>Μπάρτ (τελευταίο)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧV)

Δεν υπάρχει ίσως καλύτερη έκφραση για να χαρακτηρίσουμε την θεολογία του Μπάρτ από αυτή: «Η επανανακάλυψη του Ουρανού». Ο Μπάρτ όμως δεν φαίνεται να κοιτάζει τον ουρανό σαν σε ένα καθρέφτη, αλλά απευθείας, σαν να ήθελε να μπει μέσα στον καθρέφτη. Κάποιοι έφτασαν να πουν πως κοιτάζει στα βιβλία της Τριάδος με τέτοιο τρόπο που δίνει την εντύπωση ότι θέλει να δώσει και κάποιες συμβουλές. Δεν είναι μόνο λοιπόν «η χριστολογική του συγκέντρωση» υπεύθυνη του θεολογικού του πετάγματος, αλλά περισσότερο είναι το γεγονός πως ο Μπάρτ μετέφερε στον ουρανό αυτή την χριστολογική του συγκέντρωση και πέτυχε να την πυκνώσει ακόμη περισσότερο βασισμένος στο αιώνιο Τριαδικό γεγονός. Η αποκάλυψη μειώνεται μ’ αυτόν τον τρόπο, κατά τον Zahrut, σε έναν μονόλογο που ανταλλάσσει ο θεός με τον εαυτό του καθότι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Από τον Τριαδικό κύκλο δεν κατόρθωσε ποτέ του να εξέλθει ο Μπάρτ. Τα πάντα κατανοούνται προκαταβολικώς και ο ίδιος βρίσκεται σε μια κατάσταση τελειότητος (ή περισσότερο και από τέλεια;). Στην Τριάδα όχι μόνον τα πάντα είναι αποφασισμένα αλλά και τα πάντα είναι ολοκληρωμένα. Οτιδήποτε συμβαίνει στον χρόνο είναι η αναπαράσταση της αρχικής αποφάσεως του θεού. Σπρώχνοντας στα άκρα αυτή την κριτική, ειπώθηκε πως η Τριάδα δημιούργησε ένα δράμα που το παρουσίασε ήδη αναμεταξύ της, ανάμεσά του τα ίδια τα θεία πρόσωπα, και τώρα κανονίζει να παίζεται και πάνω στη γη όπως παίχτηκε και στον ουρανό: Γι’ αυτόν δε τον σκοπό ο κόσμος δημιουργήθηκε σαν μια σκηνή θεάτρου, και οι άνθρωποι είναι οι θεατές. Ακριβώς λοιπόν αυτή η χριστολογική συμπύκνωση του Μπάρτ, ονομάσθηκε από τον Πωλ Αλχάους «Χριστομονισμός». Ο Μπάρτ αναγκάστηκε να ξαναανακαλύψει την «ανθρωπότητα του θεού». Αλλά όμως εάν τον απασχολεί μόνον να δείξει αυτή την ανθρωπότητα του θεού βασιζόμενος στην αναγνώσιμη της θεότητος του θεού, και ξεκινώντας από αυτή, φτάνει να αναγνωρίσει εις βάθος την ανθρωπότητα του ανθρώπου; Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις που προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, στον Μπαρτ δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ένα αληθινός διάλογος ανάμεσα στον θεό και στον άνθρωπο. Υπάρχει πάντοτε μόνον ένας μονόλογος , ακριβώς σαν εκείνον της αποκαλύψεως του θεού που τοποθετήθηκε σαν προλεγόμενο της Δογματικής!

Αυτό που λείπει τελικώς από την θεολογία του Μπαρτ του Λόγου του θεού, είναι η σχέση αυτού του Λόγου με την συγκεκριμένη κατάσταση, με την ύπαρξη του μοναδικού ανθρώπου, με το Γίγνεσθαι του κόσμου, και τελικώς ο δεσμός της θεϊκής φιλανθρωπίας με την κλήση του ανθρώπου. Η αναλογία σχέσεων (analogia relationis) δεν κατόρθωσε ποτέ της να γίνει analogia correlationis (αναλογία αλληλουχίας, αμοιβαιότητος).

Αυτές οι επιθέσεις στον Μπαρτ, είναι ανούσιες, επιφανειακές, κακόβουλες τόσο πολύ ώστε να μειώνουν την σκέψη του σε καρικατούρα; Πρέπει οπωσδήποτε να τονίσουμε πως παρ’ όλους τους περιορισμούς και παρ’ όλες τις φιλοσοφικές επιρροές που μπορούμε να του βρούμε, η σκέψη του Μπαρτ στο τέλος αποδεικνύεται πρωτότυπη: απλή και σύνθετη μαζί, οργανική και ευκίνητη. Κατά βάθος πρέπει να την τοποθετήσουμε δίπλα στους Μεταρρυθμιστάς, διότι απ’ αυτούς μαζεύει τις πρώτες του Αρχές με την επιθυμία, με το πάθος να τις γονιμοποιήσει, με την μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια μέσα στα πλαίσια ενός νέου και διαφορετικού πολιτισμικού τοπίου. Όταν ο Μπαρτ ομολογεί πως ο θεός δεν είναι ποτέ αντικείμενο κάποιου πράγματος ή κάποιου, αλλά είναι μόνο υποκείμενο του Είναι του και της Τριαδικής του ζωής, της αποκαλύψεως, όπως και της πίστεως, δεν είναι όλο αυτό έκφραση, σε μια σημερινή γλώσσα, όλων όσων μας παρουσιάζουν οι μεταρρυθμιστές στις πιο ριζικές του εκφράσεις; Solus Deus, Sola Gratia, Sola Scriptura!

Όμως η τελική πρόθεση του Μπαρτ, την οποία ακολούθησε με αποφασιστικότητα και ενέργεια εκφράζεται με έννοιες και χρησιμοποιεί υλικά, τα οποία δεν έχουν ξεκαθαριστεί κριτικά. Αυτό ισχύει ανάμεσα στα άλλα και για την έννοια της υποκειμενικότητος του θεού, η οποία χρησιμοποιήθηκε στο τριαδικό δόγμα για να μπορέσει να αναδείξει μαζί με το Deus dixit, la persona Dei loquentis (το πρόσωπο του θεού Λόγου).

Σε κάποιο σημείο ο Μπαρτ πρέπει να αναγνώρισε πως δεν έχει ούτε το δικαίωμα ούτε την υποχρέωση να διατηρήσει τον μανδύα του προφήτη και να επιμείνει σε μια συμπεριφορά διασπάσεως, όπως ακριβώς τον είχαν ανακαλύψει κάποιοι για τη δική τους χαρά και καθησυχασμό. Αναγκάστηκε λοιπόν, όπως και κάθε θεολόγος, να φανερωθεί με την ενοχλητική μορφή κάποιου που φτιάχνει τον Λόγο του θεού και την Βασιλεία Του, θεολογία. Αναγκάστηκε να γίνει συστηματικός, χωρίς να παύει να είναι προφητικός θέτοντας μάλιστα στην επιτυχία αυτής της προσπάθειας με θρησκευτικό πάθος και επιστημονική συνέπεια, μόρφωση και στοχασμό. Οπωσδήποτε ο Μπαρτ έδωσε στην Εκκλησιαστική του Δογματική, την αρχιτεκτονική ενός συστήματος «Μέσα στο χιούμορ του θεού μπορεί να υπάρξει και ένα θεολογικό σύστημα». Παρότι δεν παραιτήθηκε ποτέ του από την φιλοδοξία να εκφράσει την ολότητα του βιβλικού μηνύματος σε ένα δογματικό και συνεπές σύνολο, συνειδητοποιεί ταυτοχρόνως πως το έργο του είναι ατελές, όπως είναι αναπόφευκτα κάθε έργο πρωτοπορίας.

Οπωσδήποτε γι’ αυτόν η θεολογία δεν είναι «θεολογία για θεατές», η πίστη και η μετάνοια είναι απολύτως απαραίτητοι όροι για την εξάσκησή της. Γνωρίζει όμως επίσης, πως η θεολογία δεν είναι παρά ένα συμπλήρωμα του κηρύγματος και μια υπηρεσία στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού.

Μένοντας έκπληκτος από την πρώιμη επιτυχία του, έγραφε: «κοιτάζοντας πίσω στην ζωή μου νομίζω πως μοιάζω σε κάποιον που ανεβαίνει ψάχνοντας στα τυφλά τις σκάλες ενός καμπαναριού, και χωρίς να το σκεφτεί αρπάζει αντί για το σίδερο να στηριχθεί, το σχοινί της καμπάνας και έτσι τρέμοντας ακούει την καμπάνα να χτυπά πάνω απ’ αυτόν και όχι μόνο γι’ αυτόν». Στη συνέχεια η δυνατή κωδωνοκρουσία έγινε ήχος γεμάτος με την Αγία Τριάδα και την αγάπη του θεού προς δόξαν δική Του. Αλλά παρατηρήθηκε πως αυτή η κωδωνοκρουσία χανόταν πάνω σε μια γη ολοένα και πιο άδεια από το θεό. Ο άνθρωπος είναι πάνω στη γη, ο θεός στον ουρανό: Και ενώ ηχεί στον ουρανό η δυνατή κωδωνοκρουσία, όλο και πιο πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται: πού είναι ο θεός; Όμως τον θεό κανείς δεν τον έχει δει και κανείς δεν μπορεί να τον δει. Ο μονογενής που υπάρχει στον κόλπο του πατρός, Αυτός τον απεκάλυψε. Το πνεύμα είναι παρόν και ενεργεί στην εκκλησία και στον κόσμο. Όμως όλα αυτά στην πίστη τα ερευνούμε σαν σε ένα αίνιγμα, δεν βλέπουμε ακόμη τον μοναδικό θεό και Κύριο σε τρία πρόσωπα. Μόνο κάποτε στο μέλλον θα το ατενίσουμε πρόσωπο με πρόσωπο και θα κατανοήσουμε τοιουτοτρόπως πως Αυτός είναι.

Ο Μπαρτ είχε πολλούς λόγους να ομολογήσει την θεότητα του θεού και την Κυριότητά Του ψηλά στου ουρανούς πριν από αυτή εδώ κάτω στη γη. Ο άπειρος πλούτος νοήματος της αποκαλύψεως, ο οποίος περιέχεται στην γραφή και πιστοποιείται από το δόγμα της Εκκλησίας, κατανοήθηκε από τον Μπαρτ με λεπτότητα και χαρά. Ποτέ του δεν ανησύχησε μήπως η «Εκκλησιαστική του δογματική» κατέληγε στην ακαδημαϊκή λήθη. Ήταν σίγουρος πως το έργο του «έχει καιρό να περιμένει».

Σχόλιο

Σ’ αυτό το σημείο, για να πληροφορήσουμε του καινούργιους και να φρεσκάρουμε την μνήμη των παλαιών, υπενθυμίζουμε πως οι πηγές της Δυτικής θεολογίας, σκοπό έχουν να δείξουν πως το σύνολο της συγχρόνου “ορθοδόξου” θεολογίας προέρχεται από την Δύση. Το σύνολο. Όποιος ενδιαφέρεται και όποιος διαβάζει προσεκτικά μπορεί να το δει σχετικά εύκολα!
 
Αμέθυστος

Advertisements

>KARL BARTH (6)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧIV)

(Συνέχεια από προηγούμενη ανάρτηση)

Η λεγόμενη «αφηγηματική θεολογία» δεν ριζώνει λοιπόν και αυτή και δεν πραγματοποιεί τα πρώτα της βήματα στην Δογματική του Μπαρτ;

Πρέπει λοιπόν να ξεπεράσουμε, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την θεολογία του Μπαρτ, «την ψευδή εντύπωση πως εισερχόμαστε στο παιχνίδι μια μεταφυσικής σκέψης». Για τον Μπαρτ όμως, αυτό που συμβαίνει πάνω στη Γη σαν Ιστορία του θεού με τους ανθρώπους, λόγω της αναλογίας σχέσεων (analogia relationis), αντιστοιχεί σ’ αυτή την ίδια αιώνια Ιστορία του θεού με τον εαυτό του. Γι’ αυτό, όπως η απόσταση ανάμεσα στον θεό και στον κόσμο δεν είναι παρά μια αναπαράσταση, μια εικόνα, μια αντιστοιχία της διαφορετικότητος που υπάρχει στον θεό, ανάμεσα στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι ακριβώς όπως το πέρασμα, η μεσότης, η επικοινωνία που ο θεός πραγματοποιεί στην συμμαχία της Χάρης με τον άνθρωπο, δεν είναι τίποτε άλλο από την αναπαράσταση, την εικόνα, την αντιστοιχία της ενότητος του θεού Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αυτό που πράττει ο θεός σαν Δημιουργός του κόσμου μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον σαν αντανάκλαση της εσωτερικής σχέσεως του θεού με τον εαυτό του, του Πατρός που γενά τον Υιό και του Πατρός και του Υιού που εκπορεύουν το Άγιο Πνεύμα. Η διάκριση που υπάρχει στην αιωνιότητα της ζωής του θεού ανάμεσα στον Υατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα επαναλαμβάνεται στην διάκριση που υπάρχει στον δυαλισμό άνδρα-γυναίκας, με την σειρά της εικόνα της ετερότητος και της κοινωνίας που υπάρχει ανάμεσα στον Χριστό και στην κοινότητά του, την Εκκλησία. Όλη η προσπάθεια του Μπαρτ συγκεντρώνεται στην έκφραση, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της αιώνιας πρωτοϊστορικής εκλογής του Υιού από μέρους του Πάτρος, στην οποία περικλείεται η ιστορική εκλογή του ανθρώπου, και επομένως η αυτόαποκάλυψη του Τριαδικού θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Καθώς για τον Μπαρτ «το Είναι του ανθρώπου μπορεί να καθορισθεί αποκλειστικώς και μόνον σε σχέση με το Είναι του Τριαδικού θεού»» προοδευτικά λοιπόν από βιβλίο σε βιβλίο, η νεανική διαλεκτική μέθοδος της θεολογίας του αντικαθίσταται από την μέθοδο της αναλογίας των σχέσεων (analogia relationis).

Οδηγημένος από τον βιβλικό λόγο «όπως στον ουρανό έτσι και στη γη» ο Μπάρτ στοιχειοθετεί ένα πλαίσιο του κόσμου και του ανθρώπου ανάλογο στο πλαίσιο του θεού. Στην έννοια του Λόγου του θεού, ανήκει, κατά τον Μπάρτ, το γεγονός πως ο θεός είναι υποκείμενο του Λόγου του (δόγμα της Αγίας Τριάδος), αντικείμενο της αποκαλύψεώς του (δόγμα της ενσαρκώσεως) αλλά επίσης και η δυνατότης κατανοήσεως αυτού του Λόγου από τον άνθρωπο (δόγμα της Χάριτος ή εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος). Από όλο αυτό δεν προκύπτει καμμία φιλοσοφική ανθρωπολογία: Μόνο ο θεός δημιουργεί μέσα μας την δυνατότητα συναντήσεως μαζί του και επομένως την υπακοή της πίστης στην αποκάλυψή του. Εάν στον Χριστό ο θεός γίνεται άνθρωπος, χάρη στο Άγιο Πνεύμα ο άνθρωπος μπορεί να ακούσει τον Λόγο και τοιουτοτρόπως συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτόν τον ίδιο τον όρο του Λόγου του θεού ακριβώς όσο και ο ίδιος ο θεός ο οποίος μιλά και παραμένει πάντοτε υποκείμενο, αντικείμενο και κατηγόρημα της αυτοαποκαλύψεώς του.

Μια σειρά ερωτήσεων σχηματίζεται τοιουτοτρόπως μετά την σύντομη δογματική έκθεση των θέσεων του Μπάρτ! Η αυτοαποκάλυψη σημαίνει την αιώνια κατανόηση που έχει ο θεός για τον εαυτό του; Σαν δόγμα της Τριάδος εννοούμε τον αιώνιο Τριαδικό αντικατοπτρισμό του θεού στον εαυτό του; Αυτοαποκάλυψη σημαίνει καθαρή παρουσία του αιωνίου χωρίς ιστορία και χωρίς μέλλον;

O νεαρός Μπάρτ ανάμεσα σε διάφορες επιρροές «έζησε στην ατμόσφαιρα του νεοκαντισμού». Έτσι λοιπόν έρχεται σχεδόν φυσικό να αναρωτηθούμε πόση επιρροή εξάσκησε πάνω του το υπερβατικό το οποίο υπήρξε καθοριστικό για την θεολογία που προήλθε από τον Σλαϊερμάχερ. Ήδη ο Μπόνοφερ τον κατηγορούσε πως κινιόταν απευθείας μέσα στο πλαίσιο της υπερβατικής φιλοσοφίας του Kant. Ερμηνεύοντας το «Είναι του θεού στην αποκάλυψη» και την πνευματική «ενέργεια» που δίνει την ικανότητα κατανοήσεως ενός τέτοιου Είναι, ο Μπαρτ είναι συνεπέστατος με την υπερβατική προοπτική. Από αυτό συνεπάγεται πως, παρότι χρησιμοποιεί κατηγορίες χρονικές, η έννοια της ενέργειας που χρησιμοποιεί δεν μπορεί να την σκεφθεί κάποιος με όρους χρονικότητος. Τόσο η ελευθερία του θεού όσο και η πράξη της πίστεως είναι κατ’ ουσίαν υπερχρονικά. «Για τον Μπάρτ καμμία ιστορική στιγμή δεν είναι ισάξια του απείρου, έτσι ώστε η εμπειρική πράξη των ανθρώπων –πίστη, υπακοή– μπορεί να φανεί χρήσιμη το πολύ σαν ένδειξη της ενέργειας του θεού, αλλά στην ιστορικότητά της δεν θα μπορέσει ποτέ της να είναι πίστη και υπακοή καθ’ εαυτές».

Και δεν είναι ακριβώς γι’ αυτή την προϋπόθεση του υπερβατικού που στον Μπάρτ το «τέλος» μπορεί να εξισωθεί με την Αρχή; Και το έσχατον μπορεί να καταλήξει το όριο, υπερβατικό ακριβώς, που η αιωνιότης θέτει στον χρόνο; Ακόμη και στον ώριμο Μπαρτ η αλήθεια του θεού, είτε την εκλάβουμε σε σχέση με την έννοια της αποκαλύψεως, είτε την εκλάβουμε σε σχέση με την έννοια του εσχάτου, παραμένει, παρατηρεί ο Moltman,σαν «επιφάνεια του αιωνίου παρόντος και όχι σαν αποκάλυψη της μελλοντικής υποσχέσεως». Ακριβώς λοιπόν λόγω ενός υπερβατικού οράματος της θείας υποκειμενικότητος, της αποκαλύψεως και του εσχάτου έχουμε στον Μπαρτ την «καθαρή παρουσία του θεού», την αιώνια παρουσία ¬του θεού στον χρόνο», και στο τέλος «ένα παρών χωρίς μέλλον». Για τον Μπάρτ η ανθρώπινη ιστορία οδηγήθηκε στην τελική της κρίση από την εισβολή ενός εσχάτου υπερβατικού τύπου. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως το καινοδιαθηκικό έσχατον καταλήγει αιώνια υπερβατικότης , το υπερβατικό νόημα όλων των χρόνων, εξίσου κοντινό και μακρινό από όλα τα σημεία της Ιστορίας! Δεν είναι όμως αλήθεια πως κατά την Κ.Δ. η Βασιλεία του θεού, παρότι κατά κάποιο τρόπο ήδη στον Χριστό έγινε παρούσα, παραμένει ακόμη να έλθει στην πληρότητά της; Η Ανάσταση του Χριστού, ενώ έχει ήδη συμβεί, δεν αναγγέλλει ένα μέλλον το οποίο δεν έχει φτάσει και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη; Η Ανάσταση, μαζί με τον Σταυρό του Χριστού, είναι ένα τέτοιο γεγονός που τρυπάει σαν αγκάθι μέσα στο κρέας κάθε παρών και το ανοίγει στο μέλλον: «Εάν η αποκάλυψη του θεού στην Ανάσταση του Χριστού περιέχει μέσα της μια εσχατολογική διαφοροποίηση, εγκαινιάζει ταυτοχρόνως την Ιστορία της κατηγορίας της προσμονής και της αναμνήσεως, της σιγουριάς και της απειλής, της υποσχέσεως και της μετανοίας».

Γι’ αυτό το λόγο πολλοί έχουν αναρωτηθεί εάν υπάρχει για τον Μπαρτ μια πραγματική Ιστορική «πρόοδος». Συμβαίνει στ’ αλήθεια γι’ αυτόν κάτι στην Ιστορία; Ο Barth όπως έχουμε ήδη σημειώσει επανέλαβε συχνά πως η αποκάλυψη δε είναι μια αχρονική πραγματικότης, είναι Ιστορία: δεν παραμένει υπερβατική στον χρόνο, δεν είναι αδιάφορη να τον ακουμπήσει, αλλά τον διαπερνά ή καλύτερα προσλαμβάνει τον χρόνο ή ακόμη καλύτερα, δημιουργεί τον χρόνο της! Με την αποκάλυψη ο κοινός χρόνος δεν παύει να υπάρχει, αλλά δεν είναι πλέον κενός, είναι αυθεντικός. Η αποκάλυψη φανερώνει και καταστρέφει τον αναυθεντικό χαρακτήρα του χρόνου, «καθότι φανέρωση του χρόνου της Χάρης είναι εισβολή της κρίσεως του κοινού Χρόνου».

Η σχέση της αιωνιότητος με τον χρόνο είναι ξεκαθαρισμένη ως εξής: «ο θεός προηγείται, συνοδεύει, ακολουθεί τον χρόνο». Αλλ’ όμως ο Μπαρτ εξηγεί κάθε γεγονός, την αποκάλυψη όπως και τον κόσμο, κάνοντάς το να προέρχεται από ένα μοναδικό ύψος, την αιωνιότητα. Σ’ αυτό το ρίσκο έζησε ο Μπάρτ από την νεότητά του, από τότε ακόμη που καθόρισε την διαλεκτική του χρόνου και της αιωνιότητος, και ακόμη από την αιώνια εκλογή της Χάρης, όλα τους σημεία αφηρημένα έξω από τον χρόνο, σε κάθε περίπτωση. Αυτή ακριβώς η προοπτική πλησιάζει τον Μπάρτ στις θέσεις του Εγέλου.

Είναι αλήθεια πως ο Μπάρτ επαναλαμβάνει με τον Καλβίνο, πως η θεολογία γεννιέται από την πίστη. Αλλά αυτή η πίστη καθώς είναι υπακοή στην αυτοαποκάλυψη του θεού πρέπει να είναι και ερμηνεία ταυτόχρονα, και μάλιστα ερμηνεία του ανθρώπου. «Ο θεός αποκαλύπτεται –παρατηρεί ο Fuchs– αλλά ερμηνεύει ο άνθρωπος. Ο Μπαρτ όμως σκέπτεται διαφορετικά. Εάν δεν έλθει πρώτα ο Λόγος του θεού, «όχι μόνον δεν θα υπάρχει καμμία κανονική θεολογία, αλλά πάνω απ’ όλα δεν υπάρχει καμμία ευαγγελική θεολογία. Και η θεολογία δεν έχει καθόλου σκοπό της την ερμηνεία, τον σχολασμό ή να κάνει κατανοητό αυτό τον Λόγο. Η θεολογία πρέπει να πραγματοποιήσει όλα αυτά σε σχέση με τους Μάρτυρες αυτού του Λόγου. Σε σχέση όμως με τον ίδιο τον Λόγο δεν έχει να ερμηνεύσει τίποτε. Η θεολογική απάντηση σ’ αυτό το σημείο μπορεί να συνίσταται μόνον στην επιβεβαίωση και στην απόδειξη πως ο Λόγος εκείνος ειπώθηκε και ακούστηκε πριν από κάθε ερμηνεία»

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΧΕΣΕΩΝ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧIΙI)


KARL BARTH  (5o μέρος)

Ο τελευταίος Μπάρτ ξαναπιάνει τα αγαπημένα του θέματα και εκφράσεις στη «δογματική επιτομή» (1974). «Ο ένας Θεός –ομολογεί ξανά– είναι από τη φύση του και αιωνίως Πατήρ, αρχή του Υϊού Του, και σε ενότητα μ’ αυτό, πηγή του Αγίου Πνεύματος. Λόγω αυτού του τρόπου υπάρξεώς Του, είναι κατά χάριν ο Πατήρ όλων τών ανθρώπων, τούς οποίους καλεί μέσα στον χρόνο να γίνουν Υϊοί Του μέσα στον Υϊό και μέσω τού Αγίου Πνεύματος».

Κυττάζει τον χρόνο βεβαίως πάντοτε από τήν αιωνιότητα, στοχάζεται τήν Ιστορία από το ύψος τών ουρανών, του Θεού πού βρίσκεται ψηλά στούς ουρανούς, εξηγεί, η Βίβλος μάς διηγείται την ιστορία, μάς αφηγείται τά γεγονότα πού πραγματοποίησε εδώ κάτω στη γή, στόν ανθρώπινο χώρο.

Διηγούμενη η Βίβλος αυτή την ιστορία, μας αποδεικνύει την ύπαρξη και διαγράφει την Φύση του Θεού. Η γνώση του Θεού με την έννοια της Γραφής είναι η γνώση της υπάρξεώς Του, της Ζωής Του και τών πράξεων Του, της αποκαλύψεώς Του μεσω του έργου που πραγματοποιεί. Σ’αυτό το έργο ο Θεός είναι το πρόσωπο που παρουσιάζει τον εαυτό του και επομένως είναι το υποκείμενό της. Αυτό το μοναδικό έργο του μοναδικού Θεού είναι μόνον κίνηση. Διότι ο Θεός στον οποίο πιστεύουμε δέν είναι ένας νεκρός Θεός, ούτε ένας μοναχικός θεός, διότι παρότι είναι Μοναδικός στη θεϊκή Του δόξα ψηλά στους ουρανούς δέν είναι μόνος. «Ενώ ο Θεός είναι εκ φύσεως και στην αιωνιότητα Μοναδικός, για μάς είναι Μοναδικός στο χρόνο: είναι ο μοναδικός Θεός στους τρείς τρόπους υπάρξεως. Η αρχαία Εκκλησία εκφράζεται ως εξής «Θεός σε τρία πρόσωπα». Όταν κατανοηθεί μ’αυτόν τον τρόπο η έννοια του «προσώπου» είναι άθικτη! Διότι πρόσωπο στην Ελληνική και Λαττινική γλώσσα, ήθελε να πεί ακριβώς αυτό που καθόρισα σαν τρόπο υπάρξεως. Εάν ομιλούμε σήμερα για πρόσωπο, άθελα μας και σχεδόν ακατανίκητα μας παρουσιάζεται η ιδέα ενός πράγματος που μοιάζει στον δικό μας ανθρώπινο τρόπο να είμαστε πρόσωπα. Τέτοια ιδέα όμως δέν ταιριάζει ακριβώς για να περιγράψουμε αυτό που είναι στην πραγματικότητα ο Πατήρ, ο Υιός και το Αγιο Πνεύμα. Οταν όμως η Χριστιανική Εκκλησία μιλά για το Θεό σαν Μονάδα και Τριάδα, εννοεί πώς ο Θεός δέν υπάρχει μόνο με έναν τρόπο, αλλά είναι Πατήρ, όπως είναι Υϊός και όπως είναι Αγιο Πνεύμα. Πρόκειται δηλαδή για τρείς φορές, για τον Μόνο και Μοναδικό Θεό.Ενός Θεού όμως που είναι Μονάδα στην Τριάδα Του, γι’αυτόν που είναι Πατήρ, Υιός και Άγιο πνεύμα καθ’εαυτός, και ψηλά στους ουρανούς και στην αποκάλυψη Του»

Ανακεφαλαιώνοντας ακόμη περισσότερο την σκέψη του, ο Μπαρτ, δηλώνει πώς ο Θεός είναι Πατήρ ώς πρός τον εαυτό του, κατα φύσιν και αιωνίως, και μόνον σαν συνέπεια αυτού είναι πατήρ και για μας τα δημιουργήματα Του. Δέν αρχίζουμε λοιπόν απο την ανθρώπινη πατρότητα, για να μιλήσουμε αναλόγως , για μια Θεία Πατρότητα, αλλά αντιθέτως η αληθινή Πατρότης είναι στον Θεό, και μόνον απο αυτή προέρχεται αυτό που εμείς γνωρίζουμε σαν Πατρότητα. Η Θεία Πατρότης είναι η αρχή κάθε φυσικής Πατρότητος. Αλλά ο Θεός είναι Πατήρ εις εαυτόν καθώς είναι η καταγωγή και η πηγή ενός άλλου Θείου «τρόπου υπάρξεως», διακεκριμένου απο τον πρώτο και παρόλα αυτά δικό Του. Ο Θεός είναι πατήρ επειδή είναι ο Πατήρ τού δικού Του Υϊου, ο οποίος ενυπάρχει και είναι με την σειρά Του Θεός καθεαυτός. Ήδη στην «Εκκλησιαστική δογματική», ο Μπάρτ είχε ισχυρισθεί πώς ο Υιός ή Λόγος του Θεού είναι τέτοιος για μας επειδη κατ’αρχάς είναι ως προς τον εαυτό Του. Στόν Θεό, το να δωθεί καταγωγή και να προσληφθεί καταγωγή, δέν απειλεί την Θεία ενότητα. Αντιθέτως ο Πατήρ και ο Υιός ενωμένοι επιβεβαιώνουν την Θεία ενότητα για μια Τρίτη φορά μέσω του Αγίου Πνεύματος. << Και το Άγιο Πνεύμα είναι μέσα μας καθώς είναι κατ’αρχάς είς εαυτόν. Η ενότης του Θεού δέν υπάρχει επειδή ο Θεός είναι πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, αλλά ακριβώς για αυτό. «Έτσι ο Θεός ενυπάρχει σάν αυτός που υπάρχει λόγω της δικής του αρετής, όπως ο Θεός στην Θεότητα Του είναι διακεκριμένος είς εαυτόν και παρόλα αυτά ίσος προς εαυτόν. Λόγω αυτού ακριβώς του γεγονότος δέν είναι μοναχικός εις εαυτόν. Δέν έχει ανάγκη τον κόσμο για να έχει παρέα. Σαν Μονάδα και Τριάδα ταυτόχρονα , διαθέτει είς εαυτόν όλον τον πλούτο της ζωής και την πληρώτητα τής πράξεως και της κοινωνίας. Είναι το κινητό ακίνητο. Απο αυτό μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε πώς όλο αυτό που υπάρχει είναι καρπός της ελεύθερης χάρης Του».

Έτσι το γεγονός πώς είναι Δημιουργός , το γεγονός πώς προσεφέρθη σε μάς στον Ιησού Χριστό και το γεγονός πώς μας ένωσε μαζί Τού τον δεσμό του Αγίου Πνεύματος, είναι μία υπερχείλιση της πληρότητος Του. Τίποτε δέν μας όφειλε, όλα είναι υπερπλήρης αγαθότης Του. Αυτός δέν θέλει αυτό που είναι δι εαυτόν, να ανήκει μόνο σε αυτόν, αλλά επιθυμεί αυτό που ο ίδιος είναι στην αιωνιότητα, να είναι και στην διάθεση μας. Έτσι λοιπόν, καταλήγει ο Μπάρτ, αυτό που είναι ο Θεός στην αιώνια Τριάδα απευθύνεται κατα Χάριν και σε μας, συμβαίνει και στον χρόνο: « Πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ, για μία επανάληψη της Θείας Ζωής : Μία επανάληψη την οποία δέν πραγματοποιούμε εμείς και την οποία δέν μπορούμε να αποκτήσουμε, αλλά την οποία ο Θεός βοηθά να συμβεί μέσα στα πλαίσια τού κτιστού κόσμου, έξω απο την θεότητα. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός πάνω ψηλά στους ουρανούς».

Όπως βλέπουμε ξεκάθαρα και στην δογματικη επιτομή ο Μπάρτ πραγματοποιεί μιά «Χριστολογική συγκέντρωση» του δόγματος της αποκαλύψεως οικοδομώντας την σάν Τριαδικό δόγμα, και ταυτόχρονα ξεδιπλώνει μιάν αναλογία σχέσεων (όχι μία αναλογία όντων, ούτε μία απλή αναλογία πίστεως )δηλαδή ένα δόγμα τών σχέσεων τών Τριών Θεικών προσώπων μεταξύ των και με τον κόσμο, σάν εφαρμογή και ολοκλήρωση του δόγματος τής Αρχαίας Εκκλησίας. Όλα όσα μπορούμε να πούμε για τον Θεό, όλες οι λέξεις και οι έννοιες που θα χρησιμοποιήσουμε για αυτόν τον σκοπό, εξαρτώνται κατα τον Μπάρτ απο τις σχέσεις που υπάρχουν στην ίδια της ουσία της Τριάδος και οι οποίες μας φανερώνονται στην αποκάλυψη. Ενώ ο Θεός φανερώνει τον εαυτό του στον άνθρωπο σάν ο Κύριος του, παρουσιάζει επίσης και τις σχέσεις του με τον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο πνεύμα και αυτές οι σχέσεις είναι ανάλογες αυτών που υπάρχουν ανάμεσα στον Θεό και στο δημιούργημα Του, στον Θεό και στον άνθρωπο.

Στην Εκκλησιαστική Δογματική, ξεπερνώντας την πρωτογενή διάσταση Θεού-κόσμου την οποία είχε υποστηρίξει νεότερος, ο Μπάρτ, συνέλαβε την Δημιουργία σαν ένα ξεδίπλωμα τού χώρου πρός χάριν τής Ιστορίας τής συμμαχίας τής χάρης, εκείνης τής συμμαχίας τού Θεού με τον άνθρωπο πού έχει την αρχή της, το κέντρο της, και το τέλος της στον Ιησού Χριστό.

Ο Μπάρτ συμπεραίνει μ`αυτόν τον τρόπο την δομική «ομοιότητα» του ανθρώπου με τον Θεό, χωρίς να σκανδαλίζεται πλέον. Αντιθέτως ανακηρύσσοντας ότι είναι αδύνατον να τροποποιηθεί, καθότι έχει σαν βάση της την Χριστολογία και γι’ αυτό την Τριάδα. Αυτή η «ομοιότης» του ανθρώπου με τον θεό προέρχεται από την Τριαδική «αυτοσυνάντηση» του θεού: Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, η οποία αντανακλάται στην σχέση του θεού με τον άνθρωπο, με τέτοιο τρόπο μάλιστα που αυτή η ίδια η σχέση αντικατοπτρίζεται με την σειρά της, στην ανθρώπινη συνάντηση του Εγώ με το Εσύ, του άνδρα με την γυναίκα.

Σ’ αυτό το σημείο η προσωπική αιώνια κίνηση του ζωντανού θεού σαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, μπορεί να υποδηλώσει και μια Ιστορία «Ότι ο Πατήρ αγαπά τον Υιό –λέει ο Μπαρτ– και ο Υιός υπακούει στον Πατέρα, ότι σ’ αυτήν την αγάπη και σ’ αυτή την υπακοή ο θεός προσφέρεται στους ανθρώπους, παίρνει πάνω του τον ξεπεσμό του ανθρώπου για να τον υψώσει κοντά του, ότι σ’ αυτή την πράξη ο άνθρωπος ελευθερώνεται διαλέγοντας με την σειρά του τον θεό που τον διάλεξε: αυτή ακριβώς είναι μια αληθινή Ιστορία η οποία σαν Ιστορία, δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί σαν μια σταθερή αιτία, όσων και αν θέλουμε αποτελεσμάτων!

Εάν αυτή ουσιοποιεί την αιωνιότητα πριν από τον χρόνο, τότε αυτή η αιωνιότης δεν μπορεί να μείνει στο πριν από τον χρόνο, καθώς εάν είναι δι’ εαυτόν πριν από τον χρόνο όπως είναι και στον χρόνο, τότε, στον χρόνο δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από Ιστορία. Ποιος είναι και τι πράγμα είναι ο Ιησούς Χριστός, μπορούμε μόνο να το αφηγηθούμε, δεν μπορούμε να το στοχασθούμε ούτε να το περιγράψουμε σαν ένα σύστημα».

«Η καταλλαγή –προσθέτει ο Μπαρτ– είναι Ιστορία. Όποιος επιθυμεί να την γνωρίσει πρέπει να την γνωρίσει σαν τέτοια. Όποιος δεν θέλει να μιλήσει γι’ αυτή, πρέπει να την αφηγηθεί σαν Ιστορία». Για να είναι συνεπής με το αντικείμενό της, δηλαδή με την Ιστορία της Δημιουργίας, της καταλλαγής, της τελικής μεταμόρφωσης των πάντων, η θεολογία δεν θα κατορθώσει ποτέ της να γίνει μια τέλεια γεωμετρία, μια στιβαρή οργάνωση ψυχρών εννοιών, χωρίς να καταλήγει πάντοτε να γίνεται ένα σπαθί χωρίς μύτη.

«Η θεολογία είναι το συμπέρασμα μια τέτοιας Ιστορίας. Γι’ αυτό δεν είναι δίκαιο να μειωθεί σε σύστημα. Πρέπει να αναφέρεται σε κάθε περίπτωση, σ’ αυτή την Ιστορία και να παραμείνει μια αφήγηση. Δεν μπορεί να ασχολείται με κάθε λογής πληρότητες, αλλά μόνον με την σωστή αφήγηση κάθε πράγματος».

(Συνεχίζεται)

Σχόλιο

Ελπίζουμε τώρα πλέον να είμαστε όλοι υποψιασμένοι γιά την πηγή της νεοορθοδόξου θεολογίας. Και ο κ. Ζηζιούλας ανέπτυξε την ετερότητα των Θείων Προσώπων από τον Μπάρτ : «Αλλά ο Θεός είναι Πατήρ εις εαυτόν καθώς είναι η καταγωγή και η πηγή ενός άλλου Θείου «τρόπου υπάρξεως», διακεκριμένου απο τον πρώτο και παρόλα αυτά δικό Του», και ο κ. Γιανναράς ξεσήκωσε σχεδόν το σύνολο τής θεολογίας τού Μπάρτ.


Οι ίδιοι βεβαίως ισχυρίζονται πως ότι πήραν το βάφτισαν ορθόδοξο. Ο κ. Ζηζιούλας χρησιμοποίησε την ετερότητα στις πολυπολιτισμικές ανάγκες και ο κ. Γιανναράς το πρόσωπο και τις σχέσεις και την αναλογία και την ομοιότητα για να συστήσει την ενότητα τής συνάξεως.


Μετάλλαξαν με τέτοια ευκολία την λογική θεολογία των Προτεσταντών σε ορθόδοξη, που εξευτέλισαν τελικώς την Ιστορία και την Θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Αμέθυστος

>KARL BARTH (4)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧIΙ)

Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Ο Pannenberg ξανά παρατήρησε πως ο Μπάρτ φτάνει να εννοεί την ιδέα του Θεού σαν ένα προϊόν της καθαρής υποκειμενικότητος της ατομικής πράξεως της πίστεως. Η απόφαση της πίστεως γίνεται σ’ αυτόν η μοναδική βάση μιάς θεολογίας η οποία ενδιαφέρεται να σκεφτεί τον Θεό, ξεκινώντας από τον Θεό. Παρότι στην αρχή επέμενε τόσο πάνω στην Kυριότητα του Θεού, ο Μπάρτ έφτασε να βασίσει αυτή την Kυριότητα πάνω στην απόφαση της πίστεως.

Βαδίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, παρέμεινε φυλακισμένος ενός υποκειμενισμού δεμένου στην απόφαση της πίστεως και στην αντίθεση ανάμεσα στην θεολογία και σε κάθε εμπειρία του ανθρώπου και του κόσμου που δεν “ερμηνεύεται” θεολογικά. Τόσο πολύ μάλιστα που η ιδέα της Κυριότητος του Θεού πρέπει αναγκαίως να κατευθυνθεί τελικώς προς την ετερονομία.

Ο Μπάρτ λοιπόν ξεκινά και αυτός από την ίδια προϋπόθεση του Hegel. Ο θεός υποκείμενο σαν αρχή κατανοήσεως της Τριάδος! Παρόλα αυτά δεν διαθέτει την ίδια συνέπεια με τον Hegel καθώς στο τέλος βασίζει το Τριαδικό του δόγμα στην απόφαση της πίστεως και μ’ αυτόν τον τρόπο δυναμώνει εκείνον τον υποκειμενισμό και τον ανθρωποκεντρισμό τον οποίο θα ήθελε να κριτικάρει στην μοντέρνα προτεσταντική θεολογία.

Ο Μπάρτ δεν δικαιολόγησε και δεν κατόρθωσε να βασίσει την θεολογία της αποκαλύψεως και επομένως το Τριαδικό του δόγμα μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι αναγκαία προϋπόθεση από την αρχή η «ιδεαλιστική» προοπτική. «Ο χαρακτήρας της θεολογίας του Μπάρτ απαιτούσε ακριβώς να αποφευχθούν δικαιολογίες αυτού του τύπου» επιμένει ο Pannenberg. Ενώ ο Bonhoffer κατηγόρησε τον Μπάρτ για «θετικισμό της αποκαλύψεως» (Offenbarung spositivismus). Για τον Μπάρτ επιμένει ο Pannenberg, η προσέγγιση στον Θεό και στον Λόγο Του είναι δυνατά μόνο σαν μια αβάσιμη θέση της πίστεως και επομένως της Θεολογίας. Εάν όμως η θεολογία είναι δυνατή μόνο σαν συγκεκριμένη υπακοή της πίστεως στην θετικότητα της αποκαλύψεως, τότε δεν υπάρχει κανένα περιθώριο στον υποκειμενισμό στην θεολογία καθώς έχουμε να κάνουμε με την μέγιστη επιδείνωση.

Τί έχουμε να πούμε για τις κατηγορίες του Pannenberg γύρω από τον υποβόσκοντα ιδεαλισμό της θεολογίας του Μπάρτ; Είναι αλήθεια πως ο πιο προσεκτικός βιογράφος του Μπάρτ, ο Eberhard Bush στέκεται πολύ συχνά στις Εγελιανές προϋποθέσεις του Μπάρτ. Στην πραγματικότητα δεν ελευθερώθηκε ποτέ του από την παληά θέση της Persona Dei. Μιλά συνεχώς για τον «προσωπικό θεό», για τον θεό υποκείμενο και «Eγώ»: ο Λόγος –δηλώνει– είναι η αποκάλυψη και η αυτοεπικοινωνία ενός άλλου, ενός προσώπου που μας πλησιάζει και εάν αυτό το πρόσωπο είναι ο θεός, τότε είναι η έκφραση της Κυριότητός Του, όχι της δυνάμεώς Του, αλλά της Κυριότητός Του πάνω μας. Δεν μπορούμε λοιπόν να αρνηθούμε πως η συνήθεια του Μπαρτ να βλέπει τον θεό σαν απόλυτο υποκείμενο (πίσω από το πεπερασμένο υποκείμενο) είναι “ιδεαλιστική” τόσο που μια “αντικειμενοποίησή” του πρέπει να φανεί σαν “το” κατεξοχήν θρησκευτικό έγκλημα, και αυτό, ισχύει ακόμη και για την μεταφορά του Τριαδικού δόγματος στα προλεγόμενα της Δογματικής του, όπου αναπτύσσεται, στο Φως της Κυριότητος της αποκαλυπτικής πράξεως του θεού και των διαστάσεών του σαν αποκαλυπτόμενος, αποκάλυψη, αποκεκαλυμένο.

Παραμένει όμως σαν γεγονός η πρόθεση του Μπαρτ να αντιπροσωπεύσει, μέσα στο προτεσταντικό φαινόμενο, «την πραγματιστική, αντικειμενική θέση, απέναντι στις υπερβατικές ή στις πρακτικές απαιτήσεις της θεωρητικής νοήσεως, που ανέπτυσσε η φιλελεύθερη θεολογία του νεοπροτεσταντισμού του Σλαϊερμάχερ». Και ο Von Balthassar προσθέτει: τα ιδεαλιστικά ίχνη δεν εκμηδενίζουν στον Μπαρτ την θέληση η οποία με αποφασιστικότητα θέλει να προσφέρει ένα δόγμα γύρω από τον θεό εκφρασμένο αντικειμενικά και να μην υπολογίσει με κανέναν τρόπο τον θεό σαν μια προέκταση του υποκειμένου (προς το εσωτερικό) με την έννοια του Ιδεαλισμού, αλλά να δει στον θεό έναν αληθινό συνομιλητή. Αυτό το πράγμα το βλέπουμε ξεκάθαρα από την στιγμή που ο Μπαρτ απομακρύνεται από τον καθαρό ενεργητισμό του Romerbrief και μεταπηδά στην “αναλογία” δηλαδή σε μια καθαρή σχέση ανάμεσα στον θεό και το Δημιούργημά Του, καθώς είναι σχέση ανάμεσα σε Είναι και σε απόλυτο υποκείμενο, Είναι και σχετικό υποκείμενο. Ο Bouillard ισχυρίζεται λοιπόν πως το Τριαδικό δόγμα του Μπαρτ, τελικώς δεν διαφέρει και πολύ από το καθολικό δόγμα. Από τα πρώτα του έργα αλλά και στην Εκκλησιαστική Δογματική, είναι πάντοτε παρούσα η υποκειμενικότης, ιδεαλιστικής καταγωγής. Ακόμη και όταν προσπαθεί να βασίσει τον στοχασμό του πάνω στην «Μόνιμη (immanent) Τριάδα» παρατηρεί ο Moltmann, ξετυλίγεται σαν «υπερβατική υποκειμενικότης εκφρασμένη Τριαδικώς».

Εάν επιθυμούσαμε λοιπόν να παρακολουθήσουμε την μακρινή αρχή αυτού που κρατά στα χέρια του ο Μπαρτ, θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην ψυχολογική ανάλυση του Αυγουστίνου και περνώντας δια του Cogito του Καρτέσιου, την κριτική της ουσίας και την μείωση της Persona σε αυτοσυνειδησία, του Locke, να φτάσουμε στην υποκειμενικότητα που εμφανίζεται σαν θεωρία, μετά τον Kant, στον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Ο Μπαρτ συνέλαβε πως ο ακραίος ανθρωποκεντρισμός, έκρυβε μέσα του τον Αθεϊσμό! Ας θυμηθούμε την ερμηνεία που δίνει στον Φώϋερμπαχ. Κατά τον Μπάρτ, ο Φώϋερμπαχ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εξάγει τις έσχατες συνέπειες της κακής θεολογίας των συγχρόνων του.

Η ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ.

Κατανοεί επίσης με σαφήνεια πως εάν η αγάπη του θεού δεν είναι καθ’ εαυτή οντολογική Αρχή, δεν μπορεί να είναι Σωτήρια για μας. Αλλά και πάλι μίλα για Dei loquentis Persona, και όπως ίσως θυμόμαστε, ο Hegel πολέμησε τον Θεό-Ουσία για να τον αντικαταστήσει με τον Θεό-Πνεύμα, υποκείμενο, και μ’ αυτή την έννοια Persona.

Κλείνοντας το κεφάλαιο της Εκκλησιαστικής Δογματικής μπορούμε να επιβεβαιώσουμε πως ο Μπαρτ δεν πολυασχολήθηκε με το πρόβλημα εάν και πως οι Τρεις της Τριάδος είναι τρία υποκείμενα ή «ΕΓΩ» και δεν πολυασχολείται ούτε με το πρόβλημα πως ο θεός, εφόσον είναι Τριάδα, μπορεί να είναι και ένα υποκείμενο, «ΕΓΩ» ή πρόσωπο. Τα θεωρεί δεδομένα. Τον ενδιαφέρει μάλλον να προσκολληθεί στην πίστη της αρχαίας Εκκλησίας αλλά δεν τον πολυενδιαφέρει το γεγονός πως το δόγμα χρησιμοποίησε τον όρο Persona (και οι αντίστοιχοι Ελληνικοί όροι υπόστασις και πρόσωπον) για τους Τρεις της Τριάδος, όχι για να εκφράσουν την μοναδική τους Φύση ή Ουσία. Έτσι πέφτει χωρίς να το καταλαβαίνει, στον ορισμό του Hegel, που αυτοαναπτύσσεται στις διαφορετικές στιγμές της αυτοαποκάλυψής του σαν πνεύμα, απόλυτο υποκείμενο, και μ’ αυτή την έννοια μια μοναδική Persona.

Βεβαίως δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο στον Μπαρτ να μεταφέρει τον θεό και την δομή της προσωπικότητος, όπως την υποστήριξε και ο Hegel, σαν δομικό άνοιγμα στο άλλο από αυτό. Ο Μπαρτ δεν περπάτησε καθόλου στον θεολογικό περσοναλισμό! Ανέπτυξε την έννοια της αυτοαποκαλύψεως μέχρι να προκηρύξει την Κυριότητα του θεού, του θεού Λόγου. Έτσι το Όραμα της «αμεταβλήτου Τριάδος» φαίνεται να προσδίδει στην αποκάλυψη έναν χαρακτήρα απομονώσεως, “υπερβατικό” σαν να ήταν ένα novum (νέο) κλειστό στον εαυτό του». Σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν πιo σπουδαίο για τον Μπάρτ να συνδέσει την αυτοαποκάλυψη με την Κυριότητα του Θεού, παρά να της δώσει μια Τριαδική ανάπτυξη. Η αυτοαποκάλυψη του θεού, δεν σημαίνει ένα περσοναλιστικό άνοιγμα του θεού, ανάλογο με την διανθρώπινη σχέση Εγώ-Εσύ, όσο την επιβεβαίωση της θεότητος του θεού. Μήπως αυτό δεν ενδιέφερε τον Μπάρτ πάνω απ’ όλα;

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>KARL BARTH (3)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧI)

Φυσικά ακολούθησαν αμέσως κατηγορίες για τροπισμό από όλα τα μέρη. Αλλά τουλάχιστον μέχρις εδώ ο Μπαρτ δεν πρωτοτυπεί σε τίποτε. Από την εποχή της εμφανίσεως της προτεσταντικής ορθοδοξίας δηλαδή από τον ΧVII αιώνα «οι Λουθηρανοί θεολόγοι κατηγορούσαν τους θεολόγους της Μεταρρυθμίσεως διότι έδειχναν να μην προτιμούν τον όρο πρόσωπο, προτιμώντας την υπόσταση ή ακόμη περισσότερο τον τρόπο υπάρξεως». Έτσι λοιπόν, καθώς ανήκει στην Μεταρρύθμιση, ο Μπαρτ αναλαμβάνει την θεολογική παράδοση από την οποία προέρχεται. Μάλιστα δε κάποιος θεολόγος ονόματι I.A. Dorner, στα μισά του 1800 είχε ήδη μιλήσει για μια «απόλυτη προσωπικότητα» στον θεό και μαζί, όχι για τρία πρόσωπα, αλλά για τρεις «τρόπους υπάρξεως».

Από την μεριά ο Μπαρτ διευκρινίζει πως «τρόπος υπάρξεως» είναι η ακριβής μετάφραση της έννοιας που χρησιμοποίησε η αρχαία Εκκλησία! Τρόπος υπάρξεως, που μεταφράσθη στα Λατινικά σαν modus entitativus. Αυτή η ίδια έννοια της υποστάσεως δε, όπως έγινε κατανοητή από την ανατολική Εκκλησία, η οποία την προτίμησε από το πρόσωπον, σημαίνει κάτι υποκείμενο παρά ουσία, δηλαδή: τρόπο υπάρξεως. Οι θωμιστές μιλούσαν για τους τρεις της τριάδος σαν res proprie subsistentes, χρησιμοποιώντας το ρήμα subsistere (υπόκειμαι), το οποίο είναι δομικό στοιχείο της αρχαίας έννοιας του προσώπου. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σε όσα λέει ο Μπαρτ πως για τον Θωμά Ακινάτη το θείο πρόσωπο είναι «modus existendi incommunicabiliter» και η σχέση ένας «determinatus modus existendi», συγκεκριμένος τρόπος υπάρξεως. Ακόμη και ο Bonaventura δήλωνε πως το πρόσωπο του θεού είναι «modus essendi respectivus», δηλαδή σχέση.

Κατηγορήθηκε για “κρυπτοκαθολικός”, λόγω της θεολογίας των σχέσεων, αλλά απάντησε πως ο φόβος του σχολαστικισμού είναι το σημάδι των ψευδο-προφητών. Στο Τριαδικό επίπεδο πάντως, ο Μπαρτ δεν είναι οπισθοδρομικός, δεν μας μεταφέρει στην προ των Καππαδοκών εποχή όπως ακριβώς δεν αρνείται πως υφίσταται καθένα από τα θεία πρόσωπα. Έτσι αμέσως μετά τον ισχυρισμό του πως υφίσταται στον θεό, όχι ακριβώς το πρόσωπο καθ’ εαυτό, αλλά ο θεός στα τρία πρόσωπα, προσθέτει πως τα θεία πρόσωπα υφίστανται αλλά με σχετικό τρόπο: στον θεό υφίστανται τρεις σχετικότητες δηλαδή τα πρόσωπα και επιπλέον υφίσταται και κάτι απόλυτο, δηλαδή η Ουσία!

Είναι επίσης ξεκάθαρο πως όταν προσευχόμεθα στον θεό Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα δεν έχουμε καμία πρόθεση να αναφερθούμε σε «τρεις τρόπους υπάρξεως» ή τρεις υφισταμένους. Το αδύναμο σημείο του Μπαρτ δεν βρίσκεται στο γεγονός πως θέλει να μιλήσει για τα θεία πρόσωπα σαν «τρόπους υπάρξεως».

Πιο αμφίβολη φαίνεται να είναι η προσπάθειά του να σταθεροποιήσει μια ισοδυναμία ανάμεσα στην Τριάδα και στην αποκάλυψη. Είναι αλήθεια πως ο Μπαρτ ισχυρίσθηκε από την αρχή πως η αποκάλυψη δεν είναι η ρίζα της Τριάδος, αλλά του δόγματος της Τριάδος. Δηλαδή μόνον γνωσιολογικά, quod modum cognoscendi, η αποκάλυψη θα μπορούσε να ονομασθεί ρίζα της Τριάδος. Ίσως όμως θα ‘πρεπε ο Μπαρτ να καθορίσει καλύτερα τι πράγμα διακρίνει τα θεία πρόσωπα ανεξαρτήτως της αποκαλύψεως και πριν από αυτή, για να δείξει στη συνέχεια πως συνδέεται η Τριάδα με την αποκάλυψη και πως ξεκινά από αυτή η γνώση που διαθέτουμε του Μυστηρίου. Παρόλα αυτά ο Μπαρτ ξεκαθαρίζει πως ο θεός είναι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα καθ’ εαυτός, στις αιώνιες ενυπάρχουσες και μόνιμες σχέσεις του και έτσι λοιπόν ανεξαρτήτως και πριν από την Δημιουργία, την Λύτρωση και την Αγιοποίηση.

Αντιθέτως η κατηγορία του Pannenberg, βρίσκει κέντρο! Ο Μπάρτ, σύμφωνα με τον Pannenberg, γοητεύτηκε από το μοντέρνο θέμα της υποκειμενικότητος χωρίς να κατορθώσει να το κυριεύσει τελείως. Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και παρότι πάλεψε στο όνομα της Κυριότητος του θεού ακριβώς εναντίον αυτής της υποκειμενικότητος και παρότι διεκδίκησε την αυτονομία Του, παρόλα αυτά ο Μπαρτ, μετέφερε στον θεό την κατηγορία της υποκειμενικότητος, χρησιμοποιώντας την στην συνέχεια στην απαραίτητη υφιστάμενη συνθήκη της υποκειμενικότητος του ανθρώπου.

Ο Μπαρτ συνέλαβε την Τριάδα ακριβώς σαν την αμείωτη υποκειμενικότητα του θεού στην αποκάλυψή Του! Στα μάτια του, μόνον το τριαδικό δόγμα μας εμποδίζει να σκεφθούμε πως η άπειρη διαφορά ποιότητος ανάμεσα στον θεό και τον κόσμο δεν επεβλήθη από τον κόσμο στον θεό. Ο θεός δεν θα ήταν τελείως μοναδικός, ελεύθερος, νικητής, εάν θα ‘πρεπε να εναντιωθεί σε κάτι άλλο από τον εαυτό Του.

Εάν όμως ο θεός υπολογίζεται σαν αιώνιος Πατέρας στην σχέση του με τον αιώνιο Υιό, και όχι απέναντι στον κόσμο, η σχέση με τον κόσμο καθίσταται δυνατή από αυτές τις διαπροσωπικές θείες σχέσεις, προεικονίσθη στην ελευθερία Του, απ’ αυτές τις ίδιες τις αιώνιες σχέσεις. Βασίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αυτονομία του θεού και της αποκαλύψεώς Του απέναντι στον κόσμο, το τριαδικό δόγμα, στην Εκκλησιαστική Δογματική του 1932, βρίσκει θέση στα προλεγόμενα της Δογματικής του σαν βάση του δόγματος του Λόγου, που χρησιμεύει αυτό το ίδιο σαν Αρχή κάθε θεολογικής γνώσεως. Αλλά ο Μπάρτ ξεδιπλώνει το τριαδικό δόγμα ορμώμενος από την έννοια της αποκαλύψεως: ο θεός είναι αυτός που αποκαλύπτει, αυτός που απεκαλύφθη και το γεγονός της αποκαλύψεως. Αυτή η Τριάδα (Dreiheit) δεν προέρχεται από την αποκάλυψη στον άνθρωπο, αλλά υπάρχει ήδη σε αυτό το αιώνιο Είναι του θεού. Αυτή η ενυπάρχουσα και μόνιμη Τριάδα είναι τελικώς το κριτήριο της συλλήψεως του Μπαρτ, της αυτονομίας του θεού στην αποκάλυψή Του. Όμως, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, ο Μπαρτ μπαίνει στην σχολή του «φιλοσόφου» Hegel. Διότι ακριβώς όπως ο Hegel, δένει την Τριάδα στην έννοια της αποκαλύψεως ή καλύτερα στην αυτοαποκάλυψη του θεού.

«Offenbarung ist Dei loquentis Persona». Κατάγεται από τον «Ιδεαλισμό» η επιμονή του Μπαρτ να κατανοεί τον μοναδικό θεό, τον Κύριό του που μιλά και αυτοαποκαλύπτεται, σαν ΕΝΑ πρόσωπο, ένα μοναδικό υποκείμενο, ένα μοναδικό ΕΓΩ. «Λόγος του θεού, εξηγεί ο Μπάρτ, σημαίνει: ο θεός μιλά. Αυτή είναι η αλήθεια, διότι πραγματικά είναι το πρόσωπο του θεού που μιλά, Dei loquentis persona. Δεν είναι κάτι αντικειμενικό, αλλά αυτή η ίδια η αντικειμενικότης, διότι είναι η υποκειμενικότης του Θεού. Η προσωποποίηση του Λόγου του θεού, την οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε, διότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Λόγος του θεού, δεν σημαίνει πως χάνει τον χαρακτήρα του λόγου. Αυτή η προσωποποίηση διαγράφει τον προσωπικό του χαρακτήρα και αποκλείει κάθε χαρακτήρα πράγματος, ακόμη και όταν είναι λέξη γραπτή ή εκφωνημένη. Δεν υπάρχει λοιπόν ανθρωπομορφισμός στην προσωποποίηση του Λόγου του θεού. Το πρόβλημα δεν είναι αν ο θεός είναι πρόσωπο αλλά αν είμαστε εμείς. Ο θεός είναι αληθινό πρόσωπο και ελεύθερο υποκείμενο. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να σκεφθούμε περισσότερο, διότι βρισκόμαστε μπροστά στην αγνωσία του θεού».

Από το Είπεν ο θεός ο Μπαρτ βλέπει να προέρχεται το Dei loquentis Persona και επομένως η υποχρέωση μας να πρέπει να μιλάμε για τον θεό σαν «ένα πρόσωπο, ένα ΕΓΩ, που υπάρχει εις εαυτό και δι’ εαυτό, που διαθέτει μια σκέψη και μια δική του Βούληση. Μ’ αυτόν τον τρόπο μας συναντά στην αποκάλυψή Του, μ’ αυτόν τον τρόπο είναι τρεις φορές θεός σαν Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα». Εάν λοιπόν το τριαδικό δόγμα πρέπει να εκφράζει, την αμείωτη υποκειμενικότητα του θεού, δηλαδή το πρόσωπο του μοναδικού θεού, το ΕΓΩ του Κυρίου, οι τρεις τρόποι υπάρξεώς του δεν πρέπει να γίνουν κατανοητοί σαν άλλες τόσες στιγμές της αυτοεκδηλώσεως αυτού του ίδιου ΕΓΩ; Με τα τρία πρόσωπα δεν πρόκειται για τρία θεία ΕΓΩ, αλλά για τρεις φορές του μοναδικού θείου ΕΓΩ.

Η έννοια της ομοουσιότητος του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος πρέπει να γίνει κατανοητή πάνω απ’ όλα με την έννοια μιας ταυτότητος της Ουσίας. Είναι η ταυτότης της ουσίας που προηγείται της ομοουσιότητος των προσώπων. Ο Μπαρτ δεν αναπτύσσει τον τριαδικό στοχασμό πάνω στην άμεση βάση των δεδομένων της ερμηνείας, επιχειρηματολογεί πάνω στην ενυπάρχουσα λογική μέσα στην έννοια της αποκαλύψεως, μια έννοια η οποία μας υποχρεώνει να διακρίνουμε ανάμεσα σε υποκείμενο, σε κατηγορούμενο και αντικείμενο, και κατ’ επέκτασιν ανάμεσα στον αποκαλύπτοντα, στον αποκαλυφθέντα και στην αποκάλυψη! Αλλά ειρωνεία της τύχης, παρατηρεί ο Pannenberg, μ’ αυτόν τον τρόπο δεν κατορθώνει παρά να επαναλάβει μια δομή της υποκειμενικότητος ανάλογη με εκείνην που φανέρωσε ο Hegel στην απαγωγή της Τριάδος από την έννοια του πνεύματος και της αυτοσυνειδησίας. Παρ’ όλες τις διαφορές της γλώσσας και του περιεχομένου φυσικά, παρ’ όλη την αποφασιστική καταγγελία της φυλακίσεως του θεού του Hegel στις αλυσίδες του συστήματος και παρ’ όλη την εξύμνηση της άπειρης ποιοτικής διαφοράς και της ελευθέρας Κυριότητος του θεού, ο Μπαρτ δεν κατόρθωσε να αποδεσμευθεί από την μαγεία της Εγελιανής νοήσεως!

(Συνεχίζεται)
 
Αμέθυστος

>Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH) (2)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧ)

Τώρα λοιπόν το δόγμα της αποκαλύψεως θα δεχθεί μια επεξεργασία συγκεντρωμένη αποφασιστικά στην Χριστολογία και γι’ αυτό ακριβώς Τριαδική. Ο Μπαρτ με σθένος και αποφασιστικότητα θέλει να αντιστρέψει την θεολογική μεθοδολογία που ίσχυσε στον νεοπροτεσταντισμό: Να μιλήσουμε για τον θεό, σημαίνει κάτι ουσιαστικώς διαφορετικό από το να μιλήσουμε για τον άνθρωπο σε πιο υψιπετείς τόνους. Ας θυμηθούμε πως στον Σλαϊερμάχερ η Τριάδα τοποθετείται στον Επίλογο, ενώ στον Μπαρτ στα προλεγόμενα της “Εκκλησιαστικής Δογματικής”.

Στα προλεγόμενα ο Μπαρτ αναρωτιέται γύρω από τον Λόγο του θεού σαν “κριτήριο” της Δογματικής. Ποιος είναι ο θεός στην αποκάλυψή του; Σ’ αυτή την ερώτηση ο Μπαρτ απαντά με το Τριαδολογικό δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Το Τριαδικό δόγμα χαρακτηρίζει σαν “χριστιανικό” ένα δόγμα γύρω από τον θεό. Μόνο που ο Μπαρτ εννοεί το Τριαδικό δόγμα σαν σχόλιο στην πρόταση: «Ο θεός αποκαλύπτεται σαν ο Κύριος». Γι’ αυτό ο θεός αποκαλύπτει τον εαυτό του σε μας σαν Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Η Εκκλησία αναγκάστηκε να πολεμήσει για να αναγνωριστεί το Τριαδικό δόγμα στην διάρκεια του 4ου αιώνος, όταν χρειάστηκε να υπερασπιστεί την θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή με τον Ιησού Χριστό και με το Άγιο Πνεύμα έχουμε να κάνουμε πάντοτε μόνον με τον Θεό. Αυτό ακριβώς αρνούνται οι αντίπαλοι της Αγίας Τριάδος όλων των εποχών, και οι αρχαίοι και σύγχρονοι.

Ο Μπαρτ δεν είχε καμία πρόθεση να επινοήσει μια απαγωγή της Τριάδος από κάποιο a priori, αλλά να εκφράσει μόνον, με μια ειδική προοπτική, οτιδήποτε βεβαιώνει η αποκάλυψη, η οποία περιέχεται στην Βίβλο και στο δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Ο θεός και η αποκάλυψή Του υπάρχουν μέσα στη Βίβλο. Αυτή όμως είναι η αποκεκαλυμμένη μαρτυρία ακριβώς επειδή είναι Μαρτυρία του Χριστού. Ο Χριστός είναι η πραγματικότης, δηλαδή η πραγματικότης του αποκεκαλυμμένου Λόγου σε μας, μια φορά για πάντα. Το γεγονός Ιησούς Χριστός.

Ο Μπαρτ γνωρίζει όμως ταυτόχρονα ότι η Βιβλική Μαρτυρία του θεού στην αποκάλυψή Του, δεν ταυτίζεται με το Τριαδικό δόγμα, παρότι αντιλαμβάνεται ανάμεσά τους μια αληθινή και βασική σχέση. «Ότι ο θεός είναι ένας και τρεις, ότι η ενότης και η τριαδικότης δεν υφίστανται μόνον στην αποκάλυψη αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιο τον θεό και επομένως δεν πρέπει να μιλάμε για μια φανέρωση της Οικονομίας της Σωτηρίας αλλά για μια πραγματικότητα που ενυπάρχει στον θεό, όλο αυτό αποτελεί ένα δόγμα της Εκκλησίας και όχι ένα βιβλικό δόγμα δηλαδή δεν είναι κάτι που εκφράζεται ξεκάθαρα μέσα στην Βίβλο».

«Το Τριαδικό δόγμα είναι μια εξήγηση, ένα ιδιαίτερο σχόλιο, που έγινε δεκτό και κατανοητό από την Εκκλησία σαν την νόμιμη μαρτυρία της αποκαλύψεως».

Όλες οι θέσεις του Μπαρτ γύρω από την ενυπάρχουσα και μόνιμη Τριάδα, του φανερώνονται σαν αναγκαίες λογικές προϋποθέσεις της Οικονομικής Τριάδος. Δεν εκφράζουν παρά μία και μόνη Ιδέα: Στον θεό, η διαφορά, η ενότης, και ο τρόπος υπάρξεως, είναι τέτοιες ακριβώς όπως επιβάλλονται στην Βιβλική Μαρτυρία της αποκαλύψεως!

ΑΠΟΛΥΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Η Τριάδα δεν ονομάζει μόνο την ενότητα του Θεού, αλλά την καθορίζει, την ενδυναμώνει. Η ενότης του Θεού έχει στερεότητα ακριβώς λόγω της «τριπλής επαναλήψεως τού μοναδικού Θεού». Αυτή η αληθινή ripetitio aeternitatis in aeternitate κάνει τον Θεό, πού είναι τρία πρόσωπα, μια μοναδική προσωπικότητα.

Έτσι φτάνουμε, όπως λέει ο Μπάρτ, στο πιο δύσκολο σημείο της τριαδολογικής έρευνας: Τί σημαίνει ο όρος πρόσωπο ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως; Ή γενικώς, τί σημαίνει ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα διακριτοί ή διατεταγμένοι στον Θεό; Κάτω από πια έννοια μπορούμε να τους συγκεντρώσουμε; Τί είναι, εκτός του γεγονότος πώς καθένα από αυτά και όλα μαζί είναι ο μοναδικός αληθινός θεός; Ποια είναι η γενική αρχή πού διέπει το Είναι τους σαν Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα;

Πάντως όλες οι δυσκολίες που προέκυψαν από τον όρο πρόσωπο και από την έννοιά του, ομολογεί ο Μπαρτ, δεν δηλώνουν παρά τις δυσκολίες που εμπεριέχονται στην προβληματική. Παραμένει λοιπόν επικίνδυνο να συνεχίσουμε να μιλάμε για πρόσωπο στον Θεό χωρίς προσοχή και ενδοιασμούς.

Μετά τούς δογματικούς ορισμούς της αρχαίας εκκλησίας η έννοια του προσώπου πήρε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Μπάρτ βεβαίως δεν υποπτεύθηκε πως αυτή η στροφή είχε σχέση ακριβώς με τον Χριστιανισμό και με την σταθερή επιρροή του στον Δυτικό πολιτισμό.

Το γεγονός πως το νόημα τού προσώπου συνέπεσε τελικώς με εκείνο του ΕΓΩ αντιτιθεμένου σε κάθε άλλο ΕΓΩ, σε μια ανεξάρτητη, ιδιαίτερη, διακεκριμένη ελευθερία, δεν μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο αναφορικά με τον Χριστιανικό Θεό χωρίς να πέσουμε σε αντιφάσεις. Η Τριάδα κατά τον Μπάρτ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από τρία πρόσωπα σαν ΕΓΩ αυτοσυνείδητα και ελεύθερα, διότι θα πέσουμε αμέσως στον Τριθεϊσμό.

«Η Ρωμαιοκαθολική θεολογία μιλά ακόμη για πρόσωπο στην τριαδική θεολογία σαν να μην έχει υπάρξει στο μεταξύ η μοντέρνα έννοια της προσωπικότητος, λες και ο ορισμός του Βοήθιου είναι σύγχρονος και κατανοητός από όλους, σαν να είχε εξηγηθεί κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνος το νόημα αυτού του ορισμού τόσο καλά ώστε να μπορούμε να μιλάμε με κάποιο όφελος για τρία πρόσωπα στην Αγία Τριάδα».

Μιλώντας για πρόσωπα στον θεό σήμερα όλοι θα καταλάβαιναν ότι έχουμε να κάνουμε με τρία υποκείμενα, με τρία ΕΓΩ, κάτι που δεν συμφωνεί βεβαίως με την Βιβλική διδασκαλία περί Ενός Θεού και Κυρίου. Θα μπορούσαμε βεβαίως να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ο Πατήρ και ο Υιός που μας παρουσιάζει η Γραφή είναι πρόσωπα ή υποκείμενα με την κοινή έννοια της εκφράσεως. Επειδή όμως υπάρχει αυτό το Vinculum Caritatis (ο δεσμός της αγάπης) ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, το «Άγιο Πνεύμα» δεν θα μπορούσε με τίποτε να κατανοηθεί σαν τρίτο “πρόσωπο” με την μοντέρνα σημασία του όρου. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο, κατά τον Μπαρτ, πως το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένα τρίτο πνευματικό υποκείμενο, ένα τρίτο ΕΓΩ, ένας τρίτος Κύριος δίπλα στους άλλους δύο Κυρίους, αλλά ένας τρίτος τρόπος υπάρξεως του μοναδικού θείου υποκειμένου, του μοναδικού Κυρίου.

Ο Μπαρτ ξεκαθαρίζει πολύ γρήγορα όπως θα δούμε πως το πρόσωπο στην Αγία Τριάδα σημαίνει «τρόπος υπάρξεως». Δεν μπορούμε όμως, σ’ αυτό το σημείο να μην αναρωτηθούμε πως και ένας τόσο οργανωμένος και λεπτός θεολόγος σαν τον Μπαρτ, αρνείται με τόση βεβαιότητα στους τρεις της Αγίας Τριάδος να είναι ΕΓΩ που κοινωνούν στην περιχώρηση μιας μοναδικής θεϊκής Ουσίας. Μήπως δεν είναι το ΕΓΩ η κορυφαία Δημιουργία του θεού, στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ανθρώπου; Δεν είναι επομένως το μόνο αξιοπρεπές για να αποδοθεί στα Τριαδικά πρόσωπα. Και εάν δεν μπορούμε να ονομασθούμε ΕΓΩ , τότε ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από τρία ΕΓΩ! Και εάν επρόκειτο για ΕΓΩ μ’ έναν απολύτως ασύγκριτο τρόπο, τέτοιο ώστε να τους επιτρέπει να οικοδομήσουν μαζί, εντελώς παράδοξα, ένα μοναδικό Θεό και Κύριο; Γιατί να αρνηθούμε a priori αυτό το θεϊκό σκάνδαλο και να μην το αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη προσοχή; Ή μήπως είναι από πίσω η “Ιδεαλιστική” ανησυχία να δούμε τον θεό σαν ένα μοναδικό «πρόσωπο», ένα μοναδικό «υποκείμενο» ή «ΕΓΩ», η οποία εμποδίζει τον Μπαρτ να ομολογήσει τα τρία πρόσωπα σαν τρία θεϊκά «ΕΓΩ»;

Όπως και να ‘χει πάντως, ο Μπάρτ ισχυρίζεται πως πρέπει να αποφύγουμε την μοντέρνα έννοια του «ΕΓΩ» και να χρησιμοποιήσουμε τον όρο ΠΡΟΣΩΠΟ με την σημασία του «τρόπου υπάρξεως» (Seinseweise) εάν επιθυμούμε να αναγγείλουμε τον θεό σαν τον Κύριο που αυτοαπεκαλύφθη και προσεφέρθη στον Ιησού Χριστό!

Και ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, αναγνωρίζει ο Μπάρτ, συνέχισαν όσον αφορά την Τριαδικότητα την κληρονομιά της αρχαίας εκκλησίας. Από την μεριά του οικειοποιείται επίσης και την θέση, Θωμιστική και νεοσχολαστική στην συνέχεια, του προσώπου σάν σχέση. Τοιουτοτρόπως μπορεί να μιλήσει για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο πνεύμα σάν τρείς «τρόπους υπάρξεως» του μοναδικού θεού, στην ιδιαιτερότητά τους και στην αμοιβαιότητα των σχέσεών τους. (Κ.ΒARTH, DieKirchliche, Ι/1,6, σ.386).

Για ένα πράγμα είναι σίγουρος ο Μπάρτ: πως η αρχαία έννοια τού προσώπου σήμερα είναι νεκρή. Γι’ αυτό, ενώ η αρχαία δογματική και η δογματική των καθολικών ομιλούν για τα τρία πρόσωπα μ’ έναν τρόπο νοηματικώς αδιάφορο, ο Μπάρτ βεβαιώνει: «ο θεός πού αποκαλύπτεται σύμφωνα με τις Γραφές είναι ένας σε τρείς διακεκριμένους τρόπους υπάρξεως, οι οποίοι αποτελούνται από αμοιβαίες σχέσεις. Μ΄ αυτόν τον τρόπο ο αποκεκαλυμμένος Θεός είναι ο Κύριος, δηλαδή το θείο «ΕΣΥ» που συναντά το ανθρώπινο «ΕΓΩ», το άτρεπτο υποκείμενο το οποίο απευθύνεται προς τον άνθρωπο για να δεθεί και να αποκαλυφθεί σ’ αυτόν ακριβώς σαν ο Θεός του».

Μ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένας λόγος να εγκαταλείψουμε την έννοια του προσώπου. Παρότι δεν μπορούμε πλέον να την χρησιμοποιήσουμε παρά μόνον δίνοντάς της την σημασία μιας συντμήσεως πρακτικώς χρήσιμης και σχετικής με την ιστορική συνέχεια τού προβλήματος.

Κατά βάθος λοιπόν ο Μπάρτ δεν σκέφθηκε να επινοήσει μια καινούρια, επαναστατική έννοια, αλλά θέλησε να βάλει στο κέντρο της θεολογίας του μια «εφεδρική έννοια» στην οποία γινόταν ήδη αναφορά κάθε φορά πού εχρησιμοποιείτο ο όρος πρόσωπο!

Η πρόταση «ο θεός είναι ένας σε τρείς τρόπους υπάρξεως» δεν σημαίνει παρά τούτο: ο μοναδικός θεός, δηλαδή ο Κύριος, ο προσωπικός θεός, είναι αυτό που είναι όχι μόνο μ’ έναν «τρόπο», αλλά σύμφωνα με την ανάλυση του Μπάρτ της βιβλικής έννοιας της αποκαλύψεως, με τρείς «τρόπους υπάρξεως», του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXIΧ)

Από την φιλελεύθερη Τριάδα στην θεολογία της Τριαδικής Αυτοφανερώσεως.

    Μια πολύ ισχυρή ώθηση στην ανανέωση του Τριαδικού στοχασμού, που δεν περιορίστηκε μόνον στον προτεσταντικό χώρο, ήλθε από τον Καρλ Μπαρτ. Καταρχάς ο Μπαρτ σκέφτηκε να εναρμονίσει την θεολογία της Μεταρρυθμίσεως με την Ιδεαλιστική και Ρομαντική θεολογία. Κατάλαβε όμως πολύ γρήγορα πως ζούσε σ’ έναν παληό κόσμο και αισθανόταν έντονα την αμηχανία του, παρότι ακόμη δεν γνώριζε ότι υπάρχει εκείνος ο καινούριος κόσμος προς τον οποίο θα ξεδιπλώσει αργότερα τα φτερά του!

    Αυτό της προσωπικότητος, ανακοίνωσε τότε ο νεαρός Μπαρτ, παρουσιάζεται σαν μια έννοια τοποθετημένη στο σύνορο ανάμεσα στην υπερβατικότητα και την ψυχολογία, αλλά που δεν μπορεί ταυτόχρονα να αναπτυχθεί, πραγματικώς και πλήρως, σ’ ένα μόνον από τα δύο πεδία και πρέπει αναγκαίως να συμμετέχει και στα δύο. Ενώ η υπερβατικότης (Λογική, ηθική, αισθητική) προσδιορίζει την στιγμή του απολύτου που ριζώνει στην προσωπικότητα, χωρίς όριο, χωρίς τελειότητα, χωρίς προσδιορισμό, αντιθέτως η ψυχολογία φανερώνει την προσωπικότητα σαν κάτι μοναδικό, ειδικό, ατομικό. Γι’ αυτό είναι αδύνατον να κατασκευάσουμε μια καθαρή έννοια της προσωπικότητος μόνο με την υπερβατικότητα ή μόνον με την ψυχολογία. Από την άποψη της υπερβατικότης, καθώς είναι πνευματικό «ΕΓΩ» κατεξοχήν, η προσωπικότης είναι αναμφίβολα ένα υποθέτω και ένα κατανοώ άπειρα, πνευματική δεκτικότης, άπειρη δύναμις. Το πνευματικό ον είναι πράξη, μια πράξη που περιέχει στον εαυτό της την φορά προς ένα ιδανικό. Αυτή η ροπή είναι η ουσία του πνεύματος. Από το άλλο μέρος η εμπειρική περατότης του πνευματικού όντος, ακριβώς επειδή είναι εμπειρική, είναι μια κατάσταση, ακριβέστερα δε μια κατάσταση αχώριστη από την προσωπικότητα.

    Ο θεός πρέπει να γίνει κατανοητός με την ιδεαλιστική παράδοση, πάνω απ’ όλα σαν πνεύμα, και ακριβέστερα σαν «απόλυτο πνεύμα». Ακόμη περισσότερο δε, η θρησκευτική εμπειρία απαιτεί να αναγνωρισθεί ακόμη και ο ατομικός χαρακτήρας αυτού του «απολύτου πνεύματος»: ο θεός πρέπει να είναι και «υποκείμενο». Αυτό που η θρησκεία εννοεί όταν προφέρει την λέξη «θεός» είναι ακριβώς ένα «ΕΓΩ» προικισμένο με απόλυτη αλλά και ατομική ταυτόχρονα πνευματικότητα. Ο απόλυτος και ο ατομικός σύγχρονος χαρακτήρας του θεού είναι αναγκαίοι και οι δύο για την κατανόηση της θρησκευτικής εμπειρίας-και έτσι φτάνουμε σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση! Ανάμεσα στην οριακή ιδέα του πανθεϊσμού που θα ήθελε να εξαφανίσει την προσωπικότητα του θεού και την οριακή ιδέα του θεϊσμού, που θα ήθελε να αντιθέσει στον κόσμο αυτή την προσωπικότητα σαν κάτι πεπερασμένο, δεν μένει παρά ένας ενδιάμεσος χώρος, ανοιχτός, ο οποίος δεν θα έπρεπε να κρυφτεί από καμιά απολογητική σύνθεση. Πάνω απ’ όλα θα ήταν απαγορευμένο να πάρουμε την προσωπική δομή του ανθρώπου, στην πεπερασμένη απειρία της, σαν σημείο εκκινήσεως για την επεξεργασία μιας έννοιας του θεού. Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο καταφεύγοντας στην θεμελίωση της προσωπικότητος του θεού στην βάση της ανθρώπινης, διότι σ’ αυτό το σημείο δικαίως θα επανερχόταν η κριτική του Φώυερμπαχ. Ένας στοχασμός για τον θεό, που αναγνωρίζεται ότι προέρχεται από την προβολή της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας στο υπερβατικό, δεν θα μπορέσει ποτέ να φθάσει την πραγματικότητα του θεού και ακόμη λιγότερο να την περιγράψει! Δεν μπορεί να είναι μια προβολή έξω από εμάς που να μπορεί να αποτελέσει τον στοχασμό του θεού της θρησκείας, αλλά μόνον η αντανάκλαση ενός γεγονότος το οποίο παρασκευάζεται σε εμάς. Αυτό το γεγονός είναι η ίδια η ζωή η οποία προέρχεται από τον θεό, δωρισμένη σε μας στην σχέση μας με την Ιστορία. Η εσωτερική μας εξάρτηση, που παράγεται από την Ιστορία, είναι η θρησκευτική εμπειρία. Σ’ αυτή έχουμε τον θεό, και στηριζόμενοι σ’ αυτή μπορούμε να μιλήσουμε για τον θεό. Μέσω της εμπειρίας φτάνουμε στην πραγματικότητα του θεού, όχι μέσω της λογικής. Εάν προσωπικότης και απολυτότης του θεού φαίνονται να αλληλοκαταργούνται στην σκέψη, αντιθέτως η συνύπαρξή τους απαιτείται στην θρησκευτική εμπειρία. Με άλλα λόγια, τελειώνει ο Μπαρτ, η πραγματικότης του θεού ξεπερνά τα δικά μας μοντέλα γνώσεως: το όριο της σκέψης είναι ένας περιορισμός αυτής της ίδιας της δυνατότητός της!

    Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, παρόλη την συντομία της εκθέσεως, για τον νεαρό Barth, η βάση της ενότητος της εμπειρίας δεν είναι το “υπερβατικό υποκείμενο” όπως ήθελε ο Σλαϊερμάχερ της πιστής συνειδήσεως, αλλά η δηλωμένη ανάληψις της δυσκολίας και της τομής! Ακόμη και όταν πάψει να μιλά αργότερα για “θρησκευτική εμπειρία” και αρχίσει να κηρύττει την Τριάδα με τους τρόπους υπάρξεως του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ο Μπαρτ θα συνεχίσει να μιλά για τον θεό, με την ιδεαλιστική τοποθέτηση του προβλήματος της Persona Dei, σαν ένα μοναδικό πρόσωπο, ένα μοναδικό υποκείμενο, ένα μοναδικό απόλυτο ΕΓΩ.

    Αφού δοκίμασε τον ανθρωποκεντρισμό του Σλαϊερμάχερ και της φιλελεύθερης σχολής των Troeltsch, Harnack, όταν ξαναανακαλύπτει την θεότητα του θεού ο Barth υψώνει την υπερήφανη αντίρρησή του λέγοντας ένα δυνατό ΟΧΙ, για να περάσει στον θεοκεντρισμό της διαλεκτικής θεολογίας. Στην οδό που οδηγεί από χαμηλά προς τα υψηλά, ο Μπαρτ θέλει να αντικαταστήσει την οδό από ψηλά προς τα χαμηλά. Μετά την εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έγινε υποκείμενο καταντώντας τον θεό δικό του κατηγόρημα, θέλει να ξεκινήσει την εποχή στην οποία ο θεός είναι ταυτόχρονα υποκείμενο, αντικείμενο και κατηγόρημα ολόκληρης της θεολογίας. Θέλει να αποσπάσει την θεολογία από την κυριαρχία της φιλοσοφίας ή του πολιτισμού γενικώς, ξαναδίνοντάς της την πρωταρχική της αυτονομία: προσπαθεί να επαναφέρει στην θεολογία, την θεολογία!

    Γι’ αυτό και στην γενναιόδωρη και παθιασμένη προσπάθεια της “Kirchliche Dogmatik”, ακριβώς στην αρχή, ο Μπαρτ βεβαιώνει πως ο Λόγος του θεού είναι θεός ο ίδιος, ο Κύριος, στην αποκάλυψή Του: Όμως τώρα η έννοια της αποκαλύψεως, όπως εμφανίζεται στην Γραφή, σημαίνει για τον Μπαρτ πως ο θεός στην αναλλοίωτη ενότητά του, αλλά επίσης και στην αναλλοίωτη ετερότητά του είναι μαζί, ο αποκαλύπτων, η αποκάλυψη, το αποκεκαλυμμένο. Η αποκάλυψη είναι ο θεός που αποκαλύπτει τον εαυτό του μέσα από τον εαυτό του. Οπωσδήποτε στις Γραφές η αποκάλυψη είναι πάντοτε μια Ιστορία που συμβαίνει ανάμεσα στον θεό και σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Όμως, ξανά κατά τις Γραφές, για να γίνει γνωστός ο θεός που αποκαλύπτεται πρέπει να τον γνωρίσουμε στην ενέργεια στην οποία αποκαλύπτεται σαν θεός και στο γεγονός πως απεκαλύφθη σαν θεός, ο Κύριος. Ο θεός δεν είναι “αντικείμενο” κατά κανένα τρόπο κάποιου ή σε κάτι που δεν είναι αυτός ο ίδιος. Μόνον ο θεός μπορεί να μιλήσει για τον θεό. Και ο θεός δεν μπορεί να μιλήσει παρά μόνον για τον θεό. Ο Μπαρτ επιθυμώντας λοιπόν να ξαναεισάγει στην θεολογία το κηρυγματικό “αντικείμενο”, το ξαναανακαλύπτει σαν εντελώς άλλο θεολογικό “υποκείμενο”.

    Πώς έφτασε όμως ο Μπαρτ στο τριαδικό δόγμα της “Kirchliche Dogmatik” (1932) δηλαδή σε μια αυθεντική “κοπερνικιανή επανάσταση” της προτεσταντικής θεολογίας; Στα 1924, την χρονιά ακριβώς που ο Μπαρτ αναγνώρισε την πραγματικότητα του Γεννηθέντος εκ της παρθένου (natus ex virgine), έγραφε στον φίλο του στο Thurneysen: «Το δόγμα της Τριάδος! Εάν μπορούσα να έχω το σωστό κλειδί θα ήταν όλα απλά».

    Αυτό το κλειδί το βρίσκει ο Μπαρτ αποκαλύπτοντας τον κεντρικό και παράλληλο ρόλο του δόγματος του Λόγου του θεού με το δόγμα της αποκαλύψεως και τέλος με το Τριαδικό δόγμα.

   Ο Μόλτμαν παρατήρησε πως ο Μπαρτ ήδη από το 1925, γράφοντας για τον δάσκαλό του Wilhelm Hermann, είχε αναπτύξει αναλυτικά το θέμα της αυτοαποκαλύψεως του θεού. Ο Μπαρτ τονίζει εδώ πως ο θεός είναι δυνατόν να γνώσει μόνον αποκαλύπτοντας “εαυτόν” σε εμάς όμως στην υποκειμενικότητα του ανθρώπου του Hermann, αντικαθιστά την υποκειμενικότητα του θεού, αλλά του θεού Μονάδος και Τριάδος. «Μιλώντας για τον θεό Μονάδα και Τριάδα –αναρωτιέται ο Μπαρτ– δεν θα ‘πρεπε να σκεφτούμε την ακατάσχετη υποκειμενικότητα του θεού που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο actus purissimus του τριπλού του προσωπικού Είναι;»

    Για να φέρει εις πέρας μια νέα Δογματική, στην οποία θα αναγνωρίζεται από την αρχή το πρωτείο του Λόγου του θεού και επομένως η Τριαδική διάσταση της αποκαλύψεως, ο Μπαρτ αφιερώνεται μέρα και νύχτα, όπως περιγράφει, με μια τέτοια ένταση που στην «διαρκεία της νύχτας ονειρεύομαι γύρω απ’ αυτά τα αινιγματικά πρόσωπα με τους “υποστατικούς τους χαρακτήρες” ad intra e ad extra, και γύρω από όλα τα πράγματα που πρέπει να υπολογισθούν με ακρίβεια στην προσπάθειά μας να μείνουμε στην γραμμή της Νίκαιας, ανάμεσα στην Μοναρχία και στην υποταγή του Υιού. Κατά πάσα πιθανότητα είμαι ο μοναδικός καθηγητής θεολογίας (εκτός των καθολικών, φυσικά) που σπάει το κεφάλι του μ’ αυτά τα πράγματα».

   Η βασική έννοια πάνω στην οποία βασιζόταν ήταν αυτή του Λόγου του θεού στον Ιησού Χριστό. Η σχέση θεού και ανθρώπου, για την οποία μιλά ο Χριστιανισμός στην καθαρή μορφή της ανακοινώσεως του Ευαγγελίου, είναι και αυτή “Λόγος”. Δεν γίνεται μόνον επειδή ανακοινώνεται στον άνθρωπο, αλλά είναι από την καταγωγή του. Ο Λόγος του θεού δεν τίθεται από την έννοια του ανθρώπου που ακούει, όπως ο θεός του Σλαϊερμάχερ τίθεται από το “αίσθημα της εξαρτήσεως”. Στην μεταμόρφωση της θεολογίας σε ανθρωπολογία εκ μέρους της φιλελεύθερης θεολογίας ο Μπαρτ αντιθέτει τις πρωτότυπες Αρχές των Μεταρρυθμιστών. Το αντικείμενο της Δογματικής δεν μπορεί να είναι λοιπόν η “χριστιανική πίστη” αλλά ο Λόγος του θεού.

    Ο Λόγος του θεού δεν βασίζεται ούτε περιέχεται στην χριστιανική πίστη, αλλά η χριστιανική πίστη στον Λόγο του θεού. Δεν πρόκειται να καταστραφεί βεβαίως ο συσχετισμός τους. Αλλά η πίστη δεν μπορεί να συλληφθεί παρά μόνον σαν απάντηση στον Λόγο του θεού και ταυτοχρόνως σαν αποτέλεσμα αυτού του Λόγου. Deus dixit.

    Τα προλεγόμενα της Δογματικής πρέπει να είναι μια αντιπαράθεση στην νεοπροτεσταντική Δογματική. Ενώ αυτή η τελευταία συνήθιζε να παρουσιάζει τις προϋποθέσεις και τις γενικές συνθήκες (φιλοσοφικο-θρησκευτικές, ψυχολογικές κ.τ.λ.) της χριστιανικής πίστεως, τώρα ο Μπαρτ θέλει να καθορίσει τα προλεγόμενα σαν μια περίληψη της Δογματικής, ικανής να απεικονίσει το όλον, σαν μια εισαγωγή με ένα προκριματικό άλμα σ’ αυτό το ίδιο το πράγμα (res ipsa) της Δογματικής, σαν μια απόδειξη πως η χριστιανική πίστη δεν είχε και ούτε έχει ανάγκη γενικών προϋποθέσεων.

   Γράφει τα προλεγόμενα του λοιπόν ο Μπαρτ σαν ένα λεπτομερές “Δόγμα του Λόγου του Θεού”, στα οποία εκτίθενται προκαταβολικώς και και ουσιαστικώς τα θέματα της Τριάδος, της ενσαρκώσεως, της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. «Όποιος δεν μιλά και δεν ακούει αυτόν τον θεό, όποιος γνωρίζει και δεν ομολογεί τον θεό σαν unus trinus, δεν μίλα και δεν ακούει τον Λόγο του θεού».

   Ο ενσαρκωθείς Λόγος είναι το κέντρο του στοχασμού: τα προλεγόμενα έχουν χαρακτήρα χριστοκεντρικό και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τον αποκλεισμό κάθε κριτηρίου διαφορετικού από την αποκάλυψη που μας δώρισε ο Ιησούς Χριστός.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος