>ΚΑΤΗΧΗΣΗ, ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Απο το γνωστό βιβλίο «θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα» του Γ.Πατρώνου

Αγαπητός μας φίλος παρακολούθησε το κήρυγμα της Κυριακής στην Μητρόπολη Αθηνών. Με αφορμή τον λόγο του Ευαγγελίου ότι ο Κύριος παρηγόρησε την Μητέρα αναστένοντας το γιό της άκουσε απο τον ιεροκήρυκα ανάμεσα στα άλλα και τα εξής: τέτοια παρηγορία προσφέρουν σήμερα οι ιερείς διότι με την χειροτονία αποκτούν Αποστολική διαδοχή, δέχονται όλη τη χάρη και γίνονται αντιπρόσωποι του Θεού. Τέτοια παρηγορία προσφέρουν επίσης και οι γιατροί. Αποσβολωμένος ο αγαπητός φίλος δέν μπόρεσε ποτέ του να συνδυάσει την παρηγορία των ιερέων και των ιατρών με την ανάσταση του μικρού. Ας δούμε όμως λίγο πιό καθαρά αυτό το ακανθώδες θέμα του κηρύγματος διότι στο κήρυγμα και στην πνευματική καθοδήγηση οι ιερείς επιβεβαιώνονται για την αποστολική τους διαδοχή, ξεφουρνίζοντας τη γνώμη τους.

Ας δούμε τον κ. Πατρώνο τί μας λέει:

Στη νεώτερη ιστορία μας και μετά τη μεγαλειώδη εθνεγερσία του 1821, επεβλήθηκαν δυστυχώς, απαρχής, ξενόφερτες δυνάμεις, που θέλησαν να αλλάξουν την πνευματική μας ιδιαιτερότητα και να αλλοτριώσουν την εθνική και θρησκευτική μας φυσιογνωμία. Τα κείμενα του Μακρυγιάννη είναι αποκαλυπτικά για τις διεργασίες αυτές στον εθνικό μας χώρο.

Ας υπογραμμίσουμε όμως για άλλη μια φορά, πώς η «δυτικοποίηση» της θρησκευτικής και εκκλησιαστικής μας ζωής και ιδιαίτερα στο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως των πιστών, είτε με την εξομολόγηση, είτε με την κατήχηση και το κήρυγμα, δεν είναι καρπός της δικής μας παραδόσεως και ούτε είναι συνέχεια του Ορθόδοξου ανατολικού πνεύματος.

Οι Πατέρες είχαν θέσει ώς σκοπό της θεολογίας τους, και ώς κέντρο και σημείο αναφοράς της ποιμαντικής τους προσπάθειας κυρίως την οικοδομή της Εκκλησίας και την Πνευματική ωφέλεια των πιστών, για την πραγματοποίηση της σωτηρίας.

Οι δικές μας θεολογικές και πνευματικές προσπάθειες εμπνέονται και εμπλουτίζονται, συνήθως από κοσμικές πηγές, από τη σύγχρονη επιστήμη, την φιλοσοφία, την ψυχολογία και την παιδαγωγική. Πρώτη η θεολογία συμβιβάστηκε με το κοσμικό, επιστημονικό της στοιχείο, και συμπαρέσυρε πρός την κατεύθυνση αυτή και το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας.

Και σήμερα πια ο εξομολόγος, ο ιεροκήρυκας και ο κατηχητής πασχίζουν να γίνουν και να φανούν στο έργο τους όσο το δυνατόν καλύτεροι ψυχολόγοι, ρήτορες και παιδαγωγοί, γιατί πιστεύουν πώς έτσι θα ασκήσουν σωστότερα το καθήκον τους και θα επιδράσουν θετικότερα στο ποίμνιό τους.

Για αυτό και η σημερινή εκκοσμικευμένη Εκκλησία (την οποία ονομάζουμε και κληρικαλισμό) είναι τόσο προσκολλημένη στην αποκάλυψη, στον αντίχριστο, επειδή ελπίζει πώς με την ολοκληρωτική καταστροφή θα ελευθερωθεί επιτέλους από το κοσμικό φρόνημα το οποίο υπηρετεί, νομίζοντας πώς τηρεί τις εντολές του Κυρίου.

Το κέντρο αναφοράς παλαιότερα και τώρα.

Η πρώτη διαπίστωση είναι η διαφοροποίηση του κέντρου αναφοράς. Στην αρχαία Εκκλησία το πνευματικό έργο στο σύνολο του στόχευε στη σωτηρία. Ήταν καθαρά σωτηριολογικό. Σήμερα στοχεύουμε στην αγωγή. Το έργο μας είναι κυρίως κοινωνικό και παιδευτικό.

Σκοπός της θρησκευτικής αυτής αγωγής είναι η ηθική και πνευματική γενικά ανύψωση του λαού. Ο ευσεβισμός και η αρετολογία συμπορεύονται σχεδόν με το κλασσικό ιδανικό του καλού και αγαθού πολίτη, που έχει σαν ιδανικό της κάθε κοινωνία και κάθε πολιτισμός.

Για αυτό σήμερα μια Χριστιανικη κοινωνία δέν διαφέρει και πολύ απο μια πολιτισμένη κοινωνία, έστω και εάν αυτή είναι αθεϊστική, υλιστική ή και διαφορετικής θρησκευτικής πίστεως ακόμη. Μερικές φορές μάλιστα οι άλλες κοινωνίες είναι πιό σεμνές, ηθικότερες και με περισσότερο σεβασμό στην προσωπικότητα του ανθρώπου και στις αξίες της ζωής, απο ότι συμβαίνει στις λεγόμενες Χριστιανικές κοινωνίες. Μάλιστα απο πολλούς σύγχρονους προτεστάντες ερμηνευτές θεολόγους ή επι του Όρους ομιλία του Κυρίου θεωρείται η βάση για ένα Χριστιανικό πολιτισμό. Όμως ο «Άγιος» είναι μια έννοια πέρα απο εκείνη του καλού και ηθικού ανθρώπου, του ενάρετου πολίτη ενός Χριστιανικού πολιτισμού.

Η αδιαίρετη Εκκλησία των 8 πρώτων αιώνων και η Ορθόδοξη ιστορική της συνέχεια στην Ανατολή, βάσισε την κατήχηση των πιστών, τη γνωστοποίηση και μετάδοση της αλήθειας της, κυρίως στη λατρεία. Η μύηση στην αλήθεια της Εκκλησίας είναι μετοχή στον τρόπο της ζωής της, στη γιορταστική σύναξη των πιστών, στην ορατή πραγματικότητα και φανέρωση της καινούργιας ανθρωπότητας που έχει νικήσει τον θάνατο.

Βασικό και πρωταρχικό στοιχείο της αρχαίας κατηχήσεως και κατ’επέκταση του Χριστιανικού κηρύγματος ήταν το δόγμα. Σήμερα το δόγμα ή επειδή δέν το κατέχουμε ή επειδή μας κρίνει, το έχουμε απωθήσει στο περιθώριο της ποιμαντικής μας δραστηριότητας. Και όταν συμβαίνει να χρησιμοποιούν μερικοί το δόγμα μέσα στην διδαχή και στην κατήχηση τότε γίνονται ασαφείς και γριφώδεις στις σχετικές αναλύσεις και εμβαθύνσεις τους. Το δόγμα όμως δέν κάνει ποτέ τη γλώσσα ψυχρή και ανούσια. Μόνον όταν δέν το κατέχουμε και δέν έχουμε εμπειρία αυτών που λέμε το δόγμα απωθεί ακόμη και στην γλώσσα. Oι μεγάλοι δογματικοί Πατέρες ήταν συνήθως παιδαγωγοί, αλλά και στοχαστές και ποιητές.

Σήμερα στον χώρο της Εκκλησίας αγνοούμε το δόγμα και δογματοποιούμε τη ζωή. Η πίστη μας έχει μιαν απαράδεκτη ρευστότητα και ασάφεια και καλύπτεται συνήθως απο μια νεφελότητα μεταφυσικής. Η ομολογία πίστεως είναι άγνωστη ώς βίωμα και πράξη, ώς πεποίθηση ζωής και Εκκλησιαστική ενέργεια.

Αντίθετα η καθημερινή συμπεριφορά, οι κοινωνικές μας εκδηλώσεις, η τροφή, η ένδυση, η ψυχαγωγία, ακόμη και αυτή η στάση μας στην πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή του λαού, έχει πάρει τη μορφή του «δόγματος» και δέν επιδέχεται αμφισβήτηση ή αναθεώρηση. Η θρησκευτική ζωή εγκλωβίζεται έτσι και συρρικνώνεται συνεχώς και οι πιστοί έχουν την αίσθηση του περιθωριακού ανθρώπου, που η ιστορία έχει ξεφύγει προ πολλού απο τα χέρια τους και την ευθύνη τους.

Συνεχίζεται

Σχόλιο : ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ;
Για να μείνουμε σε αυτά που βλέπουμε γύρω μας, η Ορθοδοξία έχει ήδη ενωθεί  με τον παπισμό. Αυτό μας είπαν και ο Ιερώνυμος και ή σύνοδος. Ο κ.Πατρώνος νομίζουμε ότι το λέει και το αποδεικνύει ξεκάθαρα. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ! Σε ένα βιβλίο παλαιό ήδη απο την έκδοση του, καταγγέλλονται γεγονότα τα οποία σήμερα έχουν κατακλύσει την Εκκλησία. Γράφει π.χ. Σήμερα στον χώρο της Εκκλησίας αγνοούμε το δόγμα και δογματοποιούμε τη ζωή. Η καθημερινή συμπεριφορά, οι κοινωνικές μας εκδηλώσεις, η τροφή, η ένδυση, η ψυχαγωγία, ακόμη και αυτή η στάση μας στην πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή του λαού, έχει πάρει τη μορφή του «δόγματος» και δέν επιδέχεται αμφισβήτηση ή αναθεώρηση. 
Δέν φαίνεται ξεκάθαρα ότι είχε προβλέψει την υστερία του αντιαιρετικού εγκόλπιου; Και όλων των Πνευματικών οι οποίοι ασχολούνται με τα πίττουρα ενώ η πίστη μας χάνεται ; Ίσως αυτό να σημαίνει τελικά : Μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσει εαυτόν.

Αμέθυστος

Advertisements

>ΚΑΤΗΧΗΣΗ, ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

>

Απο το γνωστό βιβλίο «θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα» του Γ.Πατρώνου

Αγαπητός μας φίλος παρακολούθησε το κήρυγμα της Κυριακής στην Μητρόπολη Αθηνών. Με αφορμή τον λόγο του Ευαγγελίου ότι ο Κύριος παρηγόρησε την Μητέρα αναστένοντας το γιό της άκουσε απο τον ιεροκήρυκα ανάμεσα στα άλλα και τα εξής: τέτοια παρηγορία προσφέρουν σήμερα οι ιερείς διότι με την χειροτονία αποκτούν Αποστολική διαδοχή, δέχονται όλη τη χάρη και γίνονται αντιπρόσωποι του Θεού. Τέτοια παρηγορία προσφέρουν επίσης και οι γιατροί. Αποσβολωμένος ο αγαπητός φίλος δέν μπόρεσε ποτέ του να συνδυάσει την παρηγορία των ιερέων και των ιατρών με την ανάσταση του μικρού. Ας δούμε όμως λίγο πιό καθαρά αυτό το ακανθώδες θέμα του κηρύγματος διότι στο κήρυγμα και στην πνευματική καθοδήγηση οι ιερείς επιβεβαιώνονται για την αποστολική τους διαδοχή, ξεφουρνίζοντας τη γνώμη τους.

Ας δούμε τον κ. Πατρώνο τί μας λέει:

Στη νεώτερη ιστορία μας και μετά τη μεγαλειώδη εθνεγερσία του 1821, επεβλήθηκαν δυστυχώς, απαρχής, ξενόφερτες δυνάμεις, που θέλησαν να αλλάξουν την πνευματική μας ιδιαιτερότητα και να αλλοτριώσουν την εθνική και θρησκευτική μας φυσιογνωμία. Τα κείμενα του Μακρυγιάννη είναι αποκαλυπτικά για τις διεργασίες αυτές στον εθνικό μας χώρο.

Ας υπογραμμίσουμε όμως για άλλη μια φορά, πώς η «δυτικοποίηση» της θρησκευτικής και εκκλησιαστικής μας ζωής και ιδιαίτερα στο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως των πιστών, είτε με την εξομολόγηση, είτε με την κατήχηση και το κήρυγμα, δεν είναι καρπός της δικής μας παραδόσεως και ούτε είναι συνέχεια του Ορθόδοξου ανατολικού πνεύματος.

Οι Πατέρες είχαν θέσει ώς σκοπό της θεολογίας τους, και ώς κέντρο και σημείο αναφοράς της ποιμαντικής τους προσπάθειας κυρίως την οικοδομή της Εκκλησίας και την Πνευματική ωφέλεια των πιστών, για την πραγματοποίηση της σωτηρίας.

Οι δικές μας θεολογικές και πνευματικές προσπάθειες εμπνέονται και εμπλουτίζονται, συνήθως από κοσμικές πηγές, από τη σύγχρονη επιστήμη, την φιλοσοφία, την ψυχολογία και την παιδαγωγική. Πρώτη η θεολογία συμβιβάστηκε με το κοσμικό, επιστημονικό της στοιχείο, και συμπαρέσυρε πρός την κατεύθυνση αυτή και το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας.

Και σήμερα πια ο εξομολόγος, ο ιεροκήρυκας και ο κατηχητής πασχίζουν να γίνουν και να φανούν στο έργο τους όσο το δυνατόν καλύτεροι ψυχολόγοι, ρήτορες και παιδαγωγοί, γιατί πιστεύουν πώς έτσι θα ασκήσουν σωστότερα το καθήκον τους και θα επιδράσουν θετικότερα στο ποίμνιό τους.

Για αυτό και η σημερινή εκκοσμικευμένη Εκκλησία (την οποία ονομάζουμε και κληρικαλισμό) είναι τόσο προσκολλημένη στην αποκάλυψη, στον αντίχριστο, επειδή ελπίζει πώς με την ολοκληρωτική καταστροφή θα ελευθερωθεί επιτέλους από το κοσμικό φρόνημα το οποίο υπηρετεί, νομίζοντας πώς τηρεί τις εντολές του Κυρίου.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

>ΠΕΡΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

>Την ημέραν όμως εκείνην ή την ώραν δέν ξέρει κανεις,
Ούτε οι άγγελοι είς τον ουρανον, ούτε ο Υιός, παρα μόνον ο Πατέρας
Κατά Μάρκον 13,32

Συνέχεια αποσπασμάτων απο το προαναφερθέν κείμενο του κ.Πατρώνου.

Το πρόβλημα του «αντιχρίστου»

Κεντρικό πρόσωπο της Αποκαλύψεως, όπως και στο Δ’ Ευαγγέλιο, είναι ο Ιησούς Χριστός και μάλιστα ώς ο Αμνός του Θεού και ώς ο Αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Μία θυσιαστική θεολογία διαπερνά όλα τα στάδια της Θείας οικονομίας στο Ευαγγέλιο αλλά και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Όσον αφορά τον αριθμό 666 πρέπει να γίνει γνωστό ότι υπάρχουν χειρόγραφοι κώδικες των πρώτων Χριστιανικών αιώνων που αντί στο σημείο αυτό την Αποκάλυψης (13,18) να αναφέρουν τον γνωστό αριθμό 666 προβάλλουν τους αντίστοιχους αριθμούς 646 και 616 όπως συμβαίνει και στην χειρόγραφη παράδοση που ακολουθεί ο Ειρηναίος, κατά τον β αιώνα και ο οποίος είναι άριστος γνώστης της αποκαλυπτικής γραμματείας.

Δεν πρόκειται για κάποιον απαράγραπτο συμβολικό αριθμό, για την καταγραφή ενός αναμφισβήτητου αποκαλυπτικού προσώπου που θα έρθει στο μέλλον κατά ένα τρόπο απόλυτο και μοναδικό. Απλώς καταγράφεται με τη γλώσσα της Αποκαλυπτικής αριθμολογίας μια υπάρχουσα ιστορική πραγματικότητα, και ο ιερός συγγραφέας την επισημαίνει αλλά δέν την κατονομάζει.

Σε όλη την Αποκάλυψη δέν αναφέρεται ούτε μια φορά ο όρος «αντίχριστος», ή δέ αναφορά στο 666 γίνεται σε δευτερεύουσα πρόταση και είναι παρενθετική και επεξηγηματική διευκρίνηση του τέρατος και του Θηρίου που με την κοσμική του εξουσία απειλεί τις Χριστιανικές κοινότητες.

Η βασική θεολογία περί αντιχρίστου δέν βρίσκεται στην Αποκάλυψη αλλά κυρίως στις Καθολικές Επιστολές του Ιωάννη. Εκεί συναντούμε και για πρώτη φορά τον όρο «αντίχριστος» αλλά και σχετική ανάλυση. Τα αποσπάσματα απο την Ά Επιστολή Ιωάννου είναι : α) 2,18-19, β)2,22-23, γ)4,3-5 και από την ΄Β Επιστολή στ.7-8.

Έτσι κάθε ιστορική στιγμή είναι έσχατη ώρα και ο πειρασμός βρίσκεται σε έξαρση και το έργο του αντιχρίστου αντιπαρατίθεται σκληρά στο έργο του Χριστού. Ο αντίχριστος νύν εν τω κόσμω εστίν ήδη. Είναι ήδη παρών μέσα στο εκάστοτε νύν του χρόνου, προκαλεί και απειλεί. (Όσοι σήμερα διδάσκουν π.χ. τον ιστορικό Ιησού ή ότι ο Χριστός μπήκε στην ιστορία και άρα θα τον δούμε με τα μάτια της ιστορίας).

Ό Ιωάννης ομιλεί για πολλούς αντίχριστους «νύν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν» οι οποίοι σχετίζονται με τους αιρετικούς, οι οποίοι μάλιστα προήλθαν από το σώμα της Εκκλησίας (εξ ημών εξήλθον). (Όπως ακριβώς ο οικουμενισμός και η θεολογία του Ζηζιούλα.) Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα η απουσία βιωματικής θεολογίας και αληθινής πνευματικότητας, αφού η ζωή τους χαρακτηρίζεται από το ψεύδος και την απάτη.

Τα ερωτήματα που θέτει όμως στην θεολογία η σύγχρονη πλημμυρίδα περί αντιχρίστου είναι σοβαρά: Πώς είναι δυνατόν να διακρίνει κανείς τον αντίχριστο, που τάχα μέλλει να έρθει στο μέλλον, από τον ήδη υπάρχοντα στον κόσμο διάβολο;

Ανέκαθεν πάντως οι άνθρωποι σοφία (επιχειρήματα) ή σημεία (θαύματα) ζητούσαν και πάντοτε θέτουν εναγώνια το ερώτημα του πότε και του πώς των εσχατολογικών γεγονότων.

Η Εκκλησία της Αποκάλυψης ζούσε ασφαλώς με εγρήγορση τον χρόνο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης έλευσης, αλλά και με την απέραντη βεβαιότητα της ζωντανής και θερμής παρουσίας του Κυρίου μέσα στο παρόν. Τελική κρίση για την Εκκλησία δέν σημαίνει καταδίκη, όπως την βλέπει ο σύγχρονος αποκαλυπτισμός, αλλά δικαίωση εσχατολογική των πιστών.

Σχόλιο: Όπως βλέπουμε λοιπόν υπάρχουν ήδη αληθινοί αντίχριστοι τριγύρω μας. Ο Αγουρίδης, ο Ράμφος, ο Μέσκος, ο Βασιλειάδης. Υπάρχουν και μέσα στον Κληρικαλισμό: ο Βαρθολομαίος, ο Ζηζιούλας, ο Μεσσηνίας, ο Αρχιεπίσκοπος. Ας προσέξουμε λοιπόν, ενδιαφερόμενοι για τον Αντίχριστο, να μήν αδιαφορήσουμε για τον Κύριο,  που τόσο βάναυσα κακοποιείται απο τους δαίμονες που προαναφέραμε, για να μήν πέσουμε στην ολέθρια αδιαφορία και στην αχαριστία, την χειρότερη αμαρτία εναντίον του Αγίου Πνεύματος.

Εκείνο όμως που δημιουργεί τις μεγαλύτερες απορίες είναι το γεγονός πώς το θέμα του αντιχρίστου στηρίζεται με τη σειρά του σε μια προβληματική ερμηνεία του όρου ΠΡΟΣΩΠΟ.

Ας απολαύσουμε μερικούς στη Βιέννη όπου ετοιμάζουν την Εκκλησία όλων των αιρέσεων.

Πηγή : ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Αμέθυστος

>ΟΙ ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

>Εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται Και δώσουσι σημεία και τέρατα πρός το αποπλανάν,
εί δυνατόν, και τους εκλεκτούς.

Απο το εξαιρετικό βιβλίο του κυρίου Πατρώνου, θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα, εκδ. Δόμος.

Ο σύγχρονος κόσμος, με την επιστήμη και τον τεχνοκρατικό του μηχανισμό, δέν κατόρθωσε να ανταποκριθεί θετικά ούτε κάν στις απλές ανησυχίες και αναζητήσεις των νέων ανθρώπων της εποχής μας. Και κατά συνέπεια αυτός, ο θεωρούμενος πολιτισμένος και πεπαιδευμένος άνθρωπος της εποχής μας, ουσιαστικά έχει αποτύχει, διότι οι υπαρξιακές του αναζητήσεις και επιδιώξεις εντάθηκαν και επιδεινώθηκαν πιό πολύ.

Μέσα σε αυτό το ανικανοποίητο πνευματικό κλίμα, αναπτύσσεται σιγά-σιγά ένας περίεργος σύγχρονος αποκαλυπτισμός. Και είναι περίεργος διότι αναπτύσσεται ιδιαιτέρως στις Δυτικές κοινωνίες, οι οποίες έχουν οικοδομηθεί βάσει του πνεύματος του Διαφωτισμού. Κανείς λοιπόν δέν θα περίμενε την άνθιση των πιό σκοτεινών αποκαλυπτικών αντιλήψεων. Έτσι, με μια σατυρική διάθεση, η ιστορία έχει ρίξει τον απελευθερωμένο απο όλα τα ταμπού τού παρελθόντος ανθρωπό της, στις πιό ακραίες μορφές ενός αποκαλυπτικού σκοταδισμού.

Ακόμη και «ορθόδοξοι» ποιμένες, αξιόλογοι και ευσεβείς κατα τα άλλα, παρασύρονται στο σκοτεινό αυτό «παιχνίδι» των αποκαλυπτικών ενδιαφερόντων και προσπαθούν να επενδύσουν με Ορθοδοξοφανή στοιχεία όλες αυτές τις τάσεις τις εποχής. Έτσι δημιουργούν και αυτοί ευκαιριακά έναν προσωρινό εντυπωσιασμό, δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος και είναι σίγουρο δυστυχώς πώς θα φανεί γρήγορα η προσπάθεια αυτή, πώς είναι μια θεολογική απάτη και θα πέσει στο κενό. Και η απογοήτευση απο αυτού του είδους της ερμηνευτικές παρεμβάσεις οδηγεί τους ανθρώπους συνήθως εκτός πίστεως και θρησκείας.

Μια παράπλευρη καταστροφή, λόγω της απουσίας εσωτερικής ετοιμότητος και πνευματικής εγρήγορσης της Εκκλησίας, είναι η εντύπωση που δημιουργήθηκε στον κόσμο, ότι η υπόσταση και η καταξίωση της Ορθόδοξης Θεολογίας και της Ορθόδοξης πνευματικότητος σήμερα κρίνεται κυρίως απο το ενδιαφέρον μας και την στάση μας έναντι των θεμάτων αυτών. Και ακόμη ότι και αυτή η ουσία της Ορθοδοξίας εξαρτάται και δοκιμάζεται απο τις ανάλογες αποκαλυπτικές και εσχατολογικές αντιλήψεις μας, η δέ πίστη, η αγιότητα και αυτό το μέγα θέμα της Σωτηρίας του καθενός συσχετίζονται άμεσα με το πρόβλημα του αντιχρίστου και της «έλευσης του». Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα είδος παραχάραξης της Ορθόδοξης θεολογίας.

Στην Κ.Δ. τονίζεται, ότι η προφητεία και οι προφήτες νοούνται μέχρι του Ιωάννου του Βαπτιστού και προδρόμου του Μεσσία Ιησού. Αυτός βρίσκεται στο μεταίχμιο προσδοκίας και εκπλήρωσης, προφητείας και ιστορίας. Μετά απο αυτόν δέν έχουμε πλέον προφήτες αλλά ψεύδοπροφήτες. Η προφητεία ολοκληρώθηκε με τον λόγο του Ιωάννη: Ούτος εστί περί ού εγώ είπον (Ιωάνν. 1,30).

Δυστυχώς όμως επειδή οι ερμηνείες της προφητείας και της αποκαλύψεως είναι κοσμικές, θεωρούν οι παραχαράκτες της θεολογίας, την αποκάλυψη του Ιωάννη ώς ένα ιδιόμορφο αποκαλυπτικό κείμενο και πιστεύουν ότι έχει ένα έντονο εκστατικό και οραματικό χαρακτήρα, με σκοπό δήθεν να μας μυήσει σε κάποια άρρητα και ουράνια μυστικά, ή να μας αποκαλύψει κάποια ιδιόμορφα και συγκλονιστικά γεγονότα και φαινόμενα του μέλλοντος που θα προσδιορίσουν το τέλος της ιστορίας και του κόσμου.

Ευτυχώς όμως για όλους μας το προφητικό στοιχείο είναι δομικό και λειτουργικό στοιχείο όλων τον ιερών κειμένων και του κηρύγματος και της κατηχήσεως (δηλαδή το πρόσωπο του Κυρίου). Ο προφητικός λόγος δέν είναι ένα είδος «Μαντείας» για το μέλλον και δέν έχουμε καμμία αντιστοιχία με τις διάφορες «σίβυλλες» και τους «μάντεις» της αρχαιότητος. Ο Απόστολος Ιωάννης δέν έχει καμμία σχέση με τους μάγους και τους προφήτες των διαφόρων θρησκειών της αρχαιότητος ή με τούς μάντεις και τους πνευματιστές της σύγχρονης εποχής.

Για τον Ιωάννη, τα εσχατολογικά γεγονότα, έχουν χάσει την μελλοντική σημασία τους, γιατί είναι ήδη παρόντα και ό Χριστός Κυρίου είναι ήδη παρών και μάλιστα είναι κύριος της Ιστορίας. Στον Ιωάννη έχουμε μιαν αυστηρή «πραγματοποιηθείσα εσχατολογία» αφού ο Λόγος Σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν έν ημίν. Το μέλλον δέν έχει την δυνατότητα να φανερώσει ή να αποκαλύψει τίποτε άλλο περισσότερο απο αυτά που ήδη ζούμε. Το μέλλον δέν προβάλλει ούτε την αναγκαιότητα ενός νέου αποκαλυπτικού γεγονότος, αφού τα πάντα εν Αυτώ και δι Αυτού εγένοντο και χωρίς Αυτού ουδέ εν ο γέγονεν.

Πρώτιστο μέλημα του Αποστόλου Ιωάννου, ώς προφήτη, είναι και πάλι η ποίμανση του λαού του Θεού και η διακαής επιθυμία του να διασφαλίσει τους πιστούς ακέραιους και ασυμβίβαστους στις σύγχρονες τους τραγικές ιστορικές συγκυρίες (είχε ξεσπάσει νέος διωγμός).

Ο Απόστολος Ιωάννης δέ κατά την συγγραφή της Αποκάλυψης είχε μπροστά του ώς βασικά βοηθήματα κλασσικά κείμενα της προφητικής και αποκαλυπτικής φιλολογίας, όπως του Ιεζεκιήλ και του Δανιήλ. Η Αποκάλυψη λοιπόν δέν είναι εφεύρημα δικό του και τα περιεχόμενά της δέν αποτελούν καρπό κάποιας οραματικής σύλληψης σε στιγμές εκστατικές. Αποτελεί μέρος ενός ιδιόμορφου φιλολογικού είδους, το οποίο κυριάρχησε από το 200 π.Χ. μέχρι το 100 μ.Χ.

Συνεχίζεται

Σαν πρώτο συμπέρασμα μπορούμε ήδη να πούμε πώς Αντίχριστος είναι αυτός που μάχεται με πάθος τον Αντίχριστο.

Αμέθυστος