>ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (AUGENBLICKE IN GRIECHENLAND)

>

HUGO  VON  HOFMANNSTHAL

(Τον Μάιο του 1908 αναλαμβάνει ο Hugo von Hofmannsthal  μαζί με τους  Harry Graf Kessler και Aristide Maillot ένα ταξίδι μιας εβδομάδος στην Ελλάδα.  Για τον Hofmannsthal είναι η πρώτη συνάντηση με τη χώρα,  και είναι γι’ αυτόν οι «πιο αξιοσημείωτες, συμπυκνωμένες, ανόμοιες εντυπώσεις και εμπειρίες, που μπορεί μόνο να φανταστή κανείς· είχα για πρώτη φορά στην ζωή μου το αίσθημα, πως ταξιδεύω πραγματικά, πως είμαι πραγματικά σε μιαν ξένη χώρα». Με το ιδεώδες της αρχαίας Ελλάδας μπρος στα μάτια του, αντιπαρατίθεται ο Hofmannsthal  με την ζωντανή καθημερινότητα της χώρας. –  Στις  «Στιγμές στην Ελλάδα» κρατάει τις συναντήσεις και εντυπώσεις του ταξιδιού του σε πλήρεις αισθήματος εικόνες.)

       ΕΛΛΑΔΑ

       Το ταξίδι  προς την Ελλάδα είναι το πιο πνευματικό απ’ όλα τα ταξίδια που αναλαμβάνουμε.  Μας στέλνει προς τα ‘δώ  ελάχιστα μια ημι-φυσική περιέργεια, που είναι και υπήρξε πάντοτε το μυστικό υπέδαφος τόσο πολλών ταξιδιών, και σχεδόν ξαφνιαζόμαστε, όταν μας υποδέχεται η Ελλάδα, ήδη πριν τη συναντήσουμε, με κείνο, το οποίο θα είχαμε ελάχιστα σκεφτή εδώ: μια μαγευτική, εντελώς ανατολίτικη ευωσμία, ανάμεικτη από άνθη πορτοκαλιάς, ακακίες, δάφνες και θυμάρι. 

       Είναι ένα πνευματικό προσκύνημα, που έχουμε αναλάβει, κι είχαμε λησμονήσει, ότι αυτό το τοπίο θα μπορούσε να αποπνέη ένα άλλο άρωμα από κείνο των αναμνήσεων.  Ενάντια σ’ αυτό που θέλουμε να δούμε, υψώνεται πάρα πολύ μεγάλη πνευματική ανυπομονησία· φέρουμε πάρα πολλές ψυχές  εντός μας, που αναμειγνύουν τη φιλοδοξία τους γι’ αυτούς τους λόφους και τα ερείπια των ναών με κείνη των δικών μας. Φθάνουμε, χαμένοι σε μια δέσμη φανταστικών συντρόφων.  Αλλ’ ευθύς καθώς πατούμε το πόδι μας σ’ αυτήν την ακρογιαλιά, καθώς αισθανόμαστε το πραγματικό πέτρωμα κάτω απ’ το πέλμα μας, καθώς εισπνέουμε τον ηλιόλουστο και καθαρό αέρα, μας εγκαταλείπουν όλοι. Βρισκόμαστε στο προαύλιο της νοσταλγίας μας κι αισθανόμαστε, πως έχουμε χάσει τους οδηγούς μας.  Ακόμα πριν από λίγο, όταν το πλοίο διέπλεε τα σικελικά, «της μεγάλης Ελλάδας» νερά – ήταν ο Γκαίτε μαζί μας. Τώρα μένει πίσω, όπως μένει πίσω μας η ιταλική ακτή. Τον αισθανόμαστε μεμιάς ως Ρωμαίο. Η μεγάλη κεφαλή του Juno Ludovici στέκεται ανάμεσα σε μας και σ’ αυτόν. Θυμόμαστε, ότι δεν έχει δη ποτέ ένα πραγματικό αρχαίο έργο τέχνης, ποτέ ένα έργο γλυπτικής του πέμπτου αιώνα, κι η γαλήνη, στην οποία βύθισε με τον Winckelmann την αρχαιότητά του, είναι για μας η κατάσταση μιας ορισμένης στιγμής της γερμανικής ψυχής, τίποτε άλλο. 

       Αλλά κι οι μεγάλοι διανοούμενοι του τελευταίου αιώνα, που μας αποκάλυψαν μιαν πιο σκοτεινή και πιο άγρια αρχαιότητα – κι η δική τους διαίσθηση δεν έχει ξαφνικά πια την ίδια φωτιστική δύναμη.  O Burckhardt, ο συμπατριώτης του Bachofen, ο Rohde, ο Fustel de Coulanges – ασύγκριτοι ερμηνευτές του σκοτεινού υποστρώματος της ελληνικής ψυχής, ισχυροί πυρσοί, που επέτρεψαν να αναλάμψη ένας κόσμος τάφων , αλλά εδώ είναι κάτι άλλο. Δεν είναι εδώ ένα ταφικό κοίλωμα, υπάρχει εδώ τόσο πολύ φως: και δεν έχουν αναπνεύσει σ’ αυτό το φως.  Όλα τα οράματά τους παίρνουν σ’ αυτήν τη λάμψη ένα μολυβένιο χρώμα· τους αφήνουμε πίσω μας. Η πρώτη εντύπωση αυτού του τοπίου, απ’ όπου και να εισέρχεται κανείς, είναι αυστηρή.  Αρνείται όλες τις ονειροπολήσεις, και τις ιστορικές. Είναι ξηρό, φειδωλό, εκφραστικό και εκπληκτικό όπως ένα γόνιμα αδυνατισμένο πρόσωπο: υπάρχει όμως πάνω εκεί ένα φως, που παρόμοιό του δεν έχει δη ποτέ πριν το μάτι και στο οποίο καθίσταται ευτυχές, σαν να ξυπνάη σήμερα για πρώτη φορά στην αίσθηση της όρασης.  Αυτό το φως είναι ανείπωτα οξύ και ανείπωτα μαλακό ταυτόχρονα.  Προσάγει την πιο λεπτή λεπτομέρεια με μιαν ευκρίνεια, μιαν απαλή ευκρίνεια, που κάνει την καρδιά μας να χτυπά πιο δυνατά, και περικλείει το πλησίον –  μπορώ να το πω μόνον παράδοξα – με μια δοξαστική συγκάλυψη.  Δεν μπορεί να συγκριθή με τίποτα παρά με το πνεύμα.  Έτσι θά  ’πρεπε να βρίσκονται τα πράγματα σε μια θαυμαστή διάνοια, τόσο έξυπνα και τόσο κατευνασμένα, τόσο ξεχωριστά και τόσο συνδεδεμένα – μέσω τίνος συνδεδεμένα; όχι μέσω ψυχικής διάθεσης, τίποτα δεν είναι εδώ πιο μακρινό απ’ αυτό το επιπλέον, αισθητικο-ψυχικό στοιχείο του ονείρου – όχι:  μέσω του ίδιου του πνεύματος.  Αυτό το φως είναι τολμηρό κι είναι νέο .  Είναι το εισερχόμενο μέχρι τον πυρήνα της ψυχής σύμβολο της νεότητας.  Θεωρούσα μέχρι τώρα το νερό ως τη θαυμαστή έκφραση εκείνου, που δεν γηράσκει.  Αλλ’ αυτό το φως είναι κατά έναν διαπεραστικώτερο τρόπο νέο.

       Μου λένε: αυτό είναι το φως της Μικράς Ασίας, το φως της Παλαιστίνης, της Περσίας, της Αιγύπτου, και καταλαβαίνω την ενότητα της ιστορίας, που προσδιορίζει από αιώνες την εσωτερική μας μοίρα.  Η Τροία – οι Μύριοι υπό τον Ξενοφώντα – η Κλεοπάτρα – κι ακόμα η βυζαντινή Θεοδώρα – όλες αυτές οι περιπέτειες κατανοούνται και ενώνονται μέσα απ’ τους αιώνες όπως τα μέρη μιας μοναδικής μελωδίας.  Οι δόλοι του Οδυσσέα, η ειρωνεία του Πλάτωνα, η αναίδεια του Αριστοφάνη:  υπάρχει μια θαυμαστή ταυτότητα σ’ όλα αυτά, κι ο κανόνας μιας τέτοιας ταυτότητας είναι αυτό το φως.

        Αυτό που ζη σ’ αυτό το φως, αυτό ζη πραγματικά: χωρίς ελπίδα, χωρίς νοσταλγία, χωρίς μεγαλοπρέπεια:  ζη.  «Να ζης στο φως», αυτό είναι. Το να βγης απ’ αυτό το φως, να γίνης σκιά, αυτό ήταν το φοβερό, ενάντια σ’ αυτό δεν υπήρχε καμμιά παρηγοριά.  «Καλύτερα ένας υπηρέτης εκεί επάνω, παρά Αχιλλέας εδώ» – όποιος δεν έχει δη αυτό το φως, δεν καταλαβαίνει έναν τέτοιο λόγο…  Κοιτάζω από έναν λόφο οπουδήποτε σε μιαν πλαγιά μερικές κατσίκες.  Το σκαρφάλωμά τους, το σήκωμα του κεφαλιού τους, όλ’ αυτά είναι πραγματικά και ταυτόχρονα σαν σχεδιασμένα απ’ τον πιο ευφυή σχεδιαστή.  Κοντά στο ζωϊκόθεϊκό, απ’ τον αέρα: αυτό το φως είναι ο ακατάπαυστος γάμος του πνεύματος με τον κόσμο.  Μια απότομη κορφή, μερικές κουκουναριές – ένα μικρό χωράφι σταριού – ένα δέντρο, που οι αρχαίες του ρίζες περισφίγγουν το σχισμένο πέτρωμα – μια δεξαμενή, ένας αειθαλής θάμνος, ένα λουλούδι:  το μεμονωμένο δεν έχει καμμιά φιλοδοξία, να αναμειχθή με το σύνολο, ζη για τον εαυτό του, αλλά σ’ αυτό το φως το να είσαι-για-τον-εαυτό σου δεν σημαίνει το ίδιο με τη μοναξιά.  Εδώ ή πουθενά αλλού γεννήθηκε το άτομο:  αλλά προς ένα θεϊκό και κοινωνικό πεπρωμένο. Σ’ αυτόν τον αέρα είναι κανείς εξαίσια αποχωρισμένος – αλλά δεν είναι εγκατελειμμένος, τόσο λίγο όσο ήταν εγκατελειμμένος κι ένας απ’ τους θεούς, όταν αναδυόταν οπουδήποτε ή ταξίδευε μέσα απ’ τον άνεμο.  Κι εδώ είναι όλα τα πλάσματα θεοί. Αυτή η κουκουναριά, όμορφη όπως ένας κίονας του Φειδία, είναι μια θεά. Αυτά τα ανοιξιάτικα λουλούδια, που διασπείρουν εωσμία και λάμψη από μιαν πλαγιά λειμώνων – έχει ειπωθή κι έχει ειπωθή δίκαια: βρίσκονται εκεί όπως οι μικροί θεοί.

      Εδώ γεννήθηκε ο άνθρωπος, όπως τον εννοούμε:  γιατί εδώ γεννήθηκε το μέτρο. Οι αναλογίες ενός υπολείμματος ναού, τριών κιόνων μ’ ένα λείψανο του αετώματος, προς μια μοναχική δρυ, που ανυψώνει εκεί κοντά τη φυλλώδη της κορυφή προς τον ουρανό, αυτό είναι τόσο ωραίο, ώστε σχεδόν ανοίγει, όπως οι βαθύτατες αρμονίες της μουσικής, την ψυχή· ο ίδιος ο ουρανός, το ύψος του φαινομενικά σταθερού θόλου, συμπεριλαμβάνεται κατά κάποιον τρόπο στον εξαίσιο υπολογισμό· ένας χωρικός, που ψάχνει εκεί λίγη σκιά, για να καταναλώση απ’ τη γροθιά το φαγητό του, ή ένας βοσκός με τον σκύλο του, και γίνεται η μεγαλοπρέπεια τόσο πλήρης, ώστε να διευρύνεται το στήθος μας πάνω απ’ την καρδιά.  Τίποτα, απ’ όσα γνωρίζουμε για τις λατρευτικές τους πράξεις, δεν μιλά άμεσα στη δύναμη της φαντασίας μας· οι τελετές τους, όσο μας τις καθιστά προσιτές η αρχαιολογία, είναι για μας χωρίς τέρψη, όπως η θέα των χορευτών γι’ αυτόν, που δεν ακούει τη μουσική. Τίποτα απ’ τα μυστήριά τους δεν μας είναι αντιληπτό παρά αυτό το ένα: η σχέση του ανθρωπίνου σώματος προς το χτισμένο από πέτρα ιερό. 

       Το βλέμμα απ’ την Ακροκόρινθο περιλαμβάνει δυό θάλασσες με πολλά νησιά, τη χιονισμένη κορφή του Παρνασσού, τα βουνά της Αχαΐας: το φως δημιουργεί κάτι απ’ όλ’ αυτά, μιαν τάξη, που καθιστά ευτυχή την καρδιά· δεν έχουμε καμμιάν καλύτερη λέξη γι’ αυτό από μουσική: αλλ’ είναι περισσότερο από μουσική. – Ποιο μάθημα δίνει αυτό το φως στον στοχαστικό παρατηρητή! Καμμιά υπερβολή, καμμιά μίξη – δες το κάθε τι για τον εαυτό του, αλλά δες το στην αρχική του καθαρότητα. Μην ξεχωρίζης, μην πιέζης το ένα στο άλλο: είναι όλα ξεχωριστά, όλα συνδεδεμένα· μείνε ήσυχος· να αναπνέης, να απολαμβάνης και να υπάρχης.

        Δεν υπάρχει τίποτα δυσκολώτερο, απ’ το να μαντέψης σ’ αυτό το τοπίο, αν μια μορφή είναι κοντά ή μακριά. Το φως την κάνει σαφή και την εκπνευματώνει ταυτόχρονα, την καθιστά μιαν πνοή.  Όμως η δύναμη μιας χειρονομίας στα εκατόν πενήντα βήματα είναι μεγάλη· ένα νεύμα χεριού του αγωγιάτη καλεί απ’ τη μακρινή του σχισμή του βράχου τον βοσκό με το ασκί του για νερό. Θαυμαστό να σκέφτεσαι, πώς έδιναν σ’ αυτό το φως οι κυβερνήτες των πλοίων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας πάνω απ’ τις πολύχρωμές τους ξύλινες γέφυρες παραγγέλματος τις διαταγές, που δεν θα μπορούσε κανείς στον βρυχηθμό και τον κρότο της ναυμαχίας να τις παραλάβη από καμμιάν ανθρώπινη φωνή, και πώς αποφάσιζαν ελληνικά μάτια, αναζητώντας σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα  παλλόμενου ασημιού το τεντωμένο χέρι του Θεμιστοκλή, γύρο στο βράδυ την τύχη του κόσμου. 

       Οι ομηρικοί θεοί και θεές ξεπροβάλλουν συνεχώς απ’ τον φωτεινό αέρα· τίποτα δεν φαίνεται πιο φυσικό, μόλις γνωρίση κανείς αυτό το φως. Είμαστε απ’ τον βορρά, και το ημίφως του βορρά έχει πλάσει τη δύναμη της φαντασίας μας.  Διαισθανόμασταν το μυστήριο του χώρου, αλλά δεν θεωρούσαμε κανέναν άλλον τρόπο ως δυνατό, για να τα εξυμνήσουμε, απ’ αυτόν του Ρέμπραντ: από φως και σκοτάδι. Εδώ όμως αναγνωρίζουμε: υπάρχει ένα μυστήριο στο πλήρες φως. Αυτό το φως περιβάλλει τις μορφές μυστικά και  εμπιστευτικά ταυτόχρονα.  Είναι μόνο δέντρα και κίονες, που αγκαλιάζει η ματιά μας σ’ αυτό το φως: στην κορυφή τα βουβά σώματα των υποβασταζουσών στο Ερέχθειο, που είναι εν μέρει παρθένες, εν μέρει κίονες ακόμα, κι έχει ωστόσο η σωματική τους ωραιότητα μιαν υποτάσσουσα δύναμη σ’ αυτό το φως.  Όμως οι θεοί κι οι θεές ήταν αγάλματα από σάρκα και αίμα, απ’ τα μάτια τους κάτω απ’ το σοβαρό, σχεδόν σκληρό μέτωπο σπινθηροβολούσε η φωτιά του αίματος, και διαισθανόμαστε σ’ αυτόν τον αέρα, που θέτει γύρω από κάθε μορφή, έστω κι αν είναι αυτή ενός ανθισμένου κλαδιού, ένα πέπλο σεβασμού και επιθυμίας ταυτόχρονα, διαισθανόμαστε τη ματιά, με την οποία μετρούσε ο Πάρις, ο μοναχικός βοσκός, τις θεές, όταν τον πλησίασαν μέσα απ’ τον αστραφτερό αέρα, φαντασμένες από υπερηφάνεια και ζήλεια η μια για την άλλη και με την πρόθεση, να τα  προσφέρουν όλα, για να κερδίσουν το έπαθλο της νίκης.

       Οποία κατάσταση! – και δεν βαστάει, όπως ένα διαμάντι, που δεν το συνθλίβει κανένα επιβληθέν φορτίο, ολόκληρο το πελώριο, σκοτεινό γεγονός της Ιλιάδας; Ναι, αυτοί οι μύθοι είναι και κατά έναν άλλον τρόπο αληθινοί, απ’ ό,τι διαισθανόμασταν.  Τους αγαπούσαμε ως τα προϊόντα της πιο αρμονικής φανταστικής δύναμης:  αλλ’ υπάρχει περισσότερη, απ’ ό,τι ξεύραμε, μαγεία σ’ αυτούς, που εισβάλλει άμεσα απ’ το πραγματικό στους ανθρώπους.  Πριν να συναντήση τον Παρνασσό η πρώτη ακτίνα του ήλιου, πλαγιάζει πραγματικά ένα κάτι απ’ το χρώμα του ρόδου στην πιο ψηλή του κορφή – ακριβώς το χρώμα της ζωντανής σάρκας του ρόδου, δυό δάχτυλα απ’ το χέρι μιας γυναίκας, που ησυχάζουν στην άκρη ενός πλοίου, κι εξίσου ελαφρύ όπως η κίνηση ενός γυναικείου χεριού, και κοστίζει εδώ λιγότερη προσπάθεια της φαντασίας, για να δης την Ηώ να πετά μακριά με δάχτυλα από ρόδα πέρα προς τη δύση, γρήγορη όπως ένα περιστέρι – απ’ ό,τι να φανταστούμε στο ημίφως των δικών μας αιώνιων χειμερινών απογευμάτων έναν ανθισμένο φράχτη.

         Αλλά δεν είναι ένα ταξίδι προς το γραφικό, αυτό που έχουμε αναλάβει. Αναζητούμε εδώ μιαν ύψιστη στιγμή της ανθρωπότητας.  Θέλουμε να συνεορτάσουμε γιορτές, που ψηλαφούν στην αυστηρότητα και ομορφιά τους το υπέροχο.  Αυτό που περισσότερο  μαντέψαμε παρά γνωρίσαμε, όταν αποκρυπτογραφούσαμε τον Αισχύλο μας – θέλουμε να συμμετάσχουμε άμεσα, και μάλιστα σωματικά σ’ αυτό.  Κινείται ανυπομονησία εντός μας, ανημέρευτη, να αντιληφθούμε ένα πνευματικό ύψιστο στις μορφές· μια ανυπομονησία, και μέσα της συμπυκνωμένος ο πόθος τόσο πολλών γενεών – και δεν είναι η τολμηρή και μεγάλη ψυχή του Σίλλερ πρώτ΄απ’ όλα, που εγείρεται εντός μας; Τα οράματά του της αρχαιότητας, αυτή η πάντοτε επαναφερόμενη θυελλώδης απαίτηση, να βρη ενσωματωμένη οπουδήποτε πάνω στη γη την ιδέα του ωραίου, που ήταν τόσο ισχυρός να την αντιληφθή ο εσωτερικός του οφθαλμός – τίποτα δεν επιτρέπεται να συγχυσθή λιγότερο απ’ ό,τι αυτά τα πράγματα με το ανεύθυνο «γεγραμμένο» του μέσου λογοτέχνη: ο Σίλλερ πίστευε, αυτό που έγραφε, κι έριχνε ολόκληρο το Εγώ του όπως μια σημαία μπροστά του στην οχλαγωγία μιας αιώνιας πνευματικής μάχης, όπου μέλλον και παρελθόν αναμειγνύονται  και στην οποία βρισκόμαστε κι εμείς σε μιαν οιανδήποτε θέση.

       Να αναγνωρίσης ένα πνευματικό ύψιστο σε σωματικά ίχνη – εδώ στο ελληνικό έδαφος χάνει η απαίτηση το υπέρμετρό της, και σχεδόν αναιδές.  Γιατί κάτω απ’ αυτό το φως είναι πράγματι το πνευματικό πιο σωματικό και το σωματικό πιο πνευματικό απ’ οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.  Μια ωδή του Πινδάρου, που εξυμνεί την πυγμαχία, όταν την ξεφυλλίζη κανείς κάτω απ’ αυτόν τον ουρανό, τότε μετακινείται ο ίδιος ο αγώνας, η κραταιή πάλη και τα χτυπήματα σώμα προς σώμα σαν αφ’ εαυτά στο αληθινό κέντρο αυτής της αργυρής φωτιάς από ποίηση.  Μέσω του τόπου της ολυμπιακής γιορτής, όπου συναντούσαν η μια την άλλη, μετακινούνται η Αθήνα, για την οποία πιστεύουμε πως γνωρίζουμε τόσα πολλά, κι η Σπάρτη, για την οποία γνωρίζουμε τόσο λίγα, πιο κοντά ανάμεσά τους.  Διαισθανόμαστε, πως ήταν και οι δυό Έλληνες κι ότι ήταν στην ύψιστη έννοια ελληνική ζωή, πώς αλληλοπεριπλέκονταν και πολεμούσαν μέχρι τον αμοιβαίο θάνατο η μια ενάντια στην άλλη. – Το δικό μας ωχριωμένο όραμα του Βίνκελμαν, που έφερε το ωραίο υπερβολικά κοντά σ’ ένα χαρίεν, και σ’ ένα απονευρωμένο χαρίεν – πολύ κοντά στον Κανόβα! – και που καραδοκεί ακόμα πάντα οπουδήποτε σε μας, μας έκανε να ξεχάσουμε, πόσο στενά είναι συναδελφωμένη η ωραιότητα με τη δύναμη και η δύναμη με κάθε τι φοβερό και απειλητικό της ζωής – πώς θα μπορούσε να εξαναγκάση αλλιώς την ζωή να γονατίση!

       Θυμόμαστε όμως εδώ, μπροστά σ’ αυτά τα κραταιά απομεινάρια, ότι ο Κάστωρ κι ο Πολυδεύκης ήταν οι αδελφοί της Ελένης κι ότι ήταν ληστές των φιλοξενουμένων, κλέφτες γυναικών και κραταιοί πυγμάχοι. Αν σκεφτούμε εδώ την Αντιγόνη, τότε ορκιζόμαστε: ήταν μια αδελφή του Αχιλλέα, και το πείσμα, με το οποίο αντιπαρατάσσεται στον βασιλιά της, δεν έχει λιγότερη αρχέγονη δύναμη από κείνο, το οποίο επέτρεψε στον γυιό της Θέτιδας να παραμείνη στη σκηνή του, τρίζοντας τα δόντια στον αρχιστράτηγο και εκατό ηγεμόνες.  Αυτές οι έφηβοι χωρίς ονόματα, αυτές οι «αδελφές της δροσιάς» στην Ακρόπολη, αυτές οι Κόρες, νεαρές, ώριμες προς γάμο ιέρειες, ανασκαμμένες μέσα απ’ τα ερείπια της περσικής καταστροφής – είναι μεγαλοπρεπείς υπάρξεις, κραταιές πριν απ’ όλα.  Υπάρχει κάτι το πιο ανέφικτο σ’ αυτές, κάτι το πιο ακατάληπτο απ’ ό,τι στις ωραιότερες γοτθικές μορφές, αλλά και κάτι το πληρέστερο: μόλις και τις εννοούμε – αλλά ποτέ προηγουμένως δεν είχε συγκλονισθή έτσι με μια σωματική όψη το πνευματικό και σωματικό σε μας στην πιο βαθειά του ρίζα, εκεί όπου αυτά είναι ένα.  Αυτή η πληρότητα είναι ο τελευταίος λόγος του πολιτισμού, στον οποίον ριζώνουμε: εδώ δεν είναι ούτε η Δύση μόνη, ούτε η Ανατολή μόνη· κι ανήκουμε και στους δυό κόσμους.

       Ίσως αντιλαμβανόμαστε μιαν ολόκληρη μορφή, που εγείρεται μαρμάρινη μπροστά μας, ακόμα πάντα με μια ρομαντική ματιά.  Ίσως της δανείζουμε πάρα πολύ απ’ τη δική μας συνειδητότητα, απ’ τη δική μας «ψυχή».  Θέλουμε να προσέξουμε τον εαυτό μας, να μην αναμείξη τους ατελεύτητα διαφορετικούς κόσμους.  Αλλά και μια νηφάλια, εξαιρετικά προσεχτική ματιά, προσηλωμένη σ’ ένα απ’ αυτά τα συντρίμματα: έναν βραχίονα με το χέρι, έναν μισοαποκαλυμμένο ώμο, το ένα γόνατο μιας θεάς κάτω απ’ τη ρέουσα εσθήτα: ακόμα κι αυτή η νηφάλια, αρνούμενη κάθε αναπαλμό ματιά γεμίζει ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα με το αίσθημα αυτής της πληρότητας, στην οποία συμμετέχουν με την ίδια θαυμαστή εξίσωση πνεύμα και αίσθηση.  Αυτά τα χέρια, τόσο όμορφα όσο και ισχυρά, και τόσο χωρίς επίδειξη της ισχύος ή της ωραιότητας, πώς δικαιώνουν τον λόγο του Αναξαγόρα: ο άνθρωπος είναι το ευφυέστερο των ζώων γι’ αυτό: επειδή διαθέτει χέρια.  Πώς παίζει σ’ αυτά τα θαυμαστά όργανα του σώματος ο νους του Αναξαγόρα το ελεύθερο παιχνίδι του. Όργανα, εργαλεία, ναι, είναι, αλλ’ όχι πιο αμβλεία, όχι λιγότερο πνευματικά απ’ τις λέξεις.  Στη θέα αυτών των εύκαμπτων, κυοφορούντων την ισχύ, ευφυών ηγεμονικών μελών μάς αποκαλύπτεται, αναλάμποντας όπως μια σειρά από βουνοκορφές, ο φιλοσοφικός ιδεατός κόσμος των Ελλήνων.  Εδώ άγουν όντως τα πνευματικά και τα σωματικά ίχνη   έ ν α ν   δρόμο:  κι οδηγούν όλα στο σπήλαιο του λιονταριού.

(Συνεχίζεται)

Μετάφραση: Σταύρος Νικολαΐδης

Aμέθυστος