης) σημαίνει, να είσαι ασύμφωνος κι όχι πιστός στον ίδιον σου τον εαυτό. Όταν είναι κάποιος πιστός στον εαυτό του, βρίσκει μια νέα στάση και καινούργιες ωθήσεις για την ζωή, μιαν επιστροφή στον αυθορμητισμό και τη φυσικότητα. Το όνειρο μάς δείχνει, πως η Θεσσαλία, όπου είχε μεταμορφωθή μαγικά ο Λούκιος, εγγυάται τώρα για κάτι θετικό. Πρόκειται για το ίδιο αρχέτυπο, που δείχνει τώρα, μετά από όλες τις εξελίξεις, την άλλην του πλευρά. Αν το δούμε έτσι, ήταν ακόμα κι οι δυό φόνισσες του Σωκράτη, στην αρχή της ιστορίας, η Ίσις.

Είναι η μεγάλη θεά κάτω απ’ τη διπλή της όψη, που κυβερνά την ζωή του Λούκιου. Αφού έχει εξαντληθή η αρνητική μορφή εμφάνισης του αρχέτυπου, αρχίζει η εναντιοδρομία προς τη θετική όψη.

Στη διάρκεια του χρόνου, στον οποίον πρέπει να περιμένη τη μύησή του στα μυστήρια της Ίσιδας, γίνεται ο Λούκιος πολύ ανυπόμονος, όμως το κείμενο αναφέρει, πως ο ιερέας τον συγκρατεί, αποτείνοντάς του φιλικά τον λόγο, «ακριβώς όπως απαντούν οι γονείς στις ανώριμες επιθυμίες των παιδιών τους». (Μπορεί να το συγκρίνη κανείς αυτό με τη συμπεριφορά ασθενών, που εκδηλώνουν συχνά ύστερα από τρεις εβδομάδες ανάλυσης την επιθυμία, να γίνουν οι ίδιοι αναλυτές!) όμως ο ιερές συμβουλεύει για υπομονή:

«Η θεά, λέει, ορίζει με άμεση υποβολή (έμπνευση) πάντοτε από πριν τόσο τη μέρα της αφιέρωσης όσο και τον ιερέα, που θα την εκτελέση, και την αναγκαία για την τελετή δαπάνη. Αν αυτή η πρόβλεψη μάς αφήνει να την περιμένουμε, έτσι πρέπει να την αναμένω κι εγώ με την αρμόζουσα υπομονή. Η φορτικότητα είναι εξίσου επικίνδυνη όσο κι η ισχυρογνωμοσύνη. Δεν αμαρτάνω λιγότερο απέναντι στη θεά, αν προλαβαίνω την πρόσκλησή της, απ’ ό,τι αν την εκπληρώνω με αμέλεια. Κανένας απ’ το τάγμα του δεν θα ήταν τόσο ασεβής (αθεόφοβος) και θα τόλμαγε, να αναλάβη την υπόθεση της μύησης, χωρίς να έχη λάβει ο ίδιος επίσης σαφώς (ρητά) διαταγή της θεάς γι’ αυτό: Που θα σήμαινε, να γίνη ένοχος θανάτου. Στα χέρια της θεάς βρίσκονταν γενικώς η ζωή τού κάθε ανθρώπου, βρίσκονταν τα κλειδιά προς το βασίλειο των σκιών˙ στα μυστήριά της γιορτάζονταν και παριστάνονταν η εγκατάλειψη σ’ έναν εκούσια εκλεγμένο θάνατο και η επαναπόκτηση της ζωής μέσα απ’ τη χάρι της θεάς».

Ο Λούκιος έχει πράγματι αργότερα ένα ακόμα όνειρο, που του γνωστοποιεί τη μέρα και τον τόπο της μύησης καθώς και το όνομα του μυητή-ιερέα, γιατί αυτός «ήταν μέσα από μιαν ακριβώς θεϊκή συμφωνία των άστρων συγγενής μαζί του». Όταν διηγείται το επόμενο πρωΐ σ’ αυτόν τον ιερέα για το όνειρό του, μαθαίνει, ότι είχε ανακοινωθή και σ’ αυτόν σε όνειρο, ότι πρέπει να μυήση τον Λούκιο, και ετοιμάζονται τώρα όλα γι’ αυτό.

Το ότι αυτός ο ιερέας ονομάζεται «Μίθρας» (σ.σ.: Ο Μίθρας, ιρανικής προέλευσης, είναι ο ήρωας του ήλιου, που ενώνεται επίσης με τον πατέρα του, τον θεό-ήλιο) και το ότι υφίσταται μια συμφωνία των ωροσκόπων των δυό, παραπέμπει σε μιαν ψυχολογική «συγγένεια», ακριβώς όπως πρέπει να υφίσταται μια συγκεκριμένη αλχημιστική «συγγένεια» ή ψυχική συγγένεια ανάμεσα στον αναλυτή και τον αναλυόμενο, ώστε να παραχθή η σωστή σχέση. Δεν θά ’πρεπε να παίρνη κανείς κάποιον, που του είναι αντιπαθής, στην ανάλυση, παρ’ όλο που μπορεί να κρύβεται μερικές φορές και μια «συγγένεια» πίσω από ένα αρνητικό αίσθημα.

Ο Λούκιος διδάσκεται μέσα απ’ τα ιερά κείμενα, μερικά απ’ τα οποία αναγράφονται σε σπειροειδώς διατεταγμένα ιερογλυφικά. Υπάρχουν ακόμα τέτοια ιχνογραφημένα σε σπειροειδή μορφή κείμενα και μπορεί να βρεθούν και σε κάποια πρώιμα αλχημιστικά κείμενα. Η γραφή ξεκινά στο εξωτερικό τέλος της σπείρας και κινείται προς τα μέσα και προς το κέντρο.

Αλχημιστικές συνταγές και μαγικοί τύποι γράφονταν μερικές φορές σ’ αυτήν τη μορφή, που δείχνει άλλη μια φορά τη στενή σχέση ανάμεσα στην αλχημεία και τις μυστηριακές λατρείες. Δεν μας διηγείται πάλι σχεδόν τίποτα για το περιεχόμενο αυτών των οδηγιών ο Λούκιος: «Με πόσην ευχαρίστηση θα το έλεγα, αν επιτρεπόταν να το πω. Πόσο πιστά θα το μάθαινες, αν σου επιτρεπόταν να το ακούσης. Μόνον η γλώσσα και το αυτί θα είχαν να πληρώσουν εξίσου σκληρά για το ανοσιούργημα!».

Ακόμα και σε περιπτώσεις χριστιανικής προπαγάνδας κατά των μυστηρίων δεν εγκαταλείπονταν ποτέ τα πραγματικά περιεχόμενα, που αποδεικνύει, πόσο θεϊκά ήταν, γιατί ακόμα κι εκεί που στρέφονταν αργότερα προς κάποιαν άλλη θρησκεία οι μυημένοι, ήταν τόσο βαθειά αγγιγμένοι, που δεν μπορούσαν να προδώσουν το μυστήριο. Παραδόθηκαν μόνο μερικές πενιχρές υποδείξεις απ’ τους πρώιμους εκκλησιαστικούς πατέρες για τα μυστήρια. Λέει ο ίδιος ο Λούκιος: «Πήγα μέχρι το οριακό σύνορο ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο, πάτησα το κατώφλι της Περσεφόνης, κι αφού ταξίδεψα μέσα απ’ όλα τα στοιχεία, ξαναγύρισα πίσω. Είδα τον ήλιο να φωτίζη την ώρα του βαθύτερου μεσονυχτίου με το πιο καθαρό του φως˙ κοίταζα τους κάτω και τους άνω θεούς πρόσωπο με πρόσωπο και τους προσκυνούσα από κοντά».

Αυτό είναι όλο, που γνωρίζουμε απ’ αυτό το μέρος της μύησης: ένα όραμα του ήλιου του μεσονυχτίου, ενός φωτισμού δηλαδή, που ερχόταν από κάτω, και η αναγνώριση των κάτω και άνω θεών. Διασχίζει σύμφωνα με την αιγυπτιακή μυθολογία ο Ρα τη μέρα τον ουρανό και βυθίζεται μετά στη δύση. Ταξιδεύει στη διάρκεια της νύχτας με το πλοίο μέσα απ’ τον κάτω κόσμο. Σκοτώνει ο θεός Σεθ κάθε νύχτα το φίδι του Απόφι, εμφανίζεται μετά ο Ρα ξανά στην ανατολή ως Khepera, ως Σκαραβαίος, και ακολουθεί τότε το ημερήσιο ταξίδι του στον ουρανό. Θά ’πρεπε να επισημάνουμε εδώ, ότι ονομάζεται και η Ίσις σ’ ένα ταφικό κείμενο η «κυρία του φωτός στο βασίλειο του σκότους».

Οι μυήσεις στα μυστήρια της Ίσιδας και του Όσιρι ήταν έτσι λατρείες του κάτω κόσμου με μια χθόνια όψη, και γι’ αυτό προσκυνά τον  ή λ ι ο   τ ο υ   μ ε σ ο ν υ χ τ ί ο υ  ο Λούκιος. Αντιστοιχεί η μύησή του σε μιαν κάθοδο στο ασυνείδητο και έναν φωτισμό μέσα από μια συνειδητή αρχή, που έρχεται απ’ το ασυνείδητο σε αντίθεση προς όλες τις διδασκαλίες της συλλογικής συνείδησης. Δοκιμάζει την εμπειρία σε συμβολική μορφή ο Λούκιος και «τιμά όλους τους άνω (ανώτερους) και κάτω (κατώτερους) θεούς»˙ πρόκειται πιθανώς εδώ για τους διάφορους θεούς των ωρών της μέρας και της νύχτας, που παριστάνουν διάφορες προσωποποιήσεις του θεού του ήλιου. Οδοιπορεί έτσι ολόκληρη τη νύχτα ο μυημένος, και λέγεται τότε παρακάτω:

«Αγιασμένος μέσα από δώδεκα φορές αλλαγμένη ενδυμασία, εξήλθα τελικά απ’ το εσώτατο του ναού σε μιαν πομπή, που ήταν βέβαια επίσης μυστική, δεν απαγορεύει όμως κανένας νόμος να μιλήσω εντελώς ελεύθερα γι’ αυτήν˙ αφού με έχουν μάλιστα δη πάρα πολλοί παρόντες μέσα εκεί.

Έπρεπε να προσέλθω μπροστά στο ομοίωμα της θεάς πάνω σ’ ένα ξύλινο εδώλιο στο μέσον του ναού. Η εσθήτα μου ήταν από λινό, πολύχρωμα ζωγραφισμένο, κι έπεφτε απ’ τους ώμους μου μέχρι τις φτέρνες ένας λαμπρός μανδύας, που μπορούσες να δης και στις δυό πλευρές του κάθε είδους ζώα με διαφορετικά χρώματα: εδώ ινδικούς δράκους, κι εκεί υπερβόρειους γρύψους με κεφάλια αετών και φτερά, έτσι όπως τα γεννά ο άλλος κόσμος. Ο μανδύας αυτός ονομάζεται στους μυημένους το ολυμπιακό άμφιο (Stola).

Κρατούσα έναν αναμμένον πυρσό στο δεξί χέρι κι ήμουν στολισμένος μ’ ένα στεφάνι από φύλλα φοινικιάς, που ήταν έτσι διευθετημένα, ώστε να στέκονται σαν ακτίνες γύρω απ’ τον λαιμό μου. Έτσι διακοσμημένος σαν εικόνα του ήλιου, στεκόμουν όμοια μ’ έναν ανδριάντα εκεί. Άνοιξε ένα παραπέτασμα και μου φανέρωσε τις περίεργες ματιές του λαού. Γιόρτασα ύστερα απ’ αυτό την ευάρεστη μέρα της μύησης στα μυστήρια με γευστικά και χαρούμενα συμπόσια».

Το τέλος αυτό επισημαίνει το γεγονός, ότι ο Λούκιος δεν πορεύτηκε μόνον τον δρόμο του θεού του ήλιου κατά τη μύησή του, αλλ’ ότι έχει αφομοιωθή στο τέλος με την ηλιακή αρχή. Έχει γίνει το ίδιο πρωΐ ο νέος ήλιος-θεός. Επιδεικνύεται ως η νέα ηλιακή αρχή και αλλαλάζεται απ’ τον λαό. Η εμφάνισή του ως ένας θεός του ήλιου μπροστά στον λαό παραπέμπει στην περίφημη solificatio (ενηλίωση;), που εξασκούνταν ανάμεσα σε άλλα στα μυστήρια του Μίθρα και με την οποίαν συσχετίζονται και μερικά αλχημιστικά κείμενα. Η αποπεράτωση του έργου περιγράφεται σ’ αυτά τα τελευταία ως η εμφάνιση ενός καινούργιου ήλιου, που ανατέλλει στον ορίζοντα, το οποίο και χαρακτηρίζει μια νέα μορφή της συνείδησης. Η solificatio αντιστοιχεί ψυχολογικά στην αποπεράτωση του εξατομικευτικού φαινομένου. Αφού έχει αποχαιρετήσει αργότερα ο Λούκιος τον μεγάλον ιερέα του Μίθρα, «τον πατέρα του», επιστρέφει στη Ρώμη.

«Το πνεύμα μου στρέφονταν στην πατρίδα μου, απ’ την οποίαν είχα τώρα ζήσει τόσον πολύν καιρό χωρισμένος. Εν τούτοις, έπρεπε να μεταφέρω ύστερα από λίγες μέρες με παρόρμηση της θεάς τα πράγματά μου τρέχοντας στο πλοίο και να πλεύσω προς τη Ρώμη. Έφτασα με ευνοϊκόν άνεμο γρήγορα και αίσια στο λιμάνι του Αυγούστου, πήρα μιαν άμαξα κι αφίχθηκα σώος και αβλαβής στις δώδεκα του Δεκέμβρη κατά το εσπέρας σ’ αυτήν την εξόχως ιερή πρωτεύουσα.

Καθημερινά ήταν η κύριά μου φροντίδα, να λατρεύω τη βασίλισσα Ίσιδα, που η εξέχουσα θεότητά της τιμάται με το προερχόμενο απ’ την τοποθεσία του ναού όνομα Ίσις του Μάρσφελντ και με την πιο μεγάλη αγιότητα (ιερότητα) εκεί. Ήμουν ο πιο ένθερμος υπηρέτης της, ξένος μεν στον ναό, οικείος όμως στη θρησκεία.

Δες, όταν αποπερατώνη αφού διέτρεξε τον ζωδιακό κύκλο το έτος ο μεγάλος ήλιος, τότε εμφανίστηκε πάλι στο όνειρο η ευεργετική θεά και με παρότρυνε σε μιαν επανειλημμένη πανηγυρική υποδοχή και μύηση στα μυστικά. Δεν μπορούσα να καταλάβω, τί παρίστανε, τί σήμαινε αυτό. Γιατί πίστευα πως ήμουν ήδη κατά τον πληρέστατο τρόπο μυημένος. Αφού περιπλανήθηκα σε μακρούς διαλογισμούς, ζήτησα τη συμβουλή των ιερέων γι’ αυτό. Ποιο καινούργιο, θαυμαστό φως ανέτειλε τότε σε μένα! Γιατί είχα βέβαια μυηθή, είπαν, στα μυστικά της θεάς, αλλ’ εκείνα του μεγάλου θεού, του ύψιστου πατέρα των θεών, του ακατανίκητου (ανυπέρβλητου) Όσιρι, δεν τα είχα ακόμα υποδεχτή».

Αμέθυστος

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (24)

>Το μητρικό σύμπλεγμα

Συνέχεια από ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2010
Κεφάλαιο 12ο
Η ύλη και το θηλυκό

Το επόμενο πρωΐ, μιαν υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα, ξεκίνησε η λιτανεία προς τη θάλασσα προς τιμήν της θεάς Ίσιδας. Η γιορτή εορτάζονταν μετά τον χειμώνα, όταν έρριχναν τις βάρκες και τα πλοία πάλι στο νερό, κι οι άνθρωποι πήγαιναν με φανούς και λαμπάδες προς τη θάλασσα, για να αφήσουν να πέση το πρώτο πλοίο στο νερό. Στη λιτανεία έφεραν οι ιερείς της μυστηριακής λατρείας διάφορα σύμβολα της θεάς, που επιθυμώ να τα εξηγήσω επ’ ολίγοις:

Η φερόμενη από έναν ιερέα χρυσή λάμπα με το σχήμα ενός πλοίου παραπέμπει, στο ότι το φως της θεάς οδηγεί κάποιον σίγουρα πάνω απ’ το νερό τού ασυνείδητου. Άλλοι ιερείς έφεραν μικρούς βωμούς, που αντιστοιχεί στην αιγυπτιακή συνήθεια, να πλένουν τα αγάλματα των θεών και να τα ξαναφέρνουν πίσω στον ναό. Ένας έφερε τον κάδεικο (ράβδος του Ερμή), και στο σύμβολο της δικαιοσύνης έδειχνε το αριστερό χέρι της Ίσιδας, την οποίαν έφερε ένας άλλος ιερέας. Το έθιμο αυτό προέρχονταν από μιαν εποχή, που είναι αρχαιότερη απ’ τον αιγυπτιακό πολιτισμό, γιατί το αριστερό χέρι είναι ένα αρχέγονο φυλαχτό αποτροπής. Στο Ισλάμ έγινε αργότερα το χέρι της Φατίμα, της κόρης του Μωάμεθ, που προστατεύει ακόμα και σήμερα ενάντια στο κακό μάτι.

Ένα άλλο αντικείμενο που έφεραν μαζί ήταν ένα χρυσό αγγείο σε σχήμα στήθους, ένα σύμβολο της μητέρας-θεάς ως δωρήτριας γάλακτος και τροφής. Και πάνω στον τάφο του Όσιρι εκχέονταν πάντα μια θυσία γάλακτος, αφού νόμιζαν πως το γάλα είχε τη δύναμη, να τρέφη τον νεκρό και να τον αναζωογονή. Ιδωμένο από ιστορικής πλευράς είναι ενδιαφέρον, ότι ο Αιγύπτιος αλχημιστής Ζώσιμος γράφει μιαν εκτενή πραγματεία γι’ αυτό το αγγείο με το σχήμα ενός στήθους, επειδή το χρησιμοποιούσαν στην εργασία τους κι οι αλχημιστές. Λέει, πως ήταν ένα ιερό αγγείο της «τέχνης», έτσι ώστε να βρίσκεται εδώ μια άμεση σύνδεση ανάμεσα σ’ ένα σύμβολο των μυστηρίων της Ίσιδας κι ένα απ’ τα πιο πρώιμα αλχημιστικά ντοκουμέντα.

Υπάρχουν πράγματι πολυάριθμες, μη ανακαλυφθείσες ακόμα συνάφειες ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυό κόσμους. Ο Ζώσιμος είχε μυηθή προφανώς ως Αιγύπτιος στα μυστήρια της Ίσιδας και χρησιμοποιούσε γι’ αυτό και τα αγγεία και όργανα της λατρείας της στην αλχημιστική του πράξη. Ένα άλλο μεταφερόμενο αντικείμενο ήταν ένα χρυσό καλάθι δημητριακών, επίσης ένα σύμβολο για τον Όσιρι, που πεθαίνει και ανασταίνεται όπως το σιτάρι. Υπάρχει στο μουσείο του Καΐρου μια μούμια σιταριού με τη μορφή του Όσιρι, που σκεπασμένη με λινό, ποτίζονταν και διατηρούνταν υγρή, έτσι ώστε φύτρωνε επάνω της το σιτάρι. Επρόκειτο για ένα μέρος του τυπικού της ανάστασης.

Στη λιτανεία ακολουθούσε κατόπιν ένα αγγείο, που δεν περιγράφεται, και μετά ένας ιερέας με το καλάθι (κάνιστρο) του Άνουβι. Αυτός είναι ο υπεύθυνος για όλο το νεκρικό τυπικό στην Αίγυπτο, γιατί ο Άνουβις, ο θεός με το κεφάλι ενός τσακαλιού, βρήκε σύμφωνα με τον μύθο τα οστά του νεκρού Όσιρι και τα συναρμολόγησε πάλι μαζί.

Όλα τα αντικείμενα, που μεταφέρονται στη λιτανεία, έχουν λοιπόν μια βαθειά σημασία. Κάποια υπαινίσσονται την Ίσιδα και άλλα τον Όσιρι. Μετά όμως τονίζει το κείμενο ένα ιδιαίτερα ιερό σύμβολο: Μια μικρή,στρογγυλή, χρυσή και απαστράπτουσα υδρία, σκεπασμένη με ιερογλυφικά, ένα επιστόμιο στη μιαν πλευρά και μιαν πλατειά λαβή στην άλλη, πάνω στην οποία αναπαύεται ένα τυλιγμένο φίδι. Ο Απουλήιος δεν αναφέρει τίποτα για τη βαθύτερη σημασία αυτής της υδρίας, λέει όμως, πως ήταν «απερίγραπατα ιερή» και πως έπρεπε «να την τιμά κανείς με βαθειά σιωπή». Αυτό το στρογγυλό χρυσό αγγείο μάς θυμίζει κατ’ αρχάς το ιερό μυστικό αγγείο στην αλχημεία, όπου ίσχυε ως σύμβολο της κοσμικής ολότητας. Ο Ζώσιμος λέει π.χ. για το αλχημιστικό αγγείο, πως ήταν ένα στρογγυλό κύπελλο, που παρίστανε την ολότητα του Κόσμου κι όπου ελάμβανε χώρα το ιερό αλχημιστικό συμβάν (σ.σ.: Στα αρχαιότερα κείμενα παρομοιάζεται το αγγείο της μετατροπής των ουσιών με τον τάφο ήδη του Όσιρι…). Αντιπροσώπευε την περιλαμβάνουσα τα πάντα αρχή, την «αντίληψη» ούτως ειπείν του περιεχομένου: αυτό συμβολίζει μιαν ψυχική στάση τής συγκέντρωσης ή την απαραίτητη ενδοσκόπηση για τη σωστή προσέγγιση στην ύλη και στο μυστήριο του Κόσμου. Όλ’ αυτά συμβολίζονται με το αγγείο, μερικοί μάλιστα αλχημιστές φιλόσοφοι λένε πως ο Lapis philosophorum, η πέτρα των σοφών (φιλοσοφική λίθος), στο αγγείο και το ίδιο το αγγείο είναι ένα και το αυτό, διαφορετικές όψεις του ίδιου μυστηρίου. Στον Απουλήιο αντιπροσωπεύει το αγγείο πιθανώς τον Όσιρι. Έχουν βρεθή στην Αίγυπτο αναρίθμητα αγγεία με ανθρώπινα κεφάλια, που παριστάνουν τον Όσιρι. Απεικόνιζαν συχνά τον θεό και με ένα γεμάτο με το νερό του Νείλου αγγείο. Αυτό ήταν και το ιερώτερο απ’ όλα, το ανέκφραστο σύμβολο˙ θα αντιστοιχούσε στη σημασία του στη μετατραπείσα όστια, το μεγάλο μυστήριο στην καθολική (λατινική) Εκκλησία.

Όπως και άλλα σύμβολα έχει κι αυτό το σύμβολο του αγγείου τις βαθύτατες πρωτόγονες ρίζες του αρχικά στην κεντρική Αφρική και ήρθε κατεβαίνοντας τον Νείλο στην Αίγυπτο. Ο Λέο Φρομπένιους βρήκε στον άνω Νείλο φυλές, που είχαν όταν πέθαινε ένας αρχηγός το εξής ταφικό έθιμο: Ο αρχηγός ήταν ο φορέας του μάνα, της θεϊκής δύναμης, που ήταν ενσαρκωμένη σ’ αυτόν, και το πτώμα του τοποθετούνταν σε μιαν ιδιαίτερη καλύβα πάνω από ένα είδος σχάρας. Από κάτω υπήρχε ένα αγγείο, στο οποίο έσταζαν αργά τα εκκρίματα του πτώματος. Μετά από λίγον καιρό αποξεραίνονταν το πτώμα, και εμφανιζόταν στο αγγείο ένας αηδιαστικός χυμός, γεμάτος συνήθως σκουλήκια και νύμφες εντόμων. Αυτός μεταγγίζονταν σ’ ένα ξεχωριστό αγγείο, γιατί επρόκειτο για την ψυχή του αρχηγού, που είχε εγκαταλείψει μ’ αυτό το υγρό το σώμα. Έκλειναν ύστερα το αγγείο και έθεταν μόνο σε μια τρύπα ένα μικρό καλαμένιο ραβί ως άνοιγμα. Το φύλαγαν μέρα και νύχτα, κι όταν εμφανιζόταν ένα σκουλήκι ή έντομο, πίστευαν, πως είχε εξέλθει τότε η ψυχή. Το έκλειναν εντελώς και κατέθεταν το αποξηραμένο σώμα καθώς και το αγγείο χωριστά σ’ έναν τάφο. Εδώ αντιπροσωπεύει το αγγείο με το υγρό την πνευματική ψυχική ουσία του νεκρού βασιλιά. Πίστευαν, πως η ψυχή που εγκατέλειπε ως έντομο το αγγείο μεταβιβάζονταν στον διάδοχο, ο οποίος γινόταν τότε ο αντιπρόσωπος της θεϊκής αρχής. (Στην Αίγυπτο είναι ο σκαραβαίος το έντομο.) Σε μερικές άλλες φυλές υπάρχουν κάπως παραλλαγμένα έθιμα, όμως η ιδέα είναι πάντα αυτή της μεταβίβασης της ψυχής και πνευματικής ουσίας του νεκρού βασιλιά στην επακολουθούσα σειρά των βασιλέων ή αρχηγών της φυλής.

Περιέχει έτσι το αγγείο την ψυχική ουσία του θεού-βασιλιά κατά τη διάρκεια της μετατροπής του απ’ τον θάνατο στην αναγέννηση. Σε αντιστοιχία με την αιγυπτιακή μυθολογία θα παρίστανε τον Όσιρι στο γεγονός της μεταμόρφωσής του σε Χόρους. Όταν είναι νεκρός ο Όσιρις, κρατά η Ίσιδα το αγγείο της ψυχικής του ουσίας. Θα ξαναγεννηθή αργότερα απ’ αυτό ως Χόρους, ως ο νέος θεός-ήλιος, το παιδί του ήλιου. Από ψυχολογικής πλευράς πρόκειται εδώ για τη μυστική στιγμή της μετατροπής, όταν είναι «νεκρή» η συνειδητή ιδέα (παράσταση) του Θεού και ξαναγεννιέται στην ανθρώπινη ψυχή. Το μυστήριο του αγγείου συνίσταται τότε, στο ότι παριστάνει το μυστικό του θανάτου και της αναγέννησης του αγοριού Χόρους, του συμβόλου του θεού, ένα σύμβολο του Ταυτού κατά τον Γιουνγκ, που δεν είναι πλέον μια μερική αρχή, αλλά περιλαμβάνει την ολότητα της ύπαρξης. Ο Χόρους ταυτίζεται με τον αναγεννημένο Όσιρι, όταν αυτός εγκαταλείπει το αγγείο: Αυτή είναι η ανατολή του ήλιου. Πρωτόγονες φυλές κάνουν λατρευτικές χειρονομίες όχι στον ήλιο, αλλά στη θεϊκή στιγμή της ανατολής του ήλιου. Όταν βρίσκεται ο ήλιος λιγάκι μόνον πάνω απ’ τον ορίζοντα, δεν είναι πια θεϊκός. Η ανατολή του ήλιου – η Aurora consurgens – είναι η στιγμή, στην οποίαν ανέρχεται η πραγματοποίηση του Ταυτού απ’ το αγγείο της ασυνείδητης ψυχής.

Στο Αμπομέι της Νιγηρίας ζούσε ένας ηλικιωμένος «μάγος», που τιμούσε τον θεό των χρησμών με το όνομα Γκμπααντού. Προσωποποιούσε την αλήθεια, που εκφράζεται σε χρησμούς. Λεγόταν, πως ο Γκμπααντού  π α ρ ί σ τ α ν ε   τ η ν   π ι ο   υ ψ η λ ή   δ υ ν α τ ή   α υ τ ο γ ν ω σ ί α,  π ο υ   μ π ο ρ ο ύ σ ε   ν α   κ α τ ο ρ θ ώ σ η   μ ι α   α ν θ ρ ώ π ι ν η   ύ π α ρ ξ η . Κάτι παράλληλο είναι ο θεός Φα. Το όνομα του Φα αποτελείται επίσης από μιαν ολόκληρη αφρικανική φράση: «Ο ήλιος ανατέλλει, και οι τοίχοι αποκτούν μια ρόδινη όψη». Ο ηλικιωμένος μάγος πρόσθετε σ’ αυτό: «Όταν ανατέλλει σε σένα η αλήθεια, είναι όπως όταν ανατέλλη ο ήλιος κι όλοι οι γκρίζοι τοίχοι χρωματίζονται ρόδινοι». Αυτό είναι ο Χόρους-Όσιρις, όταν ανέρχεται απ’ το αγγείο!

Ο γάιδαρος Λούκιος βλέπει τη λιτανεία να περνά μπροστά του κι αναζητά να δη – ενθυμούμενος το ίδιο του το όνειρο – τον ιερέα με τα τριαντάφυλλα. Μόλις τον βλέπει, στριμώχνεται ανάμεσα στο πλήθος. Ο ιερέας, που είχε λάβει σε όνειρο την εντολή, να αντιτείνη στον γάιδαρο τα τριαντάφυλλα, εκπληρώνει την απαίτηση, και καθώς έχει φάει ο Λούκιος τα λουλούδια, χάνει τη μορφή του τού γάιδαρου, που πέφτει όπως ένας επανοφώρι από πάνω του, και στέκει ως γυμνός άντρας εκεί. Ο ιερέας φωνάζει σ’ έναν παριστάμενο, να του φέρη ένα λινό ένδυμα, και απευθύνεται μπροστά σε όλους στον Λούκιο, λέγοντας, πως έχει απελευθερωθή και σωθή τώρα απ’ τη μεγάλη θεά Ίσιδα και θά ’πρεπε να εισέλθη γι’ αυτό στην υπηρεσία της. Εκπλήσσονται όλοι, κι οι άνθρωποι ζητωκραυγάζουν τη θεά. Μετά απ’ αυτό συνεχίζεται η λιτανεία:

«Οφθαλμοφανώς κατέπεσε η αποκρουστική μορφή του ζώου από μένα. Εξαφανίστηκε το βρώμικο τρίχωμα. Το δέρμα λέπτυνε. Η χοντρή κοιλιά συνεστάλη. Απ’ τις πίσω οπλές ξεπρόβαλαν δάχτυλα των ποδιών. Χέρια και δάχτυλα έγιναν οι μπροστινές οπλές. Ο μακρύς λαιμός κόντυνε. Το κεφάλι και το πρόσωπο έγιναν στρογγυλά. Τα πελώρια αυτιά ξαναπέκτησαν την προηγούμενή τους βραχύτητα. Τα ανεπιδέξια δόντια έγιναν ανθρώπινα. Κι αυτή που με είχε αληθινά λυπήσει πιο πολύ απ’ όλα τα υπόλοιπα, η μακριά ουρά, εξαφανίστηκε.

Θαύμαζε ο λαός. Οι ιερείς προσεύχονταν στην παντοδυναμία της θεάς, που επενεργούσε εμφανώς εν ριπή οφθαλμού, ακριβώς όπως σε μιαν οπτασία, τη μεταμόρφωσή μου. Τα χέρια όλων ήταν απλωμένα προς τον ουρανό, κι άκουγε κανείς μιαν κραυγή έκπληξης για το τόσο μεγάλο θαύμα».

Τα τριαντάφυλλα ήταν αφιερωμένα στην αρχαιότητα στην Αφροδίτη-Venus και τον Διόνυσο και συμβόλιζαν την αρχή του Έρωτα. Έχουν βρεθή και σε τάφους στεφάνια από τριαντάφυλλα, όπου παρίσταναν πιθανώς «το στέμμα της νίκης», που αποκτούσε ο νεκρός μετά την ανάσταση.

Αναφέρει κατόπιν το κείμενο, ότι επέστρεψε ο Λούκιος στην πιο εγκάρδια προσφιλή όψη της θεάς και εγκαταστάθηκε σ’ ένα σπίτι στο εσωτερικό τής ιερής περιοχής της (τέμενος), όπου και έζησε μέχρι τη μύησή του:

«Νοίκιασα για μένα ένα σπίτι στο εσωτερικό των τειχών γύρω απ’ τον ναό, όπου και έστησα την κατοικία μου για ένα χρονικό διάστημα, για να συναναστρέφομαι πιο άνετα με τους ιερείς της θεάς και να τιμώ αδιαχώριστα μαζί τους τη μεγάλη θεά ως προσωρινά αμύητος ακόμα. Δεν πέρασε εκεί και καμμιά νύχτα – ο ύπνος δεν έκλεισε ούτε μια φορά τα μάτια μου -, που να μη με είχε παροτρύνει σ’ ένα όραμα η θεά, να επιτρέψω, εγώ που θα είχα κληθή ήδη προ πολλού στην υπηρεσία της, να αφιερωθώ ωστόσο τελικά. Στο μεταξύ, όσο κι αν το επιθυμούσα κι εγώ διακαώς, τόσο με ανέκοπτε κι ένας ιερός φόβος απ’ αυτό. Είχα παρατηρήσει, ότι αυτή η θρησκεία επέβαλε δυσεκπλήρωτες υποχρεώσεις, απαιτούσε εξαιρετικά πολλών ειδών εγκράτεια κι η ζωή, που έχει ήδη δυστυχώς αρκετούς κόπους, δυσχεραίνονταν μέσα από εντελώς αυστηρότατη αυταπάρνηση έτι περαιτέρω. Κι όσο περισσότερο το αναλογιζόμουν, τόσο πιο πολύ έσπευδα βραδέως».

Αυτό το μέρος του κειμένου υπαινίσσεται έναν διαδεδομένο στην αρχαιότητα θεσμό, που ονομαζόταν κατοχή (Katochė). Κάτοχοι (Katochoi) ήταν άνθρωποι, που είχαν συγκινηθή από έναν θεό ή μια θεά, αφιερώνονταν στην υπηρεσία του και ζούσαν για μήνες ή και για χρόνια στην περιοχή του ναού. Τα πρόσωπα αυτά ήταν απελευθερωμένα από φόρους, κι όταν καταδικάζονταν σε φυλάκιση, δεν μπορούσαν να συλληφθούν. Γι’ αυτό και θεωρούσαν μερικοί ερμηνευτές, ότι δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν όλα αυτά με την εκστατική συγκίνηση μέσω της θεάς, αλλά εννοούνταν απλώς κάποιοι άνθρωποι, που παρέμεναν στο ιερό, ώστε να μην μπορή να τους εγκαλέση ούτε η αστυνομία ούτε και κανένας άλλος. Οι αμφισβητήσεις όμως πάνω σ’ αυτό το θέμα είναι από ψυχολογικής πλευράς άκαρπες. Θα μπορούσε να πη πάρα πολύ απλά κανείς, πως σημαίνει το να βρίσκεσαι υπό την κυριαρχία ενός αρχετύπου ή στην υπηρεσία μιας αρχετυπικής μορφής, σε μιαν κατάσταση έκστασης ή σε μια μεταβολή (μεταμόρφωση). Υποτάσσονταν εκούσια κανείς στην αιχμαλώτιση και αποσύρονταν, κάτι που μπορούσε να διαρκέση χρόνια. Ένας εγκληματίας, που θα είχε καταφύγει στην περιοχή του ναού, ήταν αποκλεισμένος εκεί, γιατί μόλις πατούσε το πόδι του έξω, συλλαμβάνονταν˙ αν είχε διαπράξει ένα αδίκημα, δεν του έμενε άρα παρά η επιλογή ανάμεσα στην κοινωνική ή τη θρησκευτική φυλακή, φυλακή ήταν όμως σε κάθε περίπτωση.

Πριν από τριάντα περίπου χρόνια βρέθηκε ένας πάπυρος-ντοκουμέντο, γραμμένος από έναν άντρα με το όνομα Πτολεμαίος, που ζούσε στην κατοχή (Katochė) ενός ναού του Σέραπι. Κατέγραφε εδώ τα όνειρά του, που ήταν υποχρεωτικό, και μοιάζει, σαν να τα είχαν ερμηνεύσει οι ιερείς. Όταν διαβάζη κανείς το βιβλίο των ονείρων του Αρτεμίδωρου, θα μπορούσε να νομίση, πως οι άνθρωποι ονειρεύονταν παλιότερα διαφορετικά απ’ ό,τι σήμερα, καθώς ονειρεύονταν μόνο για συγχρονιστικά συμβάντα, είχαν δηλ. μόνο «μεγάλα όνειρα». Παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι έτσι. Η επιστημονική φιλολογία ονείρων της αρχαιότητας κατέγραφε ακριβώς μόνο μεγάλα όνειρα. Σ’ αυτόν τον αναφερθέντα όμως πάπυρο του Πτολεμαίου ανακαλύφθηκαν τα όνειρα ενός συνηθισμένου ανθρώπου, που ονειρευόταν για την οικογένειά του, για οικονομικά προβλήματα κ.τ.λ. Τα όνειρα αυτά δεν μας είναι βέβαια κατανοητά, γιατί δεν γνωρίζουμε τους προσωπικούς συσχετισμούς, γνωρίζουμε όμως εντέλει μ’ αυτά, πως αυτοί οι άνθρωποι εκείνης της εποχής ονειρεύονταν ακριβώς όπως κι εμείς, παρ’ όλο που η υπόλοιπη λογοτεχνία περιγράφει διεξοδικά μόνον τα αρχετυπικά όνειρα. Στο «τέμενος» ή στην κατοχή γύρω απ’ τον ναό υπήρχαν μάλιστα και ιερείς, που είχαν εξειδικευτή στην ερμηνεία των ονείρων. Βρίσκονταν έτσι οι κάτοχοι (Katochoi) στην πραγματικότητα «σε ανάλυση». Η διαδικασία ήταν η ίδια όπως και σήμερα, μόνον τα εξαγόμενα απ’ τα όνειρα συμπεράσματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ήταν μια εκούσια κατάσταση απόλυτης ενδοσκόπησης και συγκέντρωσης στην ίδια σου την ζωή των ονείρων.

Aμέθυστος

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (23)

>Συνέχεια από : Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Κεφάλαιο 11ο
Η θεά Ίσις

Και ο Απουλήιος φλέρταρε πρακτικά με κάθε φιλοσοφικό σύστημα και κάθε μυστηριακή λατρεία, χωρίς να αποφασίζη. Μπορεί να δη κανείς αυτήν τη συμπεριφορά απ’ την άποψη της σεξουαλικής του αστάθειας και του εκφυλισμού της αισθηματικής του λειτουργίας αναφορικά με τις γυναίκες, είναι όμως εξίσου μια πνευματική πορνεία. Αυτό κράτησε, μέχρι που είχε το όραμα της Ίσιδας, που περιγράφει στο βιβλίο του, όπου λέγεται με τα λόγια του Λούκιου, ότι «προχωρούσε χωρίς ντροπή με κουρεμένο κεφάλι». Έχει τελικά αποφασίσει, να πάρη μιαν ειλικρινή στάση απέναντι στην εσωτερικήν αλήθεια.

Όλες αυτές οι βαθειές αλήθειες με τη μορφή που συζητούνται εδώ ήταν βέβαια ελάχιστα συνειδητές στον Απουλήιο. Αναρωτιέται όμως κανείς, πώς μπορούσαν να έχουν ένα τόσο λυτρωτικό αποτέλεσμα τα μυστήρια της Ίσιδας, ώστε να αισθανόταν από ’κεί και πέρα, πως είχε βρη τη θέση του, τη σύνδεσή του με το θεϊκό και το νόημα της ίδιας της ζωής του. Νομίζω, πως μπορεί να αναγνωρίση κανείς, πόσο ισχυρά ταίριαζε αυτό το θέμα (μοτίβο) στον Απουλήιο, όταν θυμηθή κανείς όλες τις περιπέτειες, μέσα απ’ τις οποίες επέτρεψε να βαδίση ο Λούκιός του. Για όσο διάστημα ήταν ένας καθαρά διανοητικά ενδιαφερόμενος ιδεαλιστής νεοπλατωνικός φιλόσοφος, ταυτίζονταν ο Απουλήιος-Λούκιος με τον θεό-ήλιο Ρα. Κι αυτό είναι κυριολεκτικά έτσι, γιατί η ιδέα του καλού και ωραίου δέσποζε πράγματι πάνω στις πλατωνικές ιδέες, όπως ο ήλιος στον ουρανό στο κέντρο όλων των άστρων.

Η ιστορία που πραγματευθήκαμε προηγουμένως για τη δολοφονία τού Σωκράτη μπορεί να παραβληθή επίσης απ’ αυτό το καινούργιο οπτικό πεδίο με μιαν ιστορία στην αιγυπτιακή μυθολογία. Όταν γέρναγε ο θεός- ήλιος, επιθυμούσε η Ίσις να κληρονομήση τη δύναμή του και δημιουργούσε γι’ αυτό ένα γιγαντιαίο φίδι, που κείτονταν στον δρόμο του και δάγκωνε τον θεό, έτσι ώστε έπρεπε να υποφέρη, δεν μπορούσε όμως, επειδή ήταν βέβαια ένας θεός, να πεθάνη. Του πρόσφερε μετά απ’ αυτό η Ίσις, να τον θεραπεύση, αν της αποκάλυπτε το μυστικό του όνομα. Για να θεραπευτή, έπρεπε να θυσιάση κατά συνέπεια τη δύναμή του. Η υπερήλικη φιλοσοφική αρχή, ο παλιός βασιλιάς, το σκληρυμμένο και ανίκανο για πράξη Εγώ κατανικάται από μια σκοτεινή μητρική μορφή, την εικόνα του ασυνείδητου.

Η μεταμόρφωση του Λούκιου σ’ έναν γάιδαρο αντιστοιχεί στη μυθολογία στη θανάτωση του Όσιρι απ’ τον Σεθ. Η ανθρώπινη πλευρά του επικαλύπτεται απ’ τη μορφή του γαϊδάρου ή την αρχή του γαϊδάρου, που παραβάλλεται με τη στιγμή, όπου σκοτώνει ο Σεθ τον Όσιρι. Όμως ο Όσιρις επιζή σ’ αυτόν, καθόσον πάσχει κάτω απ’ αυτό, να είναι δηλ. ένας γάιδαρος: ο Λούκιος δεν είναι τελικά σε καμμιάν απ’ τις περιπέτειές του και ποτέ ένας πραγματικός γάιδαρος, γιατί υποφέρει πάντα ως άνθρωπος κάτω απ’ αυτό. Μπορεί να πη κανείς, πως κατακλύζεται στην περίπτωση αυτή το θεϊκό τής ανθρώπινης ύπαρξης απ’ τη σκιά, μαζί με τη σεξουαλικότητα και όλες τις κτηνώδεις ορμές. Η ανθρωπινότητα είναι συγκαλυμμένη στον γάιδαρο. Αυτό που θα μπορούσε να γνωρίζη ο Λούκιος, είναι ακόμα εκεί, παραβάλλεται όμως με τον κατακερματισμένο Όσιρι. Εμφανίζεται τότε η Ίσις, και είναι αυτή στην ελληνική μυθολογία , που ξανασυλλέγει τα κομμάτια τού Όσιρι και τον βοηθά στο να αναγεννηθή και να λυτρωθή. Διεκπεραιώνει πάντα, αυτό που πρέπει ακριβώς να γίνη. Πράττει αρνητικά, για να δημιουργήση συνείδηση, μετά θετικά, για να αποπερατώση το γεγονός της εξατομίκευσης. Είναι ως η καταστρεπτική και ταυτόχρονα λυτρωτική Μεγάλη Μητέρα παντού. Είναι η θηλυκή αρχή, που προάγει την εσωτερική μεταβολή. Είναι η θεϊκή μητέρα και αθάνατη στον κόσμο τού Ρα, και μπορούμε γι’ αυτό να πούμε, ότι θέλει να προαγάγη, όταν αναλαμβάνη τον Λούκιο, την ποιότητα τού Όσιρι σ’ αυτόν. Αυτό που πραγματικά θέλει να φροντίση, είναι ο ψυχικός, εσωτερικός του πυρήνας. Είναι η αισθηματική εμπειρία, που μπορεί να βοηθήση την υψηλότερη εσωτερική προσωπικότητα τού Λούκιου στο να γεννηθή και να θεραπεύση έτσι την εσωτερική διάσταση. Γι’ αυτό και αποκτά με τη μύηση στα μυστήρια υποκειμενικά την αίσθηση, ότι μπορεί να παραβληθή σε μικρότερον βαθμό η μοίρα του με κείνη της Ίσιδας και του Όσιρι. Αναγνωρίζει τη βαθύτερη σημασία αυτού, που του έχει συμβή. Το να υποφέρης κάτω απ’ τις περιπλοκές της σκιάς, χωρίς να γνωρίζης για τη σημασία τους, είναι το χειρότερο που μπορεί να ζήση κανείς˙ το να αναγνωρίσης όμως τις νομιμότητες πίσω απ’ αυτό σημαίνει ήδη μιαν κατά το ήμισυ θεραπεία. Μπορεί να δη κανείς τότε τις δυσκολίες του ως μέρος ενός πολυσήμαντου φαινομένου, κάτι που βοηθά κάποιον στο να τις αποδεχθή και να τις μεταμορφώση.

Κατ’ αρχάς λαμβάνει χώρα για τον Λούκιο η πραγματοποίηση της anima (Ίσις) και μετά εκείνη του Ταυτού (Όσιρις). Η λατρεία της Ίσιδας περιγράφεται απ’ τον Απουλήιο με ποιητική συγκίνηση, για τις εμπειρίες του όμως στη λατρεία τού Όσιρι δεν λέει πρακτικά τίποτα. Το βίωμα της Ίσιδας ήταν συγκινησιακό και μπορούσε να μεταβιβαστή σε ποιητική γλώσσα. Για το άλλο δεν μπορούσε να μιλήση φανερά, γιατί ήταν ακόμα πιο ουσιαστικό και ένα πραγματικό μυστήριο.

Τί απέγινε όμως με το αρχέτυπο της θεάς-μητέρας, όταν εξαπλώθηκε ο χριστιανισμός στην αποθνήσκουσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία; Έδωσαν στη μητέρα τού Χριστού το όνομα Θεοτόκος και Σοφία (σ.μ.: !), και είχε ως τέτοια έναν ορισμένον ρόλο στην ανατολική Εκκλησία, στη δυτική όμως καθολική (λατινική…) Εκκλησία εξαφανίστηκε σχεδόν εντελώς. Επέζησε φυσικά τοπικά σε θρύλους και παραμύθια, και πρέπει έτσι να κατανοηθή μόνο σχετικά αυτό που λέω, ότι εξαφανίστηκε μαζί με την Ίσιδα το αρχέτυπο της μητέρας του Θεού. Στην επίσημη χριστιανική Εκκλησία κυριαρχούσε πάντως μια ισχυρή τάση, να μη λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν το πρόβλημα του θηλυκού, και η λατρεία της Παρθένου Μαρίας δεν βρίσκονταν στο κέντρο της προσοχής. Στη δυτική Εκκλησία αντικαταστάθηκαν άλλωστε με την εικόνα της ίδρυσης της Εκκλησίας, της Mater Ecclesia (Μητέρα-Εκκλησία!…). Ο Γιουνγκ συζητά αυτό το πρόβλημα στους «Ψυχολογικούς τύπους» με τη βοήθεια τών οραμάτων του Ερμά. Εμφανίζεται σ’ αυτά στον Ερμά μια ηλικιωμένη γυναίκα, που την ονομάζει Domina. Του δίνει συμβουλές και του δείχνει το όραμα ενός πύργου που παριστάνει την Εκκλησία. Δεν είναι κατά πάσα πιθανότητα πρωτογενές όλο αυτό το υλικό, και έχουν προστεθή πολλά συνειδητά στοιχεία. Όμως η ιδέα της μύησής του στην καθολική (λατινική) Εκκλησία μέσω μιας ηλικιωμένης γυναίκας, η σκοτεινή μορφή, είναι σίγουρα γνήσια και δείχνει, πού επιζή η θεά. Έχει μεταμορφωθή σε Εκκλησία (Ecclesia), η Μητέρα-Εκκλησία, έτσι ώστε προβλήθηκε η μυστική της ποιότητα στο εγκαθίδρυμα της Εκκλησίας και αντικατέστησε τη μορφή της Ίσιδας.

Τρεις όψεις χάθηκαν μέσα σ’ αυτήν την εξέλιξη: Κατ’ αρχάς η α ν θ ρ ώ π ι ν η – προσωπική όψη της θεάς (ένα εγκαθίδρυμα δεν είναι ποτέ πολύ ανθρώπινο) και δεύτερον η σχέση προς την ύλη. Γιατί η Ίσις ήταν εν μέρει η εικόνα για την κοσμική (kosmische) ύλη, και δεν υπάρχει ούτε αυτή η όψη στο εγκαθίδρυμα της Εκκλησίας. Υπάρχει μεν εκεί ένας ορισμένος συγκεκριμενισμός (Konkretismus): Ο Πάπας αντιπροσωπεύει τον Θεό πάνω στη γη, και η ύλη έχει συμπεριληφθή στην Εκκλησία, καθόσον είναι αυτή ένας συγκεκριμένος οργανισμός. Όμως η ύλη είναι και μια μυστηριώδης κοσμική αρχή, όπως ξαναανακαλύπτουν οι σύγχρονοι φυσικοί. Αυτές οι δυό όψεις εξαφανίστηκαν λοιπόν απ’ τη γενική συνείδηση, ενώ κάποιες άλλες επέζησαν στο εγκαθίδρυμα. Όταν έχη κανείς καθολικούς (λατίνους) ιερείς στην ανάλυση, βλέπει μερικές φορές, ότι έχει προβληθή η anima τους στην Εκκλησία. Είναι ο φορέας της μητρικής εικόνας της anima και αντικαθιστά εν μέρει την πραγματική γυναίκα. Ο ιερέας ζη την Εκκλησία ως μητέρα-σύζυγο όχι μόνον αλληγορικά, αλλά εντελώς συγκεκριμένα. Απ’ την άλλη μεριά είναι ο ιερέας η νύφη του Χριστού, είναι γι’ αυτό «γυναίκα» και φορά θηλυκή φορεσιά. Είναι αρσενικό και θηλυκό ταυτόχρονα. Αν καταλαβαίνη, τί κάνει, θα μπορούσε να του προσφέρη αυτό τη δυνατότητα μιας εμπειρίας ψυχικής ολότητας, η οποία μπορεί βέβαια να επιτευχθή μόνο μέσα απ’ την οδυνηρή θυσία της σεξουαλικής ζωής. Απ’ την άλλη μεριά δημιουργεί το γεγονός, ότι γνωρίζει (υφίσταται) μια θεοποίηση ένα ανθρώπινο εγκαθίδρυμα, ένα δύσκολο ολοφάνερα πρόβλημα.

Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει και σε άλλες συνέπειες: όταν υποχωρούν δηλαδή η ανθρώπινη κι η υλική όψη του θεϊκού, συγκεκριμένα στοιχεία ενός αρχέτυπου, απ’ το συνειδητό πεδίο αντίληψης, πρέπει να περιμένη κανείς την επιστροφή τους με το σχήμα έμμονων ιδεών. Όταν εξαφανίζεται κάτι ουσιαστικό απ’ τον χώρο της συνείδησης, θα εμφανιστή ενισχυμένο κάπου αλλού. Το βλέπει αυτό κανείς αργότερα στις καταδιώξεις των μαγισσών, στις οποίες είχε προβληθή η σκιά της εξαφανισμένης Μεγάλης Μητέρας. Μια άλλη, σημαντική όπως πιστεύω, και τυπική για τη σύνολη χριστιανική θεολογία έμμονη ιδέα εκφράζεται σ’ έναν ορισμένον συγκεκριμενισμό ιδεών, όπως επιθυμώ να το ονομάσω. Κάτω απ’ αυτό υποφέρει η χριστιανική διδασκαλία με όλα τα δόγματά της. Όταν επιχειρούμε, να συγκρίνουμε τους τρόπους σκέψης της ψυχολογίας με κείνους της θεολογίας – και δεν παίζει εδώ κανέναν ρόλο, αν με της καθολικής (λατινικής), προτεσταντικής ή ιουδαϊκής -, τότε συναντάμε πάντα το ίδιο επιχείρημα των θεολόγων, τη συχνά επαναλαμβανόμενη αντίρρηση (ένσταση), που πρέπει να γίνη σεβαστή, γιατί είναι υπερβολικά σημαντική: «Ο Θεός δεν είναι», έτσι λένε οι θεολόγοι, «μόνο μια εικόνα στην ανθρώπινη ψυχή ή στο συλλογικό ασυνείδητο. Όλες οι ψυχολογικές ερμηνείες της Τριάδας είναι “μόνον ψυχολογικές”, η Τριάδα πρέπει να έχη όμως και μια μεταφυσική πραγματικότητα, κι εμείς, οι θεολόγοι, μιλάμε μόνο γι’ αυτό κι όχι από ψυχολογική άποψη». Αυτό συμπεριλαμβάνει σιωπηρά και το ότι αυτή η μεταφυσική τους πραγματικότητα είναι «η μόνη αληθινή». Αν κοιτάξη κανείς ακριβέστερα, πρόκειται για μιαν υποδιαίρεση της ιδέας της πραγματικότητας, συγκρίσιμη με την πλατωνική ιδέα, ότι το σύμπαν μας δεν είναι παρά ένα σκιαγράφημα ενός άλλου, πνευματικού βασιλείου. Υπάρχει για τους θεολόγους κάτι σαν μια μεταφυσική ή υπερφυσική πραγματικότητα, που είναι όμως σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν α  αληθινή, κι αυτό που εισρέει εκεί, είναι η καταπιεσμένη υλική όψη της Ίσιδας, ένα είδος ιδεαλιστικού υλισμού. Οι θεολόγοι είναι αιχμαλωτισμένοι γενικά σ’ αυτόν τον πνευματικόν υλισμό μέσα από κείνο, το οποίο ονομάζουν ένα «μεταφυσικό γεγονός». Είναι μια έμμονη ιδέα του ονόματος, που υφίσταται σε πολλούς. Η μεγάλη μητέρα-θεά, μεταμορφωμένη σε Εκκλησία, δεν έγινε αντιληπτή ως ύλη. Κι αυτό προκάλεσε μια συμψηφιστική ασυνείδητη συγκεκριμενοποίηση των ιδεών. Όπως για παράδειγμα, όταν φιλονικούσαν οι μεσαιωνικοί θεολόγοι για το αν έχη αναστηθή περιτμημένος ή απερίτμητος ο Χριστός. Ω sancta simplicitas (ιερές αφέλειες)!

Αυτό που αγγίζει τώρα κάποιον στην αιγυπτιακή θρησκεία και είχε ήδη αναγνωριστή απ’ τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, είναι επίσης μια παράξενη συγκεκριμενοποίηση μιας ιδέας. Υπήρχε μια πίστη στην αθανασία, που επιτυγχανόταν με χ η μ ι κ ή ε π ε ξ ε ρ γ α σ ί α τ ο υ π τ ώ μ α τ ο ς – μια απίθανη, πρωτόγονα μαγική σκέψη! Υπάρχει στο μουσείο του Καΐρου ένας πάπυρος με τη συνταγή για το βαλσάμωμα του πτώματος: «Πρόσεχε, να μην αναπέση το δέρμα˙ απομάκρυνε τα εντόσθια, που σαπίζουν…». Είναι μια πλήρης περιγαφή αυτού, που έπρεπε να συμβή με το πτώμα, μαζί με τα ακριβή λόγια, τη λειτουργία (Liturgie) και τα κείμενα, που έπρεπε να επαναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας. Λόγια και έργο πήγαιναν χέρι-χέρι. Γίνονταν όλα τόσο συγκεκριμένα, σαν να επρόκειτο να κάνουν πραγματικά χημικά αθάνατη την ανθρώπινη ύπαρξη

Αυτός ο συγκεκριμενισμός εξαφανίστηκε φαινομενικά, αναδύθηκε όμως ξανά στα κρυφά στον χριστιανισμό ως η συγκεκριμενιστική «πραγματικότητα μεταφυσικών γεγονότων». Ο παλιός πρωτόγονος συγκεκριμενισμός καθιστά γι’ αυτό πολλούς ανθρώπους εντελώς ανίκανους, να συζητήσουν θρησκευτικά γεγονότα με έναν υποκειμενικό, εμπειρικό τρόπο. Παράγει ένα είδος φανατικής κατοχής από ιδέες, που μπλοκάρουν πάρα πολύ συχνά κάθε επιστημονική συνεννόηση. Υπάρχει πάντα εκεί η ελπίδα, ότι πρέπει να έχουν κάπου οπουδήποτε μιαν απόλυτη πραγματικότητα οι ιδέες, το οποίο δεν επιτρέπει καμμιά ψυχολογική συζήτηση. Η ψυχολογία θεωρείται ως «τίποτα άλλο παρά» ψυχολογία, μια κατώτερη πραγματικότητα, συγκρινόμενη με την «απόλυτη αλήθεια». Σ’ αυτό οδήγησε η απαξίωση της θηλυκής θεότητας!

Στην ιουδαϊκή θρησκεία εμφανίζεται αυτός ο ίδιος συγκεκριμενισμός στον νόμο. Σε ορισμένους κύκλους ορθόδοξων Ιουδαίων ήταν ένα ηθικό πρόβλημα, αν επιτρεπόταν να καίη το Σάββατο ηλεκτρικό φως, αφού απαγορευόταν βέβαια να ανάβουν φωτιά. Αυτό απέφερε ένα θέμα για σοβαρές συζητήσεις. Εκτός απ’ την ανήκουσα στον χασιδικό μυστικισμό Σεχίνα, δεν υπάρχει ούτε στην ιουδαϊκή θρησκεία η μητέρα-θεά. Κρύβεται έτσι στη συγκεκριμενιστική όψη του νόμου και στην ιδέα, ότι η αναγγελθείσα βασιλεία του Μεσσία θα είναι π ά ν ω  σ’ α υ τ ή ν  τ η  γ η , υλικά πραγματική δηλαδή.

Όλες οι ολοκληρωτικές θεωρίες, ανεξάρτητα ποιας κατεύθυνσης, ακολουθούν τον ίδιον δρόμο. Κηρύσσουν ιδέες πίστεως εντελώς συγκεκριμένου είδους, ότι πρέπει δηλαδή να εγκατασταθή εδώ, και μόνον εδώ πάνω στη γη, η «βασιλεία των ουρανών», αδιάφορο με ποιο τίμημα. Οι ευλογίες, η ευτυχία, η ψυχική ισορροπία μπορούν να κατορθωθούν γι’ αυτές μόνον πάνω στη γη. Όταν πιστεύη κανείς σ’ ένα τέτοιο μαρξιστικό, φασιστικό ή άλλο παρόμοιο ιδανικό, είναι σωσμένος, αν όχι, θανατώνεται. Εδώ κατακτά ο συγκεκριμενισμός των ιδεών την κορύφωσή του.

Σήμερα έχει αυτός ο θετικιστικός υλισμός βεβαιότατα παλιώσει: η σύγχρονη φυσική έχει αναγνωρίσει, ότι πρέπει να πάψη να περιγράφη κανείς την ύλη «καθ’ εαυτή» και πρέπει να ικανοποιείται με την παραγωγή μαθηματικών μοντέλλων, ψυχικών άρα ιδεών. Όπως έχει όμως εξηγήσει ο Γιουνγκ, είναι η ψυχή η μόνη πραγματικότητα, την οποία μπορούμε να αντιληφθούμε με άμεση εμπειρία. Οι χαρακτηρισμοί «υλικό» ή «πνευματικό» δεν είναι εδώ παρά ετικέττες, που επικολλάμε στα ψ υ χ ι κ ά μας βιώματα˙ το πρώτο περιέχει τις εμπειρίες που έχουμε απ’ έξω και μέσω του σώματός μας, το δεύτερο τα εσωτερικά βιώματα. Αυτός ο δυαλισμός της αντίληψης είναι συμφυής με τη δομή του συνειδητού μας Εγώ, δεν φαίνεται να έχη δοθή όμως στο ασυνείδητο. Έξω απ’ αυτόν τον ιδωμένον από ’μάς δυαλισμό είναι ο κόσμος πιθανώς ένα, ένας unus mondus, όπως διατυπώνει ο Γιουνγκ, που υπερβαίνει τη συνειδητή μας θέα. Δίκαια αρχίζουν να ενδιαφέρονται γι’ αυτό και για παραψυχολογικά φαινόμενα οι σύγχρονοι φυσικοί. Στην υψηλότερη στροφή της σπείρας βρισκόμαστε μ’ αυτό σ’ ένα σημείο, που αντιστοιχεί στην περιοχή, όπου η περιέργεια (curiositas) του Λούκιου-Απουλήιου απέναντι στο απόκρυφο έχει ξαναξυπνήσει!

Παρ’ όλο που το μυστικό της ύλης αναγνωρίστηκε λίγο στην χριστιανο-καθολική (λατινική) και αργότερα καθόλου στην προτεσταντική Εκκλησία, επέζησε ωστόσο σε καλυμμένο σχήμα, και μάλιστα στην αλχημεία, που όλη της η προσπάθεια συνίστατο, στο να βρη την «ψυχή στην ύλη». Ο Γιουνγκ το έχει αναπτύξει αυτό στο «Ψυχολογία και αλχημεία» και στο «Mysterium Coniunctionis» και έχει επιχειρήσει, να επαναφέρη τη σχέση προς τη «θεά» της ύλης στη συνείδησή μας, που εμφανίζεται στην αλχημεία ως η μητέρα-θεά Materia ή ως μια θηλυκή «anima mundi» (anima του κόσμου), ως η ψυχή στην κοσμική ύλη, και σε άλλα κείμενα ως «Mater Alchemia» ή και εντελώς ευθέως ως Ίσις.

Η δεύτερη, αναφερθείσα ήδη όψη της θεάς, που χάθηκε, μόλις ερμηνεύτηκε ως Εκκλησία (Ecclesia), ήταν η όψη της ως προσωπική-ανθρώπινη ύπαρξη. Αντικαταστάθηκε έτσι η ερωτική αρχή, η ατομική δηλαδή σχέση και θέρμη, με μιαν οργάνωση, που αποτελείται από νόμους και ιεραρχίες. Η απώλεια αυτή έχει γίνει τόσο φανερή και δυσάρεστη σήμερα, ώστε δεν χρειάζεται να τη συζητήσουμε για πολύ. Είναι το ανθρώπινο πρόβλημα της εποχής μας αυτό καθ’ εαυτό (par excellence).

ΣΧΟΛΙΟ
Μπορούμε να δούμε λοιπόν καθαρά τα τεράστια προβλήματα τού καθολικισμού καθώς καί τού δικού μας κληρικαλισμού, λόγω τής ταυτίσεως τής εκκλησίας μέ ένα ψυχικό αρχέτυπο καί μέ τήν ανακήρυξη αυτού σέ κυρίαρχο, καί λόγω της εγκαταλείψεως τού νού πού είναι ο φυσικός κυρίαρχος τής ψυχής. Μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε τό πάθος τής σημερινής εκκλησίας να σώσει τόν κόσμο καί να μπεί στήν ιστορία. ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Παρόλη τήν προσπάθεια τών Ρώσων θεολόγων.

Αμέθυστος

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (22)

> Συνέχεια από : Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010
Κεφάλαιο 11ο
Η θεά Ίσις

Θα μπορούσε ν’ αναρωτηθή κανείς, γιατί ένα θείο και συγκλονιστικό γεγονός όπως η επαναμεταμόρφωση του Λούκιου σ’ ένα ανθρώπινο ον έπρεπε να εκτελεσθή με τόσο σοκαριστικό δημόσιο τρόπο; Οι τελευταίες γραμμές του βιβλίου θα μπορούσαν να δώσουν μιαν υπόδειξη. Ο Λούκιος μιλάει για τον εαυτόν του ως ιερέα της Ίσιδας: «…αυτός (ο Όσιρις) με εξύψωσε απ’ το κοινό πλήθος τών υπηρετών του στον σύλλογο των παστοφόρων, με εξέλεξε μάλιστα ακόμα και σε έναν απ’ τους επί πενταετίαν κατέχοντες το αξίωμα προϊσταμένους του. Άφησα πάραυτα να μου κουρέψουν πάλι τελείως τα μαλλιά˙ και χωρίς να κρύβω καθ’ οιονδήποτε τρόπο το κουρεμένο μου κεφάλι, εισήλθα γεμάτος χαρά σ’ αυτό το πολύ αρχαίο συμβούλιo (Kollegium), που είχε ήδη ιδρυθή στα χρόνια του Σύλλα (Sullas)» (σ.σ.: Οι παστοφόροι ήταν ιερείς, οι οποίοι έφεραν τα ιερά αντικείμενα στη λιτανεία). Το κεκαρμένο μέρος τής κεφαλής υποδηλώνει την υπηρεσία της Ίσιδας, γιατί όλοι οι ιερείς καi αφιερωμένοι είχαν το κουρεμένο κρανίο, ακριβώς όπως οι μοναχοί τής καθολικής (λατινικής…) εκκλησίας. Η πρόταση συνεχίζεται μετά, και πολλοί μεταφραστές την παραβλέπουν: «…χ ω ρ ί ς   ν α   ν τ ρ έ π ο μ α ι   γ ι’  α υ τ ό». Εδώ βρίσκεται το κλειδί για την ερώτηση, γιατί πρέπει να εκτελεστή δημόσια η επαναμεταμόρφωση.

Μια θρησκευτική εμπειρία σημαίνει μιαν εμπειρία ολότητας, απ’ την οποία δεν επιτρέπεται να είναι τίποτα αποκλεισμένο. Για έναν σκωπτικό διανοούμενο φοβιτσιάρη όπως ο Λούκιος θα σήμαινε ύψιστο θάρρος, να σταθή με τα εσωτερικά του θρησκευτικά αισθήματα και με τη μεταμόρφωσή του μπροστά στο κοινό, ακόμα και το να μείνη, μπροστά στις ειρωνίες της μορφωμένης ρωμαϊκής κοινωνίας, στην οποίαν ανήκε, πιστός απέναντι σε μιαν απερίσκεπτη συλλογική στάση, που ήταν προηγουμένως και δική του. Κάνει έτσι την εσωτερική του εμπειρία κάτι το ολόκληρο, αποκλειόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο απ’ την κοινωνική κενοδοξία και τον διανοητισμό. Αυτά ταιριάζουν όλα και στη στάση του συγγραφέα Απουλήιου.

Γράφεται στη Βίβλο, πως ο άνθρωπος, που βρίσκει τον μαργαρίτη, τη βασιλεία των ουρανών, την κρύβει πάλι ξανά (σ.σ.: Ματθ. ιγ΄ 44-46). Π ρ έ π ε ι να κρυφτή κι έχει μόνον αξία, αν τη φυλάξη κανείς εσωτερικά και δεν αναγγείλη τίποτα γι’ αυτό δημόσια, δεν θεμελιώση καμμιάν καινούργιαν αίρεση (Sekte) ή επιχειρήση, να προσηλυτίση άλλους ανθρώπους. Και ο Απουλήιος δεν μιλά ακριβέστερα γι’ αυτό, το οποίο έζησε κατά την κάθοδό του στον κάτω κόσμο. Τελειώνει με τρεις σύντομες φράσεις: «ότι κατέβηκε στον κάτω κόσμο, ότι είδε τον ήλιο τού μεσονυχτίου κι ότι επέστρεψε στο κατώφλι του πάνω κόσμου». Φυλάει απόλυτη σιωπή για τις εμπειρίες του κατά τη διάρκεια της μύησης, κι αυτό είναι σωστό. Αυτό είναι το κρύψιμο τού «μαργαρίτη», του πολύτιμου αντικείμενου, που δεν πρέπει να το δείξη κανείς σε κανέναν, παρά μόνο, σύμφωνα με μιαν εσωτερική προσταγή. Αυτό όμως δεν σημαίνει απ’ την άλλην πλευρά, ότι δεν θά ’πρεπε να συμμετέχη πια κανείς στις γενικές κοινωνικές δραστηριότητες. Πρέπει να εμμένη μόνον κανείς με σταθερήν ειλικρίνεια στην ίδια του την εσωτερική εμπειρία, χωρίς να τη γνωστοποιή δίχως ανάγκη, αλλά και χωρίς να την αρνείται. Αν γίνη αποδεκτό αυτό το θείο βίωμα με σοβαρότητα, γνησιότητα και θάρρος, είναι μια μετατροπή ή μια «μεταμόρφωση» («Metamorphose»), μια βαθύτατη μεταβολή ολόκληρης της ύπαρξης. Αυτό θα καταστή τότε ήδη αντιληπτό σε λεπτομέρειες της συμπεριφοράς και θα έχη αποτελέσματα στην κοινωνική ζωή.

Δυό τρόπους συμπεριφοράς θά ’πρεπε λοιπόν να αποφεύγη κανείς, να μη θέλης κατ’ αρχάς να διηγηθής με κάθε θυσία την εμπειρία σου σε κάποιον, γιατί αυτό κρύβει τον κίνδυνο, να επενεργήσης ακατανόητα και γελοία. Προκύπτει συχνά σ’ έναν πληθωρισμό, όταν πρέπη να εντυπωσιαστή από κενοδοξία το περιβάλλον και χάνονται έτσι όλα όσα έχουν δωρηθή. Είναι εξίσου λανθασμένο όμως απ’ την άλλην πλευρά, να θέλης να τα κρατήσης όλα για τον εαυτό σου και να περνάς εξωτερικά ως ο ίδιος παλιός διανοούμενος ή ευσεβής Φαρισαίος ή οτιδήποτε κι αν ήταν κανείς προηγουμένως.

Μπορεί να κρύβη κανείς όσο είναι δυνατόν τη θεϊκή εμπειρία κάτω απ’ την «persona» (σ.σ.: Στην αρχαιότητα ήταν η persona η μάσκα του ηθοποιού. Ο Γιουνγκ χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο για τον κοινωνικό ρόλο του ατόμου, με τον οποίον προσπαθεί μερικές φορές λανθασμένα να ταυτιστή…), αν προκύψη όμως μια οποιαδήποτε εσωτερική εντολή, να την αποκαλύψη, θά ’πρεπε να το κάνη κανείς κι αυτό θαρραλέα. Θα μπορούσε να παρακινηθή π.χ. κανείς να πη: «Δεν θα το κάνω αυτό το πράγμα αύριο», όπου δεν είναι αναγκαίο να προσθέση, ότι πράττει έτσι βασισμένος σ’ ένα όνειρο, ή να παρουσιάση μιαν εσωτερικήν αιτία. Μπορεί όμως να συμβή, να λάβη κανείς μιαν εσωτερικήν οδηγία, να σηκωθή τώρα και να πη, αυτό που σκέφτεται, ακόμα κι αν αυτό του αποφέρη ένα οποιοδήποτε είδος καταδίωξης. Μπορεί να οδηγηθή π.χ. κάποιος, να καταπολεμήση μια συλλογική αδικία, χωρίς να θεωρήση γι’ αυτό ως τον μεγάλο σοφό τον εαυτό του, που η αποστολή του είναι ο διαφωτισμός των άλλων, ούτε και να ποζάρη ως μάρτυρας. Θα έχη φυσικά πάντα την τάση ο εσωστρεφής, να αποκρύψη υπερβολικά τα πράγματα στον εαυτό του, κι ο εξωστρεφής, να τα φλυαρήση κατά κόρον. Είναι και τα δυό λάθος. Η ταλάντευση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυό ρυθμούς ανήκει στην επενέργεια του Ταυτού, αν είχε κατανοηθή σωστά η εσωτερική εμπειρία. Γενικά δίνουν τα όνειρα σαφώς σε κάποιον να καταλάβη, πώς πρέπει να πράξη. Καθορίζει το Ταυτό, πότε πρέπει να εγκαταλείψη κανείς το μυστικό και πότε να το αποσιωπήση.

Είναι πολύ σημαντικό, ότι ο Απουλήιος, που διατηρούσε μια δειλία, να εγγυηθή για μιαν αφελή αισθηματική εμπειρία, έπρεπε να προσέλθη μπροστά στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπου και θα κατευθύνονταν σίγουρα όλα τα φιλόφρονα, μικρά ειρωνικά γέλια και τα αιχμηρά σχόλια των άλλων επάνω του. Οι ειρωνίες, ο διανοητισμός κι ο αισθητισμός ήταν οι προηγούμενοι αμυντικοί μηχανισμοί του απέναντι στις συγκινήσεις. Το να σταθή ανοιχτά σ’ αυτό θα ήταν άρα η απόδειξή του για μιαν πλήρη αποδοχή. Αυτήν τη φορά δεν είναι μόνον ένα καινούργιο μικρό γαργάλισμα των νεύρων, που θα μπορούσε το κρατήση για τον εαυτό του, ώστε να συνεχίση όπως πρωτύτερα στην προηγούμενη εξωτερική ζωή του. Η Ίσις γνώριζε τί έκανε, όταν του επέβαλε τη δημόσια ομολογία.

Τίθεται τώρα το ερώτημα, γιατί προκύπτει η λύτρωση του Λούκιου ακριβώς μέσα από μιαν α ι γ υ π τ ι α κ ή μυστηριακή λατρεία και γιατί είχε το μυστήριο της Ίσιδας και του Όσιρι μιαν τόσο λυτρωτική δύναμη γι’ αυτόν. Γιατί όχι η χριστιανική ή η λατρεία του Μίθρα; Ξεύρουμε, πως ο Απουλήιος γνώριζε πολλά και για τις άλλες μυστηριακές λατρείες κι ότι θά ’πρεπε να είχε γι’ αυτό έναν προσωπικό λόγο, γιατί προσελκύστηκε και συγκινήθηκε περισσότερο απ’ την αιγυπτιακή. Λόγω του μητρικού του συμπλέγματος, μια καθαρά πατριαρχική μυστική λατρεία με το αρσενικό αρχέτυπο της εικόνας του θεού στο προσκήνιο δεν θα είχε σημάνει πολλά γι’ αυτόν. Θα μπορούσε να ήταν αρχικά μια βοήθεια γι’ αυτόν, αν είχε εισέλθει σε μιαν αρσενική λατρεία, όπως η λατρεία του Μίθρα, αντί να πέση στα χέρια των ληστών. Τώρα όμως, που πρόκειται για το να φτάση στο βάθος του μητρικού του συμπλέγματος και να πραγματοποιήση τη βαθύτατη σημασία του, δεν θα συζητείτο η λατρεία του Μίθρα ή η χριστιανική θρησκεία, που έχουν κι οι δυό ένα πατριαρχικό χαρακτηριστικό. Ένας άλλος λόγος, που θα μπορούσε να έχη παίξει έναν ορισμένον ρόλο, ήταν το ότι καταγόταν ο Απουλήιος απ’ τη βόρεια Αφρική κι ότι όλος ο αφρικανικός πολιτισμός βρίσκονταν τότε κάτω απ’ την κυριαρχία της Αιγύπτου.Αν εμφανίζεται λοιπόν τώρα η λατρεία απ’ το ασυνείδητο σ’ αυτήν την αιγυπτιακή χαρακτηριστική έκφραση, ενεργεί σ’ αυτό ξανά το πατρικό του έδαφος. Είναι συνδεδεμένες οι πρώιμες παιδικές του αναμνήσεις μ’ αυτό το βίωμα. Είναι οι «ρίζες» του, για να υπαινιχθούμε μοντέρνα παραδείγματα.

Πριν μπορέσουμε όμως να απαντήσουμε περαιτέρω στο ερώτημα, πρέπει να εξετάσουμε τον ρόλο και τη σημασία της λατρείας της Ίσιδας και του Όσιρι στην όψιμη αιγυπτιακή θρησκεία, στην οποίαν έπαιζε βέβαια πάντα ακόμα έναν ρόλο η θεά, ανέλαβε όμως μόνο στο τέλος της αιγυπτιακής θρησκείας την απόλυτη κυριαρχία.

Ο Χέλμουτ Γιάκομπσον υπερασπίστηκε στο εξέχον δοκίμιό του την άποψη, ότι υπάρχει μια εξέλιξη στην τρισχιλιετή διάρκεια ζωής αυτής της θρησκείας, που φαίνεται να αποπερατώνεται στο εσωτερικό τού χριστιανικού πολιτισμού. Φαίνεται, σαν να πρόκειται για το αρχέτυπο της εξέλιξης θρησκευτικών ιδεών, όπως ζωντάνεψαν περίπου στην αρχή της εποχής του δικού μας πολιτισμού. Αφού έχει εξάρει την αναλογία (Analogie) ανάμεσα στην αιγυπτιακή και τη χριστιανική Τριάδα, παρατηρεί ο Γιάκομπσον, ότι υπάρχουν στην εκπόρευση και συνειδητοποίηση ενός θεού δυό βασικοί ρυθμοί. Ο πρώτος ρυθμός θα ήταν η εκπόρευση και δημιουργία, ο δεύτερος η φάση της υποχώρησης και συμπερίληψης του αποχωρισμένου. Ο ρυθμός του Μπράμα θα αντιστοιχούσε π.χ. στη διαστολή, αυτός του Άτμαν, ως επαναταλαντευόμενη ροπή, στη συστολή, το οποίο παραδειγματίζεται στην Ινδία μερικές φορές με μιαν αράχνη, που κλώθει ένα δίχτυ και το απορροφά πάλι μετά. Ο θεός χάνεται μέσα στην ίδια του τη δημιουργία, αποσύρεται με μιαν αντίστροφη ενέργεια και συνειδητοποιεί έτσι τον ίδιον του τον εαυτό. Η ύψωση του Όσιρι στην όψιμη αιγυπτιακή θρησκεία θα αντιστοιχούσε στη συστολική ενέργεια, στην απόσυρση του θεού απ’ τη δημιουργία του, στην αυτο-επανα-συμπύκνωσή του και συνειδητοποίηση. Ενώ πρόκειται στην Ινδία για έναν κύκλο, που εκτείνεται σε δισεκατομμύρια χρόνια, περιέχει ο αιγυπτιακός μύθος ένα νέο στοιχείο της εξέλιξης, όπου η «επάνοδος» δεν μοιάζει (δεν ισοδυναμεί) με την πρώτην εμφάνιση. Δεν είναι απλώς μια επανάληψη, κι ούτε κυκλική, αλλά κινείται σε μια σπείρα, που λαμβάνει την ποιότητά της μέσα απ’ την ομοιότητα τού αναστημένου Όσιρι προς τον Ρα˙ προστίθεται κάτι στη θεότητα, το οποίο εισάγει σ’ αυτήν ως νέο την ανθρώπινη ατομικότητα.

Το συμβάν επαναλαμβανόταν στην εμφάνιση κάθε νέου βασιλιά-ήλιου. Όταν πέθαινε στην Αίγυπτο ο Φαραώ, γινόταν Όσιρις. Μετά ερχόταν η μορφή τού διαδόχου, που έπρεπε να διευθύνη όλα τα ιερά τελετουργικά και να αναλάβη τον ρόλο του ιερέα του Σεμ, κι άνοιγε μ’ ένα σιδερένιο αγκίστρι το στόμα του νεκρού, ώστε να μπορή να τρώη, να πίνη και να μιλά ο πεθαμένος στον άλλον κόσμο.

Τί θα σήμαινε αυτό ψυχολογικά; Ας μας επιτραπή να συγκρίνουμε αυτόν τον μύθο με την εξέλιξη, που λαμβάνει χώρα σε μιαν ανθρώπινη ύπαρξη. Ένας άνθρωπος ταυτίζεται κατ’ αρχάς στην ζωή του με την αρχή της συνειδητότητας και ιδιοποιείται τη σημασία της: ξεύρει να χαλιναγωγή τις ίδιες τις ορμές του, μπορεί να εργάζεται, να αναπαράγη το είδος του, γίνεται, εν συντομία, ένα κοινωνικά προσαρμοσμένο Εγώ. Αντιπροσωπεύει κατά ελάχιστον τρόπο την εξέλιξη τής θεότητας του ήλιου. Αισθάνεται πως «Εγώ είμαι», «Εγώ σκέπτομαι». Πιστεύει πως είναι κύριος των σκέψεών του και θεωρεί τον εαυτό του για έναν μικρόν ήλιο. Για την περίπτωση, ότι πέφτει στην πορεία της ζωής του σε μια θλίψη, το εξισώνει με μια δύση του ήλιου: Όλες οι αξίες του έχουν εξαφανιστή, δεν ξεύρει πια τί σκέφτεται, κι αμφιβάλλει ακόμα και για το ποιος είναι. Θα αντιστοιχούσε αυτό στον θάνατο τού βασιλιά-ήλιου σ’ αυτόν τον κόσμο. Ως αναλυτής προσπαθεί τότε κανείς, να τον βοηθήση πρώτα απ’ όλα ν’ αντέξη μέχρι τέλους. Μια ορισμένη εσωτερική διάθεση είναι στη διάρκεια αυτού του σταδίου απαραίτητη, και θα την παρομοίαζα με τον Χόρους τον νεώτερο: Είναι η εικόνα μιας συνείδησης, που επιζή στον εσωτερικό θάνατο και επενεργεί πάνω στον «νεκρό βασιλιά», την παλιά μορφή ζωής. Προξενεί έτσι ο Χόρους «την ανάσταση του πατέρα του».

Στην αναλυτική λειτουργία θα αντιστοιχούσε αυτό σε μιαν ψυχολογική στάση, που έχει αρκετή δραστηριότητα του Εγώ, ώστε να λέη: «Θα καταγράψω τα όνειρά μου (το άνοιγμα του στόματος), γιατί πρέπει να μου διαβιβάση η θλίψη, τί είδους είναι». Όταν επαγρυπνή κανείς σε μια βαθειά θλίψη όπως σ’ ένα νεκρό στάδιο για τον ίδιο του τον εαυτό, είναι στην πραγματικότητα το Ταυτό, το οποίο τρέφει και προστατεύει κάποιον σ’ αυτό το στάδιο. Πρόκειται για τον Χόρους, που αντιπροσωπεύει αυτήν την ψυχολογική στάση τη στιγμή του απόλυτου σκοταδιού. Στις μέρες του ενδιάμεσου βασιλείου, μετά τον θάνατο ενός Φαραώ, μπορούσε ο καθένας στην Αίγυπτο επί τρεις μέρες να κλέβη και να φονεύη, όπως ήθελε. Δεν υπήρχαν πια καθόλου νόμοι. Μπορούμε να φανταστούμε, τί συνέβαινε τότε. Δεν ξεσπούσε ωστόσο καμμιά πραγματική συλλογική τρέλλα, γιατί επαγρυπνούσε η «μορφή του Χόρους». Αντιπροσωπεύει γι’ αυτό την ψυχολογική ημι-συνείδηση, που εξακολουθεί να υφίσταται, ακόμα και στη διάρκεια που είναι κάποιος εξωτερικά εξαντλημένος, μέχρι να ξυπνήση η καινούργια συνειδησιακή αρχή.

‘Επαιρνε κι ο θεός Θοτ μέρος στη λειτουργία της ανανέωσης απ’ το ασυνείδητο, αλλά καθώς δεν αναφέρονται ούτε ο Θοτ ούτε ο Άνουβις πιο λεπτομερώς στον Απουλήιο, δεν θέλω να επιληφθώ με τις λειτουργίες τους, αλλά να αναφέρω απλώς και μόνο, ότι έπαιζε ο Σεθ έναν θετικό ρόλο στην ανάσταση του βασιλιά, όταν ήταν συνδεδεμένος με το ανώτερο φως και σκότωνε κάθε νύχτα τα φίδια του Άποφι. Επειδή συνεπενεργούσε έτσι με τον βασιλιά-ήλιο, αντιπροσώπευε περισσότερο την ολοκληρωμένη επιθετικότητα αντί για μόνο την αυτονομία και κτηνωδία τής επίθεσης (προσβολής).

Αυτή η εξέλιξη της αιγυπτιακής θρησκείας μάς εμφανίζεται ως μια προβολή, ένα φαινόμενο της ολοκλήρωσης της ψυχικής ολότητας. Πρόκειται γι’ αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα το φαινόμενο της εξατομίκευσης (σ.σ.: …με τον όρον αυτόν χαρακτηρίζει ο Κ.Γκ.Γιουνγκ την πραγματοποίηση της ολότητας του ατόμου στο Ταυτό…), όμως εδώ έχει προβληθή το φαινόμενο σε μυθικές εικόνες και δράματα της μοίρας των θεών και των βασιλέων. Μπορεί να πη κανείς, πως στην πορεία αυτού του φαινομένου γίνονταν «ο θεός» σταδιακά συνειδητός στην ανθρώπινη ύπαρξη. Στην αρχή αποδέχονταν κανείς για τον Φαραώ, ότι άντεχε εκείνος μέχρι το τέλος αυτό το φαινόμενο, που οδηγεί στην αθανασία, επεκτάθηκε όμως αργότερα στην ολότητα και δεν θεωρούνταν πλέον ως βασιλικό προνόμιο.

Την ίδιαν εποχή, κατά το τέλος του αρχαίου βασιλείου, άρχισε να ζωντανεύη το ασυνείδητο τον μύθο της θηλυκής αρχής, πιθανώς γύρω στο έτος 2500 π.Χ. Αυτή η τελική φάση μοιάζει με κείνην του χριστιανισμού, στην οποίαν έχει αναδείξει ο Πάπας (Πίος ΧΙΙ.) τη θηλυκή αρχή κι έχει διακηρύξει την εις ουρανούς ανάληψη της Παρθένου Μαρίας σε δόγμα. Τότε, όταν έγινε πιεστικό το πρόβλημα της επανασύστασης της ολότητας, ήταν η μοναδική μορφή, η οποία περιείχε την ολότητα και δεν είχε ποτέ διασπαστή σε τρία αντί για τέσσερα, η Ίσις. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι η Ίσις που οδηγεί τον Λούκιο στην ολότητα. Στον μύθο συλλέγει η Ίσις τα οστά του νεκρού Όσιρι και επιτελεί την τελετή της αναγέννησης. Είναι αυτή το όργανο της αναγέννησής του, και γι’ αυτό δείχνουν συχνά αιγυπτιακές σαρκοφάγοι τον νεκρό να αναπαύεται στην αγκαλιά της θεάς-μητέρας. Το φέρετρο και το κάλυμμα έφεραν την εικόνα της˙ ο νεκρός περιμένει στην αγκαλιά της την αναγέννηση. Θα αντιπροσώπευε έτσι ψυχολογικά η Ίσις το συγκινησιακό και αισθηματικό βίωμα της ολότητας, που δείχνει τον δρόμο. Μπορεί να πραγματοποιήση κανείς αργότερα και πνευματικά (διανοητικά) το φαινόμενο, αλλά είναι
α υ τ ή το στοιχείο της θρησκευτικής α ι σ θ η μ α τ ι κ ή ς ε μ π ε ι ρ ί α ς.

Όμως το όλον σημαίνει και κάτι άλλο. Στην περίπτωση ενός άντρα, ο οποίος απωθούσε όπως ο Απουλήιος μέσω ενός αρνητικού μητρικού συμπλέγματος τα αισθήματά του, εμφανίζεται η anima μερικές φορές ως πόρνη, και στο όνειρο ερμηνεύεται αυτό συνήθως ως σεξουαλικότητα ή σεξουαλική φαντασία σε μια σχετικά απρόσωπη βαθμίδα. Έχει συχνά και πράγματι αυτήν τη σημασία, έχω όμως δη ανθρώπους, στους οποίους δεν είχαν τίποτα να κάνουν τέτοιες μορφές με σεξουαλικές φαντασίες, αλλά έπαιρναν πολύ περισσότερο τη σημασία μιας πνευματικής πορνείας, ότι δεν μπορούσε δηλαδή να είναι πιστός σε μιαν ιδέα ή σε μιαν πνευματικήν εικόνα ένας τέτοιος άντρας, αλλά φλέρταρε με ιδέες και τις καταχράτο, ακριβώς όπως μπορεί να εκμεταλλευτή κανείς μια πόρνη, πληρώνοντας τα χρήματά της και απλώς απερχόμενος. Τέτοιοι άντρες δεν είναι ικανοί να αναγνωρίσουν μιαν αλήθεια και να της μείνουν πιστοί, γιατί δεν έχουν κανένα αίσθημα γι’ αυτό. Γι’ αυτούς ανάγονται τα διανοητικά και πνευματικά φαινόμενα (συμβάντα) σ’ ένα είδος απόλαυσης ή παιχνιδιού ή σε κάτι, με το οποίο μπορεί να κάνη κανείς τον σπουδαίο. Όταν νομίζουν, ότι θα φτάσουν μ’αυτό σε μιαν μεγάλην επιτυχία, θα σταθούν σε κάτι, έστω κι αν δεν το πιστεύουν. Η πνευματική ζωή γίνεται έτσι γι’ αυτούς ένα εργαλείο για την απόκτηση γοήτρου και για την υποστήριξη προσωπικής κενοδοξίας.

Τέτοιοι άντρες δεν υπερασπίζονται λοιπόν μια γνώμη από πεποίθηση, αλλά μόνο, για να δείξουν την ίδια τους την ευφυΐα. Με τις μεθόδους αυτές παράγεται συχνά μια πελώρια διανοητική απόδοση, χωρίς να υπάρχη τίποτα από πίσω. Αυτό είναι πνευματική πορνεία και χαρακτηρίζεται έτσι συχνά σε όνειρα. Η anima ή η ψυχή ενός τέτοιου άντρα είναι μια πόρνη, που φλερτάρει με κάθε είδους φιλοσοφικές ιδέες ή πολιτικές θεωρίες, χωρίς να συνδέεται με καμμιάν συζυγικά και ν’ αποκτά παιδιά, έτσι ώστε μένουν οι σκέψεις του στείρες. Ο John Dee, ένας αλχημιστής του 17ου αιώνα, μιλούσε συχνά με τον Θεό. Μια μέρα τον προσέβαλε ο Θεός, ονομάζοντάς τον μια πόρνη Ο φτωχός Dee δεν μπορούσε να εξηγήση στον εαυτό του, τί έπρεπε να σημαίνη αυτό, αναλογίστηκε όλες τις αμαρτίες και τις σεξουαλικές φαντασίες του και δεν εύρισκε τίποτα, που θα μπορούσε να αντιστοιχή σ’ αυτήν την προσβολή. Όπως όμως τόνισε ο Γιουνγκ, βρίσκονταν η πορνεία του στο γεγονός, ότι δεν ενέμενε σ’ αυτό, το οποίο είχε αναγνωρίσει ως αληθινό, κι ότι δεν έμενε πιστός στην πνευματική του εργασία.

Aμέθυστος

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (21)

>Συνέχεια από : Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010
Κεφάλαιο 11ο
Η θεά Ίσις

Δεν μπορεί να καταλάβη κανείς ορθολογικά ολόκληρο το μέγεθος (μεγαλείο) της Ίσιδας κι εκείνο, το οποίο από κάθε άποψη σημαίνει, γιατί δεν μπορεί ποτέ να πη ή να εξαντλήση κανείς, τί εμπεριέχει (beinhaltet) ένα αρχέτυπο. Μπορεί όμως να το περιγράψη κανείς μέχρις έναν ορισμένον βαθμό, παρουσιάζοντας τις διαφορετικές του όψεις και λειτουργίες στο εσωτερικό της ψυχικής κατάστασης. Επιθυμώ να απεικονίσω γι’ αυτό σύντομα τον ρόλο της θεάς Ίσιδας και να δείξω, γιατί και με ποιες συνδέσεις κέρδισε αυτή ξαφνικά στην όψιμη ελληνο-ρωμαΐκή περίοδο της αρχαιότητας μιαν τόσο εξαιρετική σημασία (σ.σ.: Για τη θρησκευτικο-ιστορική κατάσταση μπορούμε να παραπέμψουμε σήμερα στο εξέχον έργο του Ράινχολντ Μέρκελμπαχ «Isis regina-Zeus Serapis. Η ελληνο-αιγυπτιακή θρησκεία παρουσιασμένη σύμφωνα με τις πηγές, Στουτγάρδη και Λειψία 1995»).

Είναι αναγκαίο για τον σκοπόν αυτόν, να μπούμε σε γενικές γραμμές στο πνεύμα της ιστορίας της αιγυπτιακής θρησκείας. Παρ’ όλο που θα αναλάβω η ίδια την ευθύνη όσων θα αναπτύξω, έχω εμπνευσθή παντελώς απ’ τις θέσεις και επεξηγήσεις του Χέλμουτ Γιάκομπσον (σ.σ.: Χέλμουτ Γιάκομπσον, «Το πρόβλημα της αντίθεσης στον αρχαίο αιγυπτιακό μύθο, Χίλντεσχάιμ 1992»). Αυτό το οποίο έχει εξόχως επεξεργαστή, είναι η αρχή της θεϊκής τριάδας και η τριαδική ιδέα της θεότητας καθώς και το πρόβλημα του τέταρτου στην αιγυπτιακή θρησκεία (σ.σ.: Για το πρόβλημα της τετράδας βλέπε προπάντων στον Κ.Γκ.Γιουνγκ, «Προσπάθεια μιας ψυχολογικής ερμηνείας του τριαδικού δόγματος, Άπαντα 11, Κεφάλαιο 5: Το πρόβλημα του τέταρτου»).

Υπήρχαν στην Αίγυπτο δυό θεοί με το όνομα Χόρους: ο Χόρους ο παλαιότερος κι ο Χόρους ο νεώτερος. Οι δυό συγχωνεύθηκαν αργότερα, ήταν όμως κατ’ αρχάς δυό διαφορετικοί θεοί. Ο παλαιότερος ήταν ένα είδος πανθεϊστικής θεότητας, που περιέκλειε όλον τον Κόσμο, την ύλη, το πνεύμα, το σύμπαν, την ολότητα της φύσης και της ζωής˙ ο νεώτερος ήταν ο αναγεννημένος Όσιρις. Η αιγυπτιακή θρησκεία έχει τις αρχές της – και έλαβε τις βασικές της επιρροές – σίγουρα περισσότερο από κεντροαφρικανικές παρά από αφρικανικές της Μεσογείου ή ευρωπαϊκές πηγές. Τα ουσιαστικά της συστατικά στοιχεία κατάγονται πιθανώτατα από αφρικανικές φυλές των πηγών του Νείλου και εξαπλώθηκαν αργά προς τις εκβολές μέχρι την Αίγυπτο. Όποιος έχει επισκεφτή μια φορά αυτήν τη χώρα, έχει αναμφισβήτητα εντυπωσιαστή απ’ την απολύτως μη ευρωπαϊκή ξενικότητα της πρώϊμης αιγυπτιακής θρησκείας. Είναι γνήσια αφρικανική, που της παρέχει κατά την άποψή μου και την εντελώς ιδιαίτερη σημασία της. Ο Χόρους θα ήταν ως εκ τούτου μια αφρικανικά ειδωμένη κοσμική φυσική αρχή. Στην κλασσική εποχή δεν έπαιζε πια ωστόσο αυτός ο θεός κάποιον μεγάλο ρόλο, αλλά είχε αντικατασταθή από μια θεϊκή τριάδα, κυριαρχημένη απ’ τον θεό του ήλιου Ρε (ή Ρα).

Ο Φαραώ ήταν ούτως ειπείν η ενσαρκωμένη παράσταση του θεού του ήλιου Ρα, και εξυμνούνταν σε αναρίθμητες επικλήσεις και χαρακτηρισμούς ως τέτοιος. Δεν ήταν όμως μόνο μια γήινη ενσάρκωση του θεού, ή τ α ν ο θεός. Όταν αναζητά π.χ. ο Φαραώ για πρώτη φορά την κρεβατοκάμαρα της βασίλισσας και γεννά τον διάδοχό του, τον μεγαλύτερό του γυιό, χαρακτηρίζεται στα κείμενα ως ο θεός τού ήλιου Ρα, που συνευρίσκεται με τη θεά Ίσιδα και γεννά με τη βοήθεια του Ka-mutef τον γυιό του. Η γεννητική του δύναμη συμβολίζεται με τον Ka-mutef, το οποίο σημαίνει «ο ταύρος της μητέρας του». Είναι έτσι η πρώτη συνένωση του βασιλιά και της βασίλισσας, στην οποία συλλαμβάνεται ένας διάδοχος, γεννιέται δηλαδή ο καινούργιος θεός του ήλιου, ένας ιερός γάμος (hieros gamos) ανάμεσα στη μητέρα και τον γυιό. Η βασίλισσα είναι ταυτόχρονα μητέρα, σύζυγος και αδελφή τού βασιλιά. Ο Γιάκομπσον τονίζει σωστά, ότι ο Ka-mutef κατέχει από ορισμένην άποψη τον ίδιον ρόλο, που παίζει το Άγιο Πνεύμα στη χριστιανική Τριάδα (σ.μ.: !!!). Βρίσκεται ως μεσολαβητής ανάμεσα στον πατέρα και τον γυιό και γεννά τον γυιό απ’ τον πατέρα.

Ο Ka-mutef είναι ωστόσο και εντελώς γενικά «η» γεννητική δύναμη, αυτό δηλαδή που διατηρεί γόνιμο τον άνθρωπο και τα ζώα˙ είναι η δυναμική ισχύς της θεότητας, που επενεργεί σ’ ολόκληρο το βασίλειο. Λείπει όμως τώρα ακόμα το τέταρτο, κι αυτό το αόρατο τέταρτο, που είναι αποκλεισμένο απ’ τη φωτεινή, ηλιοειδή, τριαδικήν αρχή, ήταν στην Αίγυπτο η θηλυκή μορφή της Ίσιδας, που συμβόλιζε και την ύλη, ή και ο Όσιρις, που παριστά σ’ αυτό το σύστημα των δυό αρχαιότερων βασιλείων εκείνο, που δεν συμπεριλαμβάνονταν στην ανώτερη ηλιακή τριάδα: την παθητικήν αρχή της φύσης, αυτό που υποφέρει, αυτό, το οποίο θυσιάζεται και απωθείται. Είναι το παράλογο, αυτό, το οποίο λείπει στη συνειδητή τάξη ενός πολιτισμού. Γι’ αυτό θεωρείται ο Όσιρις ο μυστικός άρχοντας του κάτω κόσμου. Θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε η προσωποποίηση του συλλογικού ασυνείδητου, όλων εκείνων, τα οποία υπήρχαν μεν στη συλλογική ψυχή, δεν αναγνωρίζονταν όμως στα συνειδητά θρησκευτικά σχήματα αυτής της εποχής. Η ηλιακή αρχή στην τριαδική της μορφή είναι μονοσήμαντα συνδυασμένη με τη θρησκευτική τάξη. Η λατρεία της συμπίπτει με την ανακάλυψη της μέτρησης των αγρών και της γραφής, με τον καθορισμό οριστικών συνόρων στην επιφάνεια της γης, την οροθέτηση των εδαφών των μετακινούμενων φυλών και των γειτόνων σε μιαν τάξη, που την εγγυόταν ο βασιλιάς και η κρατική του οργάνωση. Αυτό ήταν τότε μια απ’ τις μεγάλες προόδους στην κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης συνειδητότητας.
Για πρώτη φορά δημιουργήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο στο αρχαιότατο αιγυπτιακό βασίλειο μια συνεχής συνειδητή τάξη, που δεν μπορούσε να εξαλείφεται ή να διαφθείρεται συνεχώς μέσω εισβολών απ’ το ασυνείδητο. Ο Όσιρις εξακολουθούσε ωστόσο να λείπη˙ γιατί όσο πιο σταθερά και πιο μόνιμα, πιο ισχυρά και πιο συστηματικά συμπεριφέρεται η συνείδηση, τόσο περισσότερο εξορίζονται οι άλλες όψεις της ψυχής, οι παράλογες, και πέφτουν στο ασυνείδητο. Αυτό το παράλογο μέρος του αποκλεισμένου έγινε με τον καιρό πιο διαφοροποιημένα αντιληπτό. Κατέστη δυνατό, να διακριθή μια άλλη απ’ την πρώτην τριάδα.

Ο Όσιρις, ο βασανισμένος βασιλιάς και θεάνθρωπος, είχε υπάρξει κατά την παράδοση αρχικά ένας επιεικής βασιλιάς κι ένας μεγάλος μουσικός και καλλιτέχνης, αλλά είχε δολοφονηθή απάνθρωπα απ’ τον εχθρό του Σεθ. Θα μπορούσαμε να δούμε τον Σεθ ως την αποκλεισμένη στη συνειδητή τάξη όψη τού κακού. Το κόκκινο χρώμα συναρτάται στον Σεθ, και στην αιγυπτιακή γλώσσα λέγεται «κάνω κόκκινα πράγματα», το να κάνω κακά πράγματα. Ο Σεθ ευθύνονταν για το ευσυγκίνητο (το παρορμητικό), για τον φόνο και την κτηνωδία. Ο Όσιρις παριστάνονταν με το μαύρο ή πράσινο χρώμα. «Να κάνης πράσινα πράγματα» σήμαινε, να πράττης στο πνεύμα του Όσιρι. Σε πιο σύγχρονα έργα για την αιγυπτιακή θρησκεία χαρακτηρίζεται ο Όσιρις ενίοτε ως θεός της βλάστησης. Είναι μια πολύ απλή θεώρηση, παρ’ όλο που ήταν συνδεδεμένος με τη βλάστηση, με την ανάπτυξη των σιτηρών την άνοιξη ή μετά τον κατακλυσμό του Νείλου. Στο βαθύτερό του όμως νόημα είναι το σύμβολο τού πράσινου στη σημασία της ανάστασης. ‘Όπως το έχει συμπεράνει με την εργασία του σαφώς ο Γιάκομπσον, είναι γι’ αυτό συνδυασμένος με τη βλάστηση, επειδή παριστάνει την παθητικήν αρχή της ζωής στο ασυνείδητο, το ζωντανό και παράλογο, που δεν κάνει τίποτα το κακό, και είναι απ’ την άλλη μεριά ο μεγάλος βασανισμένος απ’ την έναρξη του κόσμου. Κάθε ζώο, κάθε ψείρα, κάθε μυρμήγκι καταβροχθίζει τη βλάστηση, κι αυτή αναπτύσσεται πάλι σιωπηλά. Ο Όσιρις είναι αυτή η αρχή της ζωής, αυτή η παντοτινά πράσινη ζωή στην ανθρώπινη ψυχή – αυτό, που εξακολουθεί πάντα να ζη. Ο Σεθ ήταν πραγματικά κακός και γι’ αυτό τον έχω τοποθετήσει στη βάση του κατώτερου τριγώνου, γιατί δεν είναι μόνον ο εχθρός του Όσιρι, αλλά σε αναρίθμητα αιγυπτιακά κείμενα και ο μεγάλος εχθρός του θεού-ήλιου Ρα. Ο Ρα ταξιδεύει μέσα στην ηλιακή του βάρκα κάθε νύχτα κάτω στη δύση και πρέπει να παλέψη με τον Σεθ, για να μπορέση ν’ ανέβη πάλι επάνω το πρωΐ στην ανατολή. Είναι έτσι ο Σεθ ο μεγάλος αντίπαλος παίκτης, το πιο σκοτεινό σημείο στην κατώτερη αρχή απέναντι στον ήλιο-θεό Ρα.

Ο χθόνιος, γήινος και φυσικός μεσολαβητής ανάμεσα στα δυό αντίθετα είναι στα περισσότερα κείμενα ο Θοτ, ο πίθηκος-θεός, ο θεός της ιατρικής τέχνης, του πνεύματος και της σοφίας. Δεν είναι συνδεδεμένος όπως ο Ka-mutef μόνο με την ηλιακήν αρχή, αλλά και με την ίδια την υλική φύση. Ο Θοτ είναι ο αιγυπτιακός πρόδρομος και εν μέρει υπόδειγμα για το αλχημιστικό πνεύμα Μερκούριο. Ενσαρκώνει τη φυσική σοφία του ασυνείδητου.

Αφού είχε θανατωθή ο Όσιρις, πέταξε η Ίσις με τη μορφή ενός γερακιού πάνω στο πτώμα του και μπόρεσε να βγάλη λίγο σπέρμα απ’ το πέος του, έτσι ώστε έμεινε μετά τον θάνατό του έγκυος και μπόρεσε να τον ξαναγεννήση.

Τον γέννησε με τη μορφή του νεαρού Χόρους, Αρποκράτης (Harpokrates)˙ αυτός είναι το «θεϊκό παιδί» όλων των ύστερων αιγυπτιακών μυστηρίων και παριστάνονταν γενικά ως μικρό αγόρι με το δάχτυλο μπροστά στο στόμα, γιατί είναι το μεγάλο μυστικό των αιγυπτιακών μυστηρίων, τουλάχιστον κατά την εξήγηση της ύστερης αρχαιότητας. Ονομάστηκε εντελώς εύστοχα Χόρους, γιατί είναι πράγματι η επαναδημιουργηθείσα κοσμική ολότητα, η επαναδημιουργηθείσα πληρότητα σε όλες της τις όψεις. Τον έχω γι’ αυτό τοποθετήσει στο σχήμα στο κέντρο, ανάμεσα στα δυό αντιπαραβαλλόμενα τρίγωνα. Περιέχει «in nuce» (πυρηνικά) όλες τις διαφορετικές όψεις των άλλων θεών: είναι ο καινούργιος θεός-ήλιος, η ανανεωμένη ηλιακή αρχή και το θεϊκό παιδί, που ανανεώνει όλην την ζωή πάνω στη γη. Είναι ο μυστικός πνευματικός σκοπός της θεάς Ίσιδας. Όταν αυτή αποκαλύπτεται στον Λούκιο, του δίνει επίσης την υπόσχεση μιας πνευματικής αναγέννησης. Του φανερώνεται ως κυρία του Κόσμου (Kosmos), κι αυτό είναι ένα απ’ τα ονόματα, τα οποία δίνουμε και στην Παρθένο Μαρία (domina rerum). «Είμαι η κυρίαρχος όλης της φύσης: είμαι η ύψιστη όλων των θεών, αντρών και γυναικών˙ είμαι η βασίλισσα των διαισθητικών πνευμάτων (Manium).»

Στην ύστερη Ελλάδα και στην Αίγυπτο υπήρχε μια ισχυρή τάση προς τον μονοθεϊσμό, ο οποίος έφτασε στην κορύφωσή του με τη θεά Ίσιδα, την ονομαζόμενη Nut στην Αίγυπτο θεά. Ακριβώς όπως είναι στην Αίγυπτο το ουράνιο στερέωμα η μ ι ά θεότητα που τα περιλαμβάνει όλα κι όλοι οι άλλοι θεοί αστέρια εκεί, έτσι περιέχει κι ο πολυθεϊσμός της μιαν εσωτερικήν όψη ενότητας. Ο μονοθεϊσμός προάγει, ειδωμένος ψυχολογικά, την ηθική συνείδηση και την ενότητα της προσωπικότητας. Κληρονομούμε διάφορα χαρακτηριστικά και έχουμε αντίθετα προγονικά στοιχεία σε μας, που μας τραβούν απ’ τη μια ψυχική κατάσταση στην άλλη και που δεν μπορεί να τα ενώση εντελώς το Εγώ. Η ανατροφή (αγωγή) κι η θέληση (βούληση) επιχειρούν κάθε τι το δυνατό, για να μας διαμορφώσουν σε ενότητα, δεν μπορούν να έχουν όμως καμμιάν επιτυχία χωρίς τη βοήθεια του Ταυτού. Αυτή η ενότητα, η ατομικότητα (Individualität), μπορεί να επιτευχθή μόνο με τη βοήθεια της μεταφυσικής λειτουργίας, που εκφράζεται κυρίως μέσα από όνειρα.

Η Ίσις, η κυρίαρχος πάνω στα διαισθητικά πνεύματα, είναι ένα σύμβολο της ψυχικής ολότητας, το Ταυτό σε θηλυκή μορφή. Κυβερνά την ανθρώπινη κοινωνία μέσα από όνειρα. Δίνει π.χ. στον Λούκιο και στους ιερείς εντολές στον ύπνο, και συγχρονιστικά φαινόμενα συνοδεύουν το όνειρο. Στην περίπτωσή μας εμφανίζεται στον Λούκιο και στον ιερέα για πρώτη φορά την ίδια νύχτα, έτσι ώστε συναντώνται δυό άνθρωποι μέσω της συγχρονιστικής αρχής και μπορούν να κάνουν, ό,τι είναι αναγκαίο (σ.σ.: Κάτι όμοιο εξιστορείται και στην ιστορία των αποστόλων. Ο Φίλιππος λαμβάνει σ’ ένα όραμα την εντολή, να συναντήση έναν σημαίνοντα Αιθίοπα αξιωματούχο, για να τον βαπτίση. Στον Πέτρο ανακοινώνεται επίσης μέσα από ένα όραμα, ότι πρέπει να βαπτίση έναν Ρωμαίο κεντυρίωνα και να αποδεχθή τους μη Ιουδαίους στη χριστιανική κοινότητα).

Ο Λούκιος πράττει απολύτως κάτω απ’ την καθοδήγηση των ονείρων, ακόμα και αναφορικά με το χρηματικό ποσό, το οποίο χρειάζεται για τη μύηση. Αν έχη συμφωνηθή σήμερα μια ελάχιστη αμοιβή για μιαν αναλυτική συνεδρία κι έχη ένας θεραπευτής ένα όνειρο, ότι θά ’πρεπε να αναλάβη έναν ασθενή για λιγότερα χρήματα, τί πρέπει να κάνη; Εγώ θα τό ’κανα, αλλά στους περισσότερους το απαγορεύουν οι κανόνες των ταμείων και του επαγγέλματος. Η κοινωνική εμπλοκή μέσω των θεών απονεκρώνεται μέσα από κάθε είδους γραφειοκρατία και απολυταρχισμό. Θά ’πρεπε να έχη κανείς γι’ αυτό τη δυνατόν λιγότερη οργάνωση σε μιαν κοινωνία, γιατί σκοτώνει το αυθόρμητο πνεύμα και καταστρέφει τη μυστική επίδραση της μεταφυσικής λειτουργίας. Η πολύ εντατική οργάνωση κι οι πάρα πολλοί κανόνες αποκλείουν το μυστικό παιχνίδι των θεών, την εμφάνιση από κάτι που είναι παράλογο (Irrationales), που μπορεί να είναι (όμως…) η αρχή μιας μεταβολής. Πιστεύουμε σε νόρμες (κανόνες) και στο ότι, πρέπει να οργανωθούν προγράμματα, κι αποκλείουμε έτσι τη δυνατότητα (το ενδεχόμενο) ενός πολύ μεγαλύτερου αυθόρμητου ψ υ χ ι κ ο ύ συμβάντος. Κι αν συμβή παρ’ όλ’ αυτά κάτι παρόμοιο, είτε δεν γίνεται αντιληπτό, είτε απωθείται είτε υποτιμάται. Μ’ αυτόν τον τρόπο διαρρηγνύεται η φ υ σ ι κ ή ανθρώπινη κοινότητα.

Οι σημερινοί άνθρωποι διαβεβαιώνου, πως έχουν την ανάγκη, να είναι πιο κοντά ο ένας στον άλλον, και παρ’ όλ’ αυτά κάνουμε το παν για αποξένωση μέσω οργάνωσης και αποκλείουμε το ένα και σημαντικό: το παράλογο παιχνίδι των ονείρων. Οι μυστηριακές λατρείες ήταν μυστικές ενώσεις εκείνων, που ήταν ένα στο πνεύμα και που ανάμεσά τους μπορούσε να ξεδιπλώνεται ανεμπόδιστα το παράλογο παιχνίδι των ονείρων. Ακριβώς έτσι υπήρχε και στις πρώιμες εκκλησίες ένα ζωντανό πνεύμα, ένας πνευματικός ενθουσιασμός (ορμή), που δεν επενεργούσε μόνον ωφέλιιμα και οργανωσιο-λογικά.

Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να πάρη τώρα πίσω ο Λούκιος την ανθρώπινη μορφή του. Η θεά τού δίνει την εντολή, να συμμετάσχη την επόμενη μέρα στη λιτανεία προς τιμήν της, και του λέει: «Κανένας δεν πρέπει να τρομάξη στην χαρούμενη τελετή και το εορταστικό θέαμα μπροστά στην αποκρουστική εμφάνισή σου, κι ούτε πρέπει να κακολογήση μοχθηρά ο οποιοσδήποτε την ξαφνική σου μεταβολή. Να θυμάσαι μόνον και να μη χάσης απ’ τη μνήμη σου, ότι είναι εγγυημένες σε μένα από τώρα και στο εξής οι υπόλοιπές σου μέρες μέχρι και την τελευταία σου αναπνοή.

Γιατί μόνον εύλογα (δίκαια) χρωστάς ολόκληρη την ζωή σου σ’ αυτήν, με της οποίας την ευεργεσία επιστρέφεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Στο μεταξύ θα είσαι ευτυχισμένος, θα ζήσης ένδοξα (επαινετά) κάτω απ’ την προστασία μου, κι όταν θά ’χης ολοκληρώσει εδώ τον δρόμο σου και θα κατέβης στον κάτω κόσμο, θα λατρεύης κι εκεί, σε κείνο το υπόγειο ημισφαίριο, ως ένας κάτοικος των Ηλυσείων πεδίων επιμελώς εμένα, που με βλέπεις μπροστά σου, που φωτίζω τα σκοτάδια τού Αχέροντα και κυβερνώ τις στυγικές κατοικίες, και θα χαίρεσαι με την εύνοιά μου. Και μάλιστα, καθόσον θα γίνεσαι επαρκώς άξιος μέσα από αδιάλειπτη υπακοή, μέσα από ευσυνείδητη τήρηση της υπηρεσίας μου, μέσα από αυστηρή νηστεία και αγνότητα για τη θεότητά μου: τότε θα μάθης επίσης, πως είναι μόνο στη δύναμή μου, να σου παρατείνω ακόμα και την ζωή πέρα απ’ τον καθορισμένο για σένα απ’ τη μοίρα χρόνο.»

Μόλις έχει εκφράσει η θεϊκή οπτασία αυτά τα λόγια, εξαφανίζεται. Αυτό που λέει, είναι πολύ σημαντικό. Προσδοκά απ’ αυτόν ένα «Ναι» από εσωτερικήν πεποίθηση. Είναι υποχρεωμένος στο θρησκευτικό του βίωμα και δεμένος σ’ αυτό, και χωρίς αυτό δεν είναι δυνατή η θρησκευτική εμπειρία. Οι κανόνες τής ευγνωμοσύνης δεν αφορούν μόνο στις κοινωνίες μας, αλλά και στους θεούς. Έχουν και οι εσωτερικές δυνάμεις ένα δικαίωμα στην ανθρώπινη στάση της ευγνωμοσύνης και πίστης και την εμμονή στην εμπειρία. Μερικοί άνθρωποι το ξεχνούν αυτό μέσα σε θολές ψυχικές διαθέσεις και εξωστρέφεια και δεν αισθάνονται την υποχρέωση. Τρώνε βέβαια καρπούς του παραδείσου, αλλά κατόπιν χάνεται η εμπειρία μέσα στις ανάγκες τής ζωής, γιατί δεν έχουν συνάγει τα συμπεράσματα απ’ την εμπειρία τους.

Σχόλιο: Φαίνεται στο υπογραμμισμένο σημείο η καταστροφική επιρροή της παπικής Θεολογίας. Διότι με το φιλιόκβε καταργησαν την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη του Πατρός προς τον Υιό και του Υιού πρός τον Πατέρα. Δέν έχει υπόσταση. Ο Αγγελικούδης εξηγεί τα πάντα αλλά ποιός τον διαβάζει. Σε αυτο το ανυπόστατο Άγιο Πνεύμα στήρίζεται και η σύγχρονη αγαπολογία αλλά κυρίως ο συγκρητισμός. Διότι η θρησκεία του παπισμού είναι μια ολωσδιόλου φυσική θρησκεία, η οποία συνεχίζει και εξελίσσει τις ειδωλολατρικές θρησκείες.  
Aμέθυστος

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (20)

>Συνέχεια από : Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 10ο
Ο Λούκιος ξαναβρίσκει τον εαυτό του

 Ως επόμενο μένει να συζητηθή το θέμα (μοτίβο) των διαφόρων χρωμάτων: το ένδυμα της θεάς λάμπει άλλοτε λευκό, άλλοτε κιτρινωπό, άλλοτε ροδόχρου, και είναι όλα σκεπασμένα από έναν μαύρον (μέλαναν) μανδύα. Το μαύρο θα αντιστοιχούσε στο «nigredo» των αλχημιστών, ακολουθούμενο απ’ το «albedo», τη λευκότητα, μετά απ’ το «rubedo», το κοκκινόχρωμο, και τελικά απ’ το «citrinitas», το κίτρινο ή χρυσαφί ως το τέταρτο χρώμα. Όλ’ αυτά τα χρώματα είχαν αποδοθή στην αρχαιότητα στον κάτω κόσμο. Ήταν τα χρώματα του άλλου κόσμου, και αντιστοιχούν γι’ αυτό επίσης στις τέσσερις βαθμίδες στο αλχημιστικό συμβάν. Μαύρο είναι το πρώτο χρώμα, που συναντά κανείς αναλύοντας την prima materia (πρώτη ύλη), αλλά ακόμα και στο βαθύτερο προχώρεμα στο ασυνείδητο μένει το μαύρο να επικρατή. Αυτό επαληθεύεται και στον Λούκιο, γιατί έχει ζήσει μέχρι τώρα μόνον το «nigredo», ένα στάδιο της θλίψης και της σύγχυσης

Και οι γιρλάντες από λουλούδια και καρπούς συναντώνται στα κείμενα της αλχημείας. Εμφανιζόταν γενικά στο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο «nigredo» και το «albedo» ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμικτων χρωμάτων, ένα βίωμα του κόσμου των φυτών και των ζώων. Το μαύρο, το λευκό και το κόκκινο δεν είναι μόνον τα τυπικά χρώματα στο αλχημιστικό συμβάν. Ήταν πολύ πρωτύτερα τα χρώματα, που χρησιμοποιούνταν ειδικά στη διακόσμηση των φερέτρων και σε όλα, όσα είχαν να κάνουν με τη λατρεία των νεκρών. Στην ελληνο-ρωμαϊκή όπως επίσης και στην αιγυπτιακήν εποχή ήταν τα χρώματα του άλλου κόσμου. Το μαύρο και το άσπρο δεν είναι από μιαν ορισμένην άποψη χρώματα, και γι’ αυτό μπορεί να πη πράγματι κανείς, ότι παραπέμπουν στον άλλον κόσμο. Είναι οι απώτατοι αντίθετοι πόλοι έξω απ’ το «παιχνίδι των χρωμάτων της ζωής». Έτσι ήταν π.χ. στη Σπάρτη το λευκό το χρώμα της λύπης (του πένθους) και του θανάτου, όπως το μαύρο σε μας˙ στην Κίνα επίσης το άσπρο το χρώμα του θανάτου. Συνδέονται έτσι σ’ ολόκληρη τη γη το μαύρο και το άσπρο με τον άλλον κόσμο, με όλα, όσα βρίσκονται πέρα απ’ την ορατήν ανθρώπινη, γήινη ζωή, ενώ το κόκκινο θεωρούνταν περισσότερο ως σύμβολο για την ουσία της ζωής. Βρίσκουμε το κόκκινο χρώμα σε αιγυπτιακούς τάφους, κι ακόμα και παλιότερα, στους προϊστορικούς καιρούς, βάφονταν ή επιχρίονταν συχνά τα πτώματα ή και ολόκληρο το εσωτερικό των τάφων με κόκκινο, το οποίο έπρεπε πιθανώς να συμβολίζη τη μυστική συνέχιση της ζωής στον άλλον κόσμο και την ιδέα, πως οι νεκροί δεν είναι νεκροί, αλλά έχουν ακόμα τη δική τους ζωή.

Αυτά τα τέσσερα χρώματα της αλχημείας παρομοιάστηκαν απ’ τον Γιουνγκ με τα τυπικά στάδια κατά την κάθοδο του μοντέρνου (σύγχρονου) ανθρώπου στο ασυνείδητο, όπου το μαύρο θα αντιστοιχούσε στην πρώτην πραγματοποίηση (συνειδητοποίηση) του ασυνείδητου, εκείνην της σκιάς, όταν συσκοτίζεται η προηγούμενη συνειδητή στάση (διάθεση). Αυτό είναι ένα στάδιο, στο οποίο εμφανίζεται ως επί το πλείστον το πρόβλημα της σκιάς, γιατί το «nigredo» αντιστοιχεί από ορισμένην άποψη στη συνάντηση με τη σκιά. Η σκιά αντοπροσωπεύει σ’ αυτό το στάδιο ολόκληρο το ασυνείδητο και κάθε τι, το οποίο είχε παραμείνει απ’ την προηγούμενη συνειδητή στάση «στη σκιά». Γι’ αυτό και προξενεί πολύ συχνά η πρώτη συνάντηση με τη σκιά μια βαθειά θλίψη, ένα αίσθημα της σύγχυσης, την καταστροφή της προηγούμενης συνειδητής στάσης, το να είσαι χαμένος στο σκοτάδι. Ακολουθεί μετά η πολύχρωμη όψη με τα λουλούδια και τα ζώα της, το οποίο σημαίνει, πως μετά το στάδιο του συμβιβασμού με τη συνάντηση της σκιάς αρχίζει να επανέρχεται το θετικό αίσθημα της ζωής.

Αυτή είναι όμως μόνο μια προσωρινή όψη. Ακολουθεί μετά το επόμενο βήμα, το πρόβλημα της πραγματοποίησης του animus και της anima, κατά την οποία κρατείται κανείς σε μεγάλη απόσταση απ’ την εξωτερική πραγματικότητα. Η ολοκλήρωση αυτών των δύο δυνάμεων σημαίνει σκληρή εργασία στον εαυτό σου για πολλά χρόνια. Σ’ αυτό το στάδιο διαμένει κανείς ούτως ειπείν για πολύ ακόμα στη χώρα του θανάτου, γιατί μπορείς να επεξεργαστής το πρόβλημα της anima και του animus μόνο σε μια περίοδο μεγάλης ενδοσκόπησης. Ακόμα κι όταν θά ’πρεπε να εμφανιστούν τα δύο με τη μορφή της μεταβίβασης, που σημαίνει σε προβαλλόμενη μορφή, μπορείς να τα πλησιάσης μόνο σε υποκειμενική εσωτερική όψη. Αυτό είναι ένα στάδιο της απομάκρυνσης απ’ την εξωτερική πραγματικότητα, στο οποίο πρέπει να κρατήση κανείς ασφαλισμένες τις εξελίξεις στο αποστακτήριο του ίδιου του τού εσωτερικού (της ψυχής) και να αντανακλάση εντελώς ο ίδιος του ο εαυτός – με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.

Στο στάδιο του μαύρου και άσπρου της αλχημείας πρέπει να εργαστή σκληρά ο αλχημιστής, και στην ανάλυση συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τον αναλυτή. Το εγχείρημα, να συνειδητοποιηθούν αυτές οι δυνάμεις, είναι ένα δύσκολο έργο, όταν έχη ωστόσο πραγματοποιηθή, λένε οι αλχημιστές, πως η σκληρή δουλειά έχει παρέλθει. Πρέπει μετά μόνο να εξακολουθήση κανείς και να θερμαίνη την ίδια του την ουσία με μιαν ήπια, αδύνατη φωτιά χωρίς περαιτέρω ένταση. Τότε εμφανίζεται από μόνη της η «rubedo». Όταν εμφανιστή, μπορεί ν’ ανοίξη κανείς το αποστακτήριο, και θα εξέλθη – εκφρασμένο στην αλχημιστική γλώσσα – ο ήλιος ή η πέτρα των σοφών και θα αναλάβη την κοσμοκρατορία.

Σε λιγότερο ποιητική γλώσσα θα σήμαινε αυτό την έναρξη της πραγματοποίησης του Ταυτού, που αναλαμβάνει σ’ αυτήν τη στιγμή την καθοδήγηση του συμβάντος, έτσι ώστε δεν πρέπει να μοχθή περαιτέρω το Εγώ. Η αποσυρθείσα αντανακλαστική ενδοσκόπηση μπορεί τώρα επίσης να χαλαρώση, γιατί κατά την πραγματοποίηση του Ταυτού είναι εξίσου σημαντικό να γνωρίζης, αν θά ’πρεπε να πραγματοποιήση κάποιος κάτι εσωτερικά ή να μεταβιβάση πιο πέρα τη δυναμική του στην εξωτερική πραγματικότητα. Γίνεται κανείς ο υπηρέτης μιας παλλόμενης αρχής (Prinzip), που εκδηλώνεται άλλοτε ενδο- και άλλοτε εξωσκοπικά. Μπορεί να λάβης μια διαταγή απ’ το Ταυτό, να πράξης κάτι στον εξωτερικό κόσμο, ή μιαν υπόδειξη, να πραγματοποιήσης κάτι σε σένα τον ίδιον. Ο αποστακτήρας έχει γίνει γι’ αυτό περιττός, επειδή το Ταυτό δεν είναι πια κάτι, το οποίο κομματιάζεται: Απ’ τη στερότητα του αγγείου έχει προέλθει τώρα η στερεότητα της «πέτρας των σοφών», που σημαίνει μια μόνιμη εσωτερική εμπειρία του Ταυτού, η οποία δίνει βαθειά εσωτερική σταθερότητα στην προσωπικότητα, που καθιστά κάθε τεχνητή εξωτερική στερέωση ή παγίωση περιττή. Σε πολλά αλχημιστικά κείμενα είναι το αγγείο κι αυτό, που παρασκευάζεται μέσα του, η πέτρα των σοφών, ένα και το αυτό. Πρόκειται για ένα σύμβολο για το σταθερό κέντρο της εσώτατης προσωπικότητας. Αυτό δεν ταυτίζεται με το Εγώ, αλλά πραγματοποιεί πολύ περισσότερο το Εγώ σε μιαν ε ξ υ π η ρ ε τ ι κ ή λειτουργία. Γι’ αυτό και ονομάζεται η πέτρα των σοφών στην αλχημεία ανάμεσα στα άλλα και βασιλιάς, ο μεγάλος κυρίαρχος, που εκτείνεται σε δύναμη πολύ πιο πέρα απ’ το σύμπλεγμα του Εγώ.

Στο ένδυμα της Ίσιδας υπαινίσσεται η τρίχρωμη ωραιότητα όλες αυτές τις δυνατότητες, και έχει άλλωστε πράγματι αναλάβει εκείνη αυτήν τη χρονική στιγμή τη συνέχιση του συμβάντος. Παρ’ όλο που διαβάζει κανείς συχνά σε περιλήψεις των ιδεών του Γιουνγκ, ότι στο γεγονός της εξατομίκευσης μπορεί να προκύπτη κατ’ αρχάς μια πραγματοποίηση της σκιάς, μετά της anima ή του animus και μετά του Ταυτού, ισχύει αυτό μόνον cum grano salis (κατά μεγάλη προσέγγιση). Στην πραγματικότητα συναντά κανείς κατ’ αρχάς ο λ ό κ λ η ρ ο το ασυνείδητο, το Ταυτό με τον animus και την anima και τη σκιά. Αλλ’ είναι τα στοιχεία της σκιάς γενικώς εκείνα, τα οποία μπορούν (είναι σε θέση) να πραγματοποιήσουν, απ’ την ισχυρή εντύπωση, που διατηρούν, οι άνθρωποι. Αυτό και μόνον αρκεί, για να γίνη κατανοητό, τί μπορεί να κάνη κανείς σαφές (διαφανές) και πραγματικό. Όλα τ’ άλλα μένουν συνήθως καθαρά αφηρημένα˙ μόνο μετά την εργασία στη σκιά αρχίζεις να ξεχωρίζης κάτι περαιτέρω. Ένας άντρας μπορεί να δη μερικά θηλυκά στοιχεία πίσω απ’ αυτό, το οποίο αναγνωρίζει τώρα ως ασυνείδητο μέρος της προσωπικότητάς του, κι η γυναίκα θα μπορούσε να αναγνωρίση ορισμένα τυπικά αρσενικά στοιχεία στον εαυτό της. Σ’ αυτό το στάδιο αναγνωρίζει κανείς τη θηλυκή ή αρσενική, αντίθετη ως προς το φύλο όψη της ίδιας του ασυνείδητης προσωπικότητας. Σ’ αυτήν τη βαθμίδα περιέχουν οι μορφές του animus και της anima ξανά ούτως ειπείν ολόκληρο το ασυνείδητο, έτσι ώστε πρόκειται εδώ στον Λούκιο για μια συνάντηση με την αρχετυπική, απόλυτα ταυτισμένη με το Ταυτό anima.

Θα δούμε, ότι ο Απουλήιος καλείται μόνον, αφού έχει εισέλθει μέσω μιας αφιέρωσης στα μυστήρια της Ίσιδας και έχει ζήσει έναν ορισμένο χρόνο στη Ρώμη κατά συνηθισμένον τρόπο ως αφιερωμένος και υπηρέτης της θεάς, για δεύτερη φορά μέσω ονείρων σε περαιτέρω μύηση. Πρέπει να βιώση αυτήν τη φορά τον θεό Όσιρι στον εαυτό του ή το μέρος του ασυνείδητου, που αποκαλύπτεται ως πυρήνας ολόκληρης της προσωπικότητας: το Ταυτό. Στην παρούσα όμως χρονική στιγμή είναι η Ίσιδα και το Ταυτό ένα. Ενσαρκώνει εκείνη προσωρινά την αποστολή του ασυνείδητου. Όλες οι μελλοντικές δυνατότητες εξέλιξης του Λούκιου περιέχονται σ’ αυτήν, έτσι ώστε του ζητά εντελώς δίκαια, να την υπηρετήση μ’ έναν απεριόριστον τρόπο.

Θα αφιερωθή αργότερα στη λατρεία του Όσιρι, όπως αναφέρθηκε, ο Λούκιος. Καθώς παριστάνουν η Ίσις κι ο Όσιρις τις θηλυκές και αρσενικές όψεις, θα αντιστοιχούσε αυτό στην εμπειρία του «rubedo». Επιστρέφει κατόπιν ως νομικός στη Ρώμη και μεριμνά για το αξίωμά του ως λαϊκός (αρχάριος) ιερέας στα μυστήρια. Στη διάρκεια της υπηρεσίας του για τη θεά μένει στην περιοχή του ναού, που σημαίνει κλεισμένος στον εαυτόν του, όταν όμως έχει γίνει αρκετά στέρεη η εσωτερική περιοχή, δεν υφίσταται καμμιά ανάγκη γι’ αυτό το εξωτερικό πλαίσιο πια. Έχει κανείς τώρα εσωτερική στερεότητα απέναντι στην πρόσκρουση του εξωτερικού κόσμου και μπορεί να επιστρέψη με φαινομενικά μη αντανακλώμενον τρόπο ξανά στην ζωή.

Στο τέταρτο ή κίτρινο στάδιο δίνουν οι αλχημιστές πολύ αξιοσημείωτες υποδείξεις, καθώς το ονομάζουν multiplicatio και το παρομοιάζουν με τον κόκκο του σταριού, ο οποίος πολλαπλασιάζεται πεθαίνοντας χίλιες φορές. Με την πέτρα των σοφών μπορεί να μετατρέψη κανείς κάθε μη ευγενές μέταλλο σε χρυσό. Ο λάπις διαθέτει μιαν μετατρεπτικήν ακτινοβολία, που επενεργεί ακόμα και έξω στον κόσμο (Kosmos). Αυτό θα σήμαινε σε συμβολική μορφή: με την πραγματοποίηση τού Ταυτού βρίσκεται κανείς σε απόλυτην αρμονία μ’ ολόκληρον τον κόσμο, σε μια συγχρονιστική συμφωνία με το εντός και το εκτός. Ένα στάδιο, το οποίο μπορούν να επιτύχουν οι περισσότεροι άνθρωποι μόνο για μερικά και λίγα λεπτά και το οποίο χαρακτηρίζουν ως το να είσαι ένα με το Ταό οι Κινέζοι.

Αυτό υπενθυμίζει την περίφημη βουδιστική σειρά εικόνων του ζεν «Το βόδι κι ο βοσκός του», με τις οποίες παρίστανε ο Κινέζος ζωγράφος την εσωτερικήν πορεία της εξέλιξης σε συμβολική μορφή. Προκύπτει πρώτα η απελευθέρωση, μετά η σύλληψη και κατόπιν η εξημέρωση του βοδιού. Αυτό θα αντιστοιχούσε στο «nigredo» κι ανήκει στο «ζωϊκό» στάδιο της αυτοαγωγής και τα προβλήματά του. Ακολουθεί μετά η εικόνα της πανσέληνου και του μαθητή που την προσκυνά. Έχει λησμονήσει το βόδι κι επίσης το καμτσίκι, με το οποίο ώφειλε να το εξημερώση, κι ολόκληρο το πρόβλημα της ορμής έχει εξαφανιστή. Η επόμενη εικόνα είναι ο στρογγυλός δίσκος της σελήνης, το στάδιο της φώτισης, που υπερβαίνει κατά πολύ το Εγώ. Αυτή η φώτιση είναι (ο) «Βούδας». Δεν μπορεί να προστεθή τίποτα πια. Και εμφανίζεται μετά ένα ανθισμένο κλαδί κερασιάς. Δεν μπορεί να αναγνωρίση κανείς εντελώς, τί έρχεται να δηλώση, μόνον, ότι πρόκειται πιθανώς για μιαν επιστροφή στην ζωή. Η τελευταία εικόνα δείχνει έναν ηλικιωμένον άντρα με χοντρή κρεμασμένη κοιλιά, που πηγαίνει χαμογελώντας στον δρόμο του. Ο υπηρέτης του είναι κοντά του και κρατάει το πιάτο ενός ζητιάνου, και μερικά κλαδιά λουλουδιών κερασιάς βρίσκονται πίσω του. Πηγαίνει στην αγορά, ζητιανεύοντας, και λέει το κείμενο: «Έχει λησμονήσει τον βούβαλο˙ έχει λησμονήσει την ίδια του τη μεγάλη εμπειρία˙ έχει λησμονήσει ακόμα κι αυτόν τον ίδιον, αλλά όπου πάντως και να πηγαίνη, ανθίζουν τα κλαδιά της κερασιάς.» Αυτό θα αντιστοιχούσε στο κίτρινο ή χρυσό στάδιο της αλχημείας. Υπάρχει τότε μια ενότητα με τον Κόσμο. Φαινομενικά ένα στάδιο πλήρους ασυνειδησίας, πρόκειται όμως στην πραγματικότητα ακριβώς για το αντίθετο. Θα επιθυμούσα να συστήσω σ’ αυτήν τη συνάφεια τα δύο τελευταία κεφάλαια του «Mysterium Coniunctionis» του Γιουνγκ για τον unus mondis (έναν κόσμο), επειδή περιγράφεται εκεί η ίδια εμπειρία από αλχημιστική και ψυχολογική όψη.

Η θεά στο κείμενό μας κρατά στο δεξί χέρι ένα σείστρο από ορείχαλκο, ένα χρησιμοποιούμενο στη λατρεία της Ίσιδας όργανο, για να εκδιώκη τους κακούς δαίμονες και πνεύματα (σ.σ.: Υπάρχουν παραλληλισμοί σ’ αυτό: στην Αφρική διώχνει κανείς δαίμονες που προξενούν θύελλες ή μιαν έκλειψη ηλίου με όσον το δυνατόν περισσότερο θόρυβο). Θα μπορούσε να το παρομοιάση κανείς με το χρησιμοποιούμενο στην καθολική (λατινική) (θεία) λειτουργία κουδούνι, που το χτύπημά του στρέφει την προσοχή των πιστών στην ιερή πράξη και ενεργεί επίσης, για να κρατήση σε απόσταση κάθε τι βέβηλο. Κρατά στο αριστερό χέρι ένα χρυσό αγγείο, το πιο κεντρικό και πιο σημαντικό σύμβολο, που αντιστοιχεί στη σημασία του στην προαναφερθείσα στα νερά της Στυγός υδρία. Το χρυσό αγγείο μοιάζει με μιαν υδρία, κι η θεά το κρατά στο αριστερό της χέρι. Είναι ένα σύμβολο του Όσιρι. Σε ρωμαϊκές λατρείες συνδέονται όλα, όσα έχουν να κάνουν με τον κάτω κόσμο, με το αριστερό χέρι. Πασπαλίζονταν έτσι τα ιερά ζώα της θυσίας πάντοτε με το αριστερό χέρι με αλεύρι, όταν ήταν αφιερωμένα στους κάτω θεούς. Σε αντίθεση μ’ αυτό ήταν όλα, όσα είχαν να κάνουν με τους θεούς ψηλά, συνδεδεμένα με το δεξί. Η θεά στον Απουλήιο κρατά συνεπώς κάτι στο χέρι, που δηλώνει συμβολικά το ασυνείδητο ακόμα επόμενο βήμα εξέλιξης, την πραγματοποίηση του Ταυτού, που υπερβαίνει ακόμα την πραγματοποίηση της anima. Μοιάζει με το μυστηριώδες περικάλυμμα ενός περιεχομένου, που δεν το γνωρίζει κανείς ακόμα. Κρατά τη δυνητική ισχύ του Όσιρι στο χέρι της και λέει: «Κοίτα, η προσευχή σου με έχει αγγίξει. Εγώ, η μητέρα-φύση των πάντων, κυβερνήτις των στοιχείων, πρωτότοκο παιδί του χρόνου, ύψιστη των θεοτήτων, βασίλισσα των πνευμάτων, πρώτη των ουρανίων˙ εγώ, που ενώνω εγώ σε μένα μόνον τη μορφή όλων των θεών, ανδρών και γυναικών, και διατάζω μ’ ένα νεύμα πάνω απ’ τους φωτεινούς λειμώνες του ουρανού, τους ιαματικούς ανέμους της θάλασσας και την πολυθρήνητη σιωπή του κάτω κόσμου. Η μοναδική θεότητα, την οποίαν τιμά με τόσο παντοειδή μορφή, τόσο διαφορετικά έθιμα και πολλών ειδών ονόματα ολόκληρη η οικουμένη: εμένα ονομάζουν οι πρωτότοκοι όλων των ανθρώπων, οι Φρύγες, pessinuntische μητέρα των θεών˙ εγώ ονομαζόμουν στους Αθηναίους, τους πρώτους κάτοικους της Αττικής, κεκροπική Αθηνά, στους νησιώτες Κύπριους Αφροδίτη της Πάφου, στους βελοφόρους Κρήτες δικτυακή Άρτεμις, στους τρίγλωσσους Σικελούς Περσεφόνη της Στύγας, στους Ελευσίνιους θεά των όλων Δήμητρα. Άλλοι με ονομάζουν Juno, άλλοι Bellona, άλλοι Εκάτη, κι άλλοι Ραμνούσια. Αυτοί όμως, τους οποίους φωτίζει ο ανατέλλων ήλιος με τις πρώτες του αχτίνες, οι Αιθίοπες των δύο χωρών, κι οι κάτοχοι της πιο αρχαίας σοφίας, οι Αιγύπτιοι, τιμώντας με μέ τα πιο κατάλληλα και ιδιαίτερα έθιμα, μου δίνουν το αληθινό μου όνομα: βασίλισσα Ίσις. Σου εμφανίζομαι από οίκτο για τη δυστυχία σου˙ έρχομαι σε σένα με εύνοια και χάρι. Ανάστειλε λοιπόν τη ροή των δακρύων σου, παύσε τη λύπη σου, τον θρήνο σου. Η μέρα της θεραπείας σου είναι εδώ, με την ισχύ της παντοδυναμίας μου˙ άνοιξε μόνον τη θλιμμένη σου ψυχή στη θεϊκή μου προσταγή!

Η μέρα, που ακολουθεί αυτήν τη νύχτα, είναι για μένα από παμπάλαιο έθος αγιασμένη. Οι θύελλες του χειμώνα έχουν παρέλθει, η ορμή της θάλασσας έχει κοπάσει˙ ξεκινά η ναυσιπλοΐα: Οι ιερείς μου μού αφιερώνουν ένα νεοξυλουργημένο πλοίο και μου θυσιάζουν τους πρώτους καρπούς από κάθε φορτίο. Πρόσμενε την ιερήν τους πομπή ούτε με άτολμη ούτε με ανόσια καρδιά. Με την προσταγή μου θα πρέπη να κρεμάση ο αρχιερέας ένα στεφάνι τριαντάφυλλα με το δεξί χέρι στο κρόταλο. Συνωστίσου μόνο χωρίς αναβολή μέσα απ’ το πλήθος, βάδισε μέ εμπιστοσύνη στην προστασία μου και με θάρρος κατά μήκος της πομπής, μέχρι να βρεθής τόσο κοντά στον αρχιερέα, ώστε να μπορής να του αρπάξης με το πρόσχημα ενός χειροφιλήματος απαρατήρητος μερικά τριαντάφυλλα: θα αποβάλης αμέσως τη μορφή αυτού του ρυπαρού, προ πολλού μισητού σε μένα ζώου. Μη φοβηθής στην εκτέλεση της εντολής μου καμμιά δυσκολία, γιατί αυτήν τη στιγμή, που στέκομαι εδώ μπροστά σου, παρίσταμαι εκεί στον αρχιερέα μου στο όνειρο και του αποκαλύπτω, τί πρόκειται να συμβή και πώς πρέπει να συμπεριφερθή σ’ αυτό. Με την προσταγή μου θ’ ανοίξη μπροστά σου ο λαός που συρρέει τον δρόμο.»

Η λιτανεία της Ίσιδας με τα δεδομένα της και τη σημασία της είναι μέρος του ελληνο-ρωμαΐκού παλιρροΐκού ημερολογίου και επίσης του μεγάλου ετήσιου ημερολογίου, που υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων στην Αίγυπτο και που θα μπορούσε να το παρομοιάση κανείς με το δικό μας εκκλησιαστικό ημερολόγιο. Ορισμένες περίοδοι του έτους έχουν την ιερή σημασία τους, έτσι ώστε να είναι υφασμένος ο χρόνος και ψυχολογικά στη θρησκευτική άσκηση της λατρείας. Τον χειμώνα έβγαζαν τα πλοία στην περιοχή της Μεσογείου στη στεριά, η ναυσιπλοΐα σταματούσε πρακτικά και αναλαμβάνονταν πάλι σε μιαν ορισμένην ημερομηνία την άνοιξη με μια λιτανεία του σύνολου πληθυσμού κοντά στη θάλασσα, όπου και πρόκειται για την περιγραφείσα εδώ γιορτή (5 Μαρτίου).

Η θεά Ίσις ήταν η προστάτισσα της ναυσιπλοΐας και των ναυτικών, όπως είναι πάντα ακόμα σε καθολικές χώρες η Παρθένος Μαρία. Ως «stella maris» («αστέρι της θάλασσας») έχει κληρονομήσει η Παρθένος Μαρία λειτουργία και κύρος απ’ την Ίσιδα. Ο Λούκιος θα εύρισκε στη διάρκεια αυτής της λιτανείας τα τριαντάφυλλα, του υπόσχεται η θεά. Υφίσταται ωστόσο ακόμα δύο ειδών κίνδυνος: μια φορά, ότι θα λακτίζονταν καθώς θά ’τρωγε τα τριαντάφυλλα που κρατούσε ο ιερέας μακριά από ερεθισμένους ανθρώπους ή ότι θα στέκονταν μετά την επαναμεταμόρφωσή του σε ανθρώπινη μορφή ξαφνικά γυμνός. Η Ίσις όμως το έχει προβλέψει κι αυτό και ειδοποιήσει τον ιερέα σ’ ένα όνειρο, ότι ο Λούκιος έπρεπε να λάβη γρήγορα ενδύματα και να μην προέκυπτε άρα ούτε ερεθισμός ούτε σκάνδαλο για την ασυνήθιστη, δημοσίως συμβαίνουσα μεταμόρφωση.

Αμέθυστος