>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΕΟΛΟΓΙΑ – ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ

>

Επόμενοι τοίς αγίοις πατράσιν, τού Νικολάου Ασπρούλη.

Φωτίζεται πλήρως σιγά-σιγά τό αίτημα τής νεο-πατερικής συνθέσεως. Είναι ακριβώς τό πρόβλημα τών σημερινών χριστιανών οι οποίοι αγνοούν τό θεμέλιο τής χριστιανικής ζωής, «γεννηθήτω τό θέλημά Σου».

Έτσι λοιπόν τό κέιμενο στό οποίο αναφερόμαστε ξεκινά θέτοντας επακριβώς τό πρόβλημα: «Είναι τό ζήτημα τού τρόπου ανάγνωσης καί ειδικότερα ερμηνείας τής Παράδοσης».

Γιά νά μπορέσουμε νά μετάσχουμε σ’αυτή τή μεγαλειώδη Ρωσική νεο-πατερική σύνθεση, πρέπει νά κάνουμε μερικές προσαρμογές στήν πίστη μας. Πρέπει να πετάξουμε σάν άχρηστα, γεγονότα πού είναι βασικά στήν Παράδοσή μας, όπως η Θεοτόκος. Πρέπει νά χωρίσουμε αναγκαίως γεγονότα τά οποία μέχρι τώρα θεωρούσαμε αρρήκτως συνδεδεμένα : τον Χριστό από τό Άγιο Πνεύμα. Όπως ακριβώς οι αιρετικοί τής Ρώμης είχαν χωρίσει κάποτε τόν Πατέρα από τό Άγιο Πνεύμα.

Μέ δυό-τρία πετυχημένα διαζύγια λοιπόν, όπως μάς φωτίζει καί ο πατήρ Παΐσιος στήν επιστολή του, μπορούμε νά αποκτήσουμε σύζυγο νέα καί ωραία μέ πλούσια προίκα. Η δική μας γέρασε καί τό πιό σημαντικό είναι πολύ σοβαρή γιά νά μπορέσει νά συμμετάσχει στά όργια τής σεξουαλικής απελευθερώσεως τής εποχής μας κάι στά ιστορικά προβλήματα πού προκύπτουν, καλώντας κατεπειγόντως τούς ιατρούς-θεολόγους νά βρούν λύσεις.

Πρέπει νά δούμε τήν ενσάρκωση τού Κυρίου σάν ιστορική Αυτο-αποκάλυψη τού Θεού, όπως αυτή καταγράφηκε στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Τήν Οικονομία τής Σωτηρίας, πού αφορά τήν Αγία Τριάδα, σάν ιστορία τής Σωτηρίας, πού αφορά τήν ανθρωπότητα.

Πρέπει νά ξεχάσουμε τήν ενσάρκωση σάν νέα-Δημιουργία, αλλά νά δούμε τήν εκκλησία σάν ένα ιστορικό όχημα τό οποίπο πορεύεται προς τήν αναμενόμενη Βασιλεία. Το εισιτήριο πού θά μάς δώσει τό δικάιωμα νά επιβιβαστούμε στό όχημα αυτό τής εκκλησίας, τό παραλαμβάνουμε από επιλεγμένους ιερείς καί θεολόγους, όπως μάς διαφημίζει ο παπα-Σαράντος καί η ακαδημία Βόλου. Διότι υπάρχουν δύο τρόποι μετοχής καί σωτηρίας. Ό ένας είναι μέσω τής συνεχούς θείας εξομολογήσεως (καί όχι μέσω τής συνεχούς Θείας Μεταλήψεως) καί τής Κανον-ικής μετοχής στήν Θ.Ευχαριστία, πού διευθύνεται από αντιπροσώπους τού θεού, επιλεγμένους από τόν ίδιον. Μιά προσπάθεια πού μέ τήν αγάπη τού θεού κάνει τούς ανθρώπους πρόσωπα καί ικανούς καί άξιους νά ταξιδέψουν πρός τήν αναμενόμενη Βασιλεία, τά έσχατα.

Ένας άλλος θεολογικός τρόπος προτείνεται από τήν ακαδημία Βόλου αφού έχει πλήρως επεξεργαστεί από τούς κορυφαίους Ρώσους θεολόγους Φλωρόφσκυ καί Μπουλγκάκωφ. Η πλούσια εκκλησιαστική παράδοση λοιπόν επαναδιατυπώνεται σέ νέα, μέσω τής εκάστοτε κυριαρχούσης φιλοσοφικής γλώσσας, μέ τήν αγνή πρόθεση καί προοπτική βεβαίως τής επικαιροποίησής της. Γιαυτό καί η ακαδημία είναι γεμάτη μέ λαμπρούς νεο-φιλοσόφους όπως ο ίδιος ο επίσκοπος Βόλου, ο Καλαϊτζίδης, ο Αμπατζίδης, ο Γιαγκάζογλου καί άλλοι πολλοί διδάκτορες.

Διότι ο Χριστός δέν έκανε τίποτε άλλο από τό νά μάς προσφέρει τό κατ’εξοχήν κριτήριο τής ερμηνείας τής Ιουδαϊκής παραδόσεως καί κατ’επέκτασιν τής ιστορίας, διότι η εβραϊκή πνευματικότης ήτο πάντοτε ιστορική. Προσέφερε τό ίδιο τό πρόσωπό Του.

Δέν έχει σημασία άν οι Εβραίοι δέν  έγιναν χριστιανοί καί έγιναν οι Έλληνες. Οι Έλληνες βύθισαν τόν χριστιανισμό σέ έναν τρόπο ουσιοκεντρικό, από τόν οποίο απαλλαχτήκαμε μέ δυσκολία μέ τήν βοήθεια τού Βίκο καί τού ιστορικισμού. Μέ τούς Ρώσους λοιπόν ξαναγυρίζουμε μέ θάρρος, οπλισμένοι μέ τό ιστορικό κριτήριο τού προσώπου τού Χριστού, στήν επικίνδυνη ιστορική σχετικότητα, τήν οποία είχαν αποφύγει οι επαρχιώτες Έλληνες από έλλειψη θάρρους καί είχαν απομονωθεί γιά χρόνια σέ ένα ουσιοκρατικό καταφύγιο.

Ο Χριστός έκανε όμως καί κάτι ακόμη πού μάς τό αποκαλύπτουν σήμερα οι μεγάλοι Θες/νικείς ισαπόστολοι θεολόγοι, Στογιάννος καί Καραβιδόπουλος: Μέσω τού Άγίου Πνεύματος έδωσε τήν ανανέωση. Καθότι ήδη στούς χρόνους τού Απ.Παύλου είχε δημιουργηθεί μιά σκληρή παράδοση τήν οποία ανανέωσε ο Παύλος μέ τήν ενέργεια τού πνεύματος. Η οποία παράδοση είχε δημιουργηθεί μέ τή σειρά της μέ τήν ενέργεια τού πνεύματος. Φαίνεται πώς αυτή η ενέργεια παγώνει γρήγορα καί χρειάζεται ανανέωση. Αφού όπως μάς ομολογούν οι θεολόγοι μας, ήδη λίγο μετά τήν ανάσταση η παράδοση χρειαζόταν ανανέωση.

Τό ίδιο μάς είχε πληροφορήσει καί ο Ιερώνυμος ο οποίος είχε γράψει στόν Αυγουστίνο: ανανέωσες μιά νεκρή πίστη χωρίς ελπίδα, μιά παγωμένη παράδοση. Παγώνει γρήγορα, διότι ο Αυγουστίνος έδρασε ανανεωτικά γύρω στό 400 μ.Χ. Σήμερα ποιός ξέρει σέ τί παγωμάρα θά βρίσκουν τήν παράδοση οι ισαπόστολοι τής ακαδημίας Βόλου. Ευτυχώς δέν μαθαίνουμε όλες τίς λεπτομέρειες. Σάν αρχαιολόγοι τύπου Ιντιάνα Τζόουνς, φέρνουν στήν επιφάνεια μέ κίνδυνο τής ζωής τους, τίς πηγές τής αιώνιας ζωής πού κρύβονται μέσα σέ μιά παγωμένη ήδη παράδοση. Δόξα τώ Θεώ.

Τί σόϊ πράγμα είναι αυτή η ενέργεια τού πνεύματος πού παγώνει τόσο γρήγορα, είναί μεγάλο μυστήριο. Είχε δίκαιο μάλλον ο Αυγουστίνος πού υποπτευόταν πώς γιγνεται καί απογίγνεται, σάν κάθε τι τό κτιστό καί γέννησε τήν ανθρωπολογία.

Απλά δέν πρέπει νά ανησυχούμε, μάς καθησυχάζει ο μέγας Φλωρόφσκυ. Διαθέτουμε δύο βασικές παραμέτρους : αφ’ενός τό απόλυτο κριτήριο τής αλήθειας, τό χριστολογικό κριτήριο, τό πρόσωπο τού Χριστού, τό οποίο κριτήριο πορεύεται μαζί μας πρός τά έσχατα, σέ αντίθεση μέ τίς Βυζαντινές αοριστολογίες ότι ό ίδιος ο Κύριος παρέμεινε γιά πάντα μαζί μας. Τελικά ήταν τό κριτήριό Του.

Αφ’ετέρου τήν ιστορική προοπτική, όπως κατανοείται κάτω από τήν ενέργεια τού πνεύματος (αυτού πού παγώνει. Περισσότερες πληροφορίες περί τού πνεύματος τούτου θά βρούμε στόν Χέγγελ καί στίς πολυάριθμες αναρτήσεις μας), ως ιστορία τής σωτηρίας, πού αποτελεί εξάπαντος τό πλαίσιο εντός τού οποίου οφείλει η θεολογία νά επιχειρεί επανερμηνεία τής ζώσης (έστω καί κατεψυγμένης) παραδόσεως, αναδεικνύοντας διαρκώς στήν εκάστοτε συγκεκριμένη ιστορική συνάφεια τό εκκλησιαστικό φρόνημα.
Χριστός Ανέστη.
καί φρόνημα χριστιανοί. Κουράγιο. Κρατάμε γερά τό κριτήριο πλέον.

Αμέθυστος
Advertisements

>Πατερική θεολογία και καθολικότης, ελλη­νισμός και ιστορικότης

>

πηγή : Το κάλλος θά σώσει τόν κόσμο

Μόνον παράφρονες θα απεφάσιζαν πο­τέ να «αφελληνίσουν» την Λειτουργίαν και τας άλλας εκκλησιαστικός ακο­λουθίας και να δώσουν εις αυτάς ένα ύφος περισσότερον «σύγχρονον…».

Eκ του Βιβλίου: Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι,

…Ο πατήρ Γ. Φλορόφσκυ, Ρώσος της διασποράς και εκ των πλέον διακεκριμένων συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων, αφού επι­σημαίνει τας ολέθριας επιδράσεις της Δύσεως επί της ρωσικής θεολογίας, όπερ ισχύει και διά την νεοελληνικήν θεολογίαν, λέγει τα εξής αξιοπρό­σεκτα σχετικώς προς το πρόβλημα του λεγομένου «εξελληνισμού» του Χρι­στιανισμού:

«Δεν θα ημπορούσε κανείς να υποστήριξη ότι η ρωσική θεολογία, εις την δημιουργικήν της ανάπτυξιν, ησθάνθη αρκετά πλήρως η αρκε­τά βαθέως εις τους κόλπους της την παρουσίαν των Πατέρων και του Βυ­ζαντίου. Της απομένει ακόμη να το κάμη. Της απομένει ακόμη να φοίτηση εις το αυστηρόν σχολείον του χριστιανικού ελληνισμού. Ο ελληνισμός έ­χει αποκτήσει αιώνιον χαρακτήρα μέσα εις την Έκκλησίαν έχει ενσωματωθή εις την σάρκα της· έχει γίνει αιωνία κατηγορία της χριστιανικής υπάρ­ξεως. Δεν εννοώ φυσικά τον ελληνισμόν ως εθνικήν ίδέαν η τον έλληνισμόν της συγχρόνου Ελλάδος η εκείνον τον καθυστερημένον και κάθε άλλο πα­ρά νόμιμον ελληνικόν «φυλετισμόν». Εννοώ την χριστιανικήν αρχαιότη­τα, τον ελληνισμόν των δογμάτων, τον ελληνισμόν της λατρείας, τον έλλη­νισμόν της εικόνος. Η χριστιανική λατρεία έχει σφραγισθή διά παντός με το ελληνικόν ύφος της «ευσέβειας των μυστηρίων». Και αυτό έχει γίνει μέ­χρι τοιούτου βαθμού, ώστε να μη ημπορούμεν να διεισδύσωμεν εις τον ρυθμόν της λειτουργικής μυσταγωγίας, αν πρηγουμένως δεν υποβληθώμεν εις ένα είδος μυστικού «εξελληνισμού».

Μόνον παράφρονες θα απεφάσιζαν πο­τέ να «αφελληνίσουν» την Λειτουργίαν και τας άλλας εκκλησιαστικός ακο­λουθίας και να δώσουν εις αυτάς ένα ύφος περισσότερον «σύγχρονον». Το στερεώτερον στοιχείον του ρωσικού εκκλησιαστικού πολιτισμού είναι κα­τά γενικήν ομολογίαν η εικών. Που οφείλεται όμως η σταθερότης αύτη; Μή­πως εις το γεγονός ότι οι μεγάλοι Ρώσοι εικονογράφοι κατώρθωσαν να αφο­μοιώσουν πνευματικώς την ελληνικήν εικονογραφικήν πείραν και να την αποδώσουν εις τω καθ’ ημάς με μίαν οικειότητα γνησίως δημιουργικήν; Αυτή είναι η λογικωτέρα απάντησις. Όχι. Ο ελληνισμός δεν είναι απλώς μία φάσις της εκκλησιαστικής ιστορίας, ένας σταθμός εις την πορείαν της Εκκλησίας. Όταν ο θεολόγος αρχίζη να πιστεύη ότι αι «έλληνικαί κατηγορίαι» έχουν ξεπερασθή, αυτό σημαίνει απλούστατα ότι ο ίδιος έχει εξέλ­θει από τον ρυθμόν της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ότι ο ίδιος έχει χάσει το αίσθημα της εκκλησιαστικής ζωής.

Ένας μόνον τρόπος υπάρχει διά να είναι η θεολογία μας καθολική: να είναι ελληνική. Μόνον εν τω ελληνισμώ ημπορεί να είναι κανείς αληθώς καθολικός (δηλ. Ορθόδοξος). Αυτό το τελευταίον είναι κάπως διφορούμενον. Το αντιχριστιανικόν στοιχείον εδέσποζεν, ως γνω­στόν, εις το αρχαίον πνεύμα. Ακόμη και σήμερον πολυάριθμοι είναι εκείνοι πού καταφεύγουν εις τον έλληνισμόν, διά να υψώσουν το ανάστημα των και να καταπολεμήσουν τον Χριστιανισμόν. (Κλασσικόν παράδειγμα ο Nietzche). Δεν πρέπει όμως να λησμονήται ότι ο ελληνισμός ενεσωματώθη εις την Εκκλησίαν. Αυτό ακριβώς είναι το ιστορικόν νόημα της πατερικής θεολογίας.

Και αυτή η ενσωμάτωσις του ελληνισμού εις την Εκκλησίαν εχάραξεν επί του σώματος της ιστορίας μίαν μόνιμον και οριστικήν τομήν πασίδηλον σημείον της οποίας παραμένει το ευαγγελικόν κήρυγμα, η ιστο­ρική φανέρωσις του σαρκωθέντος Λόγου. Ο χριστιανικός ελληνισμός, ο με­ταμορφωθείς διά της επιφανείας του Λόγου και της ελεύσεως του Πνεύμα­τος, είναι πλέον εξ ολοκλήρου γεγονός της ιστορίας. Η πατερική θεολογία είναι «θεολογία των γεγονότων», μας καθιστά δηλαδή συγχρόνους ωρισμένων ιστορικών γεγονότων, των γεγονότων της Ιεράς Ιστορίας. Αλλά το βασικώτερον και αποφασιστικώτερον από τα γεγονότα αυτά είναι ακριβώς η σάρκωσις του Θεού και η εν μέσω ημών σκήνωσίς του, η οποία εσημειώθη ιστορικώς διά της εντάξεως και της ενσωματώσεως του ελληνισμού εις την Έκκλησίαν. Όλα τα λάθη, όλαι αι πλάναι, όλοι οι πειρασμοί ενός υπερ­βολικού εξελληνισμού του Ευαγγελίου, φαινόμενον αρκετά συχνόν κατά την διάρκειαν των αιώνων, δεν είναι δυνατόν να εξασθενήσουν την σημασίαν του θεμελιώδους αυτού γεγονότος: διά την κήρυξιν και την διάδοσιν του χαρμόσυνου αγγέλματος της εν Χριστώ σωτηρίας, διά την έκθεσιν και την διατύπωσιν της χριστιανικής θεολογίας έχρησιμοποιήθησαν ευθύς έξ αρχής κατηγορίαι ελληνικαί. Πατερική θεολογία και καθολικότης, ελλη­νισμός και ιστορικότης αποτελούν τας συζύγους όψεις ενός μοναδικού και αδιαιρέτου δεδομένου»1.

1. «Η πορεία της Ρωσικής Θεολογίας», εν Θεολογία, Αλήθεια και Ζωή. Αθήναι 1962, σελ. 32 έ.

Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι,
σελ. 71-72
Πατερικά 1 εκδ. Βρυέννιος,
Θεσσαλονίκη 1997

Αμέθυστος

>Ἡ θεολογική διαθήκη τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι

>

Ἀξίζει νά διαβάσουμε τό παρακάτω κείμενο τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι (1893-1979) πού τό τιτλοφορεῖ ὁ ἴδιος ὡς τήν «θεολογική του διαθήκη». Πρόκειται γιά ἕνα χειρόγραφο πού δέν πρόλαβε νά ὁλοκληρώσει καί βρέθηκε μετά τόν θάνατο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θεολόγου ἀπό τόν Andrew Blane, ὁ ὁποῖος καί τό δημοσιεύει.

«Σέ μιὰ τόσο ἐπίσημη περίσταση ὅπως αὐτή, μόνο λόγια εὐχαριστίας κι εὐγνωμοσύνης ἁρμόζουν. Πράγματι, εἶμαι βαθιά συγκινημένος ἀπό αὐτό τό γενναιόδωρο δεῖγμα ἀναγνώρισης ποὺ ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου θέλησε νά μοῦ ἀπονείμει. Ὅμως, ξέρω, προφανῶς καλύτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο, καί τίς ἀποτυχίες μου καί τά μειονεκτήματά μου. Ξέρω πράγματι ὅτι ἤμουν ἕνας ὀκνηρός δοῦλος ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος. Καί μάλιστα ξέρω πολύ καλά πόσα πράγματα δέν ἔχω κάνει, πράγματα ποὺ ἔπρεπε νά ἔχω κάνει, καί πόσα πολλά πράγματα ἔκανα ποὺ δέν ἔπρεπε νά κάνω.

Δέν ἔλαβα κανονική θεολογική ἐκπαίδευση (παρόλο ποὺ τό φταίξιμο δέν εἶναι δικό μου). Εἶμαι αὐτοδίδακτος στήν θεολογία, κάτι σάν ἐρασιτέχνης, αὐτοδημιούργητος – γιά νά χρησιμοποιήσω μιὰν ἀμερικανική ἔκφραση. Ἐκπαιδεύτηκα γιά νά γίνω καθηγητής ἱστορίας καί φιλοσοφίας.

Ὄντως, τήν ἀκαδημαϊκή σταδιοδρομία μου τήν ἄρχισα ὅταν ἤμουν ἀκόμη στή Ρωσία, πρίν ἀπό πολλά χρόνια, ὡς Ἐπισκέπτης Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας, καί τό μόνο μάθημα ποὺ δίδαξα μ΄ αὐτή τήν ἰδιότητα στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀδησσοῦ ἦταν Φιλοσοφία τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν. Τή θεολογία μου δέν τήν ἔμαθα στό σχολεῖο, ἀλλά στήν Ἐκκλησία, μετέχοντας στή λατρεία της. Τήν ἄντλησα πρῶτα ἀπό τά λειτουργικά βιβλία καί, πολύ ἀργότερα, ἀπό τά γραπτά τῶν ἁγίων Πατέρων.

Ὅταν τό 1926 μοῦ προτάθηκε νά διδάξω Πατρολογία στό νεοσύστατο Ὀρθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο τοῦ Παρισιοῦ, ἤμουν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστος γιά κάτι τέτοιο. Ἔπρεπε πρῶτα νά μάθω αὐτό ποὺ ἔπρεπε νά διδάξω. Δέν ντρέπομαι γι΄ αὐτό. Πολλοί ἔχουν βρεθεῖ σ΄ αὐτὴ τή θέση. Ἡ φράση αὐτή ἀνήκει, παρεμπιπτόντως, στόν σπουδαιότερο θεολόγο καί ἱεράρχη τοῦ περασμένου αἰώνα, στόν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Φιλάρετο τῆς Μόσχας. Καί αὐτός μάθαινε τά ἀντικείμενά του ἐνῶ τά δίδασκε στήν Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρούπολης.

Ἡ δική μου μέθοδος μελέτης ἦταν πολύ ἁπλή. Τά δύο πρῶτα χρόνια τῆς δουλειᾶς μου ὡς καθηγητὴς στό Παρίσι διάβαζα συστηματικά τά ἔργα τῶν πιό σημαντικῶν Πατέρων, κάποια στό πρωτότυπο, κάποια σέ μετάφραση. Μελέτησα κατά κύριο λόγο πηγές πρίν στραφῶ στή λόγια γραμματεία. Πιθανόν νά εἶναι αὐτός ὁ λόγος ποὺ φαίνομαι τόσο «παλιομοδίτης». Δέν ξεκίνησα μέ τίς «καλύτερες κριτικές», καί γι΄ αὐτό ἡ κριτική οὔτε μέ ζάλισε οὔτε μέ διέφθειρε. Ἀντίθετα, ἐξαιτίας αὐτοῦ ἀπέκτησα ἀνοσία γιά πάντα ἔναντι τῆς ρουτίνας, ἔναντι ἐκείνης τῆς «θεολογίας τῆς ἐπανάληψης» ἡ ὁποία βρίθει ἀπό ἀρχαϊκούς τύπους καί φράσεις, ἀλλά τόσο συχνά τῆς λείπει τελείως τό πνεῦμα ζωντάνιας.

Οἱ Πατέρες μέ δίδαξαν τή χριστιανική ἐλευθερία. Ὑπῆρξαν παραπάνω ἀπό ἁπλοί νομοθέτες• ἦταν ἀληθινοί προφῆτες μέ τήν ἀληθινή σημασία τῆς λέξης – ἀντικρυζαν τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. (Ἦταν πρωτίστως ἄνθρωποι μέ ἐνόραση καί πίστη). Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ὁραματιστές. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος ποὺ μέ ὁδήγησε ἀρκετά νωρίς στήν ἰδέα αὐτοῦ ποὺ τώρα ὀνομάζω «νεοπατερική σύνθεση». Ὀφείλει νά εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό συλλογή Πατερικῶν ρητῶν καί διατυπώσεων. Πρέπει νά εἶναι μία σύνθεση, μία δημιουργική ἐπανεπιβεβαίωση ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνοράσεων ποὺ χορηγήθηκαν στούς ἁγίους τοῦ παρελθόντος. Πρέπει νά εἶναι Πατερική, πίστη στό πνεῦμα καί τό δράμα τῶν Πατέρων – ad mentem Patrum. Ἀλλά ταυτόχρονα, πρέπει νά εἶναι καί νεοπατερική, καθώς ἀπευθύνεται στή νέα ἐποχή, μέ τά δικά της προβλήματα καί ἐρωτηματικά. Μ΄ αὐτό τό πνεῦμα καί μ΄ αὐτόν τόν τρόπο ἔγραψα, ἤδη τριάντα χρόνια πρίν, τίς δύο θεολογικές μου ἐργασίες, γιά τό Δόγμα τῆς Δημιουργίας καί τό Δόγμα τῆς Ἀπολύτρωσης, τίς ὁποῖες ἀκόμη θεωρῶ τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματά μου, καί ἴσως τά μοναδικά.

Δυστυχῶς, λίγο ἀργότερα περισπάστηκα. Δέν μπόρεσα νά ἀντισταθῶ στούς πειρασμούς. Ἄφησα τή δουλειά μου πάνω στούς Πατέρες ἡμιτελῆ: ἀπό τούς πέντε προγραμματισμένους τόμους, μόνο δύο ὁλοκληρώθηκαν, κι αὐτοί στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ΄30. Ἀντί νά ὁλοκληρώσω αὐτή τή δουλειά, στράφηκα στή ρωσική θεολογία καί αὐτή ἡ μελέτη ὁλοκληρώθηκε τήν παραμονή ἀκριβῶς τοῦ πρόσφατου πολέμου. Αὐτή ἡ μελέτη, ὅμως, ἀποδείχθηκε ἔργο μᾶλλον ἀποδόμησης παρά οἰκοδόμησης. Τήν ἴδια ἐποχή ἐμπλεκόμουν σέ διάφορες οἰκουμενικές δραστηριότητες, στήν ἀρχή σέ περιορισμένη κλίμακα. Γιά πολλά χρόνια περνοῦσα τίς καλοκαιρινές μου διακοπές στήν Ἀγγλία, ἐξηγώντας τήν Ὀρθοδοξία σέ Ἀγγλικανούς φοιτητές καί λαϊκούς, καί ταξιδεύοντας ἀπό κολλέγιο σέ κολλέγιο καί ἀπό πόλη σέ πόλη. Ἀργότερα ἀναμίχθηκα στή μείζονα οἰκουμενική κίνηση τῆς «Πίστης καί Τάξης».

Δέν μετανιώνω γιά ὅλα αὐτά, γιά αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς «παρακάμψεις». Ἐπίσης ἀπήλαυσα πάρα πολύ τή διδασκαλία, στά χρόνια του πολέμου, στά ρωσικά σχολεῖα δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, στήν Bela Crkva καί στό Βελιγράδι. Ἔμαθα πολλά διδάσκοντας. Καί ἀνακάλυψα ὅτι ἡ διδασκαλία εἶναι, καί πρέπει νά εἶναι, κάτι παραπάνω ἀπό παροχή γνώσης. Ὁ δάσκαλος ἔχει νά διδάξει ζωντανά πρόσωπα, ἀδελφούς καί ἀδελφές του ἐν Χριστῷ, καί νά τούς διδάξει γιά τή ζωή, γιά τήν αἰώνια ζωή ἐν τέλει. Ἀκόμη καί ὡς δάσκαλος, πρέπει κανείς νά παραμένει μαθητής, κάτι ποὺ πράγματι εἶναι ἀναπόφευκτο.

Μοῦ ἀρέσει νά μαθαίνω. Μοῦ ἀρέσει νά παραμένω in statu pupilari [σέ κατάσταση μαθητείας]. Δέν εἶναι μήπως ἡ ἀνώτερη βαθμίδα τό νά εἶσαι μαθητής, μαθητής τοῦ ἑνός καί μόνου Κυρίου, τοῦ μόνου στόν ὁποῖο ἀνήκει δικαιωματικά ὁ τίτλος τοῦ Διδασκάλου; Κανένας μέσα στήν Ἐκκλησία δέν πρέπει νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δάσκαλο. Ὁ μόνος Διδάσκαλος εἶναι ὁ Χριστός. Ὅμως, καί πόσα ἔχουν μείνει ἀπραγματοποίητα! Ἔγραψα λιγότερα ἀπό ὅσα ὄφειλα ἤ μποροῦσα πιθανόν νά γράψω. Καί τώρα προφανῶς εἶναι πιά πολύ ἀργά. Ἐλπίζω, ὅμως, ὅτι θά μοῦ δοθεῖ ὁ χρόνος νά συντάξω τή «θεολογική διαθήκη» μου καί νά μεταφέρω τή βαθειά μου ἔγνοια γιά τίς μέλλουσες γενιές.

Αὐτή ἡ διαθήκη περιλαμβάνει τρία κύρια σημεῖα.

Πρῶτον, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία πρέπει νά εἶναι μία ἱστορική θεολογία. Ἕνας διακεκριμένος Βρετανός ἱστορικός εἶπε πρόσφατα: «Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία καθημερινή πρόσκληση στή μελέτη τῆς ἱστορίας» (F. Μ. Powicke). Κι ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἐρευνητής ὑποστήριξε, πολύ σωστά, ὅτι «ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν πιστεύουμε σέ ἰδέες, ἀλλά σέ ἕνα Πρόσωπο» (Dom Ansgar Venier) καί αὐτό τό πρόσωπο εἶναι ὁ ἀγαπημένος μας Κύριος καί Σωτήρας, Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Θεολογία δέν εἶναι διαλεκτική ἐννοιῶν, ἀλλά ὁμολογία πίστης. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεός δρῶν, ὁ ὁποῖος δρᾶ στήν ἱστορία, ἀπό τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, συνεχίζει νά δρᾶ στίς ζωές μας καί θά συνεχίζει νά δρᾶ μέχρι ὁ Κριτής νά ἔρθει γιά νά ἐλέγξει ζώντας καί νεκρούς. Ἡ Θεολογία εἶναι ἑπομένως ἡ μελέτη τῶν θείων πράξεων.

Δεύτερον, καθώς μελετᾶμε αὐτές τίς πράξεις τοῦ Θεοῦ ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ αὐτό ποὺ ἔχει εὔστοχα περιγραφεῖ ἀπό τόν Gerhardt Kittel ὡς «τό σκάνδαλο τῆς ἰδιαιτερότητας». Ἡ σωτηρία «ἐκ τῶν ἑβραίων ἐστιν» καί κηρύχτηκε στόν κόσμο στήν ἑλληνική γλώσσα. Πράγματι, τό νά εἶσαι Χριστιανός σημαίνει νά εἶσαι Ἕλληνας, ἐφόσον ἡ βασική μας αὐθεντία θά εἶναι γιά πάντα ἕνα ἑλληνικό βιβλίο, ἡ Καινή Διαθήκη. Τό χριστιανικό μήνυμα ἔχει διά παντός διατυπωθεῖ σέ ἑλληνικές κατηγορίες. Αὐτό μέ καμιά ἔννοια δέν σήμανε συνολική πρόσληψη τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθαυτοῦ, ἀλλά ἀνατομία τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τό παλιό ἔπρεπε νά πεθάνει, τό νέο ὅμως παρέμενε ἑλληνικό: ὁ χριστιανικός Ἑλληνισμός τῆς δογματικῆς μας, ἀπό τήν Καινή Διαθήκη μέχρι τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἤ μᾶλλον μέχρι σήμερα. Προσωπικά εἶμαι ἀποφασισμένος νά ὑπερασπιστῶ αὐτή τή θέση, καί μάλιστα σέ δύο διαφορετικά μέτωπα: καί κατά τῆς ὄψιμης ἀναβίωσης τοῦ ἑβραϊσμοῦ, καί κατά ὅλων τῶν προσπαθειῶν ἐπαναδιατύπωσης δογμάτων σέ κατηγορίες σύγχρονων φιλοσοφιῶν, εἴτε γερμανικῶν, εἴτε δανέζικων, εἴτε γαλλικῶν (Χέγκελ, Χάϊντεγκερ, Κίρκεργκωρ, Μπέργκσον, Teilhard de Chardin), καί σέ κατηγορίες τοῦ ὑποτιθέμενου Σλαβικοῦ πνεύματος. Ἡ θέση μου, ὁμολογουμένως, χρειάζεται ἀκριβολογία καί ἀνάλυση, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Τρίτο καί τελευταῖο, πρέπει νά θεολογοῦμε ὄχι γιά νά ἱκανοποιοῦμε τή διανοητική μας περιέργεια, θεμιτό καί ἄν εἶναι αὐτό, ἀλλά γιά νά ζοῦμε, νά ἔχουμε ζωή περισσή ἐν τῇ Ἀληθείᾳ, ἡ ὁποία, τελικά, δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἰδεῶν, ἀλλά ἕνα Πρόσωπο, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Στό ζήτημα αὐτό μόνο οἱ Πατέρες μποροῦν νά εἶναι σίγουροι καί ἀσφαλεῖς ὁδηγοί.

Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν ἕνα πρόγραμμα. Εἶναι τό πρόγραμμα βάσει τοῦ ὁποίου ἐγώ πορεύτηκα στό λογικό μου ἐγχείρημα. Τώρα, μόνη μου ἐλπίδα εἶναι ὅτι ὁ Κύριός μας ἀγκαλιάζει ἀκόμη καί τίς προθέσεις μας.

Πηγή : serafeimtousarof

Σχόλιο :Δέν είναι ο πατέρας του οικουμενισμού ; Η σχολή του στην Αμερική έχει εκδόσει ήδη δεκάδες  μελέτες οι οποίες αποδεικνύουν πώς ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Ακινάτης δέν διαφωνούν, στην πραγματικότητα διδάσκουν το ίδιο πράγμα.

Αμέθυστος

>ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

>Ο Φλωρόφσκι συνειδητοποίησε στον καιρό του την Βαβυλώνειο αιχμαλωσία της Ορθοδόξου θεολογίας στις Λατινικές και Γερμανικές κακοδοξίες. Έτσι κήρυξε τον αγώνα της απελευθερώσεώς μας, με την επιστροφή στους Πατέρες. Μόνον σήμερα όμως ο αγώνας δικαιώνεται. Οι μαθητές του, όπως ο Α.Ν. Williams, γράφουν περισπούδαστες μελέτες όπως Deification in Aquinas and Palamas, για να βοηθήσουν την ένωση των Εκκλησιών, όπου αποδεικνύουν πως ο Ακινάτης και ο Παλαμάς λένε ακριβώς τα ίδια πράγματα! Βρέθηκε επιτέλους ο τρόπος της απελευθερώσεώς μας! Εάν γίνουμε Βαβυλώνειοι, δεν θα είμαστε πλέον αιχμάλωτοι!

Εκδόσεις “αμέθυστος”
e-mail: amethystos.books@gmail.com