>ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ [Γ´- Δ´]. Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

>

ΠΗΓΗ
Συνέχεια από τή προηγούμενη ανάρτηση

ΝΟΥΣ: Πράγματι, ἡ καρδιὰ δὲν ἀντιστέκεται γιὰ πολὺ στὸν λογισμό, στὸν καλὸ καὶ θεάρεστο λογισμό, ὡστόσο, ὑποτάσσεται γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μετὰ ἐπαναστατεῖ. Ἐπαναστατεῖ μὲ τόση δύναμη, μὲ τόση ὁρμητικότητα, μὲ τόση βιαιότητα, ποὺ σχεδὸν πάντοτε μὲ νικᾶ. Καὶ ἀφοῦ μὲ νικήσει, ἀρχίζει νὰ γεννᾶ μέσα μου τὶς πιὸ ἄπρεπες παραστάσεις, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὰ κρυμμένα πάθη.

. Τί νὰ πῶ γιὰ τοὺς λογισμούς μου; Ἡ σύγχυση καὶ ἡ φθορά, πού μοῦ προξένησε ἡ ἁμαρτία, εἶχαν ὡς συνέπεια τὴν μεγάλη ἀστάθεια τῶν λογισμῶν. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, τὸ πρωὶ γεννιοῦνται μέσα μου οἱ γνωστοὶ καλοὶ λογισμοὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, γιὰ τὸν ἐπίπονο ἀσκητικὸ ἀγώνα, γιὰ τὶς συνθῆκες τοῦ ἐπίγειου βίου, γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Αὐτοὶ οἱ λογισμοὶ φαίνονται τότε οὐσιώδεις, σημαντικοί. Ἀλλὰ ξαφνικά, τὸ μεσημέρι ἢ καὶ νωρίτερα, ἐξαφανίζονται ἀπὸ κάποιαν ἀπροσδόκητη συνάντηση καὶ δίνουν τὴν θέση τους σὲ ἄλλους, ποὺ γίνονται κι αὐτοὶ μὲ τὴν σειρὰ τοὺς δεκτοὶ ὡς ἀξιοπρόσεκτοι τὸ βράδυ, ἀπὸ νέες ἀφορμὲς καὶ μὲ νέες δικαιολογίες, ἐμφανίζονται καὶ κυριαρχοῦν ἄλλοι λογισμοί.

. Ἄλλοι, πάλι, ποὺ μὲ παραμόνευαν καλὰ κρυμμένοι στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, παρουσιάζονται ξαφνικὰ μπροστά μου, μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, καὶ μὲ συνταράζουν μὲ τὴ σαγηνευτικὴ καὶ συνάμα θανάσιμη ἀπεικόνιση τῆς ἁμαρτίας.

. Μάταια διδάχθηκα ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ νὰ δέχομαι ὡς ὀρθοὺς ἐκείνους μόνο τοὺς λογισμοὺς στοὺς ὁποίους ἐσύ, ψυχή, ἀνταποκρίνεσαι μὲ βαθιὰ εἰρήνη, ταπεινοφροσύνη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μάταια γνωρίζω καλὰ πὼς ὅλοι οἱ λογισμοί, μ’ ὁποιοδήποτε προσωπεῖο δικαιοσύνης κι ἂν ἐμφανίζονται, ὅταν σοῦ προξενοῦν δυσφορία, ταραχὴ ἢ σύγχυση, ὅταν ἀκολουθοῦνται ἀπὸ τὴν ἐκδήλωση τῆς παραμικρῆς σκληρότητας μέσα σου, εἶναι ξένοι πρὸς τὴν ἀλήθεια, εἶναι ἐντελῶς ἀπατηλοὶ καὶ ὀλέθριοι. Ναί, μάταιη εἶναι ἡ γνώση μου, μάταια κατέχω αὐτὸ τὸ ἀσφαλὲς κριτήριο τῆς ἀλάθητης διακρίσεως τοῦ καλοῦ ἀπὸ τὸ κακὸ στὸν κόσμο τῶν πνευμάτων!

. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀσύλληπτης ἀσθένειάς μου, ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνομαι μόνο ἐμπειρικά, δὲν μπορῶ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τοὺς θανατηφόρους λογισμοὺς τῆς ἁμαρτίας. Δὲν μπορῶ νὰ τοὺς πνίξω, δὲν μπορῶ νὰ τοὺς διώξω, ὅταν ἀρχίζουν νὰ βράζουν μέσα μου σὰν τὰ σκουλήκια, δὲν μπορῶ νὰ τοὺς ἀποκρούσω, ὅταν ρίχνονται πάνω μου σὰν τοὺς ληστές, σὰν τὰ ἄγρια κι αἱμοβόρα θηρία. Μὲ αἰχμαλωτίζουν, μὲ κρατοῦν σὲ σκληρὴ δουλεία, μὲ ταλαιπωροῦν, μὲ βασανίζουν. Κάθε ὥρα εἶναι ἕτοιμοι νὰ μὲ ἐξοντώσουν, νὰ προκαλέσουν τὸν αἰώνιο θάνατό μου.

. Γιὰ τὸ μαρτύριο, στὸ ὁποῖο μᾶς ὑποβάλλουν οἱ λογισμοί, δὲν εἶμαι μόνο ἐγὼ ποὺ σὲ πληροφορῶ, ψυχή. Σὲ πληροφορεῖ ἀκόμα καὶ τὸ σῶμα μας, ποὺ εἶναι ἀσθενικὸ καὶ ἀδύναμο, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πληγώθηκε ἐπανειλημμένα ἀπὸ τὰ βέλη καὶ τὰ ξίφη τῆς ἁμαρτίας.

. Κι ἐσύ, ψυχή, φαρμακωμένη μὲ τὸ φαρμάκι τοῦ αἰωνίου θανάτου, καταθλίβεσαι. Ζητᾶς παρηγοριά, μὰ πουθενὰ δὲν τὴν βρίσκεις. Μάταια ἐλπίζεις νὰ παρηγορηθεῖς ἀπὸ μένα. Γιατί κι ἐγὼ θάφτηκα μαζὶ μ’ ἐσένα στὸν στενόχωρο καὶ σκοτεινὸ τάφο τῆς ἀγνωσίας, τῆς ἀγνοίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό, σχέση σὰν μὲ ἕνα νεκρὸ καὶ ἀνύπαρκτο ὄν, ἀποτελεῖ ἀδιάψευστη ἀπόδειξη τῆς δικῆς μας νεκρώσεως.

ΨΥΧΗ: Μ’ ἔκανες ν’ ἀπελπιστῶ! Ἂν ἐσύ, νοῦ, ποὺ εἶσαι ἡ ἀνώτερη πνευματική μου δύναμη, τὸ μάτι μου καὶ ὁ ὁδηγός μου, ἂν ἐσύ, ποὺ εἶσαι τὸ φῶς μου, ὁμολογεῖς πὼς ἔχεις βυθιστεῖ στὸ σκοτάδι, τότε τί νὰ περιμένω ἀπὸ τὶς ἄλλες δυνάμεις μου, τὶς δυνάμεις ποὺ ὑπάρχουν καὶ στὰ ἄλογα ζῶα; Τί νὰ περιμένω ἀπὸ τὴν βούληση καὶ τὴν ἐπιθυμία μου ἢ ἀπὸ τὸν φυσικὸ θυμὸ καὶ τὸν ζῆλο μου, πού, γιὰ νὰ ἐνεργήσουν διαφορετικὰ ἀπὸ τὶς ἀντίστοιχες δυνάμεις τῶν κτηνῶν καὶ τῶν δαιμόνων, πρέπει νὰ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν δική σου καθοδήγηση;

. Μοῦ εἶπες ὅτι, παρ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία σου, παρ’ ὅλη τὴν ζόφωσή σου, παρ’ ὅλη τὴν νέκρωσή σου, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ἀκόμα πάνω σου καὶ σὲ κάθε περίπτωσή σου παρέχει τὴ δυνατότητα νὰ ξεχωρίζεις, μολονότι πολὺ δύσκολα, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Συμμετέχω κι ἐγὼ σ’ αὐτὴ τὴ δυνατότητα! Ἔτσι, ὅταν ἀρχίζω νὰ αἰσθάνομαι ταραχὴ καὶ σύγχυση, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι βρίσκομαι σὲ λάθος δρόμο. Ἀντιμετωπίζω, λοιπόν, μὲ δυσπιστία τὴν ἐσωτερική μου αὐτὴ κατάσταση τὴν ἀπεχθάνομαι καὶ ἀγωνίζομαι νὰ τὴν ἀποδιώξω ὡς ἀφύσικη καὶ ἐχθρική.

. Ἀπεναντίας, ὅταν ἐσὺ στέκεσαι ἔστω καὶ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, σὰν σὲ γνώριμη καὶ στοργικὴ ἀγκαλιά, σὲ λογισμοὺς καλούς, σὲ λογισμοὺς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὤ, τί παρηγοριὰ αἰσθάνομαι τότε! πῶς δοξολογῶ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ εἶναι μου, ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς καρδιᾶς μου! Τί εὐλάβεια μὲ κυριεύει μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅταν Ἐκεῖνος ἀποκαλύπτεται σ’ ἐμένα, ἕναν τιποτένιο κόκκο σκόνης μέσα στὸ τεράστιο καὶ ποικιλόμορφο σύμπαν! Τί μακάρια εἰρήνη, σὰν αὔρα τοῦ παραδείσου, ἀρχίζει νὰ φυσᾶ μέσα μου καὶ νὰ μὲ δροσίζει μέσα στὸν καύσωνα! Τί γλυκὰ καὶ ἰαματικὰ δάκρυα γεννιοῦνται στὴν καρδιά, ἀνεβαίνουν στὸ κεφάλι καὶ τρέχουν στ’ ἀναψοκοκκινισμένα μάγουλα ἀπὸ τὰ μάτια! Τί βλέμμα ταπεινὸ καὶ πράο ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ ὅλα μὲ ἠρεμία καὶ ἀγάπη!

. Τότε ἐξαφανίζεται ὁ ἐσωτερικὸς πόλεμος! Τότε νιώθω πὼς ἡ φύση μου θεραπεύεται! Τότε οἱ δυνάμεις μου, ποὺ εἶχαν διασπαστεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἑνώνονται πάλι μεταξύ τους ἀλλὰ καὶ μ’ ἐσένα καὶ μὲ τὸ σῶμα σ’ ἕνα ἑνιαῖο σύνολο. Τότε αἰσθάνομαι τὸ ἔλεος τοῦ Πλάστη πρὸς τὸ πεσμένο πλάσμα Του. Τότε κατανοῶ ἀπόλυτα τὴν σημασία τῆς λυτρώσεως καὶ τὴν δύναμη τοῦ Λυτρωτῆ, ποὺ μὲ θεράπευσε μὲ τὸν παντοδύναμο καὶ ζωογόνο λόγο Του. Πιστεύω καὶ ὁμολογῶ τὸν Κύριο! Βλέπω καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ προσκυνητοῦ Παναγίου Πνεύματος, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ στέλνεται ἀπὸ τὸν Υἱό! Βλέπω τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ-Πνεύματος, διὰ τοῦ Θεοῦ-Λόγου, νὰ φανερώνει τὴν θεότητά Του μὲ τὴν δημιουργική Του δύναμη, μὲ τὴν ὁποία ἀποκαθιστᾶ τὸ συντετριμμένο σκεῦος στὴν ἀρχική του ὁλοκληρία καὶ ὡραιότητα, σὰν νὰ μὴν εἶχε ποτὲ συντριβεῖ.

. Νοῦ μου, στρέψου στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο λάβαμε ἀναρίθμητα ἀγαθά, ἀλλὰ τὰ χάσαμε ἀπὸ ραθυμία καὶ ψυχρότητα. Ἀπὸ τὰ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ προτιμήσαμε τὰ ἀπατηλά, τὰ ψεύτικα δῶρα τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ κόσμου, ποὺ ἦταν γεμάτα φαρμάκι. Νοῦ μου, στρέψου στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ! Ἐκεῖ ψάξε τὴν παρηγοριὰ πού σου ζητῶ! Ἀβάσταχτη εἶναι ἡ θλίψη μου τὴν ὥρα τούτη. Φοβᾶμαι μὴ πέσω στὴν τελειωτικὴ καταστροφή, τὴν ἀπελπισία.

ΝΟΥΣ: Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ψυχή, λύνει τὴν ἀπορία μας μὲ τὸν πιὸ ἱκανοποιητικὸ ὁρισμό. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ὡστόσο, ὅταν ἄκουσαν τὸν λόγο τοῦ Πνεύματος, τὸν παρανόησαν μὲ τὸν σαρκικό τους λογισμὸ καὶ εἶπαν: «Σκληρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ποιός μπορεῖ νὰ τὸν ἀκούει;» Ἄκου, λοιπόν, ψυχή μου, τί εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅποιος θελήσει νὰ σώσει τὴ ζωή του, θὰ τὴν χάσει· κι ὅποιος χάσει τὴν ζωή του γιὰ μένα, θὰ τὴν σώσει». «Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ζωή του, θὰ τὴν χάσει αὐτός, ὅμως, ποὺ δὲν λογαριάζει τὴν ζωή του στὸν κόσμο αὐτό, θὰ τὴν φυλάξει γιὰ τὴν αἰώνια ζωή».

ΨΥΧΗ: Πρόθυμη εἶμαι νὰ χάσω τὴν ζωή μου, ἂν τὸ προστάζει ὁ Θεός. Ἀλλὰ πῶς νὰ πεθάνω, ἀφοῦ εἶμαι ἀθάνατη; δὲν γνωρίζω κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ στερήσει τὴν ζωή.

ΝΟΥΣ: Μὴ νομίζεις, ψυχή, πὼς ὁ Χριστὸς παραγγέλλει νὰ πεθάνεις μόνο ἐσύ. Ὄχι! τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου πρέπει νὰ τὸ μοιραστῶ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρῶτος ὡς κύριος αἴτιος τῆς κοινῆς μας πτώσεως. Ἡ ἀποφυγὴ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ συνεπάγεται ὄλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο καὶ αἰώνιο. Ὁ θάνατος, ποὺ μᾶς ζητάει ὁ Κύριος, δὲν συνίσταται στὴν ἐξόντωση τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλὰ στὴν ἐξόντωση τοῦ ἐγωισμοῦ, ποὺ τὸν ταυτίσαμε μὲ τὴν ζωή μας. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι στρεβλὴ ἀγάπη τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό. Ὁ ἐγωισμὸς θεοποιεῖ τὴν μεταπτωτικὴ ψευδώνυμη σοφία του καὶ προσπαθεῖ πάντοτε νὰ ἱκανοποιεῖ τὸ μεταπτωτικὸ θέλημά του, ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Ὡς πρὸς τὴν σχέση του μὲ τὸν πλησίον, ὁ ἐγωισμὸς ἐκδηλώνεται εἴτε μὲ ἀvτιπάθεια εἴτε μὲ ἀνθρωπαρέσκεια, δηλαδὴ μὲ κάποιο πάθος. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγκόσμια πράγματα τὰ κακομεταχειρίζεται, τὰ χρησιμοποιεῖ μὲ ἐμπάθεια. Ὅπως ἡ ἀγάπη δένει σὲ τέλειο σύνολο ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀποτελεῖ τὴν τέλεια ἐκπλήρωσή τους, ἔτσι κι ὁ ἐγωισμὸς δένει ὅλα τὰ πάθη καὶ ἀποτελεῖ τὴν τελεία ἐκπλήρωσή τους.

. Γιὰ νὰ θανατώσω τὸν ἐγωισμό μου, πρέπει ν’ ἀπαρνηθῶ ὅλους «τοὺς ἀπατηλοὺς καὶ κούφιους συλλογισμοὺς τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, ποὺ στηρίζονται σὲ ἀνθρώπινες παραδόσεις καὶ σὲ μία ἐσφαλμένη πίστη στὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου». Πρέπει ν’ ἀποκτήσω βαθιὰ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς μου φτώχειας. Καί, γυμνὸς μέσα σ’ αὐτὴ τὴ φτώχεια, λουσμένος στὰ δάκρυα τοῦ πένθους, μαλακωμένος μὲ τὴν πραότητα, τὴν καθαρότητα καὶ τὸ ἔλεος, νὰ δεχθῶ τὸν τρόπο σκέψεως ποὺ εὐδόκησε νὰ χαράξει πάνω μου τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Λυτρωτῆ μου. Κι αὐτὸ τὸ χέρι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο.

. Ὅσο γιὰ σένα, ψυχή, πρέπει ν’ ἀπαρνηθεῖς τὸ θέλημά σου, ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάρνησή σου φαίνεται βαριά, ἔστω κι ἂν στὰ αἰσθήματα καὶ τὶς τάσεις τῆς καρδιᾶς σου δὲν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Ἀντὶ γιὰ τὸ δικό σου θέλημα, νὰ κάνεις τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας, κι ἂς εἶναι αὐτὸ σκληρὸ γιὰ τὴν ἐγωιστική σου καρδιά!

. Νά, λοιπόν, ποιὸ θάνατο ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός: Μᾶς ζητάει νὰ θανατώσουμε ἑκούσια τὸν θάνατο ποὺ ζεῖ μέσα μας, καὶ νὰ λάβουμε ὡς δῶρο τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ζωὴ ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ.

ΨΥΧΗ: Ἀποφασίζω ν’ ἀποκτήσω αὐταπάρνηση! Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ λόγια σου γι’ αὐτήν, ἄρχισα κιόλας νὰ αἰσθάνομαι χαρὰ καὶ παρηγοριά. Ἂς ἀφήσουμε τὴν ζωὴ ποὺ γεννᾶ τὴν ἀπελπισία. Ἂς δεχθοῦμε τὸν θάνατο ποὺ ἐγγυᾶται τὴν σωτηρία. Ὁδήγησέ με, νοῦ, στὰ ἴχνη τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἐσὺ μεῖνε σταθερὰ προσκολλημένος στὸν Λόγο ἐκεῖνο ποὺ εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Ὅποιος μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγὼ μαζί του, αὐτὸς δίνει πολὺ καρπό, γιατί χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα». Ἀμήν.

>ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ [Α΄- Β΄]. Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

>

πηγή : Χριστιανικὴ Βιβλιογραφία
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΨΥΧΗ: Θλίψη ἀνυπόφορη αἰσθάνομαι. Πουθενὰ δὲν βρίσκω χαρὰ καὶ παρηγοριά, οὔτε μέσα μου οὔτε γύρω μου. Δὲν μπορῶ νὰ βλέπω συνέχεια στὸν κόσμο τὴν πλάνη, τὴν ἀπάτη, τὴν ψυχοκτονία, τὸ ἀφηρημένο κοίταγμα τοῦ κόσμου. Οἱ λίγες ἀπρόσεκτες ματιὲς στοὺς πειρασμούς του καὶ ἡ παιδιάστικη, ἀπὸ ἔλλειψη πείρας, ἐμπιστοσύνη μου σ’ αὐτὸν τράβηξαν ἐπάνω μου τὰ φαρμακερά του βέλη, ποὺ μὲ γέμισαν θανάσιμες πληγές.

. Γιατί νὰ κοιτάζω τὸν κόσμο; Γιατί νὰ τὸν περιεργάζομαι, γιατί νὰ μαθαίνω κάθε λεπτομέρειά του, γιατί νὰ ἀφοσιώνομαι σ’ αὐτόν, ἀφοῦ εἶμαι μιὰ φευγαλέα σελίδα στὸ πελώριο βιβλίο του; Ὁπωσδήποτε θὰ τὸν ἀφήσω κάποτε, μόνο ποὺ δὲν γνωρίζω τὸ πότε. Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα πρέπει νὰ εἶμαι ἕτοιμη γιὰ τὴ μετάβασή μου στὴν αἰωνιότητα. Ὅσο κι ἂν παραταθεῖ ἡ περιπλάνησή μου στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου τούτου, αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὴν ἀτέλειωτη αἰωνιότητα, ὅπου δὲν ὕπαρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ὧρες, τὶς μέρες, τὰ χρόνια καὶ τὶς ἐκατονταετίες. Ὁ ἴδιος ὁ κόσμος μὲ ὅλα τὰ τεράστια κατασκευάσματά του θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει: «Ἡ γῆ, ὅπως καὶ ὅλα ὅσα θὰ ἔχουν γίνει πάνω σ’ αὐτήν, θὰ κατακαοῦν» ( Β´ Πέτρ. γ´10). Θὰ κατακαοῦν, γιατί εἶναι καρποὶ τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν ἀνθρώπων.

. Οἱ πληγές, ποὺ μοῦ προξένησε ὁ κόσμος, μ’ ἔκαναν νὰ τὸν ἀποστραφῶ. Αὐτὴ ἡ ἀποστροφή, ὡστόσο, δὲν μὲ φύλαξε ἀπὸ νέες πληγές. Δὲν θέλω νὰ βρίσκομαι μέσα στὸν κόσμο! Δὲν θέλω νὰ ὑποτάσσομαι στὸν κόσμο! Δὲν θέλω νὰ τὸν ὑπηρετῶ! Δὲν θέλω οὔτε νὰ τὸν βλέπω! Ἀλλὰ αὐτὸς ἀπὸ παντοῦ μὲ παρακολουθεῖ. Βίαια μὲ κυριεύει. Παρουσιάζεται μπροστά μου μὲ ὀμορφιὰ σαγηνευτική. Μὲ παραλύει, μὲ σημαδεύει, μὲ χτυπᾶ, μὲ σκοτώνει. Κι ἐγώ, ἔχοντας πάντα μέσα μου τὴν τάση πρὸς τὴν αὐταπάτη, τὴν πλάνη καὶ τὴν ἁμαρτία, συνεχίζω νὰ ἐξαπατῶμαι ἀπὸ τὸν κόσμο. Χωρὶς νὰ τὸν βλέπω, ἑλκύομαι ἀθέλητα ἀπ’ αὐτόν. Μὲ βουλιμία πίνω τὸ φαρμάκι του. Βαθιὰ καρφώνονται μέσα μου τὰ βέλη ποὺ μοῦ πετᾶ.

. Παίρνω τὸ βλέμμα μου ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸ στρέφω βαρύθυμο καὶ ἐρευνητικὸ στὸν ἴδιο μου τὸν ἑαυτό. Δὲν βρίσκω τίποτα τὸ παρήγορο μέσα μου, ὅπου κοχλάζουν ἀναρίθμητα ἁμαρτωλὰ πάθη! Συνέχεια μολύνομαι μὲ διάφορα ἁμαρτήματα. Ἄλλοτε βασανίζομαι ἀπὸ τὴ μνησικακία καὶ τὴν ὀργή, ἄλλοτε καίγομαι ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία καὶ τὴ σαρκικὴ πύρωση. Ἡ φαντασία μου κινητοποιεῖται ἀπὸ κάποιαν ἐνέργεια ξένη, ἐχθρική. Σκανδαλιστικὲς μορφὲς παρουσιάζονται μπροστά μου καὶ μὲ παρακινοῦν νοερὰ νὰ ἁμαρτήσω, νὰ γευθῶ τὴν ὀλέθρια ἡδονή. Δὲν ἔχω τὴν δύναμη νὰ τρέξω μακριὰ ἀπὸ τὶς προκλητικὲς εἰκόνες. Αὐθόρμητα καὶ ἀναπότρεπτα κολλᾶνε πάνω τους τὰ ἀρρωστημένα μου μάτια. Καὶ νὰ τρέξω ποῦ; Ἔτρεξα κάποτε στὴν ἔρημο. Μὲ ἀκολούθησαν κι ἐκεῖ οἱ παραστάσεις τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔπεσαν πάνω μου μὲ ζωντάνια μεγαλύτερη, μὲ διάθεση φονική.

. Ἀνύπαρκτες εἶναι ὅλες αὐτὲς οἱ εἰκόνες. Ἀπάτη καὶ πλάνη εἶναι καὶ οἱ ἴδιες καὶ ἡ αἴσθησή τους καὶ ἡ ὀμορφιά τους. Εἶναι, ὡστόσο, τόσο ζωντανές, ποὺ τίποτα, μήτε ὁ χρόνος μήτε τὰ γεράματα, δὲν μπορεῖ νὰ τὶς νεκρώσει. Βέβαια, τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας τὶς σβήνουν ἀπὸ τὴν φαντασία, μὰ τέτοια δάκρυα δὲν ἔχω. Καὶ ἡ ταπεινὴ προσευχή, ἐπίσης, ἑνωμένη μὲ τὸ ἐγκάρδιο πένθος, τὶς ἐξαφανίζει, μὰ τέτοια προσευχὴ δὲν ἔχω. Ἡ καρδιά μου στερεῖται τὴν κατάνυξη, στερεῖται τὸ σωτήριο κλάμα, εἶναι σὰν μιὰ ἀναίσθητη πέτρα.

. Τὴν φρικτή μου ἁμαρτωλότητα σπάνια τὴν συναισθάνομαι. Ἂν ὑπάρχει μέσα μου κάτι καλό, αὐτὸ ἔχει ἀναμειχθεῖ μὲ τὸ κακὸ καὶ ἔχει γίνει κακό, ὅπως γίνεται δηλητήριο ἀκόμα κι ἡ πιὸ ἐκλεκτὴ τροφή, ὅταν ἀναμειχθεῖ μὲ δηλητήριο. Λησμονῶ, ὡστόσο, τὴ δεινή μου κατάσταση, λησμονῶ ὅτι τὸ καλό, πού μοῦ δόθηκε κατὰ τὴν πλάση μου, ἐξασθένησε καὶ ἀλλοιώθηκε κατὰ τὴν πτώση. Βλέπω μέσα μου τὸ καλὸ καὶ πιστεύω πὼς εἶναι ἀκέραιο καὶ ἄσπιλο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀρχίζω νὰ κυριεύομαι ἀπὸ τὸν αὐτοθαυμασμό.

. Ἡ ὑπερηφάνειά μου μὲ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν εὔφορο ἀγρὸ τῆς μετανοίας καὶ μὲ μεταφέρει σὲ χώρα μακρινή, σὲ χώρα ἄγονη καὶ ἄκαρπη, σὲ χώρα γεμάτη ἀγκάθια καὶ τριβόλια -τὴν χώρα τοῦ ψεύδους, τῆς αὐταπάτης, τῆς καταστροφῆς. Σταματῶ, λοιπόν, νὰ τηρῶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀρχίζω νὰ ὑπακούω στὶς ὑποβολὲς τῆς καρδιᾶς μου, νὰ ἀκολουθῶ τὰ αἰσθήματά της, νὰ ἐκτελῶ τὸ θέλημά της. Τολμῶ νὰ ἀποκαλῶ καλὰ τὰ αἰσθήματα τῆς πεσμένης μου φύσεως καὶ ἀρετὴ τὴν διαγωγή της. Τολμῶ νὰ πιστεύω ὅτι γι’ αὐτὰ τὰ καλὰ καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἀρετὴ εἶμαι ἄξια βραβείων ἐπιγείων καὶ ἐπουρανίων, ἀνθρωπίνων καὶ θείων. Ἀντίθετα, ὅταν ἀγωνιζόμουν νὰ τηρῶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀσκοῦσα βία στὴν καρδιά μου καὶ δὲν ἔδινα καμιὰ σημασία στὶς ὑποβολὲς καὶ τὸ θέλημά της, τότε ἔνιωθα ὀφειλέτρια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, δούλη ἄπιστη καὶ ἄχρηστη!

. Ὅταν πιάστηκα στὰ δίχτυα τῆς αὐταπάτης, ἐμφανίστηκαν μέσα μου ἡ λύπη, ἡ ἀκηδία κι ἕνα ζοφερὸ σκοτάδι. Ἡ λύπη μὲ ἐμποδίζει ἀπὸ κάθε ἀγαθὴ πράξη. Ἡ ἀκηδία μοῦ ἀφαιρεῖ τὴ δύναμη νὰ παλεύω μὲ τὴν ἁμαρτία. Καὶ τὸ σκοτάδι -συνέπεια τῆς λύπης καὶ τῆς ἀκηδίας –μοῦ κρύβει τὸν Θεό. Ἡ κρίση Του εἶναι ἀδέκαστη καὶ τρομερή. Ὑποσχέθηκε νὰ βραβεύσει τὴ χριστιανικὴ ἀρετή. Ὑποσχέθηκε καὶ νὰ τιμωρήσει τὴν περιφρόνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῶν ἁγίων νόμων Του. Ἐγώ, ὡστόσο, ἁμαρτάνω ἄφοβα, καὶ ἡ συνείδησή μου σωπαίνει, σὰν νὰ εἶναι νεκρωμένη ἢ κοιμισμένη. Σπάνια, πολὺ σπάνια ἔρχεται κάποια στιγμὴ κατανύξεως, φωτὸς καὶ ἐλπίδας. Τότε νιώθω διαφορετικά. Ἀλλὰ ἡ φωτεινὴ αὐτὴ στιγμὴ εἶναι φευγαλέα. Ὁ οὐρανός μου δὲν εἶναι συχνὰ καθαρός. Σὰν μαῦρα σύννεφα μὲ πλησιάζουν πάλι τὰ πάθη καὶ μὲ ρίχνουν στὸ σκοτάδι, στὴ σύγχυση, στὴν ἀμηχανία, στὴν ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς.

. Νοῦ μου! Ἐσὺ εἶσαι χειραγωγὸς τῆς ψυχῆς. Νουθέτησέ με, λοιπόν! Βάλε μέσα μου τὴν εὐλογημένη εἰρήνη! Δίδαξέ με πῶς νὰ κλείσω τὴν πόρτα μου στὶς ἐντυπώσεις τοῦ κόσμου καὶ πῶς νὰ χαλιναγωγήσω, πῶς νὰ καταστείλω τὰ πάθη ποὺ ξεσηκώνονται μέσα μου. Ὁ κόσμος καὶ τὰ πάθη πόσο μ’ ἔχουν ταλαιπωρήσει, πόσο μ’ ἔχουν βασανίσει …

ΝΟΥΣ: Ἡ ἀπάντησή μου δὲν θὰ σὲ παρηγορήσει. Κι ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ, ψυχή, πολεμοῦμαι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἑπομένως, ὅσα εἶπες μου εἶναι γνωστά. Πῶς, λοιπόν, μπορῶ νὰ σὲ βοηθήσω, ὅταν καὶ σ’ ἐμένα ἔχουν καταφερθεῖ θανάσιμα χτυπήματα, ὅταν κι ἐγὼ ἔχω στερηθεῖ τὴ δύναμη νὰ ἐνεργῶ αὐτεξούσια; Κατὰ τὴν ἀεικινησία μου, δηλαδὴ τὴν ἀδιάκοπη κίνησή μου δίχως περιορισμούς, ἡ ὁποία μου δόθηκε ἀπὸ τὸν Πλάστη ὡς φυσικὸ ἰδίωμα (βλ. Ὁσίου Καλλίστου Καωταφυγιώτου, Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ βίου θεωρnτικοῦ, γ’.), δέχομαι διαρκῶς τὴν ἐπίδραση τῆς ἁμαρτίας, ποὺ μὲ τραυματίζει καὶ μὲ συνταράζει. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ μὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα, μὲ τραβᾶ στὴν ἀπάτη τοῦ μάταιου καὶ περαστικοῦ κόσμου, στὴν ἀπάτη τοῦ ἑαυτοῦ μου, στὴν ἀπάτη σου, ψυχή, στὴν ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, στὴν ἀπάτη τῶν δαιμόνων.

. Τὸ μεγαλύτερο πρόβλημά μου εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη βία ποὺ ἀσκεῖ πάνω μου ὁ περισπασμός. Μόλις μὲ χτυπήσει, ἀρχίζω νὰ περιπλανιέμαι σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη, δίχως ἀνάγκη καὶ ὠφέλεια, σὰν τὰ πονηρὰ πνεύματα. Θέλω νὰ σταματήσω, μὰ δὲν μπορῶ. Ὁ περισπασμὸς μὲ ἁρπάζει καὶ μὲ παρασύρει τόσο βίαια, ποὺ δὲν δίνω προσοχή, ὅπως πρέπει, οὔτε σ’ ἐσένα, ψυχή, οὔτε στὸν ἑαυτό μου οὔτε στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικὰ ἐμφανίζομαι προσεκτικός, ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα, προσπαθώντας νὰ αὐτοσυγκεντρωθῶ, ἀθέλητα ξεφεύγω, παρασύρομαι πολὺ μακριὰ καὶ ἀσχολοῦμαι μὲ θέματα ὄχι ἁπλῶς ἀσήμαντα ἢ ἀνώφελα, ἀλλὰ καὶ βλαβερά. Ἔτσι, δὲν μπορῶ νὰ προσφέρω στὸν Θεὸ προσευχὴ δυνατὴ καὶ ἀληθινή, προσευχὴ σφραγισμένη μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαφάνιζε τὸν περισπασμὸ καὶ θὰ ἔκανε τοὺς λογισμούς μου νὰ ὑποταχθοῦν σ’ ἐμένα. Καὶ ὅταν οἱ λογισμοὶ ὑποτάσσονται στὸν νοῦ μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρχονται σ’ ἐσένα, ψυχή, ἡ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ ἡ κατάνυξη. Ἐξ αἰτίας, λοιπόν, τοῦ δικοῦ μου περισπασμοῦ παραμένεις ἐσὺ σκληρὴ καὶ ἀναίσθητη. Ἡ σκληρότητα καὶ ἡ ἀναισθησία σου, πάλι, αὐξάνουν τὸν δικό μου περισπασμό, κι ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας φαῦλος κύκλος.

. Ὁ περισπασμὸς εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας μου στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν λογισμῶν, καθώς μου φέρνει σκοτισμὸ καὶ βάρος. Ἔτσι, ὅταν μὲ πλησιάζει ἕνας ἁμαρτωλὸς λογισμός, δὲν τὸν ἀντιλαμβάνομαι ἔγκαιρα, ἂν μάλιστα καλύπτεται πίσω ἀπὸ κάποια δικαιολογία. Ἂν πάλι εἶναι ἀπροκάλυπτος, ἀντιστέκομαι καὶ τὸν ἀντιμάχομαι, ἀλλὰ δίχως ἀποφασιστικότητα καὶ ἀπέχθεια. Ἀρχίζω νὰ μιλῶ μ’ αὐτόν, τὸν φονιά μου. Εὐφραίνομαι μὲ τὸ θανάσιμο δηλητήριο ποὺ μὲ πονηριὰ ρίχνει μέσα μου. Σπάνια ἀναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως εἶμαι ὁ νικημένος.

. Ἀπὸ τὸν συνεχῆ περισπασμό, μὲ κυριεύει ἡ λήθη. Λησμονῶ τὸν Θεό. Λησμονῶ τὴν αἰωνιότητα. Λησμονῶ πόσο μάταιος, πόσο ἐφήμερος, πόσο ἀπατηλὸς εἶναι ὁ κόσμος, καὶ ἑλκύομαι ἄπ’ αὐτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι ἐσένα. Λησμονῶ τὰ ἁμαρτήματά μου. Λησμονῶ τὶς πτώσεις μου. Λησμονῶ τὴν οἰκτρὴ κατάστασή μου.

. Μέσα στὸν σκοτισμό μου καὶ τὴν αὐταπάτη μου, ἀρχίζω νὰ ἀποδίδω στὸν ἑαυτό μου ἀξία. Συνάμα ἀρχίζω νὰ ζητῶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀξίας ἀπὸ τὸν ψεύτικο κόσμο, τὸν κόσμο ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαία, γιὰ νὰ μὲ χλευάσει ἔπειτα μὲ περισσὴ κακότητα. Ἀξία, ὅμως, δὲν ὑπάρχει σὲ κανέναν μας. Ἡ ἀξία μᾶς ἑξανεμίστηκε μὲ τὴν προπατορικὴ πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θὰ ἀξιολογήσει κάθε ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του, ἄν, ὅπως συμβουλεύει κάποιος μεγάλος ἀσκητής, τὸν θεωρήσει ἕνα σίχαμα [Κάποιος γέροντας ρώτησε τὸν ὅσιο Σισώη τὸν Μέγα: «Πῶς λέει ἕνας ψαλμὸς ὅτι εἶναι τὰ εἴδωλα;». Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Ἡ Γραφὴ λέει γιὰ τὰ εἴδωλα ὅτι στόμα ἔχουν ἀλλὰ δὲν μιλοῦν, μάτια ἔχουν ἀλλὰ δὲν βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν ἀλλὰ δὲν ἀκοῦνε (βλ. Ψάλμ. ρλδ´16-17). Ἔτσι ὀφείλει νὰ εἶναι καὶ ὁ μοναχός. Λέει, ἐπίσης, ἡ Γραφὴ ὅτι τὰ εἴδωλα εἶναι σιχαμερὰ (βλ. Δευτ. κζ´15). Ἔτσι καὶ ὁ μοναχὸς ἂς θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἕνα σίχαμα». (Βλ. τὸ Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ’, κέφ. Ε’, 164)].

. Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ ἀδύναμο καὶ ἀσήμαντο πλάσμα, πού, μολονότι ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία τὸ ἔφερε στὴν ὕπαρξη ὁ Θεός, πολεμάει τὸν παντοδύναμο Πλάστη του καὶ Δημιουργὸ ὅλου του κόσμου, ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποῦ, μολονότι δὲν εἶχε τίποτα δικό του, μολονότι ὅλα τὰ πῆρε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπαναστάτησε ἐναντίον Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποὺ τόλμησε μέσα στὴν παραδείσια μακαριότητα ὄχι μόνο v’ ἀκούσει πρόθυμα τὴν φοβερὴ καὶ βλάσφημη συκοφαντία τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποδείξει χωρὶς χρονοτριβῆ τὴν συγκατάνευσή του στὴν βλάσφημη συκοφαντία μὲ τὴν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ὁ νοῦς ποὺ ἔγινε δοχεῖο καὶ γεννήτορας ἀλλεπαλλήλων κακῶν λογισμῶν, λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ μοχθηρῶν, λογισμῶν ἀντιθέων; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ἡ ψυχὴ στὴν ὁποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια καὶ τερατώδη πάθη σὰν φαρμακερὰ ἑρπετά, σὰν φίδια καὶ σκορπιοὶ σὲ βαθιὰ τάφρο; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα τὸ σῶμα ποῦ γεννήθηκε μέσα στὴν ἁμαρτία, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε ὄργανο ἁμαρτίας στὴ διάρκεια τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς του, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε πηγὴ τῆς δυσοσμίας τοῦ θανάτου στὸ τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς;

. Ἐσὺ κι ἐγώ, ψυχή, ἀποτελοῦμε ἑνιαία πνευματικὴ ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία, ὅμως, ὄχι μόνο ἔφθειρε αὐτὴ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ τὴν διχοτόμησε σὲ μέρη αὐτόνομα, ποὺ βρίσκονται σχεδὸν πάντοτε σὲ ἀντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, καὶ ἀποκτήσαμε ἀμοιβαία ἐχθρότητα. Μὰ χωριστήκαμε κι ἀπὸ τὸν Θεό! Ἡ ἁμαρτία, ποὺ ζεῖ μέσα μας, μᾶς ἔφερε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἴδιο τὸν πανάγιο καὶ πανυπερτέλειο Θεό!

ΨΥΧΗ: Θλιβερὴ ἡ ἀπάντησή σου ἀλλὰ σωστή. Εἶναι, πάντως, καὶ μερικῶς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας τὴν πλήρη ὁμοιότητα καὶ τὴν κοινὴ αἰτία τῆς δεινῆς μας καταστάσεως, μποροῦμε νὰ μοιραστοῦμε τὴ θλίψη μας ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλληλοβοηθηθοῦμε. Πές μου, πῶς θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σύγχυσή μας; Παρατήρησα ὅτι τὰ δικά μου αἰσθήματα ἀντιστοιχοῦν πάντοτε στοὺς δικούς σου λογισμούς. Ἡ καρδιὰ δὲν μπορεῖ νὰ παλεύει γιὰ πολὺ μὲ τὸν λογισμό. Ἀργὰ ἢ γρήγορα ὑποτάσσεται σ’ αὐτόν. Ἀντιστέκεται καμιὰ φορᾶ, ἀλλὰ μόνο γιὰ λίγο. Νοῦ, γίνε ὁδηγὸς στὴν κοινή μας σωτηρία!

(Συνεχίζεται)

Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Β´

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

>Θέλεις νά δεῖς τόν Ἰησοῦ Χριστό;

>

πηγή : http://serafeimtousarof.blogspot.com/

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

Θέλεις νά δεῖς τόν Ἰησοῦ Χριστό; «Ἔλα καί δές», λέει ὁ ἀπόστολός Του.

Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε στούς μαθητές Του ὅτι θά εἶναι μαζί τους παντοτινά «ὥς τή συντέλεια τοῦ κόσμου». Καί, πραγματικά, εἶναι μαζί τους μέσα στό ἅγιο Εὐαγγέλιο καί στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Τόν Χριστό δέν Τόν βλέπουν ὅσοι δέν πιστεύουν στό Εὐαγγέλιο. Αὐτοί δέν Τόν βλέπουν, γιατί εἶναι τυφλωμένοι ἀπό τήν ἀπιστία.

Θέλεις ν’ ἀκούσεις τόν Χριστό; Σοῦ μιλάει μέ τό Εὐαγγέλιο. Μήν περιφρονεῖς τή σωτήρια φωνή Του. Φύγε μακριά ἀπό τήν ἁμαρτωλή ζωή καί ἄκου μέ προσοχή τή διδασκαλία Του, πού εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.

Θέλεις νά σοῦ φανερωθεῖ ὁ Χριστός; Ὁ Ἴδιος σέ διδάσκει πῶς θά τό πετύχεις: «Ὅποιος κρατᾶ τίς ἐντολές μου καί τίς ἐκτελεῖ, αὐτός μέ ἀγαπᾶ• κι αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ, θά ἀγαπηθεῖ ἀπό τόν Πατέρα μου, κι ἐγώ θά τόν ἀγαπήσω καί θά τοῦ φανερώσω τόν ἑαυτό μου».

Φυλάξου ἀπό τή φαντασία σου, πού μπορεῖ νά σοῦ δημιουργήσει τήν ἐντύπωση ὅτι βλέπεις τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὅτι Τόν ἀγγίζεις, ὅτι Τόν ἀγκαλιάζεις. Δέν πρόκειται παρά γιά μιὰ ὀλέθρια αὐταπάτη, ἕνα μάταιο παιχνίδι ὑπερηφάνειας, ἐπάρσεως, ἀλαζονείας ἤ, ὅπως ὀνομάζεται ἀπό τούς ἀσκητικούς συγγραφεῖς, οἰήσεως.

Ἄν τηρεῖς τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, μέ τρόπο θαυμαστό θά δεῖς τόν Κύριο μέσα σου, ὅπως Τόν ἔβλεπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ὅπως ζητοῦσε νά Τόν βλέπουν καί οἱ ἄλλοι χριστιανοί, θεωρώντας πώς ὅσοι δέν τό εἶχαν κατορθώσει, δέν εἶχαν φτάσει στήν κατάσταση πού ἔπρεπε ὡς χριστιανοί.

Ἄν ζεῖς ζωή ἁμαρτωλή, ἄν ἱκανοποιεῖσαι μέ τά πάθη σου καί συνάμα νομίζεις ὅτι ἀγαπᾶς τόν Χριστό, ὁ αἰώνιος μαθητής τοῦ Κυρίου, αὐτός πού στό Μυστικό Δεῖπνο ἔγειρε στό στῆθος Του, θά σοῦ καταλογίσει πλάνη καί θά σέ διαψεύσει. Γράφει: ´Ὅποιος λέει, “Τόν γνώρισα”, δέν τηρεῖ ὅμως τίς ἐντολές Του, εἶναι ψεύτης- δέν λέει τήν ἀλήθεια. Ὅποιος, ἀπεναντίας, ὑπακούει στόν λόγο Του, αὐτός ἀσφαλῶς ἀγαπᾶ τόν Θεό μ’ ὅλη του τήν καρδιά».

Ἄν κάνεις τό ἁμαρτωλό σου θέλημα, καταπατώντας ἔτσι τίς εὐαγγελικές ἐντολές, τότε ὁ Κύριος θά σέ συναριθμήσει ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού δέν Τόν ἀγαποῦν. «Αὐτός πού δέν μέ ἀγαπᾶ», λέει, «δέν ἀκολουθεῖ τά λόγια μου».

Ἐξέτασε μέ ἐπιμέλεια τά ἐνδύματά σου. Μή βιάζεσαι νά πᾶς στό γάμο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ φορώντας σάν ἀσύνετος βρωμερά παλιοκούρελα, μολονότι εἶσαι καλεσμένος σ’ αὐτό τό γάμο ὅπως κάθε χριστιανός. Ὁ Βασιλιάς τοῦ οὐρανοῦ ἔχει ὑπηρέτες, πού θά σοῦ δέσουν τά πόδια καί τά χέρια καί θά σέ πετάξουν ἔξω, στό σκοτάδι, μακριά ἀπό τό Θεό. Οἱ δαίμονες εἶναι οἱ ὑπηρέτες στούς ὁποίους θά παραδοθεῖ ὁ ἀδιάντροπος ἀναζητητής τῆς ἀγάπης καί ἄλλων ὑψηλῶν πνευματικῶν καταστάσεων, πού δέν καθαρίστηκε μέ τή μετάνοια, ἀλλά φούσκωσε ἀπό οἴηση καί ὑψηλοφροσύνη. Σκοτάδι εἶναι ἡ τύφλωση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐμπάθεια καί τή σαρκικότητα. Ὅποιος βρίσκεται σ’ αὐτή τήν κατάσταση, ἔχει χάσει τήν πνευματική του ἐλευθερία, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καί τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Τό δέσιμο τῶν ποδιῶν καί τῶν χεριῶν σημαίνει τήν ἀπώλεια τῆς ἱκανότητας γιά θεάρεστη ζωή καί πνευματική προκοπή. Ἀπ’ αὐτή τήν τραγική κατάσταση ἀπελευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος, ἄv, ἀφοῦ παραδεχθεῖ καί ἀπορρίψει τήν πλάνη του, μπεῖ στό σωτήριο στάδιο τῆς μετάνοιας.

Δύσκολη εἶναι ἡ ἔξοδος ἀπό τήν πλάνη. Φρουρά στέκεται στήν πόρτα, πόρτα ἀσφαλισμένη μέ μεγάλη κλειδαριά κι ἀμπάρες, πόρτα σφραγισμένη μέ τή σφραγίδα τήν ἄσπαστη τοῦ ἅδη. Κλειδαριά κι ἀμπάρες εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, πού βρίσκεται βαθιά κρυμμένη στή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ κενοδοξία, πού ἀποτελεῖ τό κίνητρο κάθε δραστηριότητάς του, ἡ ὑποκρισία καί ἡ πονηρία, μέ τίς ὁποῖες κατορθώνει νά βάλει τή μάσκα τῶν καλῶν προθέσεων, τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἁγιότητας, σκεπάζοντας τήν ὑπερηφάνεια καί τήν κενοδοξία του. Σφραγίδα ἄσπαστη, πάλι, εἶναι ἡ ἀποδοχή τῶν ἐνεργειῶν τῆς πλάνης ὡς ἐνεργειῶν θείων καί εὐλογημένων.

Μπορεῖ, ἄραγε, ὁ ἄνθρωπος πού βρίσκεται σέ πλάνη, στήν περιοχή τοῦ ψεύδους καί τῆς ἀπάτης, νά γίνει τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἀπό τήν Ἀλήθεια; Ὅποιος δέχεται τό ψεῦδος, ὅποιος εὐχαριστιέται μέ τό ψεῦδος, ὅποιος ταυτίζεται μέ τό ψεῦδος, ὅποιος ἑνώνεται μέ τό πνεῦμα τοῦ ψεύδους, μπορεῖ νά ἀγαπήσει τήν ἀλήθεια; Ὄχι, θά τή μισήσει, θά γίνει φανατικός ἐχθρός καί διώκτης της.

Τί θά κάνετε ἐσεῖς, δύστυχοι ὀνειροπόλοι, ποὺ νομίζατε ὅτι περάσατε ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή σας στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, ὅταν κεραυνόπληκτοι θ’ ἀκούσετε τήν ἀπόφαση τοῦ Σωτήρα, «Ποτέ δέν σᾶς ἤξερα• φύγετε μακριά μου, ἐσεῖς ποὺ ἀντιστρατεύεστε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ»;

Φίλε μου ἀληθινέ, πήγαινε στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Πλησίασέ Τον ἀπό τόν δρόμο τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Γνώρισέ Τον μέσα σ’ αὐτές. Μέ τήν τήρησή τους φανέρωσε καί ἀπόδειξε τήν ἀγάπη σου σ’ Ἐκεῖνον. Ὁ Ἴδιος τότε θά σοῦ ἀποκαλύψει τόν ἑαυτό Του καί θά πλημμυρίσει τήν καρδιά σου ἀπό ἀνέκφραστη ἀγάπη, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη αὐτή δέν προέρχεται ἀπό σένα, τόν πεσμένο ἄνθρωπο, ἀλλά ἀποτελεῖ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό δίνει ὁ μοναδικός ἀληθινός Θεός στά ´δοχεῖαª πού καθαρίστηκαν μέ τή μετάνοια καί στολίστηκαν μέ τήν ταπείνωση καί τή σωφροσύνη.

Νά ἐμπιστεύεσαι τή ζωή σου καί τήν ψυχή σου στό Κύριο, τόν παντοδύναμο καί πανάγαθο. Ὄχι στόν ἑαυτό σου, τόν ἀδύναμο καί ἁμαρτωλό. Ἔτσι θά εἶσαι ἀσφαλής. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ δημιουργός σου. Μετά τή θλιβερή πτώση σου, Ἐκεῖνος ἐνανθρώπησε γιά σένα, καταδικάστηκε γιά σένα, ἔχυσε τό αἷμα Του γιά σένα. Μά καί τί δέν θά κάνει ἀκόμα γιά σένα! Ἑτοιμάσου νά δεχθεῖς τά δῶρα Του, καθαρίζοντας τήν ψυχή σου. Αὐτό εἶναι τό δικό σου ἔργο. Ἀμήν.

http://www.agiazoni.gr/

Αμέθυστος