>Η κριτική των απολογητών του Hegel — Περί ολοκληρωτικού κράτους. (3)

>

Συνέχεια απο : Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Ernst Topitsch

Kritik der HegelApologeten
Η κριτική των απολογητών του Hegel 3
Από τον συλλογικό τόμο:
Hegel und die Folgen
Gerd-Klaus Kaltenbrunner(Herausgeber)
Verlag Rombach Freiburg, 1970

Για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, πρέπει να ξανατονίσουμε, πως δεν ήταν λίγοι οι εθνικοσοσιαλιστές, οι οποίοι απέρριπταν τον εγελιανισμό, και πως αρκετοί αστοί εγελιανοί κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ, ήταν αποστασιοποιημένοι από την κυρίαρχη ιδεολογία. Το θαρραλέο κείμενο του Theodor Litt: „Philosophie und Zeitgeist“ (1935) είναι μια σημαντική μαρτυρία περί των εντάσεων που επικρατούσαν. Το πιο σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως οι επιθέσεις των ναζί στρέφονταν κυρίως εναντίον του υποτιθέμενου απόκοσμου και απολιτικού χαρακτήρα του γερμανικού ιδεαλισμού. Έτσι ο Litt αναφέρεται στην παρακάτω κριτική: “Ο γερμανικός ιδεαλισμός μεταξύ 1750 και 1850 ποθούσε το επέκεινα και ήταν απολιτικός. Αναζητούσε το βασίλειο του καθαρού πνεύματος, το βασίλειο των ιδεών, του ανθρωπισμού και της μόρφωσης, που βρισκόταν πάνω από την κακή πραγματικότητα, και έδειξε έτσι πως η φύση του ήταν μια εκκοσμικευμένη θεολογία(12, σελίδα 60, υποσημείωση 18).”Σε ολόκληρο το έργο δεν γίνεται καμιά αναφορά εγελιανή ιδεολογία περί κράτους εξουσίας, πράγμα που ίσως εξηγείται αν ληφθούν υπόψιν οι τότε συνθήκες. Δείχνει όμως σαφώς και τα όρια της τοποθέτησης, πολιτισμικής και πολιτικής, του Litt. Ακόμα και μετά το 1945, ο άξιος φιλόσοφος και παιδαγωγός, δεν είχε ξεκαθαρίσει την θέση του ως προς την ιδεολογία εκείνη, σε κανένα σημείο του έργου του, αν και έκφραζε καλά θεμελιωμένες τις αμφιβολίες του ως προς συγκεκριμένες πτυχές της φιλοσοφίας της ιστορίας του Hegel.[1]

Πιο πολύ ίσως και από τους αστούς-παραδοσιακούς στοχαστές, ντρέπονταν για τις σχέσεις εγελιανισμού και εθνικοσοσιαλισμού και αντίστοιχα ιταλικού φασισμού[2], εκείνοι οι αριστεροί, οι οποίοι σκόπευαν να αναπτύξουν τον μαρξισμό χρησιμοποιώντας εγελιανά στοιχεία. Οι φιλόσοφοι αυτοί, πολλοί από τους οποίους εξορίστηκαν από το χιτλερικό καθεστώς, πρέπει να ενοχλήθηκαν ιδιαίτερα από το γεγονός πως, ακριβώς εκείνοι οι τύποι σκέψης, στους οποίους οι ίδιοι είδαν τον θησαυρό της αληθινής ελευθερίας, ανθρωπισμού και δημοκρατίας, έπαιξαν ένα τόσο μοιραίο ρόλο στη προετοιμασία και στην υπηρεσία του Τρίτου Ράιχ(και συγγενών δικτατοριών). Είχαν λοιπόν την τάση, να πράξουν από κοινού, έμμεσα τουλάχιστον, μαζί με τότε διαλεκτικούς τελάληδες του απολυταρχικού καθεστώτος και τους αστούς αναπαλαιωτές των παραδόσεων των επιστημών του πνεύματος, οι οποίοι απωθούσαν, αποσιωπούσαν ή μείωναν την σημασία των γεγονότων.[3]

Κάπως αλλιώς ήταν τα πράγματα στον σοβιετικό μαρξισμό. Η εγελιανή πτυχή του είχε συρρικνωθεί κατά την πορεία δογματοποίησης και απλοποίησης της κληρονομιάς των κλασσικών (θεωρητικών).  Αυτό το γεγονός, όπως και η υποδούλωση της φιλοσοφίας στις ανάγκες της πολιτικής κατά τη διάρκεια του σταλινικού καθεστώτος, οδήγησαν, τουλάχιστο προσωρινά, σε μια αρνητική επιλογή(όσον αφορά την φιλοσοφία του Hegel). Επιτυχής ήταν μόνο εκείνος, που λόγω έλλειψης προσωπικών θέσεων, κατάφερνε να προσαρμοστεί απαλά στις εναλλασσόμενες απαιτήσεις του κόμματος, ή εκείνος που πρόδιδε τόσο λίγη νοημοσύνη, ώστε να φαίνεται ακίνδυνος για την ιεραρχία του κόμματος. Έτσι προέκυψε μια κατάσταση παράλληλη με αυτή των πρωτόγονων “στοχαστών” κατά τη διάρκεια του εθνικοσοσιαλισμού, για τους οποίους οι δύσκολα αποκωδικοποιήσιμοι στοχασμοί του Hegel ήταν πολύ περίπλοκοι, και γι’ αυτό αισθάνονταν μια αποστροφή προς αυτούς. Έλειπε λοιπόν το διανοητικό επίπεδο από την σταλινική διαπραγμάτευση με τον Σουαβό φιλόσοφο, αλλά και η ανάγκη προς απολογητισμό, που ήταν τόσο χαρακτηριστική για εγελιανίζοντες νεομαρξιστές. Το θέμα “Hegel και φασισμός” δεν ήταν ταμπού στην Σοβιετική Ένωση, αλλά, απ’ όσα γνωρίζει ο συγγραφέας, δεν έχει γίνει εμπεριστατωμένο ξεκαθάρισμα και κριτική ανάλυση αυτού του συμπλέγματος.

Ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα και ανάλυση λείπουν βέβαια και από την Δύση, αν και το θέμα προσφέρεται για αποδοτική έρευνα. Στον χώρο αυτό κυριαρχεί ακόμα η απολογητική υπέρ του Hegel, αν και όχι τόσο αδιαμφισβήτητη όπως πριν μερικά χρόνια.

Στα δεδομένα πλαίσια πρέπει να περιοριστεί η ανάλυση μόνο στα ουσιώδη. Ευελπιστούμε όμως πως θα ακολουθήσει μια εμπεριστατωμένη διαπραγμάτευση του θέματος. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις θεματικές ενότητες(κύκλους ερωτημάτων) που συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η πρώτη, ιστορική ενότητα, ασχολείται με το περιεχόμενο των διδασκαλιών του Hegel στα πλαίσια της κοινωνικής φιλοσοφίας και πολιτικής θεωρίας, όπως και με τις υπόλοιπες πολιτικές του εκδηλώσεις και συμπεριφορές. Περιλαμβάνει επίσης τις επιδράσεις της διδασκαλίας του στις διάφορες φιλοσοφικές και πολιτικές κατευθύνσεις, όπου επισημαίνονται ιδιαιτέρως τα δεδομένα που μέχρι τώρα ήταν ταμπού. Η ενότητα που έχει επιστημονικό-θεωρητικό και μεθοδολογικό χαρακτήρα, καταπιάνεται με τους τύπους σκέψης του Hegel και των συνεχιστών του, όπως και με ιδιαίτερα γνωσιολογικά προβλήματα που προκύπτουν από αυτούς τους τύπους σκέψης. Τέλος, πάνω στη βάση των ιστορικών και επιστημονικών ερευνών, μπορούμε να διαπραγματευθούμε το ερώτημα, με ποιο τρόπο είναι εφαρμόσιμα εκείνα τα διανοητικά οικοδομήματα, στην θεωρία και την πράξη, και πως εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται.

[1]    Th. Litt: Wege und Irrwege geschichtlichen Denkens, München 1948, S. 49.
[2]    Πρβλ. H. Franz: Von Herder bis Hegel. Frankfurt 1938, S. 149.
[3]    Βλέπε παρακάτω.

Aμέθυστος

>Η κριτική των απολογητών του Hegel — Περί ολοκληρωτικού κράτους. (2)

>

Συνέχεια απο : ΠΕΜΠΤΗ 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011

Ernst Topitsch 

Kritik der HegelApologeten
Η κριτική των απολογητών του Hegel 2
Από τον συλλογικό τόμο:

Hegel und die Folgen
Gerd-Klaus Kaltenbrunner(Herausgeber)
Verlag Rombach Freiburg, 1970


Αυτό το οπωσδήποτε όχι ασήμαντο σύμπλεγμα γεγονότων έχει μείνει, εντός των πλαισίων του ομοσπονδιακού κράτους της Γερμανίας, ανέγγιχτο. Οι μηχανισμοί απώθησης οι οποίοι είναι εν δράσει στην υπόθεση αυτή, είναι ακόμα πιο αποτελεσματικοί από αυτούς που για μιάμιση δεκαετία κράτησαν έξω από την δημοσιότητα, την γενική αλλά και την επιστημονική, τις σχέσεις που επικρατούσαν μεταξύ της εκκλησίας του κλήρου και των αυταρχικών και απολυταρχικών συστημάτων των δεξιών. Αν ερευνήσει κανείς την βιβλιογραφία των τελευταίων 25 χρόνων, θα νομίσει πως η κληρονομιά του Hegel δεν έπαιξε κανένα σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία αλλά και στην υπηρεσία του Τρίτου Ράιχ. Προσπαθούν το πολύ να εξαφανίσουν τα μοιραία αυτά δεδομένα, ή να ξεφύγουν με διπλωματικό τρόπο από αυτά, χαρακτηρίζοντας τα παρεξήγηση, κατάχρηση ή διαστροφή της εγελιανής διανοητικής περιουσίας.
Οι τάσεις αυτές λοιπόν καταλήγουν σε πολύ ανησυχητικές παραποιήσεις της ιστορίας. Έτσι υποστηρίζεται επανειλημμένως, πως ο Carl Schmitt, συνεχίζοντας τον Max Weber, και ως εκπρόσωπος της κοινωνιολογίας χωρίς αξίες, είχε προσφέρει την ιδεολογική δικαίωση της διακυβέρνησης του Χίτλερ. Αυτό όμως είναι μια εσκεμμένη παράβλεψη του γεγονότος, πως αυτός ο πολύπλευρος θεωρητικός, στο γραπτό με το οποίο στρέφεται προς τον εθνικοσοσιαλισμό, “Über die drei Arten des rechtswissenschaftlichen Denkens(1934), αναφέρεται στον Hegel ως στον πιο σημαντικό πρόγονο της αντιφιλελεύθερης και αντιδημοκρατικής πολιτικής θεωρίας. Ο Schmitt είχε αποστασιοποιηθεί τότε από την παλαιότερη θεωρία του (Dezisionismus, όπου η πράξη της απόφασης είναι πιο σημαντική από το τι έχει αποφασισθεί), και στράφηκε, με σαφή επίκληση στον Hegel, προς μια “συγκεκριμένη ταξική σκέψη”, η οποία θα δικαίωνε εθνικοσοσιαλιστικό σύστημα κυριαρχίας. Περί αυτού λοιπόν είχε γράψει: “Όλα αυτά τα ρεύματα και κατευθύνσεις της γερμανικής αντίστασης (εναντίον των φιλελεύθερων ιδεών του 1789) βρήκαν την συστηματική τους συμπερίληψη, την Summa τους, στην φιλοσοφία του Hegel περί δικαίου και πολιτείας. Εντός της φιλοσοφίας αυτής, η συγκεκριμένη ταξική σκέψη ζωντανεύει με μια άμεση δύναμη”(1). Στα πλαίσια αυτά εμφανίζεται και μια αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια, η οποία μπορεί να σκιαγραφήσει την πολιτική αξία που είχε τότε ο Hegel. Ο Schmitt λοιπόν είχε στείλει στον τότε γραμματέα του κράτους και αργότερα προέδρου του λαϊκού δικαστηρίου, Roland Freisler, ένα αντίτυπο του έργου του «Staat, Bewegung, Volk», έχοντας ως χειρόγραφη αφιέρωση μια φράση του Hegel, πράγμα που ο ευχαρίστησε πολύ τον Freisler(2). Όταν κανείς σε τέτοιες και παρόμοιες περιπτώσεις, για χάρη του Hegel, χειρίζεται τα ιστορικά δεδομένα με μεγάλη γενναιοδωρία, η δράση αυτή έχει τους βαρείς λόγους της. Η φιλοσοφία του ρομαντικού ιδεαλισμού και μάλιστα εκείνη του Hegel, κατείχε μια καίρια θέση στην ανάπτυξη της ευαγγελικής θεολογίας, αλλά και του συνόλου των επιστημών του πνεύματος στην Γερμανία. Παρίστανε δε, κατά κάποιον τρόπο, μια ιδεολογία-υπόβαθρο για το μεγαλύτερο μέρος της τάξης των μορφωμένων ευαγγελικών. Η κληρονομιά του Σουαβού στοχαστή είχε παίξει σημαντικότατο ρόλο πολύ πέρα από τα στενά πλαίσια του εγελιανισμού. Είχε μάλιστα επίδραση και σε ανθρώπους οι οποίοι έβλεπαν πολύ κριτικά τον φιλόσοφο(3). Το βασικό χαρακτηριστικό της κατάστασης αυτής ήταν, η απειλή που ασκούσαν οι πνευματικές και κοινωνικές δομές τις οποίες έφερνε η επιστημονική-βιομηχανική επανάσταση, αλλά και ανάγκη υπεράσπισης του παλιού από την απειλή του νέου. Στην ανάγκη αυτή ανταποκρίνονταν ιδιαιτέρως οι συλλογισμοί του Hegel, αφού υπόσχονταν, όχι μόνο να αποκρούσουν το νέο, αλλά και να το υπερβούν. Η επερχόμενη επιστήμη και διαφώτιση δεν αγνοήθηκαν απλά και δαιμονοποιήθηκαν, αλλά τοποθετήθηκαν σε μια κατώτερη θέση ενός διανοητικού οικοδομήματος, το οποίο βρισκόταν ακόμα στο έδαφος των μεταφυσικών-θεολογικών παραδόσεων της Δύσεως. Η “αναλυτική διάνοια” αναγνωρίστηκε, αλλά και υποτιμήθηκε ταυτόχρονα, ως αναγκαίο αλλά περιορισμένο, και άρα προς υπέρβαση προορισμένο, στάδιο πάνω στον δρόμο της λυτρώσεως, όπου η γνώση οδηγεί στα ύψη της θεωρίας (spekulative Vernunft). Με παρόμοιο τρόπο χειρίστηκε ο Hegel το κοινωνικό μέρος της οικονομίας και βιομηχανίας. Αυτό το μέρος αποτελούσε, φέροντας το όνομα “αστική κοινωνία” και όντας “κράτος ανάγκης και διάνοιας”, ένα σκαλοπάτι πριν από το “ηθικό κράτος νόησης”. Αυτό το κράτος είναι μια απόλυτη μοναρχία η οποία στηρίζεται στον στρατό, την γραφειοκρατία και την τάξη των ευγενών γαιοκτημόνων(4).
Η ιδεολογική χρησιμότητα τέτοιων συλλογισμών είναι φανερή. Προσφέρουν δηλαδή την δυνατότητα “ανταπόκρισης” στην επιστημονική-βιομηχανική επανάσταση, χωρίς να τεθεί σε σοβαρή αμφιβολία η παραδοσιακή κοσμοθεωρία, αλλά και συγκεκριμένες δομές εξουσίας. Χάριν της παραπάνω συνθήκης, η φιλοσοφία του Hegel προτιμάται, από την μια, από τους θεολόγους και μέλη άλλων επιστημών του πνεύματος, οι οποίοι θέλουν να έχουν την αναγνώριση, πως ο κλάδος τους έχει μεγαλύτερη αξία από τους κλάδους των φυσικών επιστημών. Από την άλλη πρόσφερε στις ηγετικές τάξεις των στρατιωτικών-γραφειοκρατικών απολυταρχιών, μια εντυπωσιακή κοινωνικό-μεταφυσική δικαιολογία της κυριαρχίας τους. Αν και λείπει  μια εμπεριστατωμένη έρευνα περί του θέματος, μπορούμε όμως να πούμε, πως οι συλλογισμοί του Hegel -από πρώτο, δεύτερο ή και τρίτο χέρι, μερικές φορές παραποιημένοι, και συχνά απλοποιημένοι- άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ηγετικούς κύκλους, πολιτισμικούς και πολιτικούς, της προτεσταντικής Γερμανίας. Εθνικό-συντηρητικοί ιερείς, καθηγητές (των πνευματικών επιστημών) πανεπιστημίων και γυμνασίων, ήταν το ίδιο φίλα προσκείμενοι στους συλλογισμούς αυτούς, όσο και οι υπάλληλοι και στρατιωτικοί. Με τις επιτυχίες της πολιτικής του Bismarck (1862-1890) πρωθυπουργός της Πρωσίας, (1871-1890) καγκελάριος της γερμανικής αυτοκρατορίας), οι εγελιανές παραδόσεις απέκτησαν μια επικαιρότητα, την οποία δεν είχαν μισό αιώνα πριν, και ο “σιδηρούς αυτοκράτορας- Eiserne Kanzler“ τις χρησιμοποίησε σκόπιμα.
Η ήττα του 1918 ήταν, για την ηγετική τάξη της εποχής του αυτοκράτορα Wilhelm, ένα συνταρακτικό γεγονός, το οποίο είχε αντίκτυπο τόσο στην κοσμοθεωρία της όσο και στο κοινωνικό  της κύρος. Αναπτύχθηκε έτσι μια ένταση, μεταξύ των κύκλων αυτών και της νέας γερμανικής Δημοκρατίας. Η ένταση αυτή εκδηλώθηκε στο ιδεολογικό επίπεδο, κυρίως στον αγώνα της “εθνικής αντιπολίτευσης” εναντίον του “ξένου προς τον λαό”, φιλελεύθερου-δημοκρατικού κόσμου (ιδεολογικού) της Δύσεως, με τον “διαλυτικό” του ατομικισμό και την λογικοκρατία. Ο αγώνας όμως ήταν και εναντίον του καπιταλιστικού ή μαρξιστικού “υλισμού”. Τέτοιοι συλλογισμοί ήταν πολύ διαδεδομένοι ακόμα και μεταξύ ακαδημαϊκών δασκάλων, οι οποίοι σπάνια ήταν διατεθειμένοι να αποδεχθούν το δημοκρατικό κράτος (της νέας γερμανικής Δημοκρατίας)(5). Οι παραδόσεις προερχόμενες από την φιλοσοφία του Hegel, προσφέρονταν, χωρίς καμιά δυσκολία, για τον μεταφυσικό εξευγενισμό τέτοιων πολιτικών θέσεων.
Δεν μπορούμε φυσικά να εξισώσουμε τα ρεύματα αυτά με τον εθνικοσοσιαλισμό. Αυτά όμως του έδωσαν όχι μικρή ώθηση, και εν μέρει κατέληξαν εκεί. Πρέπει επίσης να πούμε, πως το κίνημα του Χίτλερ δεν εξαπλώθηκε τόσο στην εδραιωμένη τάξη των ακαδημαϊκών, όσο μεταξύ των “ημιμαθών” και αταξικών, για τους οποίους η διανοητική δύναμη και η θεωρία του Hegel και των οπαδών του ήταν πολύ λεπτή και περίπλοκη. Η εγελιανή πολιτική μεταφυσική επέτρεψε όμως στην “εθνική αντιπολίτευση”, την πιστή στην μόρφωση και την παράδοση, να ρίξει μια γέφυρα, μεταξύ της παραδεδομένης διδασκαλίας περί αυταρχικού κράτους και του νέου απολυταρχικού κράτους, και να συνδεθεί έτσι με τους βάρβαρους σε ένα πνευματικά υψηλό επίπεδο.
Αγγίζουμε λοιπόν ένα από τα κρίσιμα σημεία, το οποίο ήταν αποφασιστικής σημασίας για την απώθηση η οποία ακολούθησε. Και αν ίσως οι εγελιανές παραδόσεις δεν κατέχουν κεντρική θέση στην (σε καμιά περίπτωση ομοιογενή) εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, τόσο πιο σημαντικές είναι για την ερμηνεία του προβλήματος της σχέσης μεταξύ της αστικής τάξης των μορφωμένων και του Τρίτου Ράιχ. Η τάξη αυτή συνέχισε να υπάρχει και μετά τον εθνικοσοσιαλισμό, και έβαλε την σφραγίδα της στην περίοδο ανοικοδόμησης μετά το 1945. Είναι λοιπόν κατανοητό πως έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τον διαφωτισμό εκείνου του συμπλέγματος γεγονότων. Όχι μόνο για να μην αποκαλυφθούν προσωπικές διαπλοκές, αλλά για να διατηρηθεί η αξιοπιστία των τύπων σκέψης, στους οποίους είχε συνηθίσει, και οι οποίοι ήταν ακόμα εν χρήσει.

1. W. Schmidt: Hegel und die Idee der Volksordnung. Leipzig 1944, S. 45
2. Deutsche Justiz, Jg. 1934, S. 38-Το πως ο Schmitt έβλεπε την σχέση μεταξύ εγελιανισμού και φασισμού φαίνεται και στο βιβλίο του: Positionen und Begriffe im Kampf mit Weimar-Genf-Versailles. Hamburg 1940, S. 112.
3. Πρβλ. E. Topitsch: Die Freiheit der Wissenschaft und der politische Auftrag der Universität. 2. Aufl. Neuwied-Berlin 1969, S. 24.
4. E. Topitsch: Die Sozialphilosophie Hegels als Heilslehre und Herrschaftsideologie. Neuwied-Berlin 1967, S. 64.
5. Πλούσιο υλικό περί της πολιτικής στάσης των Γερμανών ακαδημαϊκών εκείνης της εποχής: H. P. Bleuel: Deutschlands Bekenner. Professoren zwischen Kaiserreich und Diktatur, Bern-München-Berlin 1968.

Αμέθυστος 

>Η κριτική των απολογητών του Hegel — Περί ολοκληρωτικού κράτους.

>

Ernst Topitsch
Kritik der HegelApologeten

Από τον συλλογικό τόμο:

Hegel und die Folgen
Gerd-Klaus Kaltenbrunner(Herausgeber)
Verlag Rombach Freiburg, 1970

«Η ιδέα ενός γερμανικού κράτους εξουσίας, η ιστορία της οποίας άρχισε με τον Hegel, θα υποστεί στα χέρια του Hitler την χειρότερη και πιο μοιραία κορύφωση και εκμετάλλευση: Friedrich Meinecke»

Η απώθηση και αποσιώπηση των συσχετίσεων μεταξύ της κοινωνικής φιλοσοφίας του Hegel και του εθνικοσοσιαλισμού, και μάλιστα η τάση να απορριφθεί η όποια σχέση μεταξύ του Σουαβού φιλοσόφου και, της ιδεολογίας και πραγματικότητας των απολυταρχικών συστημάτων του αιώνα μας, αποτελεί ένα από τα πιο προφανή φαινόμενα της πνευματικής ζωής των Γερμανών, μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Παρ’ όλη την έντονη ενασχόληση, ιστορική και εκδοτική, με τις πνευματικές και κοινωνικές προϋποθέσεις του Τρίτου Ράιχ, στις συζητήσεις που γίνονται στην Γερμανία γίνονται πολύ σπάνια αναφορές στις παραδόσεις οι οποίες έχουν ως αρχή τον Hegel, αν και ένας εξαίρετος ιστορικός όπως ο Friedrich Meinecke, είχε ήδη το 1946 σαφώς εκφραστεί[1]. Το όνομα του φιλοσόφου μας λοιπόν δεν αναφέρεται ούτε μια φορά στο πλούσιο σε γνώσεις βιβλίο του Kurt Sontheimer „Antidemokratisches Denken in der Weimarer Republiκ”(1962). Και όταν ο Ralf Dahrendorf αγγίζει το θέμα στο αξιοσημείωτο βιβλίο του „Gesellschaft und Demokratie in Deutschland“(1965), οι αντιδράσεις που προκάλεσε έδειξαν μάλλον αποστροφή παρά συμφωνία.

Τα πράγματα αυτά όμως δεν μπορεί να είναι άγνωστα. Ήδη το 1921, ο Hermann Heller είχε παρουσιάσει την πορεία των παραδόσεων αυτών μέχρι την εποχή του, στο πολύ εμπεριστατωμένο έργο του, „Hegel und der nationale Machtstaatsgedanke in Deutschland“. Οι δε πηγές περί της μετέπειτα εξέλιξης είναι εύκολα προσβάσιμες. Είναι επομένως θαυμαστό, πως μετά το 1945, το έργο του Heller τυγχάνει ελάχιστης προσοχής στα μέρη μας. Όσο για την συνέχιση του, την οποία καθιστούν αναγκαία τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την έκδοση του βιβλίου, δεν μπορεί να γίνει λόγος. Μόνο μερικοί μαρξιστές συγγραφείς ασχολήθηκαν με τις σχέσεις μεταξύ εγελιανισμού και εθνικοσοσιαλισμού[2].

Ο συγγραφέας της παρούσας μελέτης προσπαθεί εδώ και μια δεκαετία, με όλο και αυξανόμενη ένταση, να φέρει σαφήνεια στην περιπλοκή αυτή, δυστυχώς χωρίς επιτυχία. Πέτυχε απλά να προκαλέσει μερικές αντιδράσεις οι οποίες θα αξιολογηθούν προς το τέλος του δοκιμίου. Αν όμως εξετάσουμε το θέμα “Hegel και Τρίτο Ράιχ” στην ολότητα του, θα δούμε πως – 25 χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος του Χίτλερ – το ταμπού δεν έχει ραγίσει αποφασιστικά.

Είναι φυσικά αδικαιολόγητο να αποδώσουμε στον Σουαβό στοχαστή (χωρίς να έχουμε κάνει περαιτέρω διακρίσεις) ευθύνη για την δημιουργία του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους εξουσίας. Το ολοκληρωτικό κράτος, ως φαινόμενο του 20του αιώνα, βρισκόταν έξω από τον ορίζοντα του φιλοσόφου. Όσο πιο βαθιά όμως μπαίνουμε στο αντικείμενο, τόσο πιο σαφές γίνεται, σε ποιο βαθμό η κληρονομιά του Hegel, δια μέσου της αυτοκρατορίας του Bismarck, εισχωρεί στον νοητό κόσμο της “εθνικής αντίστασης”, η οποία στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο  Meinecke, ήδη από την δεκαετία του 1920, είχε δει σαφώς την συσχέτιση μεταξύ αυτής της κληρονομιάς και των ολοκληρωτικών, αντιδημοκρατικών και αντιφιλελεύθερων ιδεολογιών που την εποχή εκείνη προσπαθούσαν να ανέβουν στην εξουσία[3].  Δεν μπορούμε φυσικά να εξισώσουμε τις ιδεολογίες αυτές με τον εθνικοσοσιαλισμό. Αυτές όμως, έμμεσα ή άμεσα, του έδωσαν ώθηση, και ουκ ολίγοι των εκπροσώπων τους, υποστήριξαν αργότερα τον Χίτλερ και το κράτος του.

Ανάμεσα στους συλλογισμούς αυτούς, οι διδασκαλίες, περί ενός εθνικιστικού κράτους εξουσίας, που προέρχονται από τον Hegel, λαμβάνουν μια ιδιαίτερη θέση. Ο λόγος είναι ότι καθιστούν δυνατό το να διεξάγεται αγώνας, σε ένα φιλοσοφικά ψηλό επίπεδο, εναντίον της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αλλά και εναντίον κάθε φιλελεύθερης δημοκρατίας δυτικού τύπου. Εξάσκησαν λοιπόν την επιρροή τους περισσότερο στα πανεπιστήμια και στις τάξεις των μορφωμένων, παρά στα απλά μέλη των εθνικοσοσιαλιστικών κομμάτων. Σημάδια της επίδρασης τους όμως βρίσκονται μέχρι και στην καθημερινή δράση των δεξιών ριζοσπαστικών ομάδων.

Μια επιλογή σημαντικών και χαρακτηριστικών ντοκουμέντων, περί του ρόλου που έπαιξε η κληρονομιά του Hegel στην προετοιμασία αλλά και στην υπηρεσία του Τρίτου Ράιχ, παρουσίασα σε άλλα δοκίμια.[4] Για να αποφευχθούν οι επαναλήψεις, εδώ αναφέρουμε μόνο τα κύρια σημεία, και παραπέμπουμε στο αναφερθέν υλικό. Λίγο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, δημοφιλείς ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, αλλά και διευθυντές σχολείων με επιρροή, είχαν αρχίσει τον πόλεμο κατά της φιλελεύθερης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, επικαλούμενοι την διδασκαλία του Hegel περί της μεταφυσικής του κράτους εν γένει, και ιδιαιτέρως την διαλεκτική. Εξευτέλιζαν επιπλέον τα ανθρώπινα δικαιώματα, δικαιολόγησαν θεωρητικά τον αντισημιτισμό και απαίτησαν την δημιουργία ενός απολυταρχικού, στρατιωτικού κράτους, με επικεφαλής ένα αρχηγό(Führer). Όταν το 1933 αυτό το κράτος έγινε πραγματικότητα, το στόλισαν με όλους τους πολύτιμους λίθους εκείνης της μεταφυσικής. Μέχρι που πήγε το πράγμα, διασαφηνίζουν μερικά αποσπάσματα από το δοκίμιο ‘‘Der Idealismus als Grundlage der Staatsphilosophi’’ που δημοσιεύτηκε το 1935, του Julius Binder, ενός κορυφαίου νέο-εγελιανού φιλοσόφου: “Πρέπει να κατανοήσουμε το κράτος ως πραγματικότητα του πνεύματος και τότε θα το συλλάβουμε ως πραγματικότητα της ελευθερίας… Είναι (το κράτος) η βούληση του λαού, ο οποίος από μόνος του προσδιορίζει τον τρόπο της ζωής του, το είναι του (Dasein) και την πραγματικότητα του, και είναι επομένως, ως αυτοπροσδιοριζόμενη βούληση, το είναι (Dasein) της ελεύθερης βούλησης. Το κράτος, ως ελεύθερη βούληση, είναι η πραγματικότητα της ελευθερίας, και επομένως πραγματικότητα της ηθικότητας.” Από αυτούς τους γενικούς συλλογισμούς περί κοινωνικής μεταφυσικής, ο συγγραφέας βγάζει πολύ συγκεκριμένα πολιτικά συμπεράσματα: “Με αυτά τα κείμενα είχα απλά τον σκοπό να κάνω πιο κατανοητό στους ανθρώπους το κράτος, το οποίο ονομάζουμε “τρίτο Ράιχ”, να τους δείξω πως δεν είναι ένα θηρίο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως απλή εξουσία πάνω σε μια αγέλη ανθρώπων που έχασαν την ελευθερία τους. Αλλά πως, παρόλη την εξουσία του με την οποία απαιτεί να ελέγχει ολόκληρη την ζωή των πολιτών του, δεν είναι ανελευθερία και εξαναγκασμός, αλλά πραγματική ελευθερία.”[5]

Η διδασκαλία του Hegel έδωσε επιχειρήματα, όχι μόνο για να δικαιολογηθεί η βίαιη εξουσία στο εσωτερικό, αλλά και ό ρατσισμός, η επεκτατική πολιτική και η αξίωση για κυριαρχία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το 1944 μπόρεσε κάποιος να γράψει: “Η διαλεκτική συγκεκριμένου-γενικού μας δείχνει και εδώ τον δρόμο προς το μέλλον…Η ιστορία δεν είναι απλά μια συνύπαρξη ή διαδοχή λαών, αλλά οι λαοί αυτοί είναι ενταγμένοι σε μια διαλεκτική τάξη. Σύμφωνα με τον Hegel, όπως μια συγκεκριμένη έννοια κυριαρχεί σε μια στιγμή, έτσι και οι λαοί, βάσει “της γεωγραφικής και ανθρωπολογικής τους ύπαρξης” καθορίζουν την εποχή τους. Ο  Hegel μιλά μόνο για την κυριαρχία αυτού του λαού, και δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, πως στην εποχή του, την γερμανική εποχή, έχει μπροστά στα μάτια του τον γερμανικό λαό..Η πρόοδος αυτή διαγράφεται ήδη στην πραγματικότητα και την επιστήμη, έτσι όπως υφίστανται στην ευρωπαϊκή τάξη, που είναι ένα σύστημα διοίκησης κάτω από την εξουσία του Ράιχ.”[6]

[1]    Το κείμενο της προμετωπίδας είναι από έργο του F. Meinecke: Die deutsche Katastrophe. Wiesbaden 1946, S. 28.
[2]    Πχ W. R. Beyer: Hegel-Bilder. Berlin(Ost) 1964.
[3]    Πρβλ. W. Hofer, εισαγωγή στο έργο του F. Meinecke: Die Idee der Staatsräson in der neueren Geschichte. 3. Aufl. München 1957, S. XIX.
[4]    E. Topitsch: Hegel und das Dritte Reich. In: Monat, Heft 213, Berlin, Juni 1966, E. Topitsch: Die Sozialphilosophie Hegels als Heilslehre und Herrschaftsideologie. Neuwied-Berlin 1967.
[5]    J. Binder: Der Idealismus als Grundlage der Staatsphilosophie. In: Zeitschrift für Deutsche Kulturphilosophie, I (1935), S. 155.
[6]    W. Schmidt: Hegel und die Idee der Volksordnung. Leipzig 1944, S. 158.
Μετάφραση Πέτρος
Σχόλιο : Οι σημερινοί αριστεριστές τύπου Ράμφου, στηριζόμενοι στίς ιδεολογίες πού προκύπτουν συνεχώς από τήν διαλεκτική τού συστήματος τού Χέγκελ, πέτυχαν καί στή φτωχή Ελλάδα, νά δημιουργήσουν ένα απολυταρχικό κράτος. Τό οποίο κράτος πρέπει νά πάρει τή θέση τού Κυρίου καί νά λατρευτεί τυφλά σάν ο θεός τού νόμου.
Αμέθυστος