>ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (15)

>

Βιβλία Γ, Δ, Ε – ΙV, V, VI
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
Και δεν φτάνουν όλα αυτά, αλλά σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η σοφία θα έπρεπε να ασχοληθεί με τις αιτίες, όχι μόνον με τη φυσική τους έννοια, αλλά και με τις κοινές αρχές σε όλες τις αποδείξεις (996 b 26-31). Θα δούμε πως αυτές είναι η αρχή της μη – αντιφάσεως, και η αρχή του τρίτου εξαιρουμένου. Αυτά δε, δεν είναι κάποια αντικείμενα, δεν είναι όντα, αλλά νόμοι, κανόνες που ισχύουν για όλα τα όντα.
Πώς είναι δυνατόν η σοφία να ασχολείται και με αυτά και με τα φυσικά όντα των οποίων, για παράδειγμα, ερευνώνται οι πρώτες αρχές:
Έπειτα ανάμεσα στα όντα τα ίδια, όπως θα δούμε, μερικά είναι ουσίες, άλλα είναι συμβεβηκότα, δηλ. ιδιότητες, κατηγορήματα των ουσιών. Πώς μπορεί μία επιστήμη μόνο να ασχοληθεί και με τις ουσίες και με τις ιδιότητές τους, όταν πρόκειται για γένη τόσο διαφορετικά μεταξύ τους; (997 α 25-30), και πώς μπορεί να ασχοληθεί με όλες τις ουσίες, όταν ακόμη και από τις ουσίες υπάρχουν διαφορετικά γένη, εάν δηλ. υπάρχουν διάφορα γένη ουσιών; (997 α 34 – b3). Αυτά λοιπόν είναι τα πρώτα προβλήματα που προτείνονται στο τρίτο βιβλίο, στο βιβλίο Βήτα, τα οποία είναι αναγκαίο να λυθούν για να εξασφαλιστεί στην επιστήμη την οποία αναζητούμε μια ενότητα χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, δεν είναι δυνατόν να είναι μια μοναδική επιστήμη. Και αν δεν είναι μια μοναδική επιστήμη, στη θέση της θα πρέπει να υπάρχουν διάφορες επιστήμες, και θα είναι πλέον περιττό να μιλάμε για σοφία, να μιλάμε για πρώτη φιλοσοφία.
Αυτές είναι οι πρώτες τέσσερις ή πέντε απορίες του βιβλίου Βήτα και στη συνέχεια του βιβλίου υπάρχουν άλλες δέκα ή έντεκα, οι οποίες όμως αφορούν τη φύση των αρχών, δηλ τη φύση των πρώτων αιτίων. Πριν ασχοληθεί όμως μ’ αυτές τις τελευταίες, είναι απαραίτητο για τον Αριστοτέλη, να βρει μία λύση για τις πρώτες, και η λύση ακριβώς για τις πρώτες απορίες βρίσκεται στο βιβλίο Γάμμα, δηλ. σ’ αυτό που για μας είναι τέταρτο και το οποίο είναι εμφανώς συνδεδεμένο με το Βήτα, διότι απαντά στις ερωτήσεις που τίθενται στο Βήτα, αυτό πρέπει να τονιστεί ιδιαιτέρως, διότι υπάρχει στην Αριστοτελική παράδοση, η τάση να διαβάζεται το βιβλίο Γάμμα, σαν να είναι η αρχή της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη, ξεχνώντας πως το βιβλίο Γάμμα είναι μια απάντηση στα προβλήματα που τέθηκαν στα προηγούμενα βιβλία, και επομένως καί τό νόημα των θεωριών που παρουσιάζει πρέπει να αξιολογηθεί σ’ αυτό το πλαίσιο.
Ακόμη και ανάμεσα στους σύγχρονους ερμηνευτές υπάρχει αυτή η τάση. Για παράδειγμα, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνος, που αφιέρωσε όλη του την προσοχή σταθερά στη Μεταφυσική του Αριστοτέλη, είναι ο Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ας δούμε όλες τις σελίδες που έχει αφιερώσει στην Μεταφυσική και θα τό καταλάβουμε, ιδιαιτέρως δε στα μαθήματα που αφιέρωσε στις βασικές έννοιες της αρχαίας φιλοσοφίας στο Μαρβούργο στα 1926. Σ’ αυτά τα μαθήματα, το κεφάλαιο στον Αριστοτέλη αρχίζει με μια έκθεση της Μεταφυσικής, πράγμα που είναι ήδη περίεργο, διότι η μεταφυσική δεν είναι το πρώτο έργο του Αριστοτέλη. Εκθέτοντας λοιπόν τη Μεταφυσική, ο Χάιντεγκερ αρχίζει αμέσως με το βιβλίο Γάμμα. Το βιβλίο αυτό όπως όλοι μας γνωρίζουμε, έχει μία διάσημη αρχή, τόσο όσο διάσημη είναι και η αρχή του βιβλίου άλφα: «Εστίν επιστήμη τις ή θεωρεί το ον ή ον και τα τούτω υπάρχοντα καθ’ αυτό». «Υπάρχει μια επιστήμη η οποία θεωρεί σαν θέμα της, το ον ως ον και ό,τι ανήκει σ’ αυτό συναφές της καθαυτό φύσεώς του» (1003 α 20-21).
Εάν αρχίσουμε λοιπόν τη μελέτη μας από τούτο το βιβλίο, μοιάζει να προτείνει ο Αριστοτέλης τον ορισμό του της σοφίας, της πρώτης επιστήμης, δηλ. μοιάζει να την κατανοεί βασικώς σαν επιστήμη του Είναι.
Αυτή η αρχή, όμως, πρέπει να διαβαστεί σαν μια πρόταση λύσης στις απορίες του βιβλίου Βήτα. Ας δούμε τι σημαίνει μια τέτοια ομολογία: υπάρχει μια Επιστήμη κ.τ.λπ.
Πρώτα απ’ όλα ο Αριστοτέλης δηλώνει πως αυτή η επιστήμη υπάρχει, υπάρχει η σοφία, υπάρχει η πρώτη φιλοσοφία, διότι ο Αριστοτέλης λέει επιστήμη τις, μία κάποια επιστήμη δηλ. ένα είδος επιστήμης, δηλ μιας επιστήμης διαφορετικής από όλες τις άλλες. Αυτή υπολογίζει «ή το ον ή ον.» Ο όρος που χρησιμοποιείται είναι θεωρείν, που σημαίνει θεωρώ ότι δηλ. μελετώ, εξηγώ. Το ον ή ον, θα έπρεπε να εννοηθεί κατά γράμμα, σαν ον, διότι ον στα ελληνικά είναι μετοχή του ρήματος είναι και σημαίνει αυτό που είναι.
Οι φιλόσοφοι που ακολούθησαν τον Αριστοτέλη, ξεκινώντας από τους φιλοσόφους του Μεσαίωνος, είτε μουσουλμάνοι, είτε Χριστιανοί, έδωσαν μεγάλη σημασία στη διαφορά ανάμεσα στο ον και στο είναι. Δικαιωματικά τρόπον τινά – για παράδειγμα για τον Αβικένα ή τον Ακινάτη – διότι στην οπτική των  μονοθεϊστικών και δημιουργισμικών θρησκειών, όπως ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, στη βάση ολοκλήρου της συλλήψεως της πραγματικότητος υπάρχει η έννοια της Δημιουργίας. Η δημιουργία λοιπόν σημαίνει ουσιαστικώς, την αιτία του είναι, αιτιολογεί το είναι, επομένως το θέμα προς εξήγηση, το αντικείμενο προς ερμηνεία, είναι το είναι, δεν είναι το ον, δεν είναι κάθε ον, αλλά μόνον αυτό λόγω του οποίου κάθε όν είναι, είναι ή πράξη λόγω της οποίας κάθε ον είναι.
Αυτή η διάκριση δεν έχει τόση σημασία για τον Αριστοτέλη.
Οπωσδήποτε γνωρίζει την διαφορά τους. Όμως για τον Αριστοτέλη κάθε ον είναι τέτοιο καθώς μπορούμε γι’ αυτό να μιλήσουμε για το είναι του, και είναι, είναι πάντοτε το είναι ενός όντος, έτσι ώστε αυτό που λέγεται για το Ένα, πρέπει να λεχθεί και για το άλλο, δεν υπάρχει αυτό που ονόμασε ο Χάιντεγκερ, «οντολογική διαφορά» ανάμεσα στο είναι και στο ον. Δηλ. από τη διαφορά ανάμεσα στο όν και στο είναι, είναι αναγκαία η υπέρβαση της  μεταφυσικής (űberwindung), διότι πρέπει να ξαναβρούμε την διαφορά ανάμεσα στο είναι και στο ον που ξεχάστηκε από τη Μεταφυσική.
Από μία ιστορική οπτική γωνία κατά κάποιο τρόπο πρέπει να αναγνωρίσουμε πως ο Χάιντεγκερ έχει δίκαιο, διότι υπάρχει στον Αριστοτέλη η επίγνωση της διαφοράς ανάμεσα στο είναι και στο ον, μόνο που αυτή η διαφορά δεν είναι γι’ αυτόν η πιο σημαντική. Το πιο σημαντικό πράγμα για τον Αριστοτέλη, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι να βρεθούν οι πρώτες αιτίες του όντος ή του είναι, και όχι ο τονισμός της διαφοράς είναι και όντος.
Ο Αριστοτέλης για παράδειγμα, λέει για το όν και για το είναι πολλές φορές τα ίδια πράγματα! Υπάρχει μια διάσημη δήλωση, την οποία θα συναντήσουμε σύντομα και η οποία επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλα του τα έργα, και η οποία είναι η εξής: το δε ον λέγεται μεν πολλαχώς (1003 α 33).
Λοιπόν στις περισσότερες περιπτώσεις αναφέρεται στο ον, υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου ο Αριστοτέλης λέει: το είναι πολλαχώς λέγεται (1019 α 5 ∙ 1077 b 17) και υπάρχει δε ιδιαιτέρως ένα σημείο στο οποίο εφαρμόζει αυτή του τη δήλωση στο γραμματικό είναι, το εστίν, δηλ. λέει: το εστίν λέγεται πολλαχώς (1042 b, 25-26). Έτσι λοιπόν για τον Αριστοτέλη, το ον, το είναι και το εστίν είναι διαφορετικοί τρόποι του ίδιου ρήματος «είναι», το οποίο παρουσιάζει τα ίδια πάντοτε χαρακτηριστικά. Σ’ αυτό το σημείο λοιπόν είναι εντελώς αδιάφορο να μεταφράσουμε: υπάρχει μια επιστήμη η οποία υπολογίζει το είναι σαν είναι» ή να το μεταφράσουμε κατά γράμμα: «υπάρχει μια επιστήμη η οποία υπολογίζει το ον σαν ον», διότι αυτό στο οποίο ο Αριστοτέλης συγκεντρώνει την προσοχή του δεν είναι η διαφορά ανάμεσα στο είναι και στο ον, αλλά το γεγονός πως το αντικείμενο ετούτης της επιστήμης είναι το ον, δηλ. κάθε ον, όλα όσα υπάρχουν θα μπορούσαμε να πούμε η ολότης του όντος, υπολογιζόμενη όμως επειδή  είναι ον, δηλ. σε εκείνο που είναι καθ’ εαυτή (η ολότης), στους χαρακτήρες, στις πλευρές που της ανήκουν, στις ποιότητες που της αναγνωρίζονται, καθ’ όσον ακριβώς είναι ον, υπαρκτό.  Γι’ αυτό ακριβώς ο Αριστοτέλης εξηγεί αμέσως τι εννοεί και λέει: «αυτή η επιστήμη, δεν ταυτίζεται με καμμία από τις ιδιαίτερες επιστήμες: διότι καμμία από τις επιστήμες δεν υπολογίζει το ον σα ον στην καθολικότητά του: αλλά αφού περιορίσουν ένα μέρος του, κάθε μια τους σπουδάζει τα χαρακτηριστικά αυτού του μέρους. Έτσι κάνουν π.χ. τα μαθηματικά (1003 α 21-26).
Όλες οι επιστήμες έχουν για αντικείμενό τους το ον, διότι οποιοδήποτε αντικείμενο και αν λάβουμε υπ’ όψιν μας, ως προς το είναι του, είναι ένα ον. Όπως π.χ. τα μαθηματικά, η αριθμητική και η γεωμετρία σπουδάζουν αντιστοίχως τους αριθμούς και τις φιγούρες αλλά εφόσον οι αριθμοί και οι φιγούρες είναι όντα, και αυτές ερευνούν όντα, όμως η αριθμητική ερευνά τα δικά της όντα καθόσον είναι αριθμοί, μελετά δηλ. τις ιδιότητες που ανήκουν σ’ αυτά τα όντα για το γεγονός και μόνον πως είναι αριθμοί. Και η γεωμετρία μελετά τα όντα της καθόσον είναι φιγούρες, και έτσι λοιπόν κάθε μια από αυτές τις επιστήμες λαμβάνει υπ’ όψιν της, μια ιδιαίτερη πλευρά του όντος.
Η επιστήμη όμως για την οποία γίνεται λόγος, θεωρεί το ον όχι σε μια ιδιαίτερη όψη του, αλλά σύμφωνα με όλα όσα του ανήκουν καθότι είναι ον, δηλ. σ’ αυτό που του ανήκει καθ’ εαυτό. Ο Αριστοτέλης το λέει αμέσως: και τις ιδιότητες που του ανήκουν καθ’ αυτό» (1003  α 20-21).
Καθ’ αυτό ακριβώς δείχνει ότι ανήκει στο ον για τον ίδιο τον εαυτό του, δηλ. λόγω του γεγονότος ότι είναι ον.
Έτσι λοιπόν ο Αριστοτέλης μ’ αυτόν τον ορισμό λύνει πάνω απ’ όλα την πρώτη από τις απορίες οι οποίες εκτίθενται στο βιβλίο Βήτα. Γιατί; Διότι αφού μας είπε πως υπάρχει αυτή η Επιστήμη, η οποία διακρίνεται από τις ιδιαίτερες επιστήμες διότι υπολογίζει το ον ως ον, συνεχίζει και ολοκληρώνει το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Γάμμα λέγοντας: «Έτσι λοιπόν επειδή ερευνούμε τις πρώτες αρχές και αιτίες – να η νύξη στο βιβλίο Άλφα μεγάλο, όπου είχε πει πως η σοφία ερευνά τις αρχές και τις πρώτες αιτίες – είναι φανερό πως αυτές πρέπει να είναι αιτίες και αρχές μιας πραγματικότητος καθ’ εαυτής (1003 α 26-28).
Έτσι λοιπόν, οι πρώτες αρχές και αιτίες, επειδή είναι αιτίες οι οποίες δεν εξαρτώνται από άλλες αιτίες, είναι πρώτες αιτίες, πρέπει να εξηγήσουν αυτό του οποίου είναι αιτίες, σ’αυτό πού είναι καθ’εαυτό, καί όχι στίς συμπτωματικές του όψεις ή σ’αυτές πού προστίθενται κάθε φορά τυχαίως. Μόνο σ’αυτό πού είναι καθ’αυτό δηλ, πρέπει νά είναι αιτίες τού όντος ως όντος. Γι’ αυτό ακριβώς ο Αριστοτέλης ολοκληρώνει λέγοντας: «Εάν λοιπόν, ακόμη και όσοι ερευνούσαν τα στοιχεία των όντων (δηλ. οι φυσικοί, οι πρώτοι φιλόσοφοι), έψαχναν αυτές τις υπέρτατες αρχές, αναγκαίως εκείνα τα στοιχεία δεν ήταν στοιχεία του συμπτωματικού όντος, αλλά του είναι σαν είναι. Έτσι λοιπόν και εμείς πρέπει να ερευνήσουμε τις πρώτες αιτίες του είναι ως είναι» (1003 α 28 -32).
Γιατί όμως είναι αυτή η απάντηση στην πρώτη απορία; Πολλοί μελετητές συμφωνούν και βλέπουν σ’ αυτή τη γραμμή τη λύση της πρώτης απορίας του βιβλίου Βήτα και συμφωνούμε μαζί τους, παρότι δεν είναι όλοι σύμφωνοι. Κατά τη γνώμη μας όμως είναι ξεκάθαρη η απάντηση. Η απορία ρωτούσε: Αφορά μία μόνον επιστήμη, σε μία και μοναδική επιστήμη, να μελετήσει όλα τα γένη αιτιών, παρότι είναι γένη τόσο διαφορετικά μεταξύ τους; Η απάντηση είναι: Ναι! Και γιατί; Διότι οι πρώτες αρχές είναι όλες αιτίες και αρχές τού είναι ή τού όντος υπολογιζόμενου καθ’ εαυτό, ως ον. Διότι τελικώς αυτή η σκέψη και ο υπολογισμός του όντος ωσάν ον, και αυτή η αναφορά των πρώτων αρχών στο ον σαν ον, προσφέρουν ενότητα στις πρώτες αιτίες,  καί παρότι δεν ανήκουν σε διαφορετικά γένη, παρ’ όλα αυτά είναι όλες τους αιτίες τού είναι σαν είναι, τού είναι καθ’ αυτό.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος
Advertisements

>ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (14)

>

Συνέχεια απο : Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Βιβλία Γ, Δ, Ε – ΙV, V, VI
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

Είδαμε λοιπόν στα προηγούμενα τον Αριστοτέλη να προτείνει έναν ορισμό τής σοφίας, η οποία τελικώς θα αποδειχθεί η επιστήμη η οποία εκτίθεται στο βιβλίο. Σαν σοφία δεν πρέπει να εννοούμε μόνον μια οποιαδήποτε επιστήμη των αιτίων – όλες οι επιστήμες είναι γνώση κάποιων αιτίων – αλλά η σοφία είναι γνώση των πρώτων αιτίων, των αρχών και των πρώτων αιτίων. Οι εκφράσεις «αρχές» και «πρώτες αιτίες» είναι ισοδύναμες, θέλουν να πουν το ίδιο πράγμα, διότι πρόκειται για αιτίες οι οποίες δεν εξαρτώνται από άλλες αιτίες, για αιτίες οι οποίες δεν έχουν άλλη αιτία πριν από αυτές. Είδαμε επίσης να προσφέρει και μια σπουδαία διάκριση ανάμεσα στους τέσσερις διαφορετικούς τύπους ή γένη αιτίας: υλική, αιτία μορφής ή φόρμας, επαρκούς και τελικής αιτίας.

Στο τρίτο βιβλίο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει μια σειρά προβλημάτων, αποριών, οι οποίες πρέπει να λυθούν, ύστερα από την δέουσα συζήτηση και έρευνα όλων των προτερημάτων υπέρ ή κατά καθεμιάς από τις δυνατές προτεινόμενες λύσεις: όλες αυτές οι απορίες θα πρέπει να βρουν την λύση τους στο υπόλοιπο μέρος του έργου. Ο αριθμός των αποριών δεν είναι ξεκάθαρος, διότι ο Αριστοτέλης παρότι εκθέτει δύο φορές τον κατάλογό τους, την μία φορά αναφέρεται σε δεκαπέντε, την άλλη σε δεκατέσσερις. Η διαφορά τους προέρχεται από την τέταρτη, διότι την μία φορά εκτίθεται ξεχωριστά, την άλλη μαζί με την πέμπτη, πάντως οι πρώτες τέσσερις ή πέντε απορίες, αφορούν το αντικείμενο της επιστήμης που διαπραγματευόμαστε, και πιο συγκεκριμένα ρωτούν πως είναι δυνατόν η σοφία, η επιστήμη που ψάχνουμε, νά είναι μία καί μοναδική επιστήμη, παρότι πρέπει νά ασχοληθεί μέ αντικείμενα τα οποία είναι μεταξύ τους αρκετά διαφορετικά, σχεδόν ετερογενή, όπως είναι πάνω απ’ όλα οι τέσσερις αιτίες! (996 α 18-998 α 19).

Έχουμε επισημάνει ήδη πως οι λεγόμενες τέσσερις αιτίες είναι στην πραγματικότητα τέσσερα διαφορετικά γένη αιτίων. Σύμφωνα με την θεωρία του Αριστοτέλη περί επιστήμης, η οποία βρίσκεται καταχωρημένη σε ένα έργο επί της λογικής, στα Αναλυτικά Ύστερα, -στο οποίο ολόκληρο το πρώτο βιβλίο είναι αφιερωμένο από τον Αριστοτέλη στην περιγραφή της δομής μιας επιστήμης όπως θα έπρεπε να είναι, και το μοντέλο στο οποίο βασίζεται είναι αυτό της γεωμετρίας, της γεωμετρίας που σήμερα ονομάζουμε Ευκλείδεια, η οποία υπήρχε ήδη την εποχή του Αριστοτέλη – σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή την θεωρία τής επιστήμης, κάθε επιστήμη πρέπει να έχει σαν αντικείμενο ένα και μοναδικό γένος πραγμάτων, δηλ. πράγματα τα οποία ανήκουν στο ίδιο γένος. Για παράδειγμα, η αριθμητική έχει σαν αντικείμενο τους αριθμούς, που ανήκουν στο γένος αριθμοί, η γεωμετρία έχει σαν αντικείμενο τα σχήματα, τρίγωνα, κύκλους, τα οποία ανήκουν στο γένος σχήματα! Κάθε επιστήμη κλίνει προς ένα μοναδικό γένος, και αποδεικνύει τις ιδιότητες των αντικειμένων που ανήκουν σε κείνο το γένος, βασιζόμενη σε αρχές εκείνου του γένους και μόνον, οι οποίες ισχύουν για κείνο το γένος και μόνον.

Κάθε επιστήμη χρησιμοποιεί επίσης και κοινές αρχές – θα δούμε ποιες είναι οι κοινές αρχές – αλλά όμως πέρα από τις κοινές αρχές πρέπει να διαθέτει και δικές της αρχές, δηλ. που ανήκουν αποκλειστικά στο γένος των αντικειμένων με τα οποία ασχολείται.

Έτσι λοιπόν οι επιστήμες, σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία, είναι εξ’ ορισμού και πάντοτε Ιδιαίτερες Επιστήμες, ξεχωριστές η μία από την άλλη, αυτόνομες η μία από την άλλη, διαθέτουσα κάθε μία τις δικές της αρχές και κατά τον Αριστοτέλη, αυτή είναι η μόνη συνθήκη για την δυνατότητα να εξαχθούν αυθεντικές αποδείξεις. Οι αποδείξεις συνίστανται στο ξεκίνημά τους από τις ιδιαίτερες αρχές που ανήκουν σε μια ξεχωριστή επιστήμη και στην εξαγωγή από αυτές, μέσω συλλογισμών, τών ιδιοτήτων των αντικειμένων που ανήκουν στην συγκεκριμένη επιστήμη. Για παράδειγμα, μια διάσημη απόδειξη στο χώρο της γεωμετρίας είναι η απόδειξη πως κάθε τρίγωνο έχει το άθροισμα των εσωτερικών γωνιών του ίσο με δύο ορθογώνια! Για να ισχύει μια απόδειξη, δεν πρέπει να περάσει από το ένα γένος στο άλλο, δηλ. δεν πρέπει να εισάγει μέσα στην αλληλουχία των προτάσεων, καμμία πρόταση που να αφορά διαφορετικό γένος αντικειμένων από εκείνο στο οποίο κλίνει η απόδειξη.

Στο φως αυτής της θεωρίας η σοφία, υποχρεωμένη να ασχοληθεί με όλα τα γένη αιτίων, που είναι διαφορετικά μεταξύ των, πως μπορεί να είναι μια μοναδική επιστήμη;

Αυτά τα γένη αιτίων, λέει ο Αριστοτέλης, δεν είναι αντίθετα μεταξύ τους (996 α 18-21). Τα αντίθετα ανήκουν σε ένα και στο ίδιο γένος, είναι αντικείμενο επομένως μιας και αυτής επιστήμης, όπως π.χ. η Ιατρική έχει σαν αντικείμενό της την ασθένεια και την υγεία, που είναι αντίθετα μεταξύ τους αλλά ανήκουν στο ίδιο γένος.

Έτσι λοιπόν, πώς μπορεί η σοφία να ερευνήσει όλες τις πρώτες αιτίες, εάν αυτές ανήκουν σε τόσο διαφορετικά γένη μεταξύ τους; Εάν δεν είναι ούτε καν αντίθετα το ένα από το άλλο, εάν υπάρχουν μερικά αντικείμενα που δεν διαθέτουν καν όλες αυτές τις αιτίες; Για παράδειγμα τα ακίνητα όντα δεν έχουν όλα τα γένη αιτίων (996α 21-23).

Όταν ο Αριστοτέλης μιλά για ακίνητα όντα, γενικώς σκέπτεται τους αριθμούς, τις γεωμετρικές φιγούρες, δηλ. τα αντικείμενα των μαθηματικών τα οποία είναι ακίνητα, διότι ότι λέγεται γι’ αυτά δεν αλλάζει μέσα στο χρόνο. Όταν σχηματίζω το θεώρημα «το άθροισμα των εσωτερικών γωνιών ενός τριγώνου, είναι ίσο με δύο ορθογώνια», αυτή η αλήθεια ισχύει πάντοτε διότι οι ιδιότητες του τριγώνου δεν αλλάζουν. Για όντα αυτών των ειδών γένους, για παράδειγμα, δεν έχει νόημα να ζητάμε την τελική ή την επαρκή αιτία. Η επαρκής αιτία είναι η αιτία της κινήσεως, αλλά όταν έχουμε να κάνουμε με ακίνητα όντα, δεν υπάρχει κίνηση, και επομένως δεν υφίσταται η ανάγκη μιας επαρκούς αιτίας και δεν υπάρχει επιπλέον ούτε ένας σκοπός, διότι ο σκοπός είναι το τέλος προς το οποίο τείνει η κίνηση, προς το οποίο τείνει η πρόοδος. Αυτή είναι μια αυθεντική δυσκολία. Μια αυθεντική απορία.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (13)

>

Συνέχεια απο : ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 4 ΜΑΡΤΙΟΥ 2011

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 
Βιβλία Α, α, Β, -Ι, ΙΙ, ΙΙΙ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

(951 b 1-9) Όγδοο επιχείρημα: Η ματαιότης των Ιδεών των πλατωνιστών και το θέμα των Ιδεών των «έργων τέχνης»
Η νέα απόδειξη έχει δύο στόχους: αποδεικνύει (Α) πως ο διαχωρισμός καθιστά τις Ιδέες εντελώς ακατάλληλες και ανεπαρκείς στον σκοπό τους και επιπλέον (Β) πως είναι εντελώς άχρηστες.

(Α) Οι Ιδέες ισχυρίζονται οι πλατωνικοί, είναι η ουσία και το είναι των πραγμάτων: εάν είναι όμως έτσι δεν μπορούν να χωρισθούν, διότι η ουσία των πραγμάτων είναι το πιο εσωτερικό και οικείο πράγμα αυτών των Ιδεών των πραγμάτων. Να ξεχωρίσουμε λοιπόν την ουσία από αυτό του οποίου είναι ουσία, που πάει να πει το θεμελιώδες από αυτό του οποίου είναι θεμέλιο, είναι απλώς παράλογο. Είναι όμως ο ίδιος παραλογισμός ο οποίος επραγματοποιήθη κατά πρώτον από τον ίδιον τον Πλάτωνα, ο οποίος έκανε τις Ιδέες υπερβατικές και ταυτόχρονα τις τοποθέτησε σαν αιτία του είναι (του ουσιώδους και της υπάρξεως) και του Γίγνεσθαι των πραγμάτων (Φαίδων 100 Α).

(Β) Ακόμη και παραδεχόμενοι την ύπαρξη των Ιδεών, θα ήταν απολύτως άχρηστες εάν δεν υφίστατο μία αιτία κινήσεως, η οποία θα παρήγαγε τα πράγματα των οποίων συμμετέχουν. Ακόμη δε περισσότερο, αυτοί οι ίδιοι οι πλατωνιστές αρνούνται πως υπάρχουν αντίστοιχες Ιδέες των αντικειμένων της τέχνης. Έτσι λοιπόν οι αιτίες οι οποίες παράγουν ένα δαχτυλίδι ή ένα πράγμα είναι άλλες και δεν είναι οι Ιδέες, κατά τους πλατωνικούς. Γιατί όμως τότε δεν θα μπορούσαν να είναι αυτές οι άλλες οι αιτίες και των Φυσικών πραγματικοτήτων;

Εάν ο Πλάτων αρνήθηκε στ’ αλήθεια την ύπαρξη Ιδεών των έργων τέχνης, είναι μια διφορούμενη θέση. Είναι βέβαιο πως ο Πλάτων τις δέχεται καθαρά όπως φαίνεται στους διαλόγους της ωριμότητος ξεκινώντας από τον Κρατύλο (398 A-D), από την Πολιτεία (Χ 596 Α…), ακόμη από την Έβδομη Επιστολή (ΥΙΙ 342 D 5) και στο τελευταίο τυ έργο τους Νόμους (ΧΙΙ 965 B-C). Όμως τοποθετούσε τις Ιδέες των έργων τέχνης σε μια «μεσαία» θέση, και αντιθέτως από τις Ιδέες των Φυσικών πραγμάτων τις θεωρούσε δημιουργημένες από τον Δημιουργό. Ο Αριστοτέλης στις θέσεις του πολλές φορές αναμειγνύει τους μαθητές του Πλάτωνος με τον ίδιο τον Πλάτωνα και με τα διάφορα ρεύματα ερμηνείας που ακολουθήθηκαν από τους μαθητές του Πλάτωνος. Για να εξηγήσουμε όμως καλύτερα και τη στάση του Αριστοτέλη πρέπει να έχουμε κατά νου πως για τον Αριστοτέλη ουσίες αληθινές είναι μόνον οι Φυσικές, όπως αναφέρεται στο Η βιβλίο των Μεταφυσικών και πως η Φύσις έχει μια ξεκάθαρη υπεροχή στην τέχνη. Ο Πλάτων πάντως έθετε τις Ιδέες περί των έργων τέχνης, στο ίδιο επίπεδο με τις ψυχές.

(991 b 9-21) Ένατο επιχείρημα: οι Ιδανικοί αριθμοί και οι Ιδέες – αριθμοί δεν μπορούν να είναι αιτίες των πραγμάτων. Η νέα επιχειρηματολογία στρέφεται ενάντια στην μεταμόρφωση των Ιδεών σε Αριθμούς και σε Ιδέες – αριθμούς. Έτσι λοιπόν, (α) εάν ειπωθεί πως οι αριθμοί είναι αιτία επειδή οι αριθμοί είναι αιώνιοι, δεν δίνεται απάντηση στο πρόβλημα, διότι το αιώνιο δεν σημαίνει και αιτία (b) εάν ειπωθεί όμως πως τα πράγματα δίνονται από αριθμητικές σχέσεις και γι’ αυτό οι αριθμοί είναι αιτία των πραγμάτων, καταστρέφεται η ίδια η φύσις των αριθμών όπως εξηγείται αμέσως: εάν λοιπόν πούμε πως οι αριθμοί είναι αιτία διότι τα αισθητά πράγματα είναι συγκεκριμένες αριθμητικές σχέσεις, όπως είναι μια σχέση για παράδειγμα η αρμονία, τότε είναι αναγκαίο να υπάρχει μια ύλη ή υλικά στοιχεία τα οποία εισέρχονται σε σχέση (η σχέση είναι πάντοτε σχέση κάποιου πράγματος με κάτι άλλο). Τότε και οι Ιδέες – αριθμοί θα πρέπει να είναι σχέσεις αριθμητικές συγκεκριμένων στοιχείων, διότι θα πρέπει να υπάρχουν μέσα στις Ιδέες – αριθμούς όλα όσα υπάρχουν μέσα στα αισθητά, ακριβώς διότι αυτές είναι αιτίες από τις οποίες τα αισθητά αντλούν όλο τους το είναι. Εάν όμως οι Ιδεατοί αριθμοί, παράγουν σχέσεις, πρέπει οι ίδιοι να είναι σχέσεις και εάν είναι σχέσεις παύουν να είναι αριθμοί με την αληθινή και απλή έννοια. Έτσι θα καταστρέφονταν εντελώς οι αριθμοί, διότι θα κατέληγε σαν μια αριθμητική σχέση ενός υποστρώματος και όχι μια ουσία, και θα καταστρεφόταν αυτό το ίδιο το σύστημα των πλατωνιστών.

(9991 b 21-27) Δέκατο επιχείρημα: παραλογισμοί που ακολουθούν στη συσχέτιση των Ιδεών με τους αριθμούς.

Εάν οι Ιδέες είναι αριθμοί πρέπει να μπορούν να προστεθούν καθότι αριθμοί, όπως π.χ. προστίθεται το 3 στο 4 και λαμβάνεται το 7. μπορούν όμως να προστεθούν δύο Ιδέες και να πάρουμε μόνο μία; Εάν προσθέσουμε για παράδειγμα, την Ιδέα του ανθρώπου και την Ιδέα του σκύλου, δεν μπορούμε να λάβουμε μία Ιδέα!

Το λάθος του Αριστοτέλη βρίσκεται στο γεγονός πως εκλαμβάνει τους Ιδανικούς αριθμούς σαν να είναι Μαθηματικοί αριθμοί.

(992 α 2-10) Δέκατο τέταρτο επιχείρημα: Δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Ένα σε σχέση με τους Ιδεατούς αριθμούς. Εάν οι Ενότητες είναι πιο συγκεκριμένα διάφοροι, όπως ισχυρίζονται οι πλατωνικοί, θα έπρεπε να πουν, για να είναι ακριβείς, πως είναι αρχές τόσο οι ενότητες γενικώς, όσο και οι διαφορές των Ενοτήτων, θα έπρεπε να κάνουν όπως οι Φυσικοί φιλόσοφοι οι οποίοι τοποθέτησαν περισσότερα σωματικά στοιχεία σαν αρχές των πραγμάτων: δεν είπαν δηλ. πως αρχή είναι το σωματικό ή υλικό στοιχείο γενικώς, αλλά μίλησαν συγκεκριμένα λέγοντας πως αρχές είναι η φωτιά, η γη κ.λπ. Αντιθέτως οι πλατωνικοί δεν μιλούν συγκεκριμένα και έτσι χειρίζονται τις ενότητες σαν να ήταν όχι διάφοροι αλλά αδιάφοροι, δηλ αδιαφορότητες, δηλ ομοιογενείς, ομοιομερείς. Έτσι όμως οι αριθμοί παύουν να είναι Ιδανικοί αριθμοί και γίνονται μαθηματικοί και επομένως παύουν να είναι ουσίες. Πάντως, συνεχίζει ο Αριστοτέλης, είναι προφανής η ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε το θέμα της διαφοράς: Διότι οι πλατνωικοί εισάγουν, πάνω από όλες τις ενότητες, Ένα Ένα εις εαυτόν, το Εν αυτό, σαν υπέρτατη αρχή.

Σίγουρα το Εν αυτό, δεν μπορεί να έχει το ίδιο νόημα με τις άλλες ενότητες, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να είναι αρχή, διότι δεν θα διαφοροποιείτο από τις άλλες ενότητες!

(992 α 10-19) Δέκατο πέμπτο επιχείρημα: Από τις αρχές των πλατωνιστών δεν συνάγονται τα μεγέθη!

Οι πλατωνιστές θέλοντας να επαναφέρουν τα όντα (τα οποία ο Αριστοτέλης ονομάζει ουσίες) στις αρχές που είχαν θέσει (και ήταν αρχές των όντων το μεγάλο και το μικρό, τα οποία ονόμαζαν αόριστα Δυάδα). Θέλοντας λοιπόν να επαναφέρουν τα πάντα σ’ αυτή τη Δυάδα, έλεγαν πως αρχές του μήκους ήταν το κοντό και το μακρύ, πεπεισμένοι πως το μήκος προέρχεται από αυτά, που είναι ένα είδος μεγάλου και μικρούς, και πως οι αρχές της επιφάνειας είναι το στενό και το πλατύ, τα οποία είναι επίσης ένα είδος μεγάλου και μικρού! Ο Αριστοτέλης λοιπόν τους κατηγορεί πως δηλώνοντας ότι στερεά, επιφάνειες και γραμμές, προέρχονται από τα διαφορετικά είδη του μεγάλου και του μικρού, πέφτουν στον παραλογισμό να δείχνουν ότι αυτά τα όντα είναι διαφορετικής φύσεως και δεν είναι πλέον αλληλοπεριεχόμενα το ένα στο άλλο. Έτσι π.χ. η επιφάνεια δεν μπορεί να περιέχεται στο στερεό διότι αυτό δεν προέρχεται από το πλατύ – στενό αλλά από το ψηλό – χαμηλό. Έτσι σύμφωνα με τις αρχές των πλατωνιστών τα πιο υψηλά γένη δεν είναι δυνατόν να περιέχονται στα πιο χαμηλά!

Εδώ θα σταματήσουμε την έκθεση της κριτικής του Αριστοτέλη στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνος και θα επανέλθουμε στην έκθεση της Μεταφυσικής εκ μέρους του Enrico Berti.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (12)

>

Συνέχεια απο : Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Βιβλία Α, α, Β, -Ι, ΙΙ, ΙΙΙ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

(990b22 – 991a8). Πέμπτο επιχείρημα: η Θεωρία των Ιδεών εμπλέκει ύπαρξη όχι μόνον των Ιδεών των ουσιών όπως ισχυρίζονται. Η Επιχειρηματολογία αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα:

1. Υπάρχει μια δομική διαμάχη ανάμεσα στις συνέπειες που οδηγεί η λογική των αποδείξεων της υπάρξεως των ιδεών και στις συνέπειες που συνάγονται από την εξέταση της φύσεως των Ιδεών. Ακολουθώντας τη λογική των αποδείξεων, θα μπορούσαμε να δεχθούμε Ιδέες των πάντων και όχι μόνον των ουσιών ( διότι είναι δυνατόν να μειώσουμε κάθε πολλαπλότητα σε ενότητα της εννοίας). Ενώ η ίδια τη φύση της Ιδέας απαιτεί τις Ιδέες μόνον ουσίες, διότι και αυτές είναι ουσίες και διότι η μετοχή των πραγμάτων στις Ιδέες είναι ουσιώδης και όχι απλώς  ένα συμβεβηκώς. Γι’ αυτό τα πράγματα μετέχουν των Ιδεών, μόνον επειδή αυτές είναι ουσίες, και αντίστροφα οι Ιδέες είναι μόνον Ιδέες ουσιών.

2. Είναι μια απάντηση σε πιθανή αποφυγή του πιο πάνω επιχειρήματος από τους πλατωνικούς. Διότι θα μπορούσαν να ισχυρισθούν: Απορρίπτουμε την αντίρρησί σου, διότι, για μας, ο όρος ουσία, αναφερόμενος στον ύστατο κόσμο, δεν έχει την ίδια σημασία που δίνει στον αισθητό κόσμο, κι έτσι λοιπόν, τίποτε δεν απαγορεύει σε μια Ιδέα να είναι ουσία και στο αντίστοιχό της στον αισθητό κόσμο να μην είναι ουσία. Έτσι λοιπόν, ενάντια σ’ αυτή την πιθανότητα ο Αριστοτέλης αποδεικνύει πως ο όρος που δείχνει μια ουσία στον κόσμο των Ιδεών δεν μπορεί να σχεδιάσει μια ουσία και στον αισθητό κόσμο (και αντιστρόφως). Εάν δεν ήταν τοιουτοτρόπως, δεν θα είχε κανένα νόημα να πούμε πως η Ιδέα είναι η ενότης της αισθητής πολλαπλότητος, διότι αυτό θα ισοδυναμεί με το να πούμε πως αυτή είναι η ουσία η ίδια αυτής της πολλαπλότητος και επίσης αυτό που είναι κοινό σ’ αυτή την αισθητή πολλαπλότητα. Με άλλα λόγια ακριβώς επειδή είναι ενότης της πολλαπλότητος και αν δεν είναι έτσι, τότε η Ιδέα δεν μπορεί να δείχνει μια ουσία στον Ιδεατό κόσμο και κάτι που δεν είναι ουσία (…. Απλό συμβεβηκώς) στον αισθητό κόσμο. (είναι παράλογο να πιστεύουμε πως δύο όντα διαθέτουν την ίδια φύση και το ένα είναι ουσία και το άλλο όχι).

3. Στο τρίτο αντεπιχείρημα ο Αριστοτέλης συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε στο προηγούμενο. Εάν δεχθούμε τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε πιο πάνω και πούμε πως υπάρχει ταυτότης φύσεως ανάμεσα στις Ιδέες και στα αισθητά πράγματα, τότε καταλήγουμε στην άπειρη πρόοδο, δηλ. στον «τρίτο άνθρωπο», όπως αποδεικνύει το παράδειγμα της δυάδος (εάν οι Ιδέες και τα αντίστοιχα πράγματα έχουν την ίδια Φύση ή φόρμα, θα είναι πάντοτε δυνατά, βάσει της λογικής του συστήματος, να εννοήσουμε αυτή την κοινή Φόρμα σαν νέα Ιδέα και έτσι στο άπειρο). Εάν δε δεχθούμε τα παραπάνω συμπεράσματα, τότε ανάμεσα στην Ιδέα και στα αντίστοιχα πράγματα δεν θα υπάρχει κοινότης φύσεως, και τότε ανάμεσα στις Ιδέες και στα πράγματα δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο κοινό από το απλό όνομα και έτσι η Θεωρία των Ιδεών θα χάσει κάθε νόημα. Εν τέλει λοιπόν, με τη Θεωρία των Ιδεών μπαίνουμε σε αδιέξοδο, από το οποίο δεν μπορούμε να βγούμε.

(991 α 8-13). Έκτο επιχείρημα: οι Ιδέες των πλατωνιστών δεν ευνοούν στην εξήγηση ούτε του είναι των πραγμάτων ούτε της γνώσεώς των.

Οι Ιδέες όταν γίνονται κατανοητές με τον τρόπο που τις εννοούν οι πλατωνιστές, δηλ σαν υπερβατικές ή ξεχωρισμένες από τα αισθητά, δεν χρειάζονται σε τίποτε πια συγκεκριμένο:

1. Δεν εξηγούν την κίνηση ή τις αλλαγές (την κίνηση των ουράνιων σωμάτων και τις αλλαγές εδώ κάτω) διότι δεν είναι επαρκείς αιτίες.

2. Δεν εξηγούν το είναι των πραγμάτων (το είναι που μπορεί να γίνει κατανοητό, μαζί, και στο ουσιώδες νόημα και στο υπαρξιακό νόημα, το είναι καθ’ εαυτό και το υπάρχειν) διότι ακριβώς δεν ενυπάρχουν στα πράγματα.

3. Δεν εξυπηρετούν ούτε στη γνώση των πραγμάτων, για τον ίδιο λόγο, διότι για να διευκολύνουν στη γνώση των πραγμάτων θα έπρεπε να είναι μέσα στα πράγματα και όχι έξω από τα πράγματα.

Τώρα, εάν προσπαθήσουμε να ανακατέψουμε τις Ιδέες με τα πράγματα όπως προσπαθούν μερικοί πλατωνικοί, με τον τρόπο του Αναξαγόρα, φτάνουμε εύκολα σε μερικούς παραλογισμούς:

1. Εάν οι Ιδέες ανακατευθούν με τα άλλα πράγματα, θα έπρεπε πάνω απ’ όλα να είναι σώματα, διότι το ανακάτεμα γίνεται μόνον ανάμεσα σε σώματα.

2. Θα έπρεπε να είναι αντίθετες ανάμεσά τους, διότι αυτή η ένωση επιτυγχάνεται μόνον μεταξύ αντιθέτων.

3. Επιπλέον, η ένωση αυτή θα έχει σαν συνέπεια, σε κάθε πράγμα με το οποίο ενώνεται, η Ιδέα να ενώνεται ολόκληρη ή με ένα της μέρος, δύο υποθέσεις παράλογες και οι δύο.

4. Σε κάθε πράγμα δε, θα είναι ανακατεμένη όχι μόνον μία, αλλά περισσότερες Ιδέες (όπως π.χ. στον άνθρωπο η Ιδέα του ανθρώπου και η Ιδέα του ζώου), πράγμα που θα έφερνε το ανακάτεμα των Ιδεών μεταξύ των. Εάν δεχθούμε λοιπόν το ανακάτεμά τους με τα πράγματα, τότε παύουν να είναι μοντέλα και θα κατέληγαν στην ίδια μοίρα με τα αισθητά.

Τι εννοεί με τις αντιρρήσεις του ο Αριστοτέλης; Οπωσδήποτε πρέπει να ενυπάρχουν με κάποιο τρόπο οι Ιδέες στα πράγματα, αλλά όχι με τον τρόπο που θέλουν οι πλατωνικοί, αλλά λειτουργώντας με έναν πιο ριζικό τρόπο, δηλ. αφαιρώντας την υπερβατικότητα των Ιδεών και παραιτούμενοι από την προσπάθεια να θέσουμε τις Ιδέες σαν ουσιώδη όντα, κάνοντάς τες απλώς την ενυπάρχουσα φόρμα του αισθητού.

(991 α 19 – 991 b 1). Έβδομο επιχείρημα: οι πλατωνιστές παρουσιάζουν απορητικούς δεσμούς ανάμεσα στις Ιδέες και στα πράγματα. Τα πράγματα δεν μπορούν να προέλθουν από τις Ιδέες με τους τρόπους που επιθυμούν οι πλατωνιστές, δηλ διά της μιμήσεως ή διά της συμμετοχής (Φαίδων, 100D) για τους εξής λόγους:

α). Θα ήταν απαραίτητη μια επαρκής αιτία η οποία θα ενεργούσε στα αισθητά κυττάζοντας τις Ιδέες, δηλ. σαν μεσάζων ανάμεσα στις Ιδέες και στα πράγματα. [Στην πραγματικότητα ο Πλάτων στον Τίμαιο 28C, μιλά ακριβώς για έναν Δημιουργό ο οποίος διαθέτει ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Αλλά ο Αριστοτέλης αποσιωπά σχεδόν όλες τις εξηγήσεις κλειδιά του Πλάτωνος για να αποκαλύψη ευκολότερα……..

β). Στην απουσία αυτής της ενδιαμέσου επαρκούς αιτίας, τα πράγματα θα μπορούσαν μια χαρά να είναι όμοια με τις Ιδέες χωρίς να είναι καθόλου μίμησί τους. Το να είσαι όμοιος σε κάτι δεν εμπλέκει και υποχρεωτικά να είσαι μίμησις αυτού. Δύο πράγματα μπορούν να μοιάζουν, χωρίς να είναι υποχρεωτικά η μία μοντέλο και η άλλη αντίγραφο. Το γεγονός δε, πως οι Ιδέες είναι αιώνιες και τα πράγματα που τους ομοιάζουν δεν είναι, δεν αλλάζει τίποτε, διότι η έννοια της αιωνιότητος δεν εμπλέκει αναγκαίως και εκείνην του αντιγράφου.

γ). Ενός και του αυτού πράγματος θα υπάρχουν περισσότερα μοντέλα. Ο άνθρωπος είναι λοιπόν, και άνθρωπος και ζώο και δίποδο και έτσι θα πολλαπλασιάσει ταυτοχρόνως αυτά τα τρία μοντέλα. Αντίθετα από το δόγμα των πλατωνιστών οι οποίοι θέτουν ένα μόνο μοντέλο για κάθε είδος πραγμάτων.

δ). Τέλος, οι Ιδέες θα είναι μοντέλα και αντίγραφα την Ίδια στιγμή. Για παράδειγμα η Ιδέα (Γένος) του ζώου (το ζώο καθ’ εαυτό), επειδή διαθέτει καθ’ εαυτή και άλλες Ιδέες(τις Φόρμες ή είδη του ανθρώπου, του σκυλού κ.τ.λ.) θα έπρεπε να είναι (χάριν της λογικής του συστήματος) μοντέλλο αυτόν και με την σειρά τους αυτές θα έπρεπε να είναι μοντέλλα των αισθητών πραγμάτων. Τοιουτοτρόπως η Ιδέα του ζώου θα κατέληγε μοντέλλο ενός μοντέλλου. Ενώ η Ιδέα του άνθρωπου θα ήταν μοντέλλο (σε σχέση με τους αισθητούς ανθρώπους) και αντίγραφο (ως προς της Γενική Ιδέα του ανθρώπου).

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (11)

>

Συνέχεια απο : ΤΕΤΑΡΤΗ, 19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011

ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Βιβλία Α, α, Β, -Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

Τρίτο επιχείρημα : (990b 15-17) κριτική των πιο επιστημονικών αποδείξεων των πλατωνικών, υπέρ των Ιδεών (ακριβέστεροι των λόγων) : ενώ τα προηγούμενα επιχειρήματα που ελέγχθηκαν έφταναν, το περισσότερο, να αποδείξουν την ύπαρξη ενός καθόλου (κοινόν), το οποίο όμως δεν παρουσίαζε αναγκαίως τα χαρακτηριστικά των Ιδεών (δεν ήταν δηλ. χωρισμένο και αυθύπαρκτο), τα καινούρια παραδείγματα φαίνονται να αποδεικνύουν επιπλέον την ύπαρξη ενός μοντέλου (παράδειγμα) των πραγμάτων εδώ κάτω, και το οποίο είναι ΟΝ κατεξοχήν.

Αυτό λοιπόν είναι ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας της Ιδέας. Οι πρώτοι δηλ. αποδεικνύουν ότι υπάρχει κάτι που είναι καθολικό κατηγόρημα πολλών πραγμάτων και κατόπιν ως μη ώφειλαν πηδούν από αυτό το καθολικό κατηγόρημα στην Ιδέα – ουσία και στο υπέρτατο Ον. Ενώ τα καινούρια επιχειρήματα που μας απασχολούν δεν χάνονται σ’ αυτό το ανώφελο άλμα.

Ο Αριστοτέλης λοιπόν μιλά α) για επιχειρήματα που καταλήγουν σε σχετικισμούς και β) για επιχειρήματα που καταλήγουν στον «τρίτο άνθρωπο». Εμείς θα παρακολουθήσουμε από κοντά τα επιχειρήματα που οδηγούν στον «τρίτο άνθρωπο».

1. Λέγεται πως τα κοινά κατηγορήματα των ουσιών είναι κοινά κατεξοχήν και αυτά είναι Ιδέες.

Λένε πως τα πράγματα που ομοιάζουν μεταξύ των είναι όμοια λόγω μετοχής σε κάτι ταυτόσημο, και αυτό είναι η Ιδέα.

Μια Τρίτη έκφραση είναι η εξής: Ο τρίτος άνθρωπος αποδεικνύεται και με τον ακόλουθο τρόπο: εάν αυτό που είναι αληθινό κατηγόρημα ενός ορισμένου αριθμού πραγμάτων και υπάρχει σαν κάτι που είναι άλλο και πέρα από τα πράγματα που ορίζει και είναι χωρισμένο από αυτά (αυτό ακριβώς αποδεικνύουν όσοι υποστηρίζουν τις Ιδέες, διότι κατ’ αυτούς υπάρχει ένας άνθρωπος καθ’ εαυτός, καθώς ο άνθρωπος ορίζεται σαν αλήθεια των ιδιαίτερων ανθρώπων οι οποίοι είναι πολλοί και δεν συμπίπτει με τους ιδιαίτερους ανθρώπους). Εάν είναι έτσι τα πράγματα τότε θα πρέπει να υπάρχει ένας τρίτος άνθρωπος.

Εάν δηλ. το κατηγόρημα είναι διαφορετικό από τα πράγματα των οποίων είναι κατηγόρημα και ενυπάρχει καθ’ εαυτό, και εάν ο άνθρωπος ορίζεται και με τα ιδιαίτερα κατηγορήματα και με τήν Ιδέα, τότε θα υπάρχει ένας τρίτος άνθρωπος πέρα από τούς συγκεκριμένους ανθρώπους και της Ιδέας του ανθρώπου. Και τοιουτοτρόπως θα υπάρχει και ένας τέταρτος : Εκείνος που ορίζεται από αυτό και από την Ιδέα και από τους συγκεκριμένους ανθρώπους και έτσι εις το άπειρο. Όπως είναι γνωστό το επιχείρημα του τρίτου ανθρώπου είναι παρόν στον «Παρμενίδη», 132Α… Επί πλέον, υπάρχουν ισχυρισμοί πως το επιχείρημα ανήκει στον σοφιστή Πολυξένη. Το επιχείρημα είναι ξεκάθαρο, απλώς μένει να δούμε γιατί ο Αριστοτέλης το συγκαταλέγει ανάμεσα στους ακριβέστερους λόγους.

Διότι οι ακριβέστεροι λόγοι δεν είναι παρά μια ακριβέστερη εκδοχή των επιχειρημάτων που ανήκουν στην κατηγορία του Ενός επί πολλών! Η ακρίβεια οφείλεται στην ιδιαίτερη προσοχή που αποδίδουν στον τρόπο με τον οποίο το Εν ανακηρύσσεται κατηγόρημα των πολλών.

(990b 17-22) Τέταρτο επιχείρημα : ασυνέπεια της Θεωρίας των Ιδεών με την Θεωρία των Πρώτων Αρχών. Ο Αριστοτέλης κατηγορεί τους πλατωνικούς για μια αντίφαση που ενυπάρχει ανάμεσα στα επιχειρήματα που έχουν σαν σκοπό τους να αποδείξουν την ύπαρξη των Ιδεών και στο δόγμα των Αρχών από τις οποίες αυτοί οι ίδιοι παράγουν τις ίδιες τίς Ιδέες, δηλ. την Δυάδα και το Ένα. Είναι μια τόσο μεγάλη αντίφαση δε, που, εάν γίνουν πιστευτά τα επιχειρήματα που αποδεικνύουν την ύπαρξη των Ιδεών, καταστρέφονται οι Αρχές, οι οποίες είναι πιο σημαντικές από τις Ιδέες για τους πλατωνικούς, επειδή είναι ακριβώς οι Αρχές από τις οποίες προέρχονται οι Ιδέες. Επομένως σαν συνέπεια, καταστρέφονται και οι ίδιες οι Ιδέες.

Ο Αριστοτέλης λοιπόν, αναφέρει τρεις λόγους:

1. Από τα επιχειρήματα συμπεραίνεται πως δεν προηγείται (δηλ. δεν είναι η Αρχή) η Δυάδα αλλά ο αριθμός.
2. Συμπεραίνεται πως το σχετικό προηγείται του καθ’ εαυτόν.
3. Συμπεραίνονται και άλλες συνέπειες τις οποίες όμως ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει,

Με ποιόν τρόπο όμως καταστρέφονται οι Αρχές;

Εάν από όλα τα πράγματα από τα οποία εξέρχεται σαν κατηγόρημα ο κοινός όρος (αυτός είναι ξεχωρισμένος και είναι η Ιδέα, τότε εάν και από την αόριστη Δυάδα εξέρχεται σαν κατηγόρημα η Δυάς, πρέπει να υπάρχει κάτι που προηγείται αυτής και είναι Ιδέα. Τοιουτοτρόπως όμως δεν μπορεί να είναι πλέον αρχή η αόριστη Δυάς, ακόμη περισσότερο όμως δεν μπορεί να είναι αρχή ούτε η Δυάδα – Ιδέα, διότι και σε αυτή κατηγορούμενο είναι ο αριθμός, καθότι είναι μια ιδέα, και διότι κατά τους πλατωνικούς οι Ιδέες είναι αριθμοί και συνεπώς γι’ αυτούς θα έπρεπε να είναι πριν ο αριθμός, καθότι είναι μια Ιδέα. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, ο αριθμός θα προηγείται στην αόριστη δυάδα, που κατ’ αυτούς είναι αρχή και έτσι δεν μπορεί να προηγείται του αριθμού. Δεν μπορεί λοιπόν η δυάδα να είναι πλέον αρχή, από τη στιγμή που είναι δυάδα λόγω της συμμετοχής της σε κάτι.

2. Συνεχίζοντας εδώ που τελειώνει η πρώτη επιχειρηματολογία όπου αποδεικνύεται πως τελικώς ο αριθμός είναι πριν από την δυάδα, συνεχίζει: εάν ο αριθμός είναι σχετικός (διότι κάθε αριθμός είναι αριθμός κάποιου πράγματος) και είναι το πρώτο των όντων, από τη στιγμή που είναι πριν και από την δυάδα που θεωρείται αρχή, το σχετικό θα έπρεπε, να είναι τότε γι’ αυτούς προγενέστερο από αυτό που είναι δι’ εαυτόν! Αυτό όμως είναι παράλογο διότι κάθε σχετικό είναι μεταγενέστερο. Διότι ακριβώς το σχετικό δείχνει την αναφορά μιας πραγματικότητος που προϋπάρχει, η οποία είναι πριν από την αναφορά η οποία προστίθεται.

3. Οι άλλες συνέπειες, στις οποίες αναφέρεται ο Αριστοτέλης χωρίς περισσότερες εξηγήσεις, διευκρινίζονται ως εξής από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα! α) Μια ιδέα δεν μπορεί να είναι προγενέστερη μιας άλλης Ιδέας, διότι όλες οι Ιδέες είναι αρχές. Τότε το Ένα καθ’ εαυτό και η Δυάδα καθ’ εαυτή είναι Ιδέες με τον ίδιο τρόπο του ανθρώπου καθ’ εαυτού του αλόγου καθ’ εαυτού και της καθεμίας άλλης από τις Ιδέες. Οπότε δεν μπορεί να υπάρχει μία από αυτές αν προϋπάρχει της άλλης και επομένως δεν υπάρχουν αρχές. β) Στη συνέχεια βλέπουμε πόσο παράλογο είναι μια Ιδέα να «μορφοποιείται» (ειδοποιείσθαι) από μια άλλη Ιδέα, διότι είναι όλες φόρμες. Εάν όμως αρχές είναι το Ένα και η αόριστη Δυάς, μια Ιδέα θα μπορεί να μορφοποιηθεί από μια άλλη Ιδέα, επειδή η Δυάς καθ’ εαυτή μορφοποιείται από το Ένα καθ’ εαυτό. Αυτό ακριβώς διδάσκουν για τις αρχές, ότι το Ένα είναι Φόρμα και η Δυάδα ύλη. Οπότε παύουν να είναι Αρχές. γ) Επιπλέον, εάν οι Ιδέες είναι απλές, δεν θάπρεπε να συστήνονται από διαφορετικές αρχές. το Ένα όμως και η αόριστη Δυάς είναι διαφορετικά. δ) Τέλος, ο αριθμός των δυάδων θα είναι εκπληκτικός, εάν άλλη είναι η Δυάς καθ’ εαυτή, άλλη η αόριστη Δυάς και άλλη ακόμη η μαθηματική δυάς την οποία χρησιμοποιούμε στις αριθμητικές πράξεις και η οποία δεν ταυτίζεται με καμμία από τις προηγούμενες και άλλη είναι επιπλέον εκείνη μέσα στα πράγματα που μπορούν να αριθμηθούν και είναι αισθητά.

Όπως φαίνεται λοιπόν η αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία των αρχών και στο δόγμα των Ιδεών είναι αθεράπευτη και γι’ αυτό για να σταθεροποιήσουμε την ύπαρξη των Ιδεών, καταστρέφονται οι αρχές και κατά συνέπεια και αυτές οι ίδιες οι Ιδέες εφόσον θέλουμε να προέρχονται από τις αρχές.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (10)

>

Συνέχεια απο : Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
Βιβλία Α, α, Β, -Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

Στο Α9 μετά την κριτική του στους πυθαγόρειους, ακολουθεί μια λεπτομερής κριτική της θεωρίας των ιδεών του Πλάτωνος, μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη. Οι Ιδέες του Πλάτωνος και η κριτική τους δεν έτυχαν μεγάλης προσοχής, παρότι το πρόβλημά τους επανέρχεται σήμερα βίαια με την κυριαρχία της Φυσικής Επιστήμης σε ολόκληρο το Επιστητό. Ο ίδιος ο Πάουελ αποκαλύπτει, πως οι νόμοι της Φυσικής είναι αρχετυπικοί, δηλ. Ιδέες, διότι αρχέτυπα ονόμασε τις Ιδέες ο Αυγουστίνος. Γιατί έχει σημασία αυτή η αποκάλυψη του Πάουελ; Διότι ο ίδιος ο Αυγουστίνος εδραιώνοντας το υποκείμενο σαν κέντρο του ανθρώπου, στη θέση του ΝΟΥ, κατέστρεψε τελικώς τα αρχέτυπά του, διότι οι Ιδέες μειώθηκαν σε έννοιες! Φτάνοντας να διαβρώσουν ανεπανόρθωτα την Φιλοσοφία και τη Θεολογία, οι οποίες διατηρούνται πλέον σαν Ιστορίες της Φιλοσοφίας ή της Θεολογίας, καταγράφοντας δηλ. τις μεταλλάξεις των εννοιών ανά τους αιώνες. Θα παρακολουθήσουμε, Θεού θέλοντος και αυτή τη μείωση, με συντομία, αλλά μέχρι τότε ας επανέλθουμε στον Αριστοτέλη.

Υπάρχουν 26 επιχειρήματα εναντίον της Θεωρίας των Ιδεών τα οποία θα διατρέξουμε με συντομία. Τα περισσότερα σχόλια οφείλονται σε αρχαίους σχολιαστές του Αριστοτέλη.

(990b 1-8) 1ο)Επιχείρημα Οι Ιδέες δεν εξηγούν αλλά διπλασιάζουν τα πράγματα που θα ‘πρεπε να εξηγήσουν. Με τον κόσμο των Ιδεών οι πλατωνιστές εισήγαγαν ένα διπλό του αισθητού κόσμου, κάτι που είναι άχρηστο και επικίνδυνο. Διότι, αντί να εξηγήσουν τα πράγματα με τη Θεωρία των Ιδεών τα διπλασιάζουν και δυστυχώς τα πράγματα από τη στιγμή που θα διπλασιαστούν, όχι μόνον μένουν ανεξήγητα αλλά γίνονται και πιο πολύπλοκα. Ο Bonitz μας αποκαλύπτει σ’ αυτό το σημείο πώς ο Αριστοτέλης όπως εξηγεί λίγο πιο κάτω στό Β2 997 b 5 ή στο Ζ16, 1040 b 30, εννοεί ότι οι Ιδέες αντί να είναι ερμηνευτικές αρχές του πραγματικού δεν είναι τελικώς παρά «αιώνια αισθητά».

Υπάρχει όμως αντίρρηση στο βασικό αυτό επιχείρημα του Αριστοτέλη : πώς είναι δυνατόν οι Ιδέες να είναι αριθμητικά ίσες με τα ιδιαίτερα πράγματα, όταν για τον Πλάτωνα δεν υπάρχει μια Ιδέα για κάθε Ιδιαίτερο πράγμα αλλά για κάθε είδος και γένος πραγμάτων;

2ο) Επιχείρημα: Οι αποδείξεις υπέρ των Ιδεών αποδεικνύουν ή πολύ λίγα ή πολύ περισσότερα: Τα επιχειρήματα λοιπόν που αποδεικνύουν πολύ λίγα είναι τα εξής: α) εάν υπάρχει κάτι αληθινό, τότε θα υπάρχουν οπωσδήποτε οι Φόρμες (Ιδέες), διότι τίποτε αληθινό δεν υπάρχει εδώ κάτω. β) εάν υπάρχει η Μνήμη, υπάρχουν και οι Φόρμες, διότι η Μνήμη εμπλέκεται με αυτό που διατηρείται. γ) ο αριθμός αναφέρεται στο Είναι, επομένως ο αριθμός αναφέρεται στις φόρμες: άρα υπάρχουν οι Ιδέες και δ) οι αριθμοί αναφέρονται στα όντα, ενώ κανένα πράγμα του κόσμου τούτου δεν είναι ον.

Τα επιχειρήματα που αποδεικνύουν περισσότερα από όσα είναι απαραίτητα είναι τα εξής: α) οι λόγοι εκ των Επιστημών (Περί Ιδεών, απ. 3, Ross)

1) Εάν κάθε επιστήμη αναφέρεται σε κάτι μοναδικό και ταυτόσημο και σε κανένα συγκεκριμένο πράγμα, θα πρέπει να υπάρχει για κάθε επιστήμη, κάτι άλλο, πέρα από τα αισθητά, το οποίο είναι αιώνιο και πρότυπο, μοντέλλο αυτού που παράγεται από κάθε επιστήμη : αυτό ακριβώς είναι η Ιδέα.

2) Πέραν αυτού, τα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται οι επιστήμες υπάρχουν. Οι επιστήμες όμως αναφέρονται σε πράγματα πέραν των ιδιαιτέρων, και αυτά είναι οι Ιδέες.

3) Εάν η Ιατρική δεν είναι επιστήμη αυτής τής ιδιαίτερης υγείας, αλλά είναι επιστήμη της υγείας γενικώς, θα πρέπει να υπάρχει μια καθ’ εαυτή υγεία, όπως επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένα καθ’ εαυτό ίσο και ένα καθ’ εαυτό μέγεθος, και αυτά είναι οι Ιδέες. Όμως όλες αυτές οι αποδείξεις αποδεικνύουν μεν πως υπάρχουν κοινά, δηλ. τα καθόλου, με τα οποία ασχολούνται οι επιστήμες, αλλά δεν αποδεικνύουν πώς αυτά είναι Ιδέες, δηλ. πραγματικότητες που υπάρχουν εις εαυτόν και δι’ εαυτόν και ξεχωριστά από τα πράγματα. Διότι οι πλατωνιστές δέχονται την ύπαρξη Ιδεών ακόμη και των αντικειμένων που παράγονται από την τέχνη, καθότι και κάθε τέχνη επίσης αναφέρει τις πράξεις της σε κάτι μοναδικό, όπως επίσης υπάρχουν και τα αντικείμενα τής τέχνης και οι τέχνες μάλιστα επί πλέον εργάζονται σε πράγματα που δεν είναι ιδιαίτερα, παρότι ούτε αυτό το επιχείρημα αποδεικνύει πως υπάρχουν οι Ιδέες, φαίνεται να εισάγει την ύπαρξη Ιδεών και σε εκείνα τα πράγματα στα οποία οι πλατωνιστές την αρνούνται π.χ. η τέχνη της κατασκευής καρέκλας στηρίζεται γενικώς στην καρέκλα και όχι σε εκείνη την καρέκλα, όπως και η τέχνη κατασκευής κρεβατιού και ούτω καθεξής σε όλες τις τέχνες. Θα έπρεπε λοιπόν να υπάρχει μια Ιδέα και για κάθε ένα από τα προϊόντα των τεχνών, κάτι όμως που αρνούνται οι πλατωνιστές.

β) Η απόδειξη η οποία προέρχεται από την ενότητα των πολλών έχει ως εξής (κατά το Εν επί πολλών): εάν ο καθένας από τους πολλούς ανθρώπους είναι άνθρωπος, καθένα από τα πολλά ζώα είναι ζώο και εάν δεν υπάρχει για καθένα από αυτά κάτι που υπάρχει καθ’ εαυτό και είναι κατηγόρημα του εαυτού του, αλλά υπάρχει ένα κατηγόρημα για όλα, χωρίς να ταυτίζεται με κανένα, θα έπρεπε να υπάρχει κάτι πέραν αυτών των συγκεκριμένων πραγμάτων, χωρισμένο από αυτά και αιώνιο. Αυτό λοιπόν, είναι ένα κατηγόρημα το οποίο εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε πράγματα τα οποία είναι αριθμητικά διαφορετικά. Όμως αυτό που είναι μια ενότης η οποία αναφέρεται σε μια πολλαπλότητα, χωρισμένο από αυτή αιωνίως, αυτό είναι μια Ιδέα.

Για τον Αριστοτέλη όμως, και αυτή η απόδειξη δεν είναι επαρκής διότι φτάνει να δεχθεί Ιδέες αρνητικές, κάτι παράλογο.

Διότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και για τις αρνητικές Ιδέες, το ίδιο επιχείρημα που είδαμε προηγουμένως : έτσι λοιπόν και η αρνητικότης είναι ένα κατηγόρημα των πολλών πραγμάτων, είναι μία και ίδια (ταυτόσημη), είναι ένα κατηγόρημα των πραγμάτων που δεν είναι και δεν ταυτίζεται με κανένα από τα πράγματα, των οποίων είναι κατηγόρημα.

Ο μη – άνθρωπος, ορίζεται μέ τόν ίδιο τρόπο πού ορίζεται και το μη – άλογο και ο σκύλος κ.τ.λ. και είναι επίσης μία ενότης που αναφέρεται σε μια πολλαπλότητα (εν επί πολλών) και δεν ταυτίζεται με κανένα από τα πράγματα που ορίζει.

Η Ιδέα του μη – ανθρώπου είναι ένας παραλογισμός όπως γενικώς και η Ιδέα του μη – είναι.

3ο) Τέλος ο Αριστοτέλης θυμίζει το επιχείρημα που προέρχεται από το νοείν τι φθαρέντος: εάν σκεπτόμαστε έναν άνθρωπο σκεπτόμαστε κάτι που υπάρχει αλλά δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, συγκεκριμένο, διότι ακόμη και όταν αυτός έχει φθαρεί και πεθάνει η σκέψη του συνεχίζει, ώστε γίνεται φανερό πως υπάρχει εκτός από τα συγκεκριμένα πράγματα, αυτό που σκεπτόμαστε, είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν αυτά. Διότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε ένα μη – ον. Αυτό που σκεπτόμαστε λοιπόν είναι η Φόρμα, η Μορφή, η Ιδέα.

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ξανά πως και αυτό το επιχείρημα μάς ωθεί να σκεφτούμε πράγματα που φθείρονται, φθαρτά, γενικώς δέ πράγματα που πεθαίνουν, π.χ. τον Σωκράτη ή τον Πλάτωνα! Πραγματικά σκεπτόμαστε και αυτούς και διατηρούμε μια εικόνα την οποία κρατάμε ακόμη και όταν δεν υπάρχουν πλέον. Υπάρχει πράγματι μια εικόνα και των πραγμάτων που δεν υπάρχουν πλέον. Αλλά μπορούμε επίσης να σκεφτούμε και πράγματα που δεν υπάρχουν καθόλου, όπως ο Κένταυρος ή η Χίμαιρα. Έτσι λοιπόν, ούτε αυτό το επιχείρημα αποδεικνύει την ύπαρξη των Ιδεών.

Αυτά είναι λοιπόν τα επιχειρήματα πού αποδεικνύουν περισσότερα. Τα επιχειρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη Ιδεών των ατόμων, κάτι που αρνούνται οι πλατωνιστές.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (9)

>

Συνέχεια απο : ΤΡΙΤΗ, 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
Βιβλία Α, α, Β, -Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

Mετά την απλή και όμορφη εισαγωγή του Enrico Berti, στα πρώτα βιβλία της Μεταφυσικής θα δοκιμάσουμε να παρουσιάσουμε μερικά κριτικά σχόλια αυτών των ίδιων βιβλίων, από διαφόρους «ειδικούς» της Μεταφυσικής και ιδιαίτερα του Giovanni Reale, για να πλατύνουμε τον ορίζοντά μας, γύρω από τη σημασία της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη!

Μια συμπερίληψη του βιβλίου Α θα πρέπει να φανερώσει την μέθοδο με την οποία ο Αριστοτέλης απέκτησε και δικαιολόγησε την έννοια της σοφίας ή πρώτης Φιλοσοφίας, που ήταν το αντικείμενο του βιβλίου αυτού. Όλα όσα είπε, δέν τα παρήγαγε από αφηρημένα σχήματα ή αξιώματα αλλά τα παρουσίασε σαν γεγονότα πιστοποιημένα από όλους, σαν πεποιθήσεις που όλοι μας μοιραζόμαστε. Φαίνεται και από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό: οιόμεθα (981 α 25), υπολαμβάνομεν, νομίζομεν, ηγούμεθα (981 κ 8,10) ή υπολαμβάνουσι πάντες και δοκεί πάσιν (983 α 8).

Όλα δε τα χαρακτηριστικά του σοφού και της σοφίας παρουσιάζονται σαν υπολήψεις: ας έχομεν περί του σοφού (982 α 6).

Έτσι λοιπόν στα δύο πρώτα κεφάλαια, υπολογίζονται οι γνώμες και οι πεποιθήσεις όλων των ανθρώπων, ενώ στα υπόλοιπα κεφάλαια υπολογίζονται οι γνώμες όλων των φιλοσόφων οι οποίοι ερεύνησαν και προσπάθησαν να ανακαλύψουν τις «πρώτες αρχές» των πραγμάτων.

Το δόγμα των τεσσάρων αιτίων

Τα δύο πρώτα αίτια, το ουσιαστικό και το υλικό, φτάνουν να περιγράψουν το είναι των πραγμάτων στατικά, αλλά εάν υπολογίσουμε τη δυναμική, την πρόοδο, δηλ. το γίγνεσθαι των πραγμάτων αυτών, τη γέννησι και τη φθορά τους, τότε τα δύο πρώτα αίτια δεν φθάνουν. Διότι εάν ρωτήσουμε «γιατί γεννήθηκε», «ποιός το γέννησε», «γιατί αναπτύσσεται και ωριμάζει», πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα δύο επόμενα αίτια για να απαντήσουμε: το ποιητικό αίτιο ή την πηγή της κινήσεως. Λέγεται και Επαρκές αίτιο∙ π.χ. ο πατέρας είναι επαρκής αιτία του Υιού, η Θέληση είναι επαρκής αιτία πολλών ανθρωπίνων πράξεων και το τελικό αίτιο (το ου ένεκα) που είναι ο σκοπός των πραγμάτων και των πράξεων. Μας δίνει Εκείνο ένεκα του οποίου κάθε πράγμα είναι ή γίνεται ή κατασκευάζεται. Αυτός ο σκοπός είναι το ΑΓΑΘΟΝ κάθε πράγματος.

Παρ’ όλα αυτά όμως οι τέσσερις αιτίες δεν επαρκούν για να εξηγήσουν το γίγνεσθαι των πραγμάτων στην ολότητά τους, καθολικά. Διότι ο κόσμος παρουσιάζει μια σταθερή διαδοχή και αλλαγή γεννήσεως και φθοράς. Ποιά είναι όμως η αιτία αυτής της γεννήσεως και φθοράς και ειδικώς αυτής της αρμονίας, της σταθερότητος, με την οποία ξεδιπλώνεται η γέννησις και η φθορά; Ποιά είναι η αιτία της συνέχειας του γίγνεσθαι και του είναι του κόσμου;

Λοιπόν, απαντά ο Αριστοτέλης, της γεννήσεως και της φθοράς καθολικώς, αιτία είναι ο ήλιος, ο οποίος γυρίζοντας σε πλάγιο κύκλο, πλησιάζοντας και απομακρυνόμενος σε σταθερό ρυθμό, σε σταθερό χρόνο, παράγει τον κύκλο των γεννήσεων και του θανάτου, αιτία της σταθερότητος και της αρμονίας με την οποία παράγονται οι αλλαγές, είναι ο πρώτος ουρανός ή το πρώτο κινούν, το οποίο έχει απολύτως ομοιόμορφη κίνηση.

Πέρα από αυτές τις αιτίες υπάρχει το «κινητό ακίνητον», το οποίο πρώτο από όλα τα όντα κινεί όλα τα πράγματα. Το οποίο είναι και ο Θεός. Η τελική αιτία όλων των πραγμάτων.

Οι αιτίες των πραγμάτων λοιπόν είναι: 1) οι τέσσερις πρώτες αιτίες, 2) οι κινήσεις του ήλιου και των ουρανών, 3) ο Θεός ή το κινητό ακίνητο.

Αλλά ο Αριστοτέλης συνεχίζει και εμβαθύνει την έρευνά του πάνω στις πρώτες αιτίες: ερωτά λοιπόν, οι τέσσερις αιτίες είναι ενδογενείς, ενυπάρχουν στα αιτιατά πράγματα ή είναι εξωτερικές; Στη Μεταφυσική Λ4. 1070 b 22, εξηγεί πώς οι τρεις αιτίες, η ουσιαστική , η υλική και η τελική είναι εμμενείς στα πράγματα των οποίων είναι αιτίες, ενώ μόνον η μία, η ποιητική αιτία, είναι εξωτερική ή οπωσδήποτε ξεχωριστή από το πράγμα. Έτσι π.χ. ο πατήρ, ο γεννήτωρ, είναι άτομο ξεχωριστό και άλλο από τον γεννηθέντα. Εξωτερικές επίσης είναι οι ποιητικές αιτίες, οι καθολικές, του ήλιου και των κινήσεων των πλανητών, όπως επίσης και η τελική – ποιητική αιτία του Θεού.

Θέτει επίσης και το ακόλουθο πρόβλημα! Οι αιτίες και οι αρχές είναι διαφορετικές για τα διαφορετικά πράγματα, ή είναι οι ίδιες; Στο Λ 4-5-, δίνει την απάντηση: κατά μια άποψη είναι διαφορετικές, όμως εάν μιλαμε καθολικά και με την αναλογική σημασία όλα τα όντα έχουν τις αυτές αρχές.

Οι αρχές είναι διαφορετικές διότι: α) οι διαφορετικές κατηγορίες δεν μπορούν να παραχθούν από ανώτερες κοινές αρχές, διότι πέρα από τις κατηγορίες δεν υφίσταται τίποτε άλλο κοινό, β) επειδή τα στοιχεία είναι διαφορετικά από εκείνο που παράγεται από αυτά και επειδή τα πράγματα προς εξήγηση είναι ή ουσίες ή ποιότητες ή κάποια από τις υπόλοιπες κατηγορίες, οι αρχές δεν μπορεί να είναι αυτές οι ίδιες οι κατηγορίες, γ) τέλος δεν είναι δυνατόν όπως ισχυρίζονται οι πλατωνικοί, να κάνουμε το ον και το ένα, τα στοιχεία όλων των πραγμάτων, διότι όλα τα όντα και ενότητες…

Οι αρχές των πραγμάτων τώρα είναι ίδιες διότι είναι ίδιες ως προς την αναλογία. Διότι υπηρετούν ακόμη και στις ιδιαίτερες περιπτώσεις, ανάλογη λειτουργία.

Το πρώτο κινούν, δηλ. ο Θεός ή το κινητό ακίνητο δεν είναι μόνον αναλογικώς, αλλά απολύτως ίδιο, ταυτόσημο, για όλα τα πράγματα και τό ίδιο ισχύει και για την κίνηση των ουρανών σαν αιτία του αρμονικού γίγνεσθαι!

Συνεχίζεται

Aμέθυστος