>Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ (3)

>

Συνέχεια : Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

MARIE-DOMINIQUE CHENU

Παρούσα αμέσως απο την στιγμή που άρχισε να εξασκείται και να καλλιεργείται στις ψυχολογικές και ηθικές συμπεριφορές μας, η συνείδηση εμφανίζεται μέσα στα πλαίσια όλων των αρετών, αλλα ιδιαιτέρως στις διακλαδώσεις της υπέρτατης ηθικής αρετής: της φρονήσεως, η οποία κυβερνά όλες τις άλλες. Συνείδηση, φρόνηση : ο σύνδεσμος αυτών των δύο εννοιών απέκτησε μεγάλη σημασία, ιδιαιτέρως απο τότε που η λέξη φρόνηση χρησιμοποιήθηκε με την δυνατή της σημασία -παρότι σήμερα είναι υποβαθμισμένη- που τις απέδωσαν οι φιλόσοφοι και οι Θεολόγοι. Και όλα αυτά συμβαίνουν στην διάρκεια της δογματικής εξελίξεως που μελετούμε και την οποία επικαλούμαστε. Η φρόνηση είναι η αρετή για την οποία διατυπώνουμε, εν’όψει της πράξεως, μια πρακτική κρίση, μέσα στην διάκριση και στην παράθεση των συναισθηματικών και διανοητικών στοιχείων που αφορούν την συγκεκριμένη μας διαγωγή. Είναι μια Κρίση εκλογής που αφορά την αλήθεια και την αγαθότητα της πράξεως και την οποία η υπαγόρευση της συνειδήσεως θα προσλάβει πάνω της, έτσι ώστε να μπορεί να βρίσκεται μέσα στην συγκεκριμένη κρίση της ανθρώπινης πράξεως. Πάντως όμως παρά την σύμπτωση, είναι δυνατόν ο συνειδητός άνθρωπος να μήν είναι φρόνημος.

Η φωνή της συνειδήσεως και η αρετή της φρονήσεως στην πραγματικότητα είναι στενά συναρτώμενες, τόσο ώστε η προτίμηση του ενός ή του άλλου απο αυτά τα δύο στοιχεία να ορίζει δύο διαφορετικές συλλήψεις της ηθικής. Οι σύγχρονοι Χριστιανοί οπαδοί του τυχαίου και οι ορθολογιστές φιλόσοφοι εξυμνούν την συνείδηση, ενώ αντιθέτως η θεολογία του Ακινάτη εισάγει την άσκηση της συνειδήσεως στην διάρκεια της εφαρμογής της φρονήσεως. Ανάμεσα στην αντικειμενικη καθολική τάξη και την υποκειμενικότητα, η φρόνηση αντιπροσωπεύει την λειτουργία που ασκείται λόγω της ειδικής γνώσεως του Αγαθού: ενώνονται σε αυτή οι γενικές αρχές της πρακτικής νοήσεως και οι προδιαθέσεις της ορέξεως.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε για το θέμα μας την υπέρτατη αξία μιας αρετής, η οποία έχει την ειδική λειτουργία να ενσαρκώνει στην μοναδική πράξη, τις αρχές του Θείου νόμου: να ενώνει την γνώση και την πάντοτε νέα ανακάλυψη, να ενώνει την αντικειμενικότητα με την πιό εσωτερική υποκειμενικότητα.

Σε ένα άγαλμα που αντιπροσώπευσε στην εποχή του ένα εκπληκτικό θάρρος, στον τάφο του τελαυταίου δούκα της Βρετάννης, στην Ναντ, ο Michel Colombe (στα 1502—1507), σκάλυσε την αναπαράσταση της φρονήσεως, σύμφωνα με την εικονογραφική παράδοση του Μεσαίωνος: σαν έναν άνθρωπο με δύο όψεις, τη μία σαν ένα ώριμο άνθρωπο, συγκεντρωμένο, στοχαστικό. Την άλλη σαν την όψη μιας νεαρής κόρης γεμάτης θάρρος και θράσος για τη ζωή. Μια τέλεια εικόνα μιας αρετής που εγγράφει το αιώνιο στον χρόνο, όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν, μέσα στον βαθύτερο μυστικό χώρο των αποφάσεων. Μία αιώνια έμπνευση.

Βρισκόμαστε χωρίς αμφιβολία απέναντι στην ομορφότερη αναπαράσταση της αναλύσεως της Μεσαιωνικής σκέψης , για την ανθρώπινη πράξη.

Ανάμεσα στις συνέπειες που προέρχονται απο αυτή την υψηλή σύλληψη μπορούμε να δούμε πώς υπολογίζεται ο ρόλος των «περιστάσεων» στην ηθική των ανθρωπίνων πράξεων και η αξιοποίηση τους στην φρόνιμη Κρίση. Στις σχολές κυκλοφορούσε μία μνημονο-τεχνική πρόταση η οποία κάτων απ΄την κοινοτοπία της αγκάλιαζε πολύτιμες παρατηρήσεις.

Quia,quid,ubi,quibus ancillis. Δηλ. Διότι,Τί,Πού,Ποιό,υπηρεσία

Cur, quomodo, quando. Γιατί, πώς, πότε

Αυτό το κλισέ που προεκτείνεται μέχρι τους λατίνους Χριστιανούς οι οποίοι αριθμούσαν τις επτά περιστάσεις τις υποθέσεως του ρήτορα, πέρασε μέσω του Αυγουστίνου και του Βοήθιου και έφτασε μέχρι τον XIIIο αιώνα ακριβώς την στιγμή που η σύνοδος του Λατεράνου του 1215, ανανεώνοντας τους κανόνες της μετανοίας, τόνιζε την ανάγκη έρευνας et peccatoris circumstantial et peccati, και ήταν κατα βάθος η σωστή κίνηση για να μπούν στην πράξη οι απαιτήσεις της φρονήσεως, η οποία θέλει να ενώσει τους γενικούς κανόνες με την συγκεκριμένη πραγματικότητα. Για άλλη μια φορά αυτό σήμαινε την εσωτερίκευση, υποκειμενοποιώντας τα, τα αντικειμενικά αξιώματα του νόμου.

Στο μέτρο που δηλώνεται η συνείδηση και στο μέτρο που, μέσω της προόδου της κοινωνικής ζωής, με την προαγωγή των προσώπων, οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιό περίπλοκες, πιό σκοτεινές (Καταστάσεις γεωφυσικές, ψυχοσωματικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, ιστορικές), η Κρίση της συνειδήσως και η προσωπική ευθύνη απαιτούν μια πολύ μεγαλύτερη δημιουργικότητα. Ο αφηρημένος κανόνας «Ού φονεύσεις»διατηρεί την αξία του σαν αφηρημένη έκφραση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα στον ορίζοντα των διαπροσωπικών σχέσεων. Όμως αυτός ο κανόνας δέν διδάσκει τίποτε εν’όψει των σύνθετων καταστάσεων. Δέν αποτελεί την ρεαλιστική απόφαση της συνειδήσεως.

Με όλα αυτά η ηθική προσωπικότητα κερδίζει σε βάθος και πλούτο χωρίς να υποπέσει στην ονομαζόμενη ηθική της καταστάσεως, εσωτερικεύοντας μέσα στο υποκείμενο τα στοιχεία της πράξεως τα οποία σε μια εξωτερική περιπτωσιολογία θα ήταν μόνον δεδομένα που θα χειροτέρευαν την κατάσταση ή θα την δικαιολογούσαν.

Πρέπει να προσέξουμε όμως ώστε η τεχνική και ο χαρακτήρας αυτής της ορθολογικής αναλύσεως να μήν κατορθώσουν να αποκρύψουν τελικώς την ζωντανή πηγή και την έμπνευση μιας παρόμοιας έρευνας : πρόκειται για μία Ευαγγελική απαίτηση, κατα την οποία οι κανόνες του νόμου είναι στην υπηρεσία της ελευθερίας του πνεύματος, σαν διατάξεις για την νόηση του και για την ολοκλήρωση του. Η θέση του Αβελάρδου για την πρόθεση, διατυπωμένη στο πρωτείο της αγάπης ώστε να αποφασίζει για την ποιότητα των πράξεων μας φθάνει -όπως είδαμε- την διαλεκτική του «Νέου νόμου» του Παύλου, του εγγεγραμμένου στην καρδιά και όχι πλέον σε λίθινες πλάκες, δηλ. την χάρη του πνεύματος εν ενεργεία μέσα στην πίστη στον Χριστό. Με την αντιμεταρρύθμιση η μοντέρνα θεολογία έσβησε αυτόν τον Ευαγγελικό βλαστό, που ήταν όμως διατυπωμένος και κοινώς παραδεκτός στον Μεσαίωνα και απο τους Κανονολόγους και απο τους Θεολόγους.

Έχει μεγαλύτερη αξία ο ίδιος νόμος (που είναι γραμμένος στην καρδιά με την πρωτοβουλία του αγίου πνεύματος) απο τον κοινό νόμο (τον νόμο των κανόνων). Είναι ένα αξίωμα που αποδίδεται στον Urbano II da Graziano. Ανάμεσα στους θεολόγους αρκεί να αναφέρουμε τον Ακινάτη με το άρθρο 106 της II-II θεολογικής Summa πάνω στον νέο νόμο, στον οποίο κάθε υποχρέωση μετουσιώνεται απο την ελεημοσύνη και την αγάπη. Εδώ, αν τέλει, βασίζονται τα δικαιώματα της συνειδήσεως και η αξιοπρέπεια του ανθρωπίνου προσώπου.

Τέλος.

Σχόλιο: Όπως καταλαβαίνουμε ο μοντέρνος κόσμος είναι προχριστιανικός, διότι αυτός ο νόμος ο γραμμένος στην καρδιά του ανθρώπου δέν έχει καμμία σχέση με την καινή κτίση.

Αμεθυστος

>Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ (2)

>

Συνέχεια : Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

MARIE-DOMINIQUE CHENU

Αντικειμενικότης – Υποκειμενικότης : Ο αμείωτος δυναμισμός τής προσωπικής θελήσεως δέν ξεκολλά τόν άνθρωπο, στήν πορεία του πρός τήν τελειότητα από τήν κατάστασή του μέσα στήν φύση, μέσα στήν τάξη καί στό γενικό τέλος τής κοσμικής δημιουργίας.Όσο ιδιαίτερη κι άν είναι στήν εξυπνάδα της καί στήν ελευθερία της καί στήν συνείδησή της, η ανθρώπινη φύση εγγράφει τούς νόμους της, τίς προόδους της, τήν τελειότητά της, τήν ευτυχία της, μέσα στήν τάξη τής φύσεως, καί όχι σάν ένα επιφαινόμενο στήν επιφάνεια ενός ετερογενούς κόσμου. Η ηθική τής ζωής πρέπει νά βρίσκεται στό πιό ψηλό της επίπεδο- σέ μία ενεργητική διά τού εαυτού της συνείδηση καί έχοντας συνείδηση τού ρόλου της, γιά κάθε αγαθό τής εμπειρίας της, μέ μία αγάπη γιά τό υπέρτατο αγαθό πού όμως δέν τήν ελευθερώνει από τήν υποταγή της στό σύμπαν, τήν πιό υψηλή έκφραση τού νόμου τής φύσεως. Η «ηθικότης» αποτελεί μέρος της «φυσικής» τάξεως τού κόσμου. Η «εσωτερική ζωή», ξεκινώντας από τήν συνείδηση τού εαυτού, δέν αναπτύσσεται μέσα από τήν απόδραση από τόν κόσμο καί τά πράγματα. Η ελευθερία δέν καταφεύγει στό περιθώριο τών εσωτερικών ή ψυχολογικών καθορισμών. Τό πρόσωπο δέν φοβάται τούς –εξαντικειμενοποιητικούς δεσμούς τής κοινωνίας.

Όπως όμως στη γνώση δέν πρέπει να υπερβάλλουμε καθόλου τον εξαντικειμενοποιητικό χαρακτήρα της ΠΡΟΘΕΣΕΩΣ, εις βάρος του ρόλου του υποκειμένου, έτσι και στην συνείδηση δέν πρέπει να στριμώξουμε τις απαιτήσεις μόνο στις καταστάσεις των αντικειμένων, καλών ή κακών ο Ακινάτης φροντίζει με μεγάλο ενδιαφέρον να διατηρήσει την αυθορμητικότητα του υποκειμένου.

Μια ταυτόσημη τεχνική και συστηματική ανάλυση διενεργήθει απο τους ίδιους δασκάλους του 13ου αιώνος στη νόηση, στις δομές, στους νόμους της συνειδήσεως, και μάλιστα σε όλη την πολύπλοκη πυκνότητα του όρου και σαν ψυχολογική πραγματικότης και σαν κανόνας της ηθικής. Τα δοκίμια της συνειδήσεως θα δυναμώσουν και απο την συμπερίληψη της πρόσθετης έννοιας της Synderesis η οποία προήλθε απο τον Ιερώνυμο και απο Λατίνους Φιλοσόφους, και η οποία είχε μεταφραστεί σαν scintilla conscientiae. (Δέν είναι αλήθεια, ο όρος είναι Στωικός και είναι όρος Συντήρησις. Λεπτομέρειες υπάρχουν στην ανάρτηση μας Apex Mentis. Αυτή η αστραπή της συνειδήσεως έγινε ο φωτισμός του Γερμανικού Μυστικισμού μέχρι τον Μπαίμε. Πάντως πρέπει να προστεθεί πώς οι Δυτικοί πιστεύουν ότι ενώ η ηθική της προθέσεως τρέφεται με την Ελληνική φιλοσοφία, η ανάλυση της συνειδήσεως και της Συντήρησης εξαρτάται απο την έμπνευση και την Χριστιανική εμπειρία. ΠΡΑΓΜΑ ΟΛΩΣΔΙΟΛΟΥ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΟ. Η θεολογία της Δύσεως και ο Μυστικισμός της είναι προχριστιανικά φαινόμενα).

Για να εξηγηθεί η εσωτερικότης και η ένταση της συνειδήσεως χρησιμοποιήθηκαν γενικές κατηγορίες όπως ότι είναι έμφυτος, ότι είναι πρακτική νοημοσύνη, ακόμη και των πρώτων αρχών. Όσο για την ηθική συνείδηση όλοι συμφώνησαν στην αρχή ότι υποχρεώνει.

Όταν όμως πρόκειται να εξηγηθεί ο αντικειμενικός εξωτερικός νόμος, οι λύσεις διαφοροποιούνται, ειδικά δέ ώς προς την πλανωμένη συνείδηση. Η φραγκισκανική σχολή ισχυρίζεται πώς δέν πρέπει να λογαριάζεται, διότι προηγείται ο σεβασμός πρός το Θείο νόμο, ο οποίος φανερώνεται απο την ουσιαστική τάξη των πραγμάτων.
Όπως είδαμε ο Ακινάτης ισχυρίζεται το αντίθετο: το αγαθό, το τέλος της θελήσεως μου δέν είναι το καθε αυτό αγαθό, αλλά το αγαθό που παρουσιάζεται απο την νόηση μου, δηλαδή απο την κρίση της συνειδήσεώς μου. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Εκείνο που καλώς ή κακώς η συνείδηση ειλικρινά (Διότι πρόκειται για κάτι άλλο απο την «αγαθή συνείδηση») κρίνει αγαθό και υποχρεωτικό, δένει για αυτόν τον λόγο μία θέληση. Εάν λοιπόν η θέληση μετακινείται, ακόμη και απο σεβασμό προς το νομοθέτη απο αυτό που η συνείδηση κρίνει σαν υποχρεωτικό αγαθό, έχουμε μία φυγή απο το αγαθό, και γι’αυτό ένα ηθικό κακό. Έτσι λοιπόν αμαρτάνω συνεχώς πράττοντας ενάντια στη συνείδηση μου. Να την ακολουθήσουμε ενάντια στον νόμο δέν είναι μικρό κακό και αδιάφορο, αλλά υποκειμενικώς είναι καλό.

Αυτή η εσωτερικότης και αυτό το απόλυτο, αυτή η απαραβίαστη ενύπαρξη και σταθερότητα εικονίζονται με μεγαλειώδη τρόπο απο τον Ακινάτη σχετικά με το πρώτο ξύπνημα της ηθικής συνειδήσεως στο μωρό, αλλά και σε κάθε ελεύθερη πρώτη πράξη : «Μία πράξη της οποίας το βάθος αγγίζει τις πηγές της ηθικής μου ζωής και στην οποία το εγώ ανήκει στον εαυτό του για να προβληθεί σε ένα σύνολο περαιτέρων πράξεων η ακολουθία των οποίων μπορεί να είναι απεριόριστη. Μία τέτοια πράξη μπορεί να έχει επαναληφθεί απο προηγούμενες αλλά αυτή παρόλα αυτά είναι ηθικός μία απόλυτη αρχή». Στην προθετική του αξία το εγχείρημα γεννά αντιρρήσεις, σκοτεινές και άγριες, αλλά αποφασιστικές : πάνω στή διάκριση τού καλού καί τού κακού, στήν άσβεστη επιταγή τής τάξεως γεγραμμένης σ’αυτή, στήν ξεκάθαρη αναφορά σ’ένα υπέρτατο Αγαθό πού είναι ο Θεός. Πρόκειται γιά μιά μηχανορραφία βασική καί πρωτόλεια, κάτω οπωσδήποτε από τό επίπεδο τής συνειδήσεως, χωρίς τήν επιστροφή τού πνεύματος στόν εαυτό του, καί επομένως ακόμη ανέκφραστη. Όμως αυτή ακριβώς η απουσία περιεχομένων δέν πρέπει νά μάς ξεγελάσει γύρω από τήν μυστική ένταση τέτοιων εμπνεύσεων ούτε από γύρω από τήν παρουσία αυτών τών προθέσεων: μυστήριο τής ανθρώπινης φύσεως, στό οποίο ο θεολόγος διακρίνει μία ικανότητα, μία παρουσία ήδη, τής χάρης τού Χριστού. Πρέπει νά φθάσουμε μέχρι αυτού τού σημείο, μέχρι αυτή τήν πηγαία πράξη, γιά νά μετρήσουμε τή «φωνή» τής συνειδήσεως, τήν αμείωτη αξιοπρέπεια, τήν έμφυτη διαλεκτική της. Περιοδικώς μέ τήν φανέρωση νέων πολιτισμών καί χάρη στίς ανακαλύψεις τους γιά τόν άνθρωπο, μερικές γενεές φαίνεται νά έχουν απαιτήσει τήν εμπειρία μιάς τέτοιας αφυπνίσεως, τήν οποία κατόπιν οι δάσκαλοι τής σκέψεως θά εννοιολογήσουν.

(Συνεχίζεται)

Σχόλιο: Ελπίζουμε οι περισσότεροι νά έχουν ήδη αντιληφθεί τήν εξάρτηση τών φιλοσοφιών πού κυριάρχησαν τίς τελευταίες δεκαετίες στόν τόπο μας από τίς φιλοσοφίες τής Δύσεως καί μάλιστα τού Ακινάτη.



Αμέθυστος

>Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

>

MARIE-DOMINIQUE CHENU

Τρείς αιτίες θα συντρέξουν στήν ωρίμανση αυτών τών μεγάλων εμπνεύσεων τού Αβελάρδου καί θά τούς δώσουν αποτελεσματικότητα σέ συγκεκριμένες εκφράσεις καί σέ συστηματικές αναλύσεις. Αυτή η εποχή τής σχολαστικής, στό μεθόριο τών μοντέρνων χρόνων, θά είναι η πρώτη μεγάλη προσπάθεια νά παραμείνουν μαζί ενωμένα, η υποκειμενικότης καί η αντικειμενικότης, στήν σταθερή τους διαλεκτική, μιά αρθρωμένη διαλεκτική σέ τέτοιο σημείο πού οι πιό σίγουροι ερμηνευτές της θά υπογραμμίσουν οι μέν τούς εξωτερικούς κανόνες, τούς αντικειμενικούς, καί οι άλλοι θά μετρήσουν τήν ενεργητικότητα τού υποκειμένου στήν παρουσία του στόν εαυτό του, στίς πρωτοβουλίες του (συνείδηση) καί στίς αποφάσεις του (ελευθερία).

Επειδή τοποθετούμεθα σέ μιά θρησκευτική προοπτική, θά εξετάσουμε τήν πρώτη από τίς εν λόγω εν ενεργεία αιτίες τής ευαγγελικής αναγεννήσεως : τόν χριστιανικό λαό ο οποίος θά ξεσηκωθεί εναντίον τών κοινωνιολογικών συμμορφώσεων καί τίς κανονιστικές ιεροπραξίες μιάς εκκλησίας μπλεγμένης στήν φεουδαρχία. Η αντίδραση εκρήγνυται μέσω τών άγριων διεκδικήσεων τής φτώχειας, μέ μιά τέτοια αποστασιοποίηση καί ασέβεια από τά γήινα πράγματα καί τήν μοίρα, πού είναι ακριβώς οι απαραίτητες προϋποθέσεις γιά την ανάπτυξη μιάς συγκαταβάσεως στήν νέα κοινωνία. Σαυτή τήν πράξη αποκαλύπτεται ένας μυστικισμός πού εσωτερικεύει τά γεγονότα, μέχρι καί τίς πλέον απειλητικές τους λεπτομέρειες .

Οι μύθοι τής πρώτης χριστιανικής κοινότητος (οι πράξεις) δέν είναι ιστορικές αναφορές γραπτώς αποδεδειγμένες, αλλά επανερμηνείες ενσαρκωμένες στίς επιδιώξεις τού χρόνου. Αυτά τά χαρίσματα θά κανονοποιηθούν πολύ γρήγορα στά διάφορα μοναστικά σχήματα, από τά οποία η αυστηρή κριτική τών δομών καί τών νόμων θά φθάσει μέχρι τήν αναρχία, αναγκάζοντας τούς συντηρητικούς νά τούς αντιμετωπίσουν. Αυτές οι εκκρήξεις θά στηρίξουν, στούς σχολαστικούς δασκάλους, μιά θεολογία τής ευαγγελικής ελευθερίας, τής εσωτερικότητος τής χάρης μέσα στή φύση καί τού υποκειμενικού κανόνος τής συνειδήσεως.

Αυτή η ευαγγελική αναταραχή εμφανίζεται από καί μέσα στό εσωτερικό μιάς αμφισβητήσεως τής φεουδαρχικής κοινωνίας, μέ τήν ακινητοποιημένη της καί ιεροπρεπή ιεραρχία (όρκος-ευχαριστία), αμφισβητούμενη από ανθρώπους οι οποίοι χτυπήθηκαν από τήν ευκινησία καί τήν έμπνευση μιάς οικονομίας τής αγοράς, πού χειραφετούνται από τούς όρκους τους γιά νά αφιερωθούν σέ ελεύθερες συνεργασίες, οικονομικές κοινότητες, πολιτικές, πολιτισμικές. Οι κοινότητες τών βιοτεχνών, οι αστικές κοινότητες, τά πανεπιστήμια. Όλοι αυτοί είναι τόποι όπου η οριζόντια κοινότητα συντάσσεται μέσω τής μονίμου πρωτοβουλίας τών προσώπων, σχετικής πάντοτε μέ τήν συνειδητότητά τους καί μέ τίς ελεύθερες επιλογές τους.

«Η πόλις ελευθερώνει», έλεγε ένα αξίωμα τού καιρού. Όλες οι δομές, τής εκκλησίας όπως καί τής «πόλεως», θά δεχθούν αυτή τή μετάγγιση αίματος. Καί δημιουργείται τοιουτοτρόπως μιά ανθρώπινη βάση γιά μιά νέα ηθική πραγματικότητα!

Επιτέλους – όπως συμβαίνει σέ κάθε αναγέννηση – λόγω μιάς περίεργης συμπτώσεως, αλλά ομογενούς στό βάθος της , θά ανακαλυφθούν τότε καί θά γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης, στά τεχνικά τους αποθέματα καί στήν πολιτισμική τους αξία, τά έργα τής Ελληνικής σκέψεως, τόσο αυτά πού αφορούν τίς επιστήμες τής φύσεως, όσο καί τήν παρατήρηση τής ανθρωπίνου συμπεριφοράς, τής ψυχολογικής καί τής ηθικής. Η φιλοσοφία τού Αριστοτέλη κατακλύζει σχεδόν όλους τούς τομείς, αλλά ιδιαιτέρως τής φυσικής καί τής μεταφυσικής –κατά τό δεύτερο ήμισυ τού 13ου αιώνος– καί κατόπιν μέσα στά πλαίσια τής ηθικής καί τής πολιτικής.

Τό δεύτερο μέρος τής θεολογικής σούμας του Ακινάτη, ένα αριστούργημα ανάμεσα στά άλλα του έργα, είναι γεμάτο μέ αυτές τίς πηγές, τό περιεχόμενο τών οποίων όμως θά μεταμορφωθεί από τίς ευαγγελικές απαιτήσεις. Πρόκειται γιά μιά σχολαστική αρχιτεκτονική η καθαρότητα τής οποίας είναι κυρίαρχη μέσα στά πλαίσια τής εσωτερικής ζωής. Θά παρακολουθήσουμε ένα απλό σχέδιο αυτής τής απαιτητικής ευαγγελικής καί θεολογικής εποχής, περιοριζόμενοι όμως στήν προσπάθεια τού Θωμά Ακινάτη.

Η ηθική τής προθέσεως καί τού πρωτείου τής συνειδήσεως, θά βασισθούν στήν προοπτική τού Αβελάρδου, εκτός από τήν κριτική πού θά δεχθούν οι μονοδιάστατες θέσεις. Η ανάλυση όμως θά προχωρήσει σέ ένα τέτοιο επίπεδο βάθους καί τέχνης πού θά συνδέεται απευθείας μέ τά ηθικά τού Αριστοτέλη : όπως π.χ. ο ορισμός τής θελήσεως (βιβλίο ΙΙΙ), ή η εσωτερική πράξη είναι η κυριαρχημένη πράξη, ή τό finis operis καί τό finis operantis, καί οι βασικές κατηγορίες γιά τήν εποχή του, τού αντικειμένου καί τού σκοπού. Οι πανεπιστημιακές διαμάχες πάνω στά θέματα αυτά υπήρξαν πολύ σκληρές, αλλά η λεπτότης τών ορισμών αυτών προέρχεται από τήν επείγουσα ανάγκη ριζικών επιλογών πάνω στήν ηθική.

Χωρίς νά επεκταθούμε άλλο, άς πούμε πώς ο Ακινάτης παρουσιάζει μιά προοπτική εντελώς καινούρια γιά τήν ηθική σύσταση τής ανθρώπινης πράξης, η οποία δέν βασίζεται πλέον στήν φυσική αγαθότητα, αλλά κρίνεται σύμφωνα μέ τήν τάξη τής θελήσεως ώς πρός τόν σκοπό της. Αυτό σήμαινε νά αντιστραφεί πλήρως η θέση τών προκατόχων του, τού Alberto Magno καί τού Bonaventura, παρότι διατηρεί μέ ταπεινοφροσύνη τήν τάξη τής σχολαστικής παραδόσεως : η θεληματική πρόθεση οργανωμένη, διευθετημένη πρός τόν σκοπό της, σάν τήν δική της ιδιαίτερη αρχή, καί όχι πιά μέ τό καλό καί τό κακό στή φύση.

Αυτή η προθετική σκοπιμότης η οποία διαθέτει τό πρωτείο πάνω στό αντικείμενο δίνει οπωσδήποτε τήν εντύπωση τού υποκειμενισμού. Στήν πραγματικότητα όμως η ουσιαστική θέση τήν οποία κατέχει η σκοπιμότης δημιουργεί τήν απαίτηση αντικειμενικότητος καί αληθείας μέχρι καί στήν εσωτερική καί βαθειά ζώνη τής ανθρώπινης πράξεως. Ταυτοχρόνως δέ ο βαθύς λόγος τής εσωτερικότητος μέσω τού τελικού σκοπού, είναι η ευτυχία μέσα στήν επικοινωνία, στήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Από τήν προσωπική απάντηση κάθε ανθρώπου σ’αυτό τό ερώτημα τού τελικού σκοπού εξαρτάται η ηθική αξία όλων τών ιδιαιτέρων πράξεων. Αυτή η απάντηση προετοιμάζεται μέσα σέ μιά επιλογή η οποία είναι οπωσδήποτε η πιό εσωτερική πράξη, η πιό προσωπική, η πιό υποκειμενική πού υπάρχει. Σύμφωνα μέ αυτή τήν αντίληψη η ανθρώπινη πράξη παρουσιάζεται: όχι σάν μιά σειρά απομονωμένων πράξεων, αλλά σάν τά απαραίτητα μέρη ενός οργανισμού ο οποίος κατευθύνεται από μιά ιεραρχία σκοπών καί ο οποίος κυριαρχείται από τήν πρόθεση ενός υπέρτατου σκοπού. Σ’αυτή τήν προοπτική η ανθρώπινη πράξη εμφανίζεται, κυρίως χάρη σττά συστατικά της, σάν βαθειά δυναμική καί δημιουργική, πνευματικής προόδου.

Κάτω από τούτο τό βαρύ δίκτυο, πρέπει νά αναγνωρισθεί επίσης πώς βρίσκεται σέ δράση η χριστιανική μαγιά τού πρωτείου τής αγάπης, πέρα από κάθε αντικειμενικό καί αντιληπτό κανόνα. Η ευαγγελική επιταγή τής υπέρτατης αξίας, τής ουσιώδους αξίας τής θελήσεως πού προκαλείται από τήν ελεημοσύνη.

Σχόλιο : Εδώ η μεταμόρφωση τής θεολογίας σέ ανθρωπολογία ολοκληρώνεται. Άς σημειωθεί επίσης ο κυρίαρχος ρόλος τού πρωτείου, η επιμονή γιά τήν εύρεση τού πρωτείου κάποιας λειτουργίας σ’αυτή τή μεταμόρφωση. Άς σημειωθεί επίσης ότι τά μεγαλειώδη Ηθικά έργα τού Αριστοτέλη δέν μεταμόρφωσαν τήν φιλοσοφία σέ ηθική. Άς προσέξουμε επίσης τήν τεράστια διαφορά σημασίας πού δίδεται στήν ελεημοσύνη από τόν Άγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος