>ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

>Συνέχεια απο Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΣΜΕΜΑΝ
 
 

Ο Αλέξανδρος Σμέμαν με τη σειρά του στηρίζει την ερμηνεία της Θείας Ευχαριστίας και της Λειτουργίας σε δύο βασικές αρχές.

Στην μείωση της Ευχαριστίας και της Λειτουργίας σε σύμβολο, κάτι που δημιούργησε τον σχολαστικισμό σε Ανατολή και Δύση και στην ανύψωση η οποία επιτελείται κατά την διάρκεια της αναφοράς. Η ανύψωση αυτή λύνει όλα τα προβλήματα που φόρτωσαν στην Θεολογία ο Σχολαστικισμός και η Ακαδημαϊκή Θεολογία και ελευθερώνει τον πιστό και την πίστη.

Έτσι λοιπόν στην σ. 169, διαβάζουμε «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου, πρόσχωμεν την Αγίαν αναφοράν έν ειρήνη προσφέρειν». Όταν μετά την ομολογία πίστεως, ακούμε αυτή την προτροπή, στη λειτουργία λαβαίνει χώρα, μόνο εκ των έσω, μόνο πνευματικά αισθητό, το πέρασμα σε άλλη τάξη. Κάτι τελείωσε και κάτι αρχίζει. Αρχίζει ο Ευχαριστιακός κανόνας, η μεταβολή ή μετουσίωση των ευχαριστιακών δώρων του Άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού. Από την κατανόηση αυτού του κανόνα εξαρτάται όχι μόνο η κατανόηση της Λειτουργίας, της θέσεως της όχι μόνο στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και στο μυστήριο της Σωτηρίας του κόσμου, σαν επανόδου και ανύψωσης της κτίσης στον Δημιουργό.

Στην ακαδημαϊκή θεολογία το μυστήριο περιορίζεται σε δύο πράξεις, στην μεταβολή των ευχαριστιακών δώρων και στη Θεία Μετάληψη. Η δέ μεταβολή των δώρων επιτελείται με τον μυστικοεπιτελούμενο τύπο, τον οποίο εξηγεί γλαφυρά ο μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος στην «Εκτενή κατήχηση». «…Η εκφώνηση των λέξεων τις οποίες είπε ο Ιησούς Χριστός κατα την θέσπιση του μυστηρίου : Λάβετε φάγετε, τουτο μου εστι το Σώμα… πίετε εξ αυτού πάντες, τουτο εστι το αίμα μου…και μετά, η επίκληση του Αγίου Πνεύματος και η ευλογία των δώρων, δηλ. των προσφερομένων άρτου και οίνου…Με αυτή την ίδια πράξη ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται στο αληθινό σώμα του Χριστού και στο αληθινό αίμα του Χριστού».

Η επίδραση αυτής της σχολαστικής θεολογίας των μυστηρίων, που βασίζεται στον μυστικοεπιτελούμενο τύπο, στην Ορθοδοξία υπήρξε καθοριστική. Αυτή είναι επίσης και η Βαβυλώνεια αιχμαλωσία της Θεολογίας μας αλλά και η ουσία του κληρικαλισμού, η ψευδής πεποίθηση των ιερέων ότι αγιάζουν τα δώρα.

«Η μείωση οφείλεται στην αλλαγή της έννοιας σύμβολο. Από την πρωταρχική του έννοια συμβάλλω, στην απεικόνιση. Με έναν τρόπο που το σύμβολο άρχισε να αντιπαρατίθεται στην πραγματικότητα. Αυτή η Δυτική διδασκαλία, οδήγησε σε έναν ιδιότυπο διαχωρισμό των Μυστηρίων από την Εκκλησία. Δηλ. τα μυστήρια τελούμενα στην Εκκλησία και από την Εκκλησία, αυτά τα μυστήρια συγκροτούν στην ίδια την Εκκλησία μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, που μόνο σε αυτά αρμόζει.

Αιτία αυτής της διάκρισης των Μυστηρίων σε νέα πραγματικότητα, είναι ο σχολαστικός καθορισμός των μυστηρίων σάν θεσπισθέντων μόνο λόγω της πτώσεως του ανθρώπου και για την σωτηρία του, απο τον Χριστό. Στην κατάσταση της «πρωταρχικής αγνότητας» δέν τα χρειαζόταν. Χρειάζονται μόνον επειδή ο άνθρωπος αμάρτησε και έχει ανάγκη φαρμάκων για τις πληγές της αμαρτίας. Και τέτοια φάρμακα αποτελούν τα μυστήρια.»

«Ο κόσμος των Μυστηρίων είναι νέος κόσμος, δημιούργημα του Θεού, εξ’ολοκλήρου διαφορετικός απο τον κόσμο της φύσης, αλλά και απο τον πνευματικό κόσμο. Δέν υπάρχει τίποτε, ούτε στη Γή ούτε στον ουρανό, σαν τα μυστήρια. Αυτά έχουν τη δική τους μορφή ύπαρξης, τη δική τους ψυχολογία, τη δική τους χάρη».

Ποιός δέν έχει ανατριχιάσει ήδη, βλέποντας όλη τη θεολογία, παλαιά και νέα, βουτηγμένη στον σχολαστικισμό; Ποιός δέν καταλαβαίνει ακόμη το τερατούργημα του κληρικαλισμού; Ακόμη και η φιλοσοφία του προσώπου υποκαθιστά ή εξελίσσει αυτήν την θεολογία των Μυστηρίων του σχολαστικισμού και της επιστημονικής θεολογίας. «Δηλ. τα μυστήρια τελούμενα στην Εκκλησία και απο την Εκκλησία, αυτά τα μυστήρια συγκροτούν στην ίδια την Εκκλησία μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, που μόνο σε αυτά αρμόζει».

«Τί επιτελείται στην Ευχαριστία λοιπόν; Πότε, δηλ. σε ποιά στιγμή ο Άρτος και ο οίνος γίνονται σώμα και αίμα Χριστού; Πώς, δηλ. με τη δύναμη ποιάς αιτιότητας πραγματοποιείται;»

Οι απαντήσεις έρχονται εύκολα στην σ. 178. «Η εκφώνηση του προυσταμένου: Ανω σχώμεν τας καρδίας, ανήκει ολότελα και αποκλειστικά στη Θεία Λειτουργία και δέν την βρίσκουμε σε καμιά απο τις άλλες λειτουργίες. Η Ευχαριστία δέν τελείται στη Γή, αλλά στον Ουρανό. Ήδη γνωρίζουμε ότι απο την αρχή της λειτουργίας, απο τη στιγμή της εισόδου μας και της «Συνάξεως εν Εκκλησία», άρχισε αυτή η ανύψωση στον ουρανό, όπου η γνήσια ζωή μας «κέκρυπται σύν τω Χριστώ έν τω Θεώ»

Η σωτηρία συντελείται λοιπόν. Μετά το σκοτάδι της αμαρτίας, της πτώσεως και του θανάτου, να πάλι ο άνθρωπος προσφέρει στον Θεό την άχραντη, άμωμη, ελεύθερη και τέλεια Ευχαριστία. Ο άνθρωπος επιστρέφει σε εκείνη τη θέση που του ετοίμασε ο Θεός όταν δημιούργησε τον κόσμο. Στέκεται ψηλά, μπροστά στον θρόνο του Θεού, στέκεται στον ουρανό μπροστά στο πρόσωπο του ίδιου του Θεού, και ελεύθερα συνενώνοντας μέσα του όλο τον κόσμο, όλη την κτίση, προσφέρει την ευχαριστία.

Ελπίζουμε όσοι έχουν διαβάσει έστω και λίγο την ερμηνεία του Καβάσιλα να διαισθάνονται ήδη κάποιες μεγάλες διαφορές. Διότι στην ερμηνεία του Καβάσιλα στο 31 κεφάλαιο, στη σελίδα 157, υπάρχει και ετούτο : Η Ευχή που χρησιμοποιούν οι Λατίνοι, είναι η εξής : « Κέλευσον ανενεχθήναι τα δώρα ταύτα εν χειρί αγγέλου εις το υπερουράνιον σου θυσιαστήριον» διάταξε δηλαδή να ανεβασθούν τα δώρα αυτά με χέρι αγγέλου στο υπερουράνιο σου θυσιαστήριο.

Και συνεχίζει ο Καβάσιλας : Τί μας οφελεί όμως αυτή η ευχή, να αρθούν από εμάς τα Άγια, τα οποία ευχόμαστε και πιστεύουμε να είναι και να μένουν μαζί μας, με την έννοια να είναι ο Χριστός μαζί μας έως τη συντέλεια του αιώνος; (Ματθ.28,20) .

Τί μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν με κάποια σιγουριά; Πώς από το Εκκλησιαστικό βίωμα των νεωτέρων, απουσιάζει η ευχή, η προσευχή. Η συνέργεια. Ο αγιασμός επιτυγχάνεται δια λόγου : Είπε και εγένετο. Το ίδιο και η σωτηρία.

Η παράδοσης μας όμως γνωρίζει, όπως περιγράφει ο Καβάσιλας, πώς είπε ο Θεός «αυξάνεσθε και πληθύνσθε» αλλά για την αύξηση χρειάζεται και γάμος και συζυγική συνάφεια και φροντίδα για τους άλλους και ότι χωρίς αυτά δέν είναι δυνατό να διατηρηθεί και να προχωρήσει το ανθρώπινο γένος, παρότι αίτιος της γεννήσεως είναι ο Λόγος. Διότι ο Λόγος του Κυρίου δέν ενεργεί οπωσδήποτε μέσω των πάντων, αλλά απαιτεί πολλά (τις εντολές του), χωρίς τα οποία δέν ασκεί τις ενέργειες του (Ού ποιεί τα εαυτού).

Αμέθυστος

>H ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Ν.ΚΑΒΑΣΙΛΑ (2ο Μέρος)

>Συνέχεια από Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Σάν από θαύμα βρίσκουμε στό κείμενο τού Καβάσιλα απαντήσεις σέ ορισμένες κατηγορίες τών λατίνων οι οποίες κατηγορίες θυμίζουν πολύ έντονα τίς σύγχρονες θεολογίες τού Ζηζιούλα καί τού Γιανναρά.

Στό τρίτο κεφάλαιο καί στή σελ.147 λοιπόν μάς αναφέρει πώς μερικοί λατίνοι ισχυρίζονται ότι μετά τό λόγο τού Κυρίου «Λάβετε, φάγετε» καί τά επόμενα, τά δώρα δέν χρειάζονται καμμία ευχή γιά νά αγιασθούν, διότι τελειώνονται από τόν Λόγο τού Κυρίου. Διότι αυτός ο Λόγος είναι πού τελειώνει τά δώρα. Καί γιά τήν υπεράσπισή τους επικαλούνται τόν Ιωάννη Χρυσόστομο, ο οποίος εις τήν προδοσία τού Ιούδα 1.6, PG 49, λέει πώς όπως ο δημιουργικός λόγος τό «αυξάνεσθε καί πληθύνεσθε» έχει μέν λεχθεί μία μόνο φορά από τόν Θεό, ενεργεί δέ πάντοτε, έτσι καί αυτός ο λόγος πού ελέχθηκε μία φορά από τόν Σωτήρα , ενεργεί διά παντός. Καί συνεχίζουν οι λατίνοι: Αυτοί λοιπόν πού θαρρούν περισσότερο στήν ιδική τους ευχή παρά στό λόγο τού Κυρίου, αποδίδουν σ’αυτόν αδυναμία καί φαίνονται νά έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στόν εαυτό τους. Διότι συνεχίζουν οι λατίνοι, δέν είναι ανάγκη ο ευχόμενος καί να εισακούεται, ακόμη καί άν είναι Παύλος (άν είναι όμως Πέτρος;).

Καί ο αγαθός Καβάσιλας αναλαμβάνει νά αποκαταστήσει τα αυτονόητα : Είπε ο Θεός, αυξάνεσθε καί πληθύνεσθε. Τί λοιπόν ; Μετά τό λόγο εκείνο δέν έχουμε ανάγκη τίποτε άλλο γι αυτό; Δέν μάς χρειάζεται γιά τήν αύξηση τίποτε άλλο; Ή χρειάζεται καί γάμος καί συζυγική συνάφεια καί όλη η υπόλοιπη φροντίδα; Έτσι λοιπόν αυτός ο λόγος είναι αίτιος τής γεννήσεως, αλλά μέ αυτόν τόν τρόπο, μέ τόν γάμο , μέ τήν τροφή, μέ τά άλλα. Διότι αυτός ο λόγος δέν ενεργεί μέ όλα τά μέσα καί σε όλες τίς συνθήκες, αλλά απαιτούνται πολλά. Χωρίς τά οποία δέν ασκεί τίς ενέργειές Του. Διότι,γιά τόν θάνατο τού Χριστού, ποιός δέν γνωρίζει ότι μόνο αυτός είναι πού έφερε στόν κόσμο τήν άφεση τών αμαρτιών; Αλλά γνωρίζουμε επίσης καί ότι έπειτα από εκείνο τό θάνατο, χρειάζεται καί πίστις καί μετάνοια καί εξομολόγησις καί ευχή τών ιερέων. Καί δέν μπορεί ο άνθρωπος να απαλλαγή από τίς αμαρτίες άν δέν προηγηθούν αυτά.

Αυτά λοιπόν απο τούς νεοορθοδόξους θεωρούνται ατομική σωτηρία, η οποία καταργεί τήν εκκλησία καί τή σύναξη τα οποία είναι κοινωνία. Όχι όμως κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος αλλά κοινωνία ανθρώπων. Καί γιά να θεραπεύσουν τήν ατομικότητα η οποία στά μάτια τους θεωρείται η μεγάλη ασθένεια τής εποχής μας, δέν διστάζουν να καταργήσουν όλη μας τήν παράδοση.

Καί ο Ν.Καβάσιλας ολοκληρώνει τή ορθόδοξη πίστη μας στή σελ. 197 : Αφού ολοκληρωθεί η Θ.Ευχαριστία εύχεται ο ιερεύς : Σώσον, ο θεός, τόν λαόν σου καί ευλόγησον τήν κληρονομία σου.

Γιατί λοιπόν αφού καί δημιουργός μας είναι ο ίδιος, δέν λέει ευλόγησε τά έργα σου αλλά τήν κληρονομία σου; Διότι είναι στενώτερη συγγένεια η κληρονομία από τήν δημιουργία. «Ακριβεστέρα δέ οικείωσις η κληρονομία τής δημιουργίας». Διότι μέ πολύ διαφορετικό τρόπο καί πολύ καλύτερα μάς απέκτησε κληρονομώντας μας από όσο μάς είχε προηγουμένως δημιουργώντας μας. Διότι από μέν την δημιουργία απλώς εκυριαρχούσε τής φύσεως τών ανθρώπων, από τήν κληρονομία όμως έγινε κύριος τού λόγου καί τής προαιρέσεως, πράγμα πού σημαίνει αληθινά εξουσία επί τών ανθρώπων. Διότι εκείνο είναι πραγματικά κοινό καί στά άλογα καί στά άψυχα, εφόσον εκ φύσεως όλα υποτάσσονται στό Θεό ως δημιουργήματα στόν δημιουργό.

Αλλά πώς έγινε δεσπότης τού λόγου καί τής προαιρέσεως κατά τή κληρονομία; «Ότι κατελθόντι εις τήν γήν καί σταυρωθέντι καί αναστάντι τόν λόγον τόν ημέτερον υπετάξαμεν αυτώ καί τήν θέλησιν, τόν μέν λόγον ότι έγνωμεν Αυτόν Θεόν αληθινόν καί τής κτίσεως απάσης δεσπότην, τήν δέ θέλησιν ότι αγαπήσαμεν Αυτόν καί τήν αυτού δεσποτείαν καί τόν Αυτού ζυγόν μετά χαράς επί τών αυχένων ηνέγκαμεν».

Αυτή τήν κτήση ο προφήτης Ησαΐας επιθυμώντας έλεγε : «Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς». Αυτή είναι η ευχή.

Νομίζουμε πώς είναι ήδη ξεκαθαρισμένα τά πάντα. Πώς γίνεται μιά τιτάνεια προσπάθεια να εγκαθιδρυθεί ένα πρόσωπο μέ μία μόνο φύση. Πώς η θεολογία καί η χριστιανική μας ζωή έχουν εγκαταλείψει πρό πολλού τόν Κύριο.

Θά ξαναφανερωθούν όλα όταν συνεχίσουμε με τόν αγαπητό καί πανέξυπνο Σμέμαν.

Αμέθυστος

>ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

>
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ Ο Ν.ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ (1o Μέρος)
Συνέχεια από : ΣΑΒΒΑΤΟ, 6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2010

Η ερμηνεία τής Θείας Λειτουργίας τού Καβάσιλα είναι απλή κατά κάποιο τρόπο, λόγω τής πίστεως. Χαρακτηρίζεται από πλήρη αρμονία μεταξύ γράμματος καί πνεύματος. Διότι η πίστη στόν Κύριο καί στήν Σωτηρία Του ήταν ακόμη ζωντανή. Μάς προειδοποιεί λοιπόν από τήν αρχή γιά δύο βασικά πράγματα, έτσι ώστε να μήν χωρίσουμε τα ασυγχύτως καί αδιαιρέτως ενωμένα, τό γράμμα καί τό πνεύμα, καί επιτρέψουμε τοιουτοτρόπως τήν είσοδο τής αμφιβολίας στήν πίστη μας, τής ερμηνείας καί τής πλάνης.

Όλη η Λειτουργία λοιπόν υπάρχει καί πραγματοποιεί τό μυστήριό της, μέσα στήν οικονομία τού Κυρίου, μέσα στήν ενσάρκωση, στό έργο, στό πάθος καί στήν Ανάσταση τού Κυρίου, στήν εκκλησία. Έξω από αυτή στερείται πραγματικότητος. Μέσα στήν οικονομία αυτή τηρεί τίς εντολές τού Κυρίου καί σώζει, όπως ο Κύριος τό υποσχέθηκε.

Μάς λέει λοιπόν ο Καβάσιλας στή σελ.99 στό κεφ.17 τήν πρώτη του βασική αρχή «Τό Μυστήριο τής οικονομίας τού Χριστού σημαίνεται μέν διά τής Θυσίας, αλλά σημαίνεται καί διά τών τελουμένων καί λεγομένων πρίν από τήν Θυσία καί μετά τήν Θυσία». Καί στήν σελ. 145, μάς προσφέρει τή δεύτερη αρχή του: «Κάι δέν μάς έστειλε μόνο τό Άγιο Πνεύμα ο Κύριος, γιά να μένει μαζί μας, αλλά καί ο ίδιος υποσχέθηκε ότι θά μένει μαζί μας έως τή συντέλεια τού αιώνος. Αλλ’ ο μέν Παράκλητος παρίσταται αοράτως, διότι σώμα Αυτός ουκ εφόρεσεν, ο δέ Κύριος καί βλέπεται καί στήν αφή προσφέρεται αφού δέχθηκε τήν φύση μας καί την διατηρεί εις τόν αιώνα».

Έτσι λοιπόν φτάνοντας στό Μυστήριο τής πίστεως, όταν ξεκινά το Μυστήριο τής Θυσίας καί Ευχαριστίας, αφού έχουν αποχωρήσει οι κατηχούμενοι, καί αφού ο Ιερεύς έχει πεί: «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου» εξηγεί: Επί τής ομολογίας, άς μείνουμε σταθεροί σ’αυτή τήν ομολογία, άς μήν κλονισθούμε από παραπλανητικούς λόγους αιρετικών. Άς μείνουμε σταθεροί μέ φόβο, διότι είναι πολύς ο κίνδυνος γι’αυτούς πού δέχθηκαν στήν ψυχή κάποια αμφιβολία γι’αυτήν τήν πίστη.

Και όταν στη συνέχεια ο ιερεύς εύχεται: «Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, είη μετά πάντων υμών» εξηγεί ξανά.

Η ευχή αυτή έχει ληφθή απο τις επιστολές του Απ.Παύλου (Β Κορ. 13,13) και μας προξενεί τα αγαθά απο την Αγία Τριάδα, πάν δώρημα τέλειον. Και αυτά τα αγαθά ονομάζονται με ιδιαίτερο όνομα για καθε μια απο τις υποστάσεις : ο Υιός μας προσφέρει την Χάρη, διότι χωρίς να συνεισφέρουμε τίποτε και ενώ του οφείλονται ακόμη τα πάντα, μας προσέφερε τον εαυτό Του Σωτήρα. Ο Πατήρ συμφιλιώθηκε με το γένος των ανθρώπων, δια των παθών του Υιού και αγάπησε τους εχθρούς, για αυτό και η στάσις του προς εμάς καλείται αγάπη. Όταν δέ ο πλούσιος κατα το έλεος επρόκειτο να μοιρασθή τα αγαθά του με τους συμφιλιωμένους εχθρούς, αυτό το έπραξε το Άγιο Πνεύμα που κατέβηκε στους αποστόλους και η Χρηστότης αυτή λέγεται κοινωνία.

Και συνεχίζει με μια παρατήρηση η οποία χαρακτηρίζει την ουσία της Χριστιανικής Εκκλησίας και την διάκριση της Ορθοδοξίας απο τις υπόλοιπες χωρισμένες Εκκλησίες, ιδίως των Λατίνων : Αφού αυτά τα αγαθά δόθηκαν σε όλους τους ανθρώπους, τί χρειάζεται η ευχή για αυτά που ήδη μας έχουν δοθεί;

«πρόδηλον ίνα ταύτα λαβόντες μή απολέσωμεν, αλλά μείνωμεν έχοντες δια τέλους».

Προφανώς για να μήν τα χάσουμε, αφού τα ελάβαμε.

Για αυτό και η ευχή δέν λέει «δοθείη πάσιν υμίν» ώς ήδη δοθέντα, αλλά «είη μετα πάντων υμών», είθε να μείνουν σε όλους μας, σε όλους σας για την ακρίβεια, είθε να μήν απομακρυνθεί απο εσάς, η χάρις που δόθηκε.

Αφού λοιπόν ο ιερεύς μας αξιώση με μια τέτοια ευχή και αναστήση με αυτόν τον τρόπο τις ψυχές απο τη γή, ανυψώνει τα φρονήματα και λέει : « ανω σχώμεν τας καρδίας» δηλ. τα άνω φρονώμεν, όχι τα επι γής (Κόλ.3,2).

Και όλοι συμφωνούμε ότι εκεί έχουμε τις καρδιές μας οπου είναι ο θησαυρός μας, όπου είναι ο Χριστός καθήμενος στα δεξιά του Πατρός, «έχομεν προς τον Κύριον».

Και ακολουθεί ο αγιασμός των δώρων : και με πoιό τρόπο; ΤΟ ΦΡΙΚΤΟΝ ΕΚΕΙΝΟ ΔΙΗΓΗΣΑΜΕΝΟΣ ΔΕΙΠΝΟΝ. Καί πώς τό παρέδωσε στούς Αγίους μαθητάς Του πρίν από τό πάθος καί πώς εδέχθηκε τό ποτήριο καί πώς έλαβε άρτο και έπειτα απο ευχαριστία τα αγίασε, καί τί είπε γιά να δηλώσει τό Μυστήριο. Καί αφού επαναλάβει αυτολεξει τούς λόγους του, γονατίζει καί εύχεται καί ικετεύει νά εφαρμοστούν καί στά προκείμενα δώρα οι θείες εκείνες φωνές τού μονογενούς Του Υϊού καί Σωτήρος καί αυτά δεχόμενα τό πανάγιον καί παντοδύναμο πνεύμα νά μεταβληθούν, ο μέν άρτος στό τίμιο καί Άγιο σώμα Του, ο δέ οίνος στό άχραντο καί Άγιο αίμα Του.

Μετά από τίς ευχές καί τούς λόγους αυτούς, τό πάν τής ιερουργίας «ήνυσται καί τετέλεσται», έχει επιτευχθεί καί τελειωθεί.

Σέ τούτο τό σώμα, τούτο τό αίμα, τό συστάν (συσταθέν) εκ πνεύματος αγίου, τό γεννηθέν από τής Μαρίας Παρθένου, τό ταφέν, τό αναστάν τή τρίτη ημέρα, τό ανελθόν είς τούς ουρανούς καί καθεζόμενον εκ δεξιών τού Πατρός. Καί εφόσον παραμένει μαζί μας έως τής συντελείας τού αιώνος Αυτός είναι η δύναμις τής ιερωσύνης, ούτος ο ιερεύς. Διότι δέν προσέφερε καί θυσίασε εφ’άπαξ τόν εαυτό του καί έπειτα έπαυσε τήν ιερωσύνη, αλλά διηνεκή ταύτην λειτουργεί τήν λειτουργίαν ημίν. Εξ αιτίας τής οποίας είναι καί παράκλητος γιά μάς πρός τόν Θεό αιωνίως, χάριν δέ τής οποίας τού έχει λεχθεί «Σύ ιερεύς εις τόν αιώνα». Ψαλμ.109.4. Εβρ.7,17.21.

Καί γιά να καταστήση ακόμη περισσότερο σαφές τό παράλογο τού κληρικαλισμού, εκτός τών ανωτέρω προσθέτει καί τά επόμενα, τά οποία σβύνουν κυριολεκτικώς τίς απαιτήσεις τών ιερέων να ελέγχουν τή Θ.Ευχαριστία καί να παριστάνουν τήν ενσάρκωση τού Κυρίου.

Στήν σ.185 λοιπόν μπορούμε να διαβάσουμε : Όταν αποκοπούμε καί εκπέσωμε από τό πανάγιο σώμα, μάταια γευόμαστε τα ιερά Μυστήρια, διότι η ζωή δέν διαβαίνει πρός τα νεκρά καί αποκομμένα μέλη.

Τί είναι αυτό πού αποκόπτει αυτά τά μέλη από τό άγιο εκείνο σώμα; «Οι αμαρτίες σας, λέει, χωρίζουν εμένα από σάς» Ησα. 59,2.

Τί λοιπόν; Κάθε αμαρτία καθιστά νεκρό τόν άνθρωπο; Καθόλου αλλά μόνο αυτή πού οδηγεί πρός τόν θάνατο. Γιαυτό μάλιστα καί λέγεται καί προς θάνατον. Υπάρχει όμως αμαρτία πού δέν είναι πρός θάνατο, κατά τόν Ιωάννη. Α Ιωάν.5,16. Γιαυτό οι βαπτισμένοι εάν δέν έχουν πέσει σε θανάσιμη αμαρτία, ώστε να χωρισθούν από τόν Χριστό καί να υποστούν θάνατο, δέν εμποδίζονται από τίποτε κοινωνώντας τα Μυστήρια να μετέχουν τού αγιασμού, καί στά πράγματα καί στά λόγια, σάν ζωντανά ακόμη μέλη ενωμένα μέ τήν κεφαλή.

Τελειώνει δέ τό θέμα μέ τά εξής στήν σ.207 :

Διότι δέν μεταλαμβάνουν πραγματικά όλοι αυτοί στούς οποίους δίδει ο ιερεύς, αλλά οπωσδήποτε μόνο εκείνοι στούς οποίους δίδει ο ίδιος ο Χριστός . Ο ιερεύς δίνει γενικά σέ όλους τούς προσερχομένους, ό δέ Χριστός στούς αξίους να μετάσχουν. Διότι μόνο ένας είναι αυτός πού τελεί τό Μυστήριο γιά τίς ψυχές καί αγιάζει ζωντανούς καί αποθανόντας, ο Σωτηρ.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

>ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

Η Βυζαντινή παράδοση τής ορθοδοξίας, συνέχεια τής οποίας υποτίθεται πώς είμαστε, όπως αποκαλύπτεται στό έργο τού Ν.Καβάσιλα, στήν εποχή ήδη τού Καβάσιλα, είχε να αντιμετωπίσει στό εσωτερικό της τόν εχθρό τής χριστιανικής ζωής, τόν κληρικαλισμό. Έναν εχθρό ο οποίος αν έμενε ανεξέλεγκτος θα καταργούσε την ελευθερία της Χριστιανικής ζωής —όπως την κατήργησε σήμερα— καθώς την όρισε ο Κύριος πολλές φορές: «εν τω οίκω του Πατρός μου πολλαί μοναί εισίν», και όπως φαίνεται απο τον λόγο Του: άπειροι αι οδοί του Κυρίου. Και θα την περιόριζε —ο κληρικαλισμός— σε κάτι μονοσήμαντα εύκολο να κυριαρχηθεί και να περιέλθει στην εξουσία του. Όπως συνέβη ακριβώς σήμερα. Διότι λείπουν τραγικά οι Πατέρες και οι παλαιοί αλλά και σύγχρονοι. Και κατόρθωσε ο κληρικαλισμός να περιορίσει την Εκκλησία στη Θεία Ευχαριστία και την Χριστιανική ζωή σε εφαρμογή θεόσδοτων κανόνων.

Στο ίδιο όμως έργο του Ν.Καβάσιλα «Ερμηνεία της Θ.Λειτουργίας» κάνει την εμφάνιση του στον ορίζοντα και ένας δεύτερος εχθρός της Χριστιανικής ζωής. Ο ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΣ. ΔΗΛ. Η ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Η οποία κατόρθωσε να πάρει τη θέση της Πατερικής θεολογίας και κατόρθωσε να βάλει το διάβασμα (sola scriptura) και την ερμηνεία, δηλ. την δύναμη του ανθρώπινου νού, στη θέση της άμεσης εμπειρίας της αληθείας και της μεταμορφωτικής χάρης του Κυρίου.

Σήμερα λοιπόν ζούμε σε μια εποχή όπου οι δύο αυτοί εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας έχουν κυριαρχήσει στην Εκκλησία, κρύβοντας την εξολοκλήρου. Οι μέν κληρικαλιστές, σαν τους αρχαίους φαρισαίους παιδεύουν τους πιστούς με τους θεόσδοτους κανόνες τους χωρίς να γνωρίζουν τον σκοπό δηλ. το τέλος της Χριστιανικής ζωής .

Οι δέ ακαδημαϊκοί κατακτούν απευθείας το τέλος χωρίς να έχουν κάν αρχίσει. Δηλ. είναι σωζμένοι χωρίς τον Κύριο, ο οποίος είναι ο Αλφα και ο Ωμέγα, στηριζόμενοι στον λόγο του Κυρίου «Τετέλεσται».

Και έχουν αποκτήσει σήμερα δέ και υπόσταση: την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία και το πρόσωπο.

Η Ρωσική Νεοορθοδοξία, ιδιαιτέρως δια του Σμέμαν, αντιμετωπίζει με θάρρος και τους δύο εχθρούς της Χριστιανικής ζωής. Και τον σχολαστικισμό και τον κληρικαλισμό. Προτείνει όμως δρόμους διαφυγής απο τα προβλήματα και δέν επιστρέφει στην Αγιοπνευματική παράδοση της Εκκλησίας, της Αγιότητος και της ταπεινότητος, της απαντήσεως του ανθρώπου στην κλήση του Θεού. (Καί όχι τού διαλόγου τού ανθρώπου με τό Θεό, όπως από άγνοια διακηρύττει ο π.Λουδοβίκος).

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν στη συνέχεια να εκθέσουμε με συντομία τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους εχθρούς η παράδοση μας μέσω του Ν.Καβάσιλα και τις λύσεις που επινοεί ο αγαπητός Σμέμαν.

Μέχρι τότε θα έχουμε ήδη γνωρίσει εάν υπάρχει ακόμη η σπίθα της ζωής στις καρδιές των Ελλήνων, δηλ. το πάθος για την ελευθερία.

Αμέθυστος

>Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΜΕΜΑΝ

>Ο οικουμενισμός έχει ήδη φανερώσει την δομή του. Στηρίζεται στην υποτιθέμενη έλλειψη ενότητος της Εκκλησίας, στον διάλογο σαν καταστατικό στοιχείο της Εκκλησίας, στα συλλείτουργα, στα μυστήρια σαν την μοναδική πηγή αγιασμού και σωτηρίας, στην αναβάθμιση του Αρχιερέως και Ιερέως σαν πηγές του αγιασμού, στην απόλυτη προτεραιότητα, εξουσία, του ιερατείου και μάλιστα του επισκόπου, έναντι του υποτιθέμενου λαού (του Θεού;).

Ο Σμέμαν λοιπόν με τέχνη, διότι τελικώς είναι ο επαρκέστερος διώκτης του κληρικαλισμού που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα, μας φωτίζει τις διαστροφές της πίστεως, που οδήγησαν στον οικουμενισμό, στο γνωστό βιβλίο του «Ευχαριστία».

Έτσι λοιπόν στη σ.19 διαβάζουμε: Η σχέση των διακονιών του προϊσταμένου και του λαού, η συλλειτουργία τους εκφράζεται στη διαλογική δομή όλων ανεξαιρέτως των ευχαριστιακών ευχών. Κάθε μια απο αυτές αναπέμπεται εξ’ονόματος μας.

Το ίδιο πράγμα μπορούμε να πούμε και για τις ιεροτελεστίες της ευχαριστίας. Όλες αυτές εκφράζουν όχι μόνο την ενότητα του Ιερέα και του λαού, αλλά και τη συνέργεια τους, τη συλλειτουργία, στην κυριολεξία αυτών των λέξεων.

Αυτή η αλήθεια της Εκκλησίας άρχισε να χάνεται στο Βυζάντιο, επειδή η ιεροτελεστία της λειτουργίας—αμέσως μετά τη νίκη των εικόνων—αναπτύχθηκε συστηματικά προς την πλευρά όλο και μεγαλύτερου διαχωρισμού των λαικών απο τον κλήρο, των προσευχομένων απο τους ιερουργούντες.

Η Βυζαντινή λειτουργική ευσέβεια δέχθηκε έντονα την επίδραση της μυστηριολογικής αντίληψης της Θείας λατρείας που θεμελιώθηκε στην αντιπαράθεση των χειροτονημένων απο τους αχειροτόνητους. Απο αυτή την αντιπαράθεση γεννήθηκε ένας ιδιόρρυθμος διχασμός μεταξύ των δεδομένων τις ίδιας της Θείας Λατρείας και της ερμηνείας τους. Αναπτύσσοντας παντοδύναμες συμβολικές ερμηνείες των πιο απλών λέξεων και πράξεων, συνήθως δέ ολωσδιόλου ακατανόητες.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΜΙΑ «ΟΝΟΜΑΤΟΚΡΑΤΙΚΗ» ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Πραγματικά, στη σημερινή λειτουργική ευσέβεια το ιερό θεωρείται σαν ανεξάρτητο ιερό, προσιτό μόνο στον χειροτονημένο, σαν εξαιρετικά ιερός χώρος, που με την ιερότητα του, τονίζει την βεβήλωση απο την παρουσία των λαϊκών μέσα στα όρια του.

Αυτή η ιεροποίηση του ιερού είναι ίσως η κυριώτερη πηγή του κληρικαλισμού, ο οποίος υποβιβάζει τους λαϊκούς στη θέση κάποιων αποστερημένων που προσδιορίζονται μόνον αρνητικά. Δέν μπορούν να μπούν κάπου, να αγγίξουν οτιδήποτε , να συμμετέχουν.

Ταυτόχρονα με τον παθητικό λαϊκό δημιουργείται και ο καινούργιος τύπος Ιερέως που γνωρίζουμε σήμερα. Ο οποίος στην διαρκή προστασία του ιερού απο τους λαικούς, βλέπει σχεδόν την ουσία της ιερωσύνης και σε αυτό βεβαίως βρίσκει μια ευδαιμονική ικανοποίηση.

Έτσι λοιπόν αυτοι οι κληρικαλιστές οικουμενιστές, στο παπικό ιερατείο βρίσκουν τους ομοίους τους, συλλειτουργούν, διαλέγονται, αγιάζονται, προχωρώντας τοιουτοτρόπως απο δόξης εις δόξαν, απο το κατ’εικόνα Χριστού στο καθ’ομοίωσιν με τους ομοίους τους. Ξαναβρίσκοντας αυτό που αρνούνται στον λαό του Θεού.

Και οι πιστοί δέχονται παθητικά την υποδούλωση, αγνοώντας την ελευθερία που δώρισε ο Κύριος στους πιστούς Του.

Αμέθυστος

>ΣΜΕΜΑΝ – ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ (2)

>Συνέχεια από Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Στό βιβλίο του, Ευχαριστία, στίς σελίδες 198-200 ο Σμέμαν γράφει :   «Η εκκλησία στηλιτεύει τήν αμαρτία πρίν απ’όλα καί πάνω απ’όλα μέ τήν ευχαριστία της. Μ’αυτήν κατανοεί τήν πηγή τής αμαρτίας σάν αχαριστία, σάν πτώση τού ανθρώπου από τόν ύμνο, τήν ευλογία, τήν ευχαριστία, τόν αίνο, καί τήν προσκύνηση. Η αχαριστία είναι η ρίζα καί η κινητήρια δύναμη τής υπερηφανείας. Γιατί η πιό λεπτή πνευματική ουσία τής υπερηφάνειας είναι ότι αυτή μόνο δέν είναι εκ τών κάτω αλλά εκ τών άνω, δέν είναι από τήν ατέλεια αλλά από τήν δύναμη, όχι από έλλειμμα αλλά από τό πλεόνασμα τών δώρων. Γιαυτό καί η υπερηφάνεια εναντιώνεται στήν ευχαριστία, σάν αχαριστία, γιατί προέρχεται από τήν ίδια αιτία, γιατί η ευχαριστία είναι άλλη, αντίθετη απάντηση σέ κείνο τό ίδιο δώρο, πειρασμός εκέινου τού ίδιου δώρου.

Στήν πραγματικότητα, κάθε δώρο τού θεού στόν άνθρωπο, η ίδια η θεία ομοιότητα καί η τελειότητά του, είναι πειρασμός, περισσότερο δέ απ’όλα, τό δώρο στόν άνθρωπο τού Εγώ του, τό θαύμα τής απόλυτα μοναδικής, αιώνιας, ανεπανάληπτης καί ακέραιης προσωπικότητας, πού τόν κάθε άνθρωπο θεωρεί τόν βασιλέα τής κτίσης. Ο πειρασμός είναι ιδίωμα τής προσωπικότητας καί είναι ιδίωμα επειδή μόνο ο άνθρωπος σ’όλη τή δημιουργία τού θεού καλείται να αγαπά τόν εαυτό του, δηλ. να συναισθάνεται τό θείο δώρο καί το θαύμα τού εγώ του. Μόνο μέ αυτή τήν αγάπη στόν εαυτό του κατανοεί ο άνθρωπος τόν θεό σάν Ζωή τής δικής του ζωής, σάν τό απόλυτο επιθυμητό Σύ, στό οποίο βρισκει τόν εαυτό του, τό πλήρωμά του, τήν ευτυχία του, τό ανθρώπινο εγώ του (Τό υποκείμενο γεννιέται στή θέση τού Άλλου), δημιουργημένο κατ’εικόνα καί καθ’ομοίωση τού θεού-αγάπης.

Η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι αγάπη πρός τόν εαυτό της, σάν φορέα τού θείου δώρου τής γνώσης καί τής ανύψωσης στό πλήρωμα τής ζωής. Μ’αυτή την συμμετοχική στόν άνθρωπο, αγάπη πρός τόν εαυτό του, έχει καί τό ιδίωμα να μεταβάλλεται σέ αγάπη τού εαυτού του, σ’αυτή τή φιλαυτία πού αποτελεί τήν ουσία τής υπερηφάνειας.

Ο άνθρωπος δέν γοητεύθηκε από τό κακό, αλλά από τόν εαυτό του, από τήν δική του θεία ομοιότητα, τό θείο θαύμα τού δικού του εγώ. Από μέσα λοιπόν, στήν μακάρια πληρότητα τού παραδείσου, ακούγοντας ο άνθρωπος το ψιθύρισμα τού όφι «έσεσθε ώς θεοί» θέλησε να έχει ζωή αφ’εαυτού του καί γιά τόν εαυτό του, όλα τά δώρα τού θεού δικά του καί γιά τόν εαυτό του.

Γιαυτό μόνο η ευχαριστία στηλιτεύει, δηλ. φανερώνει τή αμαρτία σάν πτώση τής αγάπης από τήν ευχαριστία, σάν αχαριστία. Δημιουργημένος κατ’εικόνα καί καθ’ομοίωση τού θεού-αγάπης, ο άνθρωπος δέν μπορεί να πάψει να είναι αγάπη. Αυτός καί στήν αχαριστία, παραμένει πάντα η ίδια εκείνη αγάπη, απολαμβάνει παντα τά ίδια εκείνα δώρα. Όμως αγάπη πού έπαψε να είναι ευχαριστία, μιά πρόσκληση πρός τόν άνθρωπο να μετατρέπει όλα τά δώρα καί τήν ίδια τήν ίδια τή ζωή σέ κοινωνία θείας ζωής, σέ γνώση τού θεού.

Ζωήν εν εαυτώ. Αλλά μόνον ο Πατέρας έχει ζωήν εν εαυτώ. (Ιω.5.26). Μόνο ο θεός είναι ζωή, ζωή κάθε ζωής. Έτσι επιθυμώντας τή ζωή δική του καί γιά τον εαυτό του, ο άνθρωπος ξεπέφτει από τήν ζωή. (Γιαυτό υποτιμήθηκε ο Υϊός καί αναβαθμίστηκε ο Πατήρ σάν θεός, λόγω τής προσωπικότητος)».

Σχόλιο : Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ. Μιά θαυμαστή έκθεση τής νέας θεολογίας. Η ενσάρκωση τού Κυρίου είχε σάν σκοπό τήν αποκατάσταση τών πάντων στό αρχαίο κάλλος. Διαγράφεται από τόν ορίζοντα η καινή δημιουργία, η Κ.Δ. Η ρωσική θεολογία χρησιμοποιώντας με μαεστρία τόν Γερμανικό ιδεαλισμό, μέ τήν χρήση καί μόνον τής Εγελιανής διαλεκτικής, φτιάχνει νέα εκκλησία, λαμβάνοντας τήν αντίθεση σάν θέση. ΤΟ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ. Οπως μάς διευκρινίζει καί ο γνωστός Anthony Bloom, η χριστιανική ζωή είναι μιά φαινομενολογία τού πνεύματος, όπου τό Άγιο Πνεύμα ενσαρκωμένο σέ όλους μας, τελειώνει τήν ιστορία.

Έτσι λύνονται καί τά προβλήματα τής εποχής πού γέννησε ο ατομικισμός. Δέν υπάρχει ίχνος πατερικής θεολογίας, διότι είναι βεβαρυμένη καί ένοχη συμβιώσεως μέ τήν Ελληνική φιλοσοφία. Η γερμανική φιλοσοφία είναι πιό ανθρωπιστική. Ανατρέπεται έτσι η βασική ανακάλυψη τής Ελληνικής φιλοσοφίας, ότι τό αντίθετο τής αλήθειας δέν είναι τό ψέμα αλλά η αληθοφάνεια.

Ο ΣΜΕΜΑΝ Ο ΑΛΗΘΟΦΑΝΗΣ.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑ

Άς κλείσουμε και αυτή τη συνέχεια με τόν λόγο τού Άγίου Ιωάννου τής κλίμακος γιά τήν ακέφαλο υπερηφάνεια. « Αρχή τής υπερηφανείας είναι τό τέλος τής κενοδοξίας. Μέσον η εξουδένωσις τού πλησίον, η αναιδής φανέρωσις τών κόπων μας, ο εσωτερικός αυτοέπαινος, τό μίσος τών ελέγχων. Καί τέλος ή άρνησις τής βοηθείας τού Θεού, η εξύψωσις τής ιδικής μας ικανότητος η δαιμονική συμπεριφορά.»

Αμέθυστος

>ΣΜΕΜΑΝ—ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

>

Με το έργο του αυτό ο σεβαστός Σμέμαν μάχεται με πάθος τον κληρικαλισμό και είναι στ’ αλήθεια μοναδικός στη διαμαρτυρία του για την ιεροποίηση της Λειτουργίας. Η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, εμειώθη στις μέρες μας σε Λατρεία. Υπερασπίζεται με πάθος τη συνεχή μετάληψη των πιστών, σαν συμμετοχή στο πλήρωμα της Εκκλησίας, η οποία χάθηκε αφήνοντας στη θέση της την εξουσία των κληρικών στην Θεία Ευχαριστία μέσω της εξομολογήσεως. Χάθηκε δηλ. λόγω βαθμιαίας έκλειψης του Μυστηρίου της Μετανοίας.

Η επίσημη εξήγηση, κατά τους λόγους του, είναι η αναξιότης της πλειοψηφίας των λαϊκών να προσέρχονται συχνά στο ποτήριο και επομένως η αναγκαιότης να υπάρξουν γι’ αυτούς κάποιες συμπληρωματικές απαιτήσεις και εγγυήσεις. Οι λαϊκοί ζουν στον κόσμο σε συνεχή επαφή με την ρυπαρότητά του, την αναλήθεια, την αμαρτωλότητα, το ψέμα του και χρειάζονται επομένως ιδιαίτερη κάθαρση, ιδιαίτερη προετοιμασία, ιδιαίτερη προσπάθεια Μετανοίας, πράγμα που οδηγεί στην απομάκρυνση των κληρικών απ’ τους λαϊκούς, πράγμα που οδηγεί την ίδια την Εκκλησία σε μιαν τερατώδη κατάκριση. Ο Σμέμαν ερμηνεύει αυτή την έκπτωση σαν ευσεβιστική, επειδή προέρχεται απ’ την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, απο σεβασμό στο ιερό και αποστροφή του βέβηλου. Ένα φαινόμενο το οποίο είναι η ουσία του Φαρισαϊσμού και της θρησκείας. Γι’ αυτό και ενώνεται σήμερα η Εκκλησία με όλες τις θρησκείες, επειδή λόγω του κληρικαλισμού έπαψε να είναι η Εκκλησία. Διότι ο Κύριος ανέτρεψε ακριβώς όλα τα δεδομένα της θρησκείας με το μυστήριο της μετανοίας. Διότι τώρα πια σώζει ακριβώς η συναίσθηση της αμαρτωλότητος, ενώνει, δεν διαιρεί όπως το επιθυμεί ο εωσφόρος. Η μετάνοια ενώνει με τον Κύριο.

Ακόμη και στην Βυζαντινή Εκκλησία υπήρχαν οι σωτήριες διδασκαλίες, όπως του Χρυσοστόμου : «Υπάρχουν όμως περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ιερέας δέν διακρίνεται απ’ τον υφιστάμενο, όταν πρέπει π.χ. να μεταλάβουν των Αγίων Μυστηρίων…. επειδή σε όλους προσφέρεται ένα Σώμα και ένα Ποτήριο…. και εμείς χωρίς διάκριση ασπαζόμαστε ο ένας τον άλλον». Η μείωση της Εκκλησίας στην ιεροποίηση και στον Κληρικαλισμό φαίνεται ακόμη και στην εξέλιξη του ναού και της διαρρύθμισής του, που όλο και περισσότερο τονίζει τον διαχωρισμό των λαϊκών απ’ τον κλήρο. Πάλι όμως ο ίδιος ο Χρυσόστομος έλεγε: « Ελθών ο Χριστός και της πόλεως έξω παθών, πάσαν την γήν εκάθηρε, πάντα τόπον ευκτήριον ειργάσατο. Βούλει μαθείν, πώς πάσα η Γη ναός εγένετο και πώς πας τόπος ευκτήριος κατέστη;» Και όμως αυτό το πνεύμα χάθηκε νωρίς απ’ την Εκκλησία.

Όσων αφορά Στην συνεχή συμμετοχή των πιστών στην Θεία Ευχαριστία είναι αποκαλυπτικές και αποδεικτικές οι ίδιες οι ευχές, στις οποίες απ’ την αρχή της Αναφοράς, δηλ. της λειτουργίας των πιστών, και μέχρι το τέλος της, δέν βρίσκουμε ούτε μία μνεία για συμμετοχή σε αυτήν δύο κατηγοριών προσευχομένων: των κοινωνούντων και των μη-κοινωνούντων των Αγίων Μυστηρίων.

Μόνον μετά την περάτωση της ευχής της μεσιτείας: πάντας ημάς πρόσδεξαι είς την Βασιλείαν Σου, …. υπάρχει η ευχή και η Ικεσία για ατομικό καθαρμό καθενός από μας: Ίνα εν καθαρώ τω μαρτυρίω της συνειδήσεως ημών…και υποδεξάμενοι αυτά αξίως,… Ναι, ο Θεός ημών και μηδένα ημών ένοχον ποιήσης των φρικτών Σου τούτων και επουρανίων μυστηρίων… αλλά δος ημίν, μέχρι της εσχάτης ημών πνοής, αξίως υποδέχεσθαι την μερίδα των αγιασμάτων Σου, εις εφόδιον ζωής αιωνίου, εις απολογίαν ευπρόσδεκτον, την επί του φοβερού βήματος του Χριστού Σου…

Είναι ακριβώς το πνεύμα του Απ. Παύλου, ο οποίος στην (Ά Κορ 11, 16-32) Επιστολή του γράφει: «Οσάκις αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου άν έλθη. Ώστε ος αν εσθίη τον άρτον τούτον η πίνη το ποτήριον του Κύριου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου. Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηριού πινέτω˙ ο γάρ εσθίων και πίνων αναξίως, κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μή διακρίνων το σώμα του Κυρίου. «Ει γαρ εαυτούς διακρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα, κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν».

Βλέπουμε λοιπόν πως το κοινό δυναμώνει το ατομικό και το ατομικό δεν είναι δυνατό χωρίς το κοινό, στον πρώιμο Χριστιανισμό. Αλλ’ ο Απ.Παύλος δέν προτείνει ποτέ ούτε στους αναξίους εκλογή: Εσείς οι άξιοι μετέχετε, εσείς οι ανάξιοι απέχετε. Μια εκλογή η οποία οδήγησε σιγά σιγά στην αποχή σχεδόν την πλειοψηφία των μελών της Εκκλησίας και στην απώλεια της αίσθησης και κατανόησης της Ευχαριστίας σαν κοινής πράξης, σαν λειτουργίας. Αλλά και η ίδια η αίσθηση της αποχής εξέπνευσε, μεταβλήθηκε σε πειθαρχική εντολή (τέσσερις φορές τον χρόνο) με υποχρεωτική την εξομολόγηση, σαν ιδιότυπο εισιτήριο για τη Θ.Κοινωνία».

Αυτή είναι η φοβερή καταγγελία του Σμέμαν και είναι πέρα για πέρα αληθινή. Όπως μας είχε βεβαιώσει και ο κύριος Πατρώνος. Γι’ αυτόν τον λόγο η σύγχρονη Ορθοδοξία δεν είναι πλέον Χριστιανική. Και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ο Μεσσηνίας, ο οποίος αποδέχεται τόσο ήρεμα τη διαίρεση της Εκκλησίας. Αφού είναι ήδη διαιρεμένη μέσα στον ίδιον τον ναό.

Ο αγαπητός Σμέμαν όμως προτείνει λύσεις. Οι οποίες ίσως είναι χειρότερες απ’ το πρόβλημα και προκαλούν φοβερές παρενέργειες, όπως π.χ. την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία του Ζηζιούλα.

Λέει λοιπόν: «Μετά την ομολογία πίστεως λέει ο Ιερεύς : Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου, πρόσχωμεν την Αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν.

Στώμεν καλώς. Καλόν…. « Και είπεν ο Θεός, ότι καλόν». Πού βρίσκουμε όμως το ίδιο το βίωμα, την άμεση γνώση του αρχέγονου, του άφθαρτου καλού; Εκεί που αντήχησε σαν ανθρώπινη απάντηση στο θεϊκό καλόν « Κύριε, καλόν εστίν ημάς ώδε είναι» (Ματθ. 17,4). Με αυτή την απάντηση, εκεί στο όρος της Μεταμορφώσεως, επιβεβαιώθηκε για πάντα, στους αιώνες, η αποδοχή από τον άνθρωπο του θεϊκού «καλόν», σαν δικής του ζωής, σαν δικού του προορισμού. Και μ’ αυτό το όραμα, μ’ αυτήν τη γνώση, μ’ αυτό το βίωμα ζεί η Εκκλησία σε όλο της το βάθος. Κέντρο αυτού του βιώματος και συγχρόνως πηγή και παρουσία του, δώρο και πραγμάτωσή του είναι η Θεία Λειτουργία, η συνεχής ανύψωση και αναφορά της Εκκλησίας στον ουρανό, στον θρόνο της δόξας, στο ανέσπερο φώς, και στη χαρά της βασιλείας του Θεού: ενώ στέκεσαι στον ναό, βρίσκεσαι στον ουρανό υπερβατικά».

Συγκλονιστική ερμηνεία, απ’ τήν οποία η μετάλλαξη της λειτουργίας και του επισκόπου, από μέρους τού Ζηζιούλα, σε έκφραση της Δόξας του Κυρίου κι όχι πλέον της θυσίας Του, απέχει ελάχιστα. Όπως επίσης κι η σωτηρία του κόσμου σαν σκοπού και σαν αποστολής τής εκκλησίας, εφόσον ταυτίζεται το κοσμικό καλόν με την αποκάλυψη της θεότητος στο Θαβώρ. Παρεπιπτόντως χάνεται και η πτώση, εκτός απ’ την καινή δημιουργία. Και να υπενθυμίσουμε επίσης πως μετά το Θαβώρ και παρότι το Θαβώρ, όλοι οι μαθητές τού Κυρίου πλην ενός, τον πρόδωσαν.

Ας δούμε όμως σ’ αυτό το σημείο τί λέει η παράδοσίς μας, και συγκεκριμένα ο Ν.Καβάσιλας ο οποίος ερμήνευσε τη Θ.Λειτουργία και έσωσε τουλάχιστον τη νοημοσύνη μας.

Λέει : «Απαγγέλλεται λοιπόν η ομολογία, το Σύμβολον της Πίστεως και έπειτα ο ιερεύς λέει : «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Ας μείνουμε σταθεροί σ’ αυτήν την ομολογία, Ας μην κλονισθούμε από παραπλανητικούς λόγους αιρετικών. Ας μείνουμε σταθεροί με φόβο, διότι είναι πολύς ο κίνδυνος γι’ αυτούς που δέχθηκαν στην ψυχή κάποιαν αμφιβολία γι’ αυτήν την πίστη».

Αυτές είναι οι εκκλησιολογικές εξελίξεις της νεωτερικότητος. Θα επανέλθουμε.

Αμέθυστος