>Ερμηνεία εις την θείαν λειτουργίαν – Αγ. Νικολάου Καβάσιλα

>Περιεχόμενα

Κεφάλαιο 52

Γιατί η τελετή καλείται μόνο Ευχαριστία 

1. Ακόμη, αξίζει να εξεταστεί και το εξής.

2. Αφού η τελετή είναι και ευχαριστήριος και ικετήριος, γιατί δεν καλείται και τα δύο, αλλά μόνο ευχαριστία;

3. Αυτή η ονομασία προέρχεται από το επικρατέστερο. Διότι περισσότερες είναι οι αφορμές της ευχαριστίας παρά της ικεσίας. Διότι έχουμε λάβει περισσότερα απ’ όσα δεόμεθα να λάβουμε. Αυτά μεν είναι μέρος, εκείνα δε το όλον. Αυτά δηλαδή που ικετεύουμε να λάβουμε είναι μέρος εκείνων που λάβαμε. Διότι λάβαμε όλα όσα εξαρτώνται από τον Θεό, και δεν παρέλειψε τίποτε ο Θεός που να μη μας το έδωσε. Αλλά υπάρχουν αγαθά, τα όποια δεν είναι ακόμη καιρός να τα λάβουμε, όπως είναι η αφθαρσία των σωμάτων και η αθανασία και η βασιλεία των ουρανών. Άλλα πάλι τα λάβαμε, αλλά δεν τα κρατήσαμε, όπως είναι η άφεσις των αμαρτιών και όλα τα άλλα δώρα που μας χορηγούνται δια των μυστηρίων. Άλλα, όπως είναι η άνεσις, η υγεία, ο πλούτος, τα εχάσαμε διότι τα μεταχειριστήκαμε κακώς και διότι θα γινόμασταν χειρότεροι, επειδή τα κάναμε ύλη τρυφής και πονηρίας. Ή στερούμαστε αυτά τα παρόντα αγαθά για μεγαλύτερη ωφέλεια μας, όπως ο Ιώβ,.

4. Από αυτά φαίνεται καθαρά ότι ο Θεός δεν άφησε καμία θέση για ικεσία, ενώ μας έδωσε κάθε αφορμή ευχαριστίας. Εμείς όμως από ραθυμία προξενούμε στον εαυτό μας την έλλειψη, γι’ αυτό χρειαζόμαστε την ικεσία.

5. Ας δούμε δε για τί ικετεύουμε.

6. Για την άφεση των αμαρτιών. Αλλά αυτή τη λάβαμε πλουσιοπάροχα με το άγιο βάπτισμα, χωρίς να αγωνισθούμε. Γιατί λοιπόν τη ζητούμε πάλι; Διότι γίναμε πάλι υπόλογοι για αμαρτίες. Άλλα ποια είναι η αιτία γι’ αυτό; Εμείς οι ίδιοι. Επομένως και της ικεσίας αίτιοι είμαστε εμείς.

7.Επίσης ικετεύουμε να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών. Και όμως μας έχει δοθεί αυτή η κληρονομιά. Διότι γίναμε τέκνα του Θεού, ο οποίος κατέχει αυτή τη βασιλεία. Και ποιος είναι κληρονόμος, παρά το τέκνο; Ποιο δε από τα πράγματα του πατέρα δεν το αποκτά ο κληρονόμος; Κανένα. Πώς λοιπόν ζητούμε εκείνο που μας έχει ήδη δοθεί; Διότι τολμήσαμε πράξεις αντίθετες προς αυτήν την υιοθεσία, και αφού γεννηθήκαμε από τον Θεό και ανεβήκαμε σ’ αυτήν την τιμή, αντί υιοί, γίναμε πονηροί δούλοι. Και γι’ αυτό ικετεύουμε, σαν να είναι πράγμα ξένο και να μη μας ανήκει διόλου. Επομένως και αυτής της ικεσίας εμείς είμαστε αίτιοι για τον εαυτό μας.

8. Όσον άφορα στα σωματικά αγαθά, ο Κύριος διέταξε: «Ζητείτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη, και όλα αυτά θα σας δοθούν πρόσθετα», και: «Μη μεριμνάτε για τροφή και ενδύματα, και ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα χορηγήσει όλα όσα χρειάζεστε». Εμείς τώρα, όταν τα στερούμαστε, το παθαίνουμε αυτό είτε από ραθυμία και απιστία και από την μη τήρηση της σχετικής εντολής, και τότε τόσο η στέρηση είναι δικό μας έργο όσο και η αντίστοιχη ικεσία, είτε από πρόνοια και φιλανθρωπία του Θεού, όπως ο Ιώβ, για να λάβουμε μεγαλύτερα και πολυτιμότερα, και τότε η στέρηση είναι βέβαια έργο του Θεού, όμως δεν είναι αφορμή δεήσεως και ικεσίας, αλλά δοξολογίας και ευχαριστίας, όπως έλεγε ο Ιώβ: «Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο» εις τους αιώνες.

9. Βλέπεις ότι όλα όσα μας δόθηκαν από τον Θεό μας οδηγούν μόνον σε δοξολογία και ευχαριστία, ενώ των ικεσιών και των δεήσεων τούτων οι αίτιοι είμαστε εμείς; Γι’ αυτό, όταν μνημονεύουμε στις ομιλίες μας προς τον Θεό όλα τα αγαθά, τα σωματικά και τα ψυχικά, τα μνημονεύουμε μόνο για ευχαριστία, είτε τα έχουμε όλα είτε όχι. Διότι Εκείνος μας τα έδωσε όλα δια μιας και δεν παρέλειψε εκ μέρους Του τίποτε. Αυτό γνωρίζοντας και ο μακάριος απόστολος, παρήγγειλε να ευχαριστούμε για όλα: «Πάντοτε να χαίρεστε, για όλα να ευχαριστείτε».

10. Γι’ αυτό το λόγο και την τελειότατη και ακριβέστατη ομιλία προς τον Θεό, δηλαδή την τελετή της κοινωνίας, στην οποία μνημονεύουμε όχι αυτή ή εκείνη την ευεργεσία, αλλά όλα γενικώς τα αγαθά που χορηγεί ο Θεός, και όσα ήδη κατέχουμε κι εκείνα που πρόκειται να λάβουμε, είναι εύλογο να την ονομάζουμε ευχαριστία, δίνοντάς της το όνομα όχι από αυτά για τα οποία δεόμαστε εξαιτίας της ανέχειας μας, άλλα απ’ όσα μας ευεργετεί ο Θεός, ούτε από την πενία μας, αλλά από τον πλούτο της χρηστότητος Εκείνου.

11. Βέβαια, σ’ αυτή την τελετή, και ικετεύουμε και ευχαριστούμε τον Θεό. Άλλα η μεν ευχαριστία είναι του Θεού, όπως έχει λεχθεί, ενώ η ικεσία είναι έργο της ανθρώπινης ασθένειας. Και η ευχαριστία αναφέρεται σε περισσότερα, ενώ η ικεσία σε λιγότερα, η πρώτη δηλαδή σε όλα γενικώς τα αγαθά, ενώ η δεύτερη σε μερικά. Γι’ αυτό έπρεπε να πάρουμε το όνομα της τελετής από τα ανώτερα και περισσότερα και να την ονομάσουμε ευχαριστία. Παρόμοια και ο άνθρωπος λέγεται ζώο λογικό, και ενώ μετέχει κατά ένα μέρος και στο άλογο, παίρνει την ονομασία του από το ανώτερο και μεγαλύτερο μέρος.

12. Άλλωστε και ο πρώτος που εδίδαξε αυτή την τελετή, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, την ετέλεσε και μας την παρέδωσε όχι ικετεύοντας, αλλά μόνο ευχαριστώντας τον Πατέρα. Και γι’ αύτό η Εκκλησία, η οποία την παρέλαβε ως ευχαριστία, έτσι την ονομάζει, δηλαδή Ευχαριστία.

Αρκούν αυτά γι’ αυτό το ζήτημα.

Κεφάλαιο 53

Περί της κοινής ευχαριστίας μετά την κοινωνία των μυστηρίων και για τις ευχές που λέγονται στο τέλος της ιερουργίας

1. Ο δε ιερεύς στο τέλος προσκαλεί όσους μετέλαβαν τα μυστήρια να ευχαριστήσουν τον Θεό που τα μετέδωσε σ’ αυτούς. Και αυτό όχι με αμέλεια και ραθυμία, άλλα με ζήλο. Διότι αυτό θέλει να πει το «ορθοί», να ευχαριστήσουμε τον Κύριο όχι ξαπλωμένοι, ούτε καθισμένοι, αλλά υψώνοντας την ψυχή και το σώμα προς Αυτόν.

2. Έπειτα, αφού παρακινήσει να δεηθούν στον Θεό και για τα αλλά, τα συνηθισμένα, εξέρχεται από το θυσιαστήριο και αφού σταθεί προ των θυρών, διαβάζει την ευχή για όλους.

3. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε και τούτο, ότι μετά την ιερουργία και τη δοξολογία για την ιερουργία αυτή, και αφού τελέσθηκαν όλα όσα οφείλονται στον Θεό, ο ιερεύς φαίνεται σαν να αποσύρει τον εαυτό του από τη συναναστροφή με τον Θεό και από το ύψος εκείνο και να κατεβαίνει λίγο λίγο στη συναναστροφή με τους ανθρώπους, και αυτό με τρόπο που αρμόζει σε ιερέα. Διότι το κάνει αυτό προσευχόμενος· και ο τρόπος της ευχής και ο τόπος τον δείχνουν να κατεβαίνει.

4. Πρωτύτερα δηλαδή ήταν μέσα στο θυσιαστήριο και προσευχόταν μόνος του, χωρίς να ακούγεται από κανένα και απευθυνόμενος προς τον Θεό, ενώ τώρα, αφού βγήκε από το θυσιαστήριο και είναι μπροστά στο πλήθος και ακούνε όλοι, κάνει κοινή δέηση υπέρ της Εκκλησίας και όλων των πιστών. Κατόπιν, και τον άρτο που έχει προσφερθεί, από τον οποίο αφαίρεσε τον ιερό άρτο για τη θυσία, αφού τον κόψει σε πολλά κομμάτια, τον μοιράζει στους πιστούς, διότι έγινε άγιος με το να αφιερωθεί και να προσφερθεί στον θεό. Οι δε πιστοί με όλη την ευλάβεια παίρνουν το κομμάτι του άρτου και φιλούν το χέρι του ιερέως, διότι μόλις προ ολίγου άγγιξε το πανάγιο σώμα του Σωτήρος και έλαβε από αυτό τον αγιασμό και τον μεταδίδει, όπως είναι η πίστη μας, σ’ εκείνους που το αγγίζουν.

5. Στο διάστημα αυτό δοξολογούν και τον Θεό, ο οποίος είναι αίτιος και χορηγός σ’ αυτούς αυτών των αγαθών, και η δοξολογία είναι παρμένη από τη Γραφή: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον»· και αφού το ψάλλουν αυτό πολλές φορές, έπειτα διαβάζουν έναν ψαλμό γεμάτο δοξολογία και ευχαριστία. Ποιος είναι αυτός ο ψαλμός; «Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ».

6. Όταν μοιραστεί ο άρτος και τελειώσει ο ψαλμός, εύχεται ο ιερεύς στο πλήθος την τελευταία ευχή, ενώ όχι μόνο ακούγεται απ’ όλους που βρίσκονται έξω από το θυσιαστήριο, αλλά και απευθύνει προς το ίδιο το πλήθος τα λόγια της ευχής, δείχνοντας τώρα περισσότερο την κοινωνία του προς τους πολλούς απ’ ό,τι πρωτύτερα. Και ποια είναι η ευχή; Να σωθούμε, αφού αξιωθούμε του ελέους του Κυρίου, διότι από τον εαυτό μας δεν έχουμε να προσφέρουμε τίποτε άξιο της σωτηρίας, αλλά αποβλέπουμε μόνο στη φιλανθρωπία Εκείνου που μπορεί να μας σώσει. Γι’ αυτό κι εδώ μνημονεύει πολλούς πρεσβευτές που μπορούν να μας βοηθήσουν σε τούτο, και προ πάντων την Παναγία Μητέρα του Θεού, με τη μεσολάβηση της οποίας έχουμε από την αρχή ελεηθεί.

7. Το δε προοίμιο της ευχής είναι: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών». Όχι κανένας από τους νόθους και ψεύτικους θεούς που σεβόμασταν πολλούς άλλοτε, αλλά Εκείνος που βρήκαμε μόλις αργότερα, ο αληθινός Θεός μας.

8. Γι’ αυτό και μόνο σ’ Αυτόν ως Θεό πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό του Πνεύμα, και τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αμέθυστος

Advertisements

>Ερμηνεία εις την θεία λειτουργία – Νικολάου Καβάσιλα

>Κεφάλαιο 50

Πόσες φορές στην ιερουργία γίνεται η μνημόνευση των αγίων και ποια είναι η διαφορά αυτών των μνημονεύσεων

1. Ας δούμε τώρα πόσες φορές και σε ποια μέρη της ιερουργίας (θείας λειτουργίας) γίνεται αυτή η μνημόνευση των αγίων.

2. Γίνεται δυο φορές. Πρώτα μεν στην αρχή της, όταν προσφέρονται τα δώρα, και έπειτα δε όταν αυτά θυσιάζονται.

3. Πράγματι, η προσαγωγή (προσφορά) των δώρων είναι δύο ειδών, η μία είναι η προσφορά τους ως δώρων απλώς και αναθημάτων (αφιερωμάτων), όπως είπαμε στα προηγούμενα, η δε άλλη ως θυσίας. Έτσι είναι ανάγκη και αυτοί για τους οποίους προσφέρονται (τα δώρα) να μνημονεύονται και στην πρώτη και στη δεύτερη προσφορά.

4. Όπως λοιπόν στην πρώτη προσφορά ο ιερεύς λέγει: «εις ανάμνησιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού», έτσι και στη δεύτερη λέγει: «μεμνημένοι τοίνυν των υπέρ ημών γενομένων», του σταυρού και των άλλων που για χάρη μας υπέμεινε ο Χριστός. Εκείνο που σημαίνει εδώ η μνήμη του σταυρού και των άλλων μετά το σταυρό, αυτό είναι εκεί η ανάμνησις του Κυρίου. Διότι εκεί, στην πρώτη προσφορά, ο ιερεύς μνημονεύει τον Σωτήρα όχι ως θαυματουργό, αλλά να σταυρώνεται και να πεθαίνει, όπως αποδείξαμε αναλυτικά στο σχετικό κεφάλαιο.

5. Και πάλι, όπως στην πρώτη προσφορά (ο ιερεύς) λέγει: «εις δόξαν της Παναγίας, εις πρεσβείαν των αγίων», έτσι στη δεύτερη λέγει: «υπέρ των αγίων απάντων, εξαιρέτως της Παναγίας». Όπως εκεί έδειξε την υπεροχή της Παναγίας με το να τη μνημονεύσει πριν απ’ όλους τους αγίους, έτσι κι εδώ, επειδή τη μνημόνευσε ύστερα από μερικούς άλλους, πρόσθεσε το «έξαιρέτως».

6. Και όπως στην πρώτη προσφορά μετά τους αγίους μνημονεύει εκείνους που έχουν ανάγκη ελέους κι εκείνους για τους οποίους ικετεύει, ζώντες και κεκοιμημένους, έτσι και στη δεύτερη προσφορά.

7. Υπάρχει όμως κάποια διαφορά. Διότι στη δεύτερη επιπλέον διηγείται (εξηγεί) την προσφορά. Διότι λέγει: «προσάγομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν», και: «τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες, σε υμνούμεν», και στη συνέχεια λέγει τις αφορμές της προσφοράς, αναφέροντας είτε στην αρχή είτε στο τέλος τη μνήμη των παθών του Σωτήρος, τη μνήμη των αγίων, τη σωτηρία εκείνων που έχουν ανάγκη από σωτηρία. Στην πρώτη όμως αναφέρει μόνο τις αφορμές της προσφοράς, λέγοντας «εις ανάμνησιν του Κυρίου, εις δόξαν της Παναγίας» και τα λοιπά, μεταξύ των οποίων μνημονεύει κι εκείνους για τους οποίους ευχαριστεί κι εκείνους για τους οποίους ικετεύει. Ποιος είναι λοιπόν ο λόγος που γίνονται αυτά; Επειδή ο ιερεύς στην πρώτη προσφορά δείχνει με την πράξη ότι προσφέρει, διότι αφαιρεί ένα κομμάτι από τον άρτο και το αναθέτει (αφιερώνει) στον Θεό, και γι’ αυτό δεν χρειάζεται λόγια για να το κάνει φανερό.

8. Στη δεύτερη όμως προσφορά δεν φαίνεται να κάνει τίποτα, άλλα γίνεται μεν η προσφορά, γίνεται όμως αοράτως, διότι τη θυσία την πραγματοποιεί αφανώς η θεία χάρη με τις τελεστικές ευχές του ιερέως, και γι’ αυτό χρειάζονται λόγια που να διακηρύσσουν αυτή την αόρατη προσφορά.

Κεφάλαιο 51
Γιατί ο ιερεύς τη θυσία την ονομάζει λογική λατρεία

1. Γι’ αυτό το λόγο και την ονομάζει ο ιερεύς «λογικήν λατρείαν», διότι δεν εισάγει (εκτελεί) καμία πράξη, αλλά χρησιμοποιώντας μόνο τα τελεστικά λόγια προσφέρει αυτή την προσφορά.

2. Διότι η μεν πρώτη προσφορά είναι ένα έργο που είναι δυνατόν να γίνει από άνθρωπο, και γι’ αυτό, καθώς γίνεται από τον ιερέα, μπορεί να ονομαστεί πρακτική λατρεία. Τη δεύτερη όμως, τη μεταβολή των δώρων στο σώμα και αίμα Χριστού, η οποία είναι και η θυσία, επειδή υπερβαίνει τη δύναμη του ανθρώπου, την πραγματοποιεί η χάρις, ο δε ιερεύς μόνο εύχεται.

3. Γι’ αυτό λοιπόν, αν και η θυσία είναι και έργο και πραγματικότητα, αλλά επειδή ο ιερεύς δεν πράττει τίποτε σ’ αυτή, παρά μόνο λέγει, εύλογα λέγει ότι προσφέρει όχι πρακτική, αλλά λογική λατρεία.

Συνεχίζεται
 
Αμέθυστος

>Ερμηνεία εις την θεία λειτουργία – Νικολάου Καβάσιλα (επανάληψη)

>Σχόλιο: Η απάντηση στην ψευτοθεολογία του κ. Ζηζιούλα για όσους καταλαβαίνουν.

Ερμηνεία στη θεία λειτουργία – Αγ. Νικολάου Καβάσιλα

Κεφάλαιο 49

Εναντίον αυτών που ισχυρίζονται ότι η μνημόνευση των αγίων στη λειτουργία από τον ιερέα είναι ικεσία στον Θεό γι’ αυτούς

1. Σ’ αυτό το σημείο μερικοί πλανήθηκαν, με το να νομίσουν ότι η μνημόνευση των αγίων στον Θεό είναι ικεσία γι’ αυτούς και όχι ευχαριστία. Δεν γνωρίζω από που πήραν τις αφορμές αυτών των λογισμών. Διότι ούτε από τα πράγματα ούτε από τα σχετικά λόγια της ιερουργίας βγαίνει να πιστεύουμε κάτι τέτοιο.

2. Από τα πράγματα καθόλου δεν φαίνεται ότι επιτρέπεται να νομίσουμε κάτι τέτοιο.

3. Διότι αν η Εκκλησία εύχεται υπέρ των αγίων, θα ευχόταν οπωσδήποτε εκείνα τα οποία συνηθίζει να εύχεται παντού. Και ποια είναι εκείνα που εύχεται για τους κεκοιμημένους; Άφεσις αμαρτιών, κληρονομία της βασιλείας, ανάπαυση στους κόλπους του Αβραάμ μαζί με τους τετελειωμέμους αγίους. Έκτος από αυτά δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να εύχεται η Εκκλησία για τους κεκοιμημένους. Αυτά είναι τα όρια της ικεσίας μας προς τον Θεό. Διότι δεν επιτρέπεται να εύχεται κανείς για ό,τι επιθυμήσει, αλλά και σ’ αυτό υπάρχει νόμος και όριο που δεν επιτρέπεται να υπερβεί κανείς. Διότι δεν γνωρίζουμε τί και πώς να προσευχηθούμε, αλλά το ίδιο το Πνεύμα «εντυγχάνει» για χάρη μας, δηλαδή μας διδάσκει για ποια πρέπει να προσευχόμαστε. Έτσι το εξέλαβαν οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας.

4. Ψάξε λοιπόν σε όλες τις τελετές και ιερολογίες, αν υπάρχει κάτι πέρα απ’ όσα είπαμε, που να εύχεται η Εκκλησία. Δεν θα βρεις τίποτε.

5. Θα προσευχηθούν λοιπόν οι ιερείς για άφεση αμαρτιών των αθώων, σαν να είναι ακόμη ένοχοι και υπόδικοι• θα προσευχηθούν για τους αγίους, σαν να μην είναι ακόμη αγιασμένοι, να αναπαυθούν μαζί με τους αγίους• θα προσευχηθούν για τελείωση των τελείων, σαν να μην είναι τέλειοι.

6. Έτσι όμως θα αμαρτάνουν οπωσδήποτε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ή δηλαδή ομολογούν τη μακαριότητα και την τελειότητα των αγίων, οπότε φλυαρούν θεληματικά ενώπιον του Θεού κάνοντας μάταιη ευχή για τους αγίους, πράγμα που ανήκει σ’ εκείνους που εμπαίζουν τα θεία και όχι σε ιερείς. Ή εύχονται σοβαρά, νομίζοντας ότι έτσι ωφελούν τους αγίους, οπότε αρνούνται τη δόξα τους, το οποίο είναι βλασφημία όχι μόνο των αγίων, αλλά και του ίδιου του Θεού, σαν να μην ετήρησε τις υποσχέσεις που έδωσε ότι θα δοξάσει τους αγίους και θα τους χαρίσει τη βασιλεία Του.

7. Μάλλον δε και τα δύο είναι σαφής βλασφημία. Με το δεύτερο αρνούνται εντελώς τη μακαριότητα των αγίων, ενώ με το πρώτο κάνουν εκείνα που κάνουν οι αρνητές της μακαριότητας των αγίων. Διότι εκείνους τους οποίους πιστεύουν ότι είναι μακάριοι και έχουν καταταχθεί μεταξύ των υιών και είναι κληρονόμοι της βασιλείας, τους παρουσιάζουν ότι είναι αβράβευτοι και ατίμητοι και υπόλογοι, με όσα έχουν την αξίωση να προσεύχονται γι’ αυτούς.

8. Έτσι λοιπόν φαίνεται από τα ίδια τα πράγματα ότι είναι άτοπο να νομίζει κανείς ότι η εκ μέρους της Εκκλησίας προσφορά προς τον Θεό υπέρ των αγίων είναι προσφορά ικεσίας.

9. Ας δούμε τώρα και τα ίδια τα λόγια της ευχής.

10. «Έτι προσάγομέν Σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων, προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, και παντός πνεύματος εν πίστει τετελειωμένου• εξαιρέτως δε της παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, του αγίου Ιωάννου του προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων αποστόλων, και πάντων των αγίων, ων ταις ικεσίαις επίσκεψαι ημάς, ο Θεός• και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως και ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς οπού επισκοπεί το φως του προσώπου Σου».

11. Αυτά είναι τα λόγια της ευχής. Σ’ αυτά δεν περιέχεται καμιά ικεσία προς τον Θεό για τους αγίους, ούτε εύχεται γι’ αυτούς ο ιερεύς τίποτε από τα συνηθισμένα. Άλλα όταν μνημονεύσει τους άλλους κεκοιμημένους πιστούς, ευθύς προσθέτει ευχή γι’ αυτούς: «ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». Για τους αγίους όμως γίνεται εντελώς το αντίθετο• διότι δεν μεσιτεύει γι’ αυτούς, αλλά μάλλον τους προτείνει ως μεσίτες. Αφού δηλαδή πει και απαριθμήσει τους Αγίους, προσθέτει: «ων ταις πρεσβείαις επίσκεψαι ημάς, ο Θεός».

12. Εκείνο όμως που κυρίως αποδεικνύει ότι αυτά τα λόγια δεν είναι κάποια δέηση και ικεσία, αλλά ευχαριστία στον Θεό για τους αγίους, είναι ότι σ’ αυτόν τον κατάλογο συμπεριλαμβάνεται και η Μητέρα του Θεού. Δεν θα συμπεριλαμβανόταν βέβαια, αν οι αναφερόμενοι στον κατάλογο είχαν ανάγκη μεσιτείας, αφού η Θεοτόκος είναι πέρα από κάθε μεσιτεία, όχι μόνο της ανθρώπινης ιεραρχίας, αλλά και της ιεραρχίας των αγγέλων, αφού είναι ασυγκρίτως αγιότερη και από αυτούς τους ανώτατους νόες.

13. Άλλα, θα πει κανείς, ο Χριστός είναι εκείνος που τελεί αυτή την ιερουργία. Τί το παράδοξο λοιπόν αν μεσιτεύσει για τους αγίους και για την ίδια την Μητέρα Του;

14. Αυτό δεν έχει κανένα λόγο να γίνει. Διότι δεν είναι αυτός ο τρόπος της μεσιτείας του Χριστού. Ο Χριστός έγινε βέβαια μεσίτης Θεού και ανθρώπων, όχι όμως με κάποια λόγια και ευχές, αλλά δια μέσου του εαυτού Του. Επειδή ήταν ο ίδιος Θεός και άνθρωπος, ένωσε τον Θεό με τους ανθρώπους, θέτοντας τον εαυτό Του κοινό σύνορο μεταξύ των δύο φύσεων, θείας και ανθρώπινης. Το να νομίζουμε ότι Αυτός με τις ευχές της θείας λειτουργίας μεσιτεύει πάντοτε, είναι ολότελα βλάσφημο και άτοπο.

15. Διότι αν και Αυτός είναι που τελεί την ιερουργία, ωστόσο δεν θα αποδώσουμε σ’ Αυτόν όλα όσα γίνονται και λέγονται εκεί. Το έργο της μυσταγωγίας και τον σκοπό, δηλαδή το να αγιασθούν τα δώρα και να αγιάσουν τους πιστούς, τα τελεί μόνος Του ο Χριστός. Οι σχετικές όμως ευχές και δεήσεις και ικεσίες είναι του ιερέως. Εκείνα είναι του Κυρίου, αυτά είναι του δούλου. Ο ιερεύς εύχεται, ο Χριστός εκπληρώνει τις ευχές. Ο Σωτήρας δίνει, ο ιερεύς ευχαριστεί για τα δοθέντα. Ο ιερεύς προσφέρει τα δώρα, ο Κύριος τα δέχεται. Προσφέρει βέβαια και ο Κύριος• αλλά προσφέρει στον Πατέρα τον εαυτό Του και τα δώρα αυτά, όταν γίνουν Αυτός, όταν δηλαδή μεταβληθούν στο σώμα και αίμα Του. Και επειδή προσφέρει τον εαυτό Του, γι’ αυτό λέγεται ότι ο ίδιος είναι και προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος• προσφέρων μεν και προσδεχόμενος ως Θεός, προσφερόμενος δε ως άνθρωπος. Τον άρτο όμως και τον οίνο εφόσον είναι ακόμη δώρα, τα προσφέρει ο ιερεύς, τα δέχεται δε ο Κύριος.

16. Με ποια πράξη δέχεται τα δώρα; Με το να τα αγιάζει, με το να τα μεταβάλλει στο σώμα και αίμα Του. Αυτό είναι η αποδοχή, η οικειοποίηση όπως είπαμε. Αυτός είναι ο τρόπος με τον όποιο ο Χριστός ιερουργεί αυτή την ιερουργία. Αυτά είναι που συνιστούν την Ιερωσύνη Του.

17. Αν τώρα, έκτος από αυτά που είπαμε, υποστηρίζει κανείς ότι και οι ευχές της μυσταγωγίας, ή όλες ή μερικές, είναι του Χριστού, αυτός δεν διαφέρει διόλου από τους ασεβείς εκείνους που τόλμησαν να καταλύσουν τη δόξα Του. Ανάγνωσε όλες τις ευχές και θα αντιληφθείς ότι όλα τα λόγια τους είναι λόγια δούλων. Ανάγνωσε και την ευχή που μνημονεύει τους αγίους, την οποία τολμούν να αποδίδουν στον Χριστό, και δεν θα βρεις εκεί τίποτε που να αρμόζει σε Υιό ομότιμο με τον Πατέρα, άλλα όλα να είναι λόγια δούλων. Πρώτα πρώτα, η ευχαριστία αυτή δε γίνεται από ένα πρόσωπο, αλλά είναι κοινή ευχαριστία όλου του ανθρώπινου γένους, όπου ευχαριστούν άνθρωποι οι οποίοι αμάρτησαν, αλλά δεν εγκαταλείφθηκαν από τη φιλανθρωπία του Θεού. Έπειτα, την ευχαριστία αυτή δεν την απευθύνουν μόνο στον Πατέρα, αλλά και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Ακόμη, μνημονεύουν και την Μητέρα του Θεού, σαν δούλοι την Κυρία τους, και ζητούν με τις πρεσβείες αυτής και των αγίων να αξιωθούν της σκέπης και της πρόνοιας του θεού.

18. Αυτά λοιπόν τί κοινό έχουν με τον ένα Κύριο, τον μονογενή Υιό του Θεού, τον αναμάρτητο, τον Δεσπότη των πάντων; «Ευχαριστούμεν Σοι, λέγει, και τω Υιώ Σου τω μονογενεί». Λοιπόν ο Χριστός ευχαριστεί τον μονογενή Υιό του Θεού; Και έτσι θα έχουμε δύο Υιούς, σύμφωνα με την μανία του Νεστορίου. Τόσο ασεβές και ανόητο είναι να νομίζουμε ότι ο Χριστός πρεσβεύει υπέρ των αγίων και να του αποδίδουμε τέτοια πρεσβεία και μεσιτεία.

19. Αποδείξαμε ότι δεν είναι αυτή η έννοια των ιερών τύπων. Απομένει λοιπόν αυτά τα λόγια να είναι όχι ικεσία, αλλά ευχαριστία.

20. Ναι, θα πει κάποιος, αλλά αυτό δεν το επιτρέπει η λέξις, η οποία είναι σαφώς ικετευτική, εφόσον η πρόθεση «υπέρ» σημαίνει ικεσία.

Αυτό δεν είναι απαραίτητο• διότι δεν φανερώνει παντού τη δέηση. Διότι όχι μόνο όταν παρακαλούμε, αλλά και όταν ευχαριστούμε μεταχειριζόμαστε την πρόθεση «υπέρ». Αυτό φαίνεται από πολλά μέρη και από την παρούσα ευχή: «Υπέρ τούτων, λέγει, απάντων ευχαριστούμεν Σοι και τω μονογενεί Σου Υιώ και τω Πνεύματί Σου τω Αγίω», «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ων ουκ ίσμεν», Ευχαριστούμεν Σοι, «και υπέρ της λειτουργίας ταύτης, ην εκ των χειρών ημών δέξασθαι κατηξίωσας». Βλέπεις ότι η πρόθεση «υπέρ» χρησιμοποιείται και στην ευχαριστία; Λοιπόν δεν απομένει καμιά πρόφαση γι’ αυτήν την πλάνη.

21. Έτσι λοιπόν είναι αδύνατο να είναι ικεσία η μνημόνευση των Αγίων. Το ότι είναι ευχαριστήρια η ευχή, το αποδεικνύει το γεγονός ότι δεν είναι ικεσία. Διότι κατ’ ανάγκην ένα από τα δύο θα είναι, ή ικεσία ή ευχαριστία, επειδή μόνο με τους δύο αυτούς τρόπους θυμίζουμε στον Θεό τα αγαθά που μας κάνει, ή για να τα λάβουμε ή διότι ήδη τα λάβαμε• το πρώτο μεν είναι ικεσία, το δε άλλο ευχαριστία. Το αποδεικνύει ακόμη και το ότι η μεγαλύτερη απ’ όλες τις δωρεές του Θεού προς τους ανθρώπους είναι η τελείωσις των αγίων, και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται η Εκκλησία να μην εκφράζει ευγνωμοσύνη στον Θεό για τους αγίους. Και τί λέγω ότι η μεγαλύτερη δωρεά του Θεού είναι η τελείωσι των αγίων; Αφού αυτή είναι όλη η δωρεά του Θεού. Διότι όλων των αγαθών που πρόσφερε ο Θεός στο ανθρώπινο γένος αυτό είναι το τέλος και ο καρπός: οι χορείες των αγίων. Και γι’ αυτό το σκοπό δημιουργήθηκε ο ουρανός και η γη και όλα τα ορατά• γι’ αυτό ο παράδεισος, γι’ αυτό οι προφήτες, γι’ αυτό σαρκώθηκε ο ίδιος ο Θεός, γι’ αυτό οι διδασκαλίες Του, τα έργα Του, τα πάθη Του, ο θάνατος Του: για να μετοικήσουν οι άνθρωποι από τη γη στον ουρανό και να γίνουν κληρονόμοι της εκεί βασιλείας.

22. Αν λοιπόν υπάρχει κάποια ευχαριστία στην τελετή, και αν τα δώρα αυτά είναι ευχαριστήρια όπως είναι και ικετήρια, τότε κατ’ ανάγκην το κύριο αίτιο και η αφορμή της ευχαριστίας είναι οι τελειωθέντες άγιοι.

23. Πράγματι, τί είναι εκείνο που προκαλεί σ’ εμάς την ευχαριστία; Δεν είναι το να ζητούμε κάτι και να λάβουμε αυτό που ζητούμε; Αυτό είναι φανερό σε όλους. Επομένως αυτό που ζητούμε ταυτίζεται με αυτό για το οποίο ευχαριστούμε.

24. Τί ζητεί λοιπόν η Εκκλησία από τον Θεό; Εκείνο το οποίο διατάχθηκε να ζητεί, δηλαδή τη βασιλεία Του, ώστε να την κληρονομήσουν οι πιστοί και να γίνουν άγιοι καθώς είναι Άγιος Αυτός που τους εκάλεσε. Αν λοιπόν δέεται και ικετεύει γι’ αυτά, είναι φανερό ότι και ευχαριστεί γι’ αυτά. Εύχεται δηλαδή να τελειωθούν οι πιστοί στην αγιότητα, και γι’ αυτό είναι επόμενο και αναγκαίο να ευχαριστεί τον Θεό για τους ήδη τελειωθέντες αγίους. Λόγω αυτής της ευχαριστίας υπέρ των αγίων η τελετή αυτή ονομάζεται Ευχαριστία. Διότι αν και μνημονεύει εδώ και πολλά άλλα, ωστόσο οι άγιοι είναι το τέλος όλων και γι’ αυτούς ζητούνται τα υπόλοιπα• ώστε όταν η Εκκλησία ευχαριστεί για εκείνα, ευχαριστεί για την τελείωση των αγίων. Όπως δηλαδή ο Κύριος, όσα έκανε, τα έκανε για να συστήσει τη χορεία των αγίων, έτσι και η Εκκλησία, όταν υμνεί τον Θεό για όλα εκείνα τα αγαθά, το πράττει με το βλέμμα προσηλωμένο στη χορεία των αγίων. Γι’ αυτό το λόγο, όταν παρέδιδε το μυστήριο αυτό ο Σωτήρας, το παρέδιδε ευχαριστώντας τον Πατέρα, διότι με αυτό έμελλε να μας ανοίξει τον ουρανό και να συνάξει εκεί αυτή την «πανηγύρι των πρωτοτόκων». Αυτόν μιμείται η Εκκλησία, και κάνει την προσφορά των δώρων όχι μόνο ικετήρια, αλλά και ευχαριστήρια. Και τούτο το δείχνει βέβαια και από άλλα μέρη, κυρίως όμως από την ευχή στην οποία περιέχεται όλος ο σκοπός της θείας λειτουργίας. Διότι αφού διηγηθεί όλα όσα μας έδωσε ο Θεός και ευχαριστήσει για όλα και προσθέσει στο τέλος τη σωματική παρουσία του Κυρίου και την παράδοση του μυστηρίου τούτου και ότι ο Κύριος έδωσε εντολή να το τελούμε κι εμείς, καταλήγει: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γενομένων, του σταυρού», και αφού αναφέρει όλα τα μετά τον σταυρό, έπειτα λέγει: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών».

25. Βλέπεις; Θυμόμαστε, λέγει, τις ευεργεσίες Σου και γι’ αυτό σου προσφέρουμε αυτά τα δώρα. Αυτό είναι ευχαριστία, να τιμούμε με δώρα τον ευεργέτη για τα αγαθά που ήδη μας έδωσε. Κατόπιν, δείχνοντας σαφέστερα την ευχαριστία, λέγει: Προσφέροντας αυτά τα δώρα, σε υμνούμε, σε ευλογούμε, σε ευχαριστούμε, Κύριε, και σε ικετεύουμε, Θεέ μας.

26. Αυτή είναι η έννοια, λέγει η Εκκλησία, της προσφοράς των δώρων: ο ύμνος, η ευχαριστία, η ικεσία, όπως λέγαμε από την αρχή, ώστε να είναι συγχρόνως ευχαριστία και ικεσία.

27. Και αυτά τα κάνουμε, λέγει, ενθυμούμενοι δύο πράγματα, την εντολή που Αυτός μας έδωσε λέγοντας «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», και όλα όσα έγιναν για χάρη μας. Διότι η μεν ανάμνηση γενικά των ευεργεσιών μας παρακινεί σε ανταπόδοση και στο να προσφέρουμε κάτι σ’ Εκείνον που μας χάρισε αναρίθμητες ευεργεσίες, η δε ανάμνηση της εντολής μας διδάσκει και το είδος της ανταποδόσεως και ποια δώρα πρέπει να προσφέρουμε. Προσφέρουμε εκείνη την ίδια προσφορά που σου προσέφερε, Θεέ και Πατέρα, ο μονογενής Σου Υιός, και προσφέροντας σε ευχαριστούμε, διότι κι Εκείνος, όταν την προσέφερε, σε ευχαριστούσε. Γι’ αυτό τίποτε δικό μας δεν προσθέτουμε σ’ αυτή την προσφορά. Διότι ούτε τα δώρα είναι δικά μας έργα, αλλά δικά Σου, που είσαι δημιουργός των πάντων, ούτε δική μας επινόηση είναι ο τύπος της λατρείας, ούτε εμείς προθυμοποιηθήκαμε, ούτε από τον εαυτό μας κινηθήκαμε γι’ αυτή, αλλά εσύ ο ίδιος μας δίδαξες, εσύ μας προέτρεψες δια του μονογενούς Σου Υιού. Γι’ αυτό, αυτά που σου προσφέρουμε προέρχονται από τα δικά Σου, από εκείνα που μας έδωσες. Δικά Σου είναι καθ’ όλα και σε όλα.

28. Έτσι και για την ίδια την ευχαριστήρια προσφορά οφείλουμε στον Θεό μια νέα ευχαριστία, διότι τίποτε από την προσφορά αυτή δεν είναι δικό μας, αλλά ολόκληρη είναι δώρο Εκείνου, και αυτό ακόμη το να τη θέλουμε και να την τελούμε Αυτός το ενεργεί μέσα μας, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο. Γι’ αυτό στις ευχές λέγεται και τούτο: «Σε ευχαριστούμε και γι’ αυτή τη λειτουργία, την οποία αξίωσες να δεχθείς από τα χέρια μας».

Αυτά λοιπόν είναι που μας διδάσκουν ότι η μνημόνευση των Αγίων στη λειτουργία δεν είναι ικεσία προς τον Θεό υπέρ αυτών, αλλά ευχαριστία.

(Αντιθέτως απο τις βλασφημίες του Βαρθολομαίου εναντίον των Πατέρων του σχίσματος)

Συνεχίζεται..

Αμέθυστος

>Ερμηνεία στη θεία λειτουργία – Νικολάου Καβάσιλα

>Συνέχεια από Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 49

Εναντίον αυτών που ισχυρίζονται ότι η μνημόνευση των αγίων στη λειτουργία από τον ιερέα είναι ικεσία στον Θεό γι’ αυτούς

1. Σ’ αυτό το σημείο μερικοί πλανήθηκαν, με το να νομίσουν ότι η μνημόνευση των αγίων στον Θεό είναι ικεσία γι’ αυτούς και όχι ευχαριστία. Δεν γνωρίζω από που πήραν τις αφορμές αυτών των λογισμών. Διότι ούτε από τα πράγματα ούτε από τα σχετικά λόγια της ιερουργίας βγαίνει να πιστεύουμε κάτι τέτοιο.

2. Από τα πράγματα καθόλου δεν φαίνεται ότι επιτρέπεται να νομίσουμε κάτι τέτοιο.

3. Διότι αν η Εκκλησία εύχεται υπέρ των αγίων, θα ευχόταν οπωσδήποτε εκείνα τα οποία συνηθίζει να εύχεται παντού. Και ποια είναι εκείνα που εύχεται για τους κεκοιμημένους; Άφεσις αμαρτιών, κληρονομία της βασιλείας, ανάπαυση στους κόλπους του Αβραάμ μαζί με τους τετελειωμέμους αγίους. Έκτος από αυτά δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να εύχεται η Εκκλησία για τους κεκοιμημένους. Αυτά είναι τα όρια της ικεσίας μας προς τον Θεό. Διότι δεν επιτρέπεται να εύχεται κανείς για ό,τι επιθυμήσει, αλλά και σ’ αυτό υπάρχει νόμος και όριο που δεν επιτρέπεται να υπερβεί κανείς. Διότι δεν γνωρίζουμε τί και πώς να προσευχηθούμε, αλλά το ίδιο το Πνεύμα «εντυγχάνει» για χάρη μας, δηλαδή μας διδάσκει για ποια πρέπει να προσευχόμαστε. Έτσι το εξέλαβαν οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας.

4. Ψάξε λοιπόν σε όλες τις τελετές και ιερολογίες, αν υπάρχει κάτι πέρα απ’ όσα είπαμε, που να εύχεται η Εκκλησία. Δεν θα βρεις τίποτε.

5. Θα προσευχηθούν λοιπόν οι ιερείς για άφεση αμαρτιών των αθώων, σαν να είναι ακόμη ένοχοι και υπόδικοι• θα προσευχηθούν για τους αγίους, σαν να μην είναι ακόμη αγιασμένοι, να αναπαυθούν μαζί με τους αγίους• θα προσευχηθούν για τελείωση των τελείων, σαν να μην είναι τέλειοι.

6. Έτσι όμως θα αμαρτάνουν οπωσδήποτε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ή δηλαδή ομολογούν τη μακαριότητα και την τελειότητα των αγίων, οπότε φλυαρούν θεληματικά ενώπιον του Θεού κάνοντας μάταιη ευχή για τους αγίους, πράγμα που ανήκει σ’ εκείνους που εμπαίζουν τα θεία και όχι σε ιερείς. Ή εύχονται σοβαρά, νομίζοντας ότι έτσι ωφελούν τους αγίους, οπότε αρνούνται τη δόξα τους, το οποίο είναι βλασφημία όχι μόνο των αγίων, αλλά και του ίδιου του Θεού, σαν να μην ετήρησε τις υποσχέσεις που έδωσε ότι θα δοξάσει τους αγίους και θα τους χαρίσει τη βασιλεία Του.

7. Μάλλον δε και τα δύο είναι σαφής βλασφημία. Με το δεύτερο αρνούνται εντελώς τη μακαριότητα των αγίων, ενώ με το πρώτο κάνουν εκείνα που κάνουν οι αρνητές της μακαριότητας των αγίων. Διότι εκείνους τους οποίους πιστεύουν ότι είναι μακάριοι και έχουν καταταχθεί μεταξύ των υιών και είναι κληρονόμοι της βασιλείας, τους παρουσιάζουν ότι είναι αβράβευτοι και ατίμητοι και υπόλογοι, με όσα έχουν την αξίωση να προσεύχονται γι’ αυτούς.

8. Έτσι λοιπόν φαίνεται από τα ίδια τα πράγματα ότι είναι άτοπο να νομίζει κανείς ότι η εκ μέρους της Εκκλησίας προσφορά προς τον Θεό υπέρ των αγίων είναι προσφορά ικεσίας.

9. Ας δούμε τώρα και τα ίδια τα λόγια της ευχής.

10. «Έτι προσάγομέν Σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων, προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων, κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, εγκρατευτών, και παντός πνεύματος εν πίστει τετελειωμένου• εξαιρέτως δε της παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, του αγίου Ιωάννου του προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων αποστόλων, και πάντων των αγίων, ων ταις ικεσίαις επίσκεψαι ημάς, ο Θεός• και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως και ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς οπού επισκοπεί το φως του προσώπου Σου».

11. Αυτά είναι τα λόγια της ευχής. Σ’ αυτά δεν περιέχεται καμιά ικεσία προς τον Θεό για τους αγίους, ούτε εύχεται γι’ αυτούς ο ιερεύς τίποτε από τα συνηθισμένα. Άλλα όταν μνημονεύσει τους άλλους κεκοιμημένους πιστούς, ευθύς προσθέτει ευχή γι’ αυτούς: «ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». Για τους αγίους όμως γίνεται εντελώς το αντίθετο• διότι δεν μεσιτεύει γι’ αυτούς, αλλά μάλλον τους προτείνει ως μεσίτες. Αφού δηλαδή πει και απαριθμήσει τους Αγίους, προσθέτει: «ων ταις πρεσβείαις επίσκεψαι ημάς, ο Θεός».

12. Εκείνο όμως που κυρίως αποδεικνύει ότι αυτά τα λόγια δεν είναι κάποια δέηση και ικεσία, αλλά ευχαριστία στον Θεό για τους αγίους, είναι ότι σ’ αυτόν τον κατάλογο συμπεριλαμβάνεται και η Μητέρα του Θεού. Δεν θα συμπεριλαμβανόταν βέβαια, αν οι αναφερόμενοι στον κατάλογο είχαν ανάγκη μεσιτείας, αφού η Θεοτόκος είναι πέρα από κάθε μεσιτεία, όχι μόνο της ανθρώπινης ιεραρχίας, αλλά και της ιεραρχίας των αγγέλων, αφού είναι ασυγκρίτως αγιότερη και από αυτούς τους ανώτατους νόες.

13. Άλλα, θα πει κανείς, ο Χριστός είναι εκείνος που τελεί αυτή την ιερουργία. Τί το παράδοξο λοιπόν αν μεσιτεύσει για τους αγίους και για την ίδια την Μητέρα Του;

14. Αυτό δεν έχει κανένα λόγο να γίνει. Διότι δεν είναι αυτός ο τρόπος της μεσιτείας του Χριστού. Ο Χριστός έγινε βέβαια μεσίτης Θεού και ανθρώπων, όχι όμως με κάποια λόγια και ευχές, αλλά δια μέσου του εαυτού Του. Επειδή ήταν ο ίδιος Θεός και άνθρωπος, ένωσε τον Θεό με τους ανθρώπους, θέτοντας τον εαυτό Του κοινό σύνορο μεταξύ των δύο φύσεων, θείας και ανθρώπινης. Το να νομίζουμε ότι Αυτός με τις ευχές της θείας λειτουργίας μεσιτεύει πάντοτε, είναι ολότελα βλάσφημο και άτοπο.

15. Διότι αν και Αυτός είναι που τελεί την ιερουργία, ωστόσο δεν θα αποδώσουμε σ’ Αυτόν όλα όσα γίνονται και λέγονται εκεί. Το έργο της μυσταγωγίας και τον σκοπό, δηλαδή το να αγιασθούν τα δώρα και να αγιάσουν τους πιστούς, τα τελεί μόνος Του ο Χριστός. Οι σχετικές όμως ευχές και δεήσεις και ικεσίες είναι του ιερέως. Εκείνα είναι του Κυρίου, αυτά είναι του δούλου. Ο ιερεύς εύχεται, ο Χριστός εκπληρώνει τις ευχές. Ο Σωτήρας δίνει, ο ιερεύς ευχαριστεί για τα δοθέντα. Ο ιερεύς προσφέρει τα δώρα, ο Κύριος τα δέχεται. Προσφέρει βέβαια και ο Κύριος• αλλά προσφέρει στον Πατέρα τον εαυτό Του και τα δώρα αυτά, όταν γίνουν Αυτός, όταν δηλαδή μεταβληθούν στο σώμα και αίμα Του. Και επειδή προσφέρει τον εαυτό Του, γι’ αυτό λέγεται ότι ο ίδιος είναι και προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος• προσφέρων μεν και προσδεχόμενος ως Θεός, προσφερόμενος δε ως άνθρωπος. Τον άρτο όμως και τον οίνο εφόσον είναι ακόμη δώρα, τα προσφέρει ο ιερεύς, τα δέχεται δε ο Κύριος.

16. Με ποια πράξη δέχεται τα δώρα; Με το να τα αγιάζει, με το να τα μεταβάλλει στο σώμα και αίμα Του. Αυτό είναι η αποδοχή, η οικειοποίηση όπως είπαμε. Αυτός είναι ο τρόπος με τον όποιο ο Χριστός ιερουργεί αυτή την ιερουργία. Αυτά είναι που συνιστούν την Ιερωσύνη Του.

17. Αν τώρα, έκτος από αυτά που είπαμε, υποστηρίζει κανείς ότι και οι ευχές της μυσταγωγίας, ή όλες ή μερικές, είναι του Χριστού, αυτός δεν διαφέρει διόλου από τους ασεβείς εκείνους που τόλμησαν να καταλύσουν τη δόξα Του. Ανάγνωσε όλες τις ευχές και θα αντιληφθείς ότι όλα τα λόγια τους είναι λόγια δούλων. Ανάγνωσε και την ευχή που μνημονεύει τους αγίους, την οποία τολμούν να αποδίδουν στον Χριστό, και δεν θα βρεις εκεί τίποτε που να αρμόζει σε Υιό ομότιμο με τον Πατέρα, άλλα όλα να είναι λόγια δούλων. Πρώτα πρώτα, η ευχαριστία αυτή δε γίνεται από ένα πρόσωπο, αλλά είναι κοινή ευχαριστία όλου του ανθρώπινου γένους, όπου ευχαριστούν άνθρωποι οι οποίοι αμάρτησαν, αλλά δεν εγκαταλείφθηκαν από τη φιλανθρωπία του Θεού. Έπειτα, την ευχαριστία αυτή δεν την απευθύνουν μόνο στον Πατέρα, αλλά και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Ακόμη, μνημονεύουν και την Μητέρα του Θεού, σαν δούλοι την Κυρία τους, και ζητούν με τις πρεσβείες αυτής και των αγίων να αξιωθούν της σκέπης και της πρόνοιας του θεού.

18. Αυτά λοιπόν τί κοινό έχουν με τον ένα Κύριο, τον μονογενή Υιό του Θεού, τον αναμάρτητο, τον Δεσπότη των πάντων; «Ευχαριστούμεν Σοι, λέγει, και τω Υιώ Σου τω μονογενεί». Λοιπόν ο Χριστός ευχαριστεί τον μονογενή Υιό του Θεού; Και έτσι θα έχουμε δύο Υιούς, σύμφωνα με την μανία του Νεστορίου. Τόσο ασεβές και ανόητο είναι να νομίζουμε ότι ο Χριστός πρεσβεύει υπέρ των αγίων και να του αποδίδουμε τέτοια πρεσβεία και μεσιτεία.

19. Αποδείξαμε ότι δεν είναι αυτή η έννοια των ιερών τύπων. Απομένει λοιπόν αυτά τα λόγια να είναι όχι ικεσία, αλλά ευχαριστία.

20. Ναι, θα πει κάποιος, αλλά αυτό δεν το επιτρέπει η λέξις, η οποία είναι σαφώς ικετευτική, εφόσον η πρόθεση «υπέρ» σημαίνει ικεσία.

Αυτό δεν είναι απαραίτητο• διότι δεν φανερώνει παντού τη δέηση. Διότι όχι μόνο όταν παρακαλούμε, αλλά και όταν ευχαριστούμε μεταχειριζόμαστε την πρόθεση «υπέρ». Αυτό φαίνεται από πολλά μέρη και από την παρούσα ευχή: «Υπέρ τούτων, λέγει, απάντων ευχαριστούμεν Σοι και τω μονογενεί Σου Υιώ και τω Πνεύματί Σου τω Αγίω», «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ων ουκ ίσμεν», Ευχαριστούμεν Σοι, «και υπέρ της λειτουργίας ταύτης, ην εκ των χειρών ημών δέξασθαι κατηξίωσας». Βλέπεις ότι η πρόθεση «υπέρ» χρησιμοποιείται και στην ευχαριστία; Λοιπόν δεν απομένει καμιά πρόφαση γι’ αυτήν την πλάνη.

21. Έτσι λοιπόν είναι αδύνατο να είναι ικεσία η μνημόνευση των Αγίων. Το ότι είναι ευχαριστήρια η ευχή, το αποδεικνύει το γεγονός ότι δεν είναι ικεσία. Διότι κατ’ ανάγκην ένα από τα δύο θα είναι, ή ικεσία ή ευχαριστία, επειδή μόνο με τους δύο αυτούς τρόπους θυμίζουμε στον Θεό τα αγαθά που μας κάνει, ή για να τα λάβουμε ή διότι ήδη τα λάβαμε• το πρώτο μεν είναι ικεσία, το δε άλλο ευχαριστία. Το αποδεικνύει ακόμη και το ότι η μεγαλύτερη απ’ όλες τις δωρεές του Θεού προς τους ανθρώπους είναι η τελείωσις των αγίων, και γι’ αυτό δεν επιτρέπεται η Εκκλησία να μην εκφράζει ευγνωμοσύνη στον Θεό για τους αγίους. Και τί λέγω ότι η μεγαλύτερη δωρεά του Θεού είναι η τελείωσι των αγίων; Αφού αυτή είναι όλη η δωρεά του Θεού. Διότι όλων των αγαθών που πρόσφερε ο Θεός στο ανθρώπινο γένος αυτό είναι το τέλος και ο καρπός: οι χορείες των αγίων. Και γι’ αυτό το σκοπό δημιουργήθηκε ο ουρανός και η γη και όλα τα ορατά• γι’ αυτό ο παράδεισος, γι’ αυτό οι προφήτες, γι’ αυτό σαρκώθηκε ο ίδιος ο Θεός, γι’ αυτό οι διδασκαλίες Του, τα έργα Του, τα πάθη Του, ο θάνατος Του: για να μετοικήσουν οι άνθρωποι από τη γη στον ουρανό και να γίνουν κληρονόμοι της εκεί βασιλείας.

22. Αν λοιπόν υπάρχει κάποια ευχαριστία στην τελετή, και αν τα δώρα αυτά είναι ευχαριστήρια όπως είναι και ικετήρια, τότε κατ’ ανάγκην το κύριο αίτιο και η αφορμή της ευχαριστίας είναι οι τελειωθέντες άγιοι.

23. Πράγματι, τί είναι εκείνο που προκαλεί σ’ εμάς την ευχαριστία; Δεν είναι το να ζητούμε κάτι και να λάβουμε αυτό που ζητούμε; Αυτό είναι φανερό σε όλους. Επομένως αυτό που ζητούμε ταυτίζεται με αυτό για το οποίο ευχαριστούμε.

24. Τί ζητεί λοιπόν η Εκκλησία από τον Θεό; Εκείνο το οποίο διατάχθηκε να ζητεί, δηλαδή τη βασιλεία Του, ώστε να την κληρονομήσουν οι πιστοί και να γίνουν άγιοι καθώς είναι Άγιος Αυτός που τους εκάλεσε. Αν λοιπόν δέεται και ικετεύει γι’ αυτά, είναι φανερό ότι και ευχαριστεί γι’ αυτά. Εύχεται δηλαδή να τελειωθούν οι πιστοί στην αγιότητα, και γι’ αυτό είναι επόμενο και αναγκαίο να ευχαριστεί τον Θεό για τους ήδη τελειωθέντες αγίους. Λόγω αυτής της ευχαριστίας υπέρ των αγίων η τελετή αυτή ονομάζεται Ευχαριστία. Διότι αν και μνημονεύει εδώ και πολλά άλλα, ωστόσο οι άγιοι είναι το τέλος όλων και γι’ αυτούς ζητούνται τα υπόλοιπα• ώστε όταν η Εκκλησία ευχαριστεί για εκείνα, ευχαριστεί για την τελείωση των αγίων. Όπως δηλαδή ο Κύριος, όσα έκανε, τα έκανε για να συστήσει τη χορεία των αγίων, έτσι και η Εκκλησία, όταν υμνεί τον Θεό για όλα εκείνα τα αγαθά, το πράττει με το βλέμμα προσηλωμένο στη χορεία των αγίων. Γι’ αυτό το λόγο, όταν παρέδιδε το μυστήριο αυτό ο Σωτήρας, το παρέδιδε ευχαριστώντας τον Πατέρα, διότι με αυτό έμελλε να μας ανοίξει τον ουρανό και να συνάξει εκεί αυτή την «πανηγύρι των πρωτοτόκων». Αυτόν μιμείται η Εκκλησία, και κάνει την προσφορά των δώρων όχι μόνο ικετήρια, αλλά και ευχαριστήρια. Και τούτο το δείχνει βέβαια και από άλλα μέρη, κυρίως όμως από την ευχή στην οποία περιέχεται όλος ο σκοπός της θείας λειτουργίας. Διότι αφού διηγηθεί όλα όσα μας έδωσε ο Θεός και ευχαριστήσει για όλα και προσθέσει στο τέλος τη σωματική παρουσία του Κυρίου και την παράδοση του μυστηρίου τούτου και ότι ο Κύριος έδωσε εντολή να το τελούμε κι εμείς, καταλήγει: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γενομένων, του σταυρού», και αφού αναφέρει όλα τα μετά τον σταυρό, έπειτα λέγει: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών».

25. Βλέπεις; Θυμόμαστε, λέγει, τις ευεργεσίες Σου και γι’ αυτό σου προσφέρουμε αυτά τα δώρα. Αυτό είναι ευχαριστία, να τιμούμε με δώρα τον ευεργέτη για τα αγαθά που ήδη μας έδωσε. Κατόπιν, δείχνοντας σαφέστερα την ευχαριστία, λέγει: Προσφέροντας αυτά τα δώρα, σε υμνούμε, σε ευλογούμε, σε ευχαριστούμε, Κύριε, και σε ικετεύουμε, Θεέ μας.

26. Αυτή είναι η έννοια, λέγει η Εκκλησία, της προσφοράς των δώρων: ο ύμνος, η ευχαριστία, η ικεσία, όπως λέγαμε από την αρχή, ώστε να είναι συγχρόνως ευχαριστία και ικεσία.

27. Και αυτά τα κάνουμε, λέγει, ενθυμούμενοι δύο πράγματα, την εντολή που Αυτός μας έδωσε λέγοντας «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», και όλα όσα έγιναν για χάρη μας. Διότι η μεν ανάμνηση γενικά των ευεργεσιών μας παρακινεί σε ανταπόδοση και στο να προσφέρουμε κάτι σ’ Εκείνον που μας χάρισε αναρίθμητες ευεργεσίες, η δε ανάμνηση της εντολής μας διδάσκει και το είδος της ανταποδόσεως και ποια δώρα πρέπει να προσφέρουμε. Προσφέρουμε εκείνη την ίδια προσφορά που σου προσέφερε, Θεέ και Πατέρα, ο μονογενής Σου Υιός, και προσφέροντας σε ευχαριστούμε, διότι κι Εκείνος, όταν την προσέφερε, σε ευχαριστούσε. Γι’ αυτό τίποτε δικό μας δεν προσθέτουμε σ’ αυτή την προσφορά. Διότι ούτε τα δώρα είναι δικά μας έργα, αλλά δικά Σου, που είσαι δημιουργός των πάντων, ούτε δική μας επινόηση είναι ο τύπος της λατρείας, ούτε εμείς προθυμοποιηθήκαμε, ούτε από τον εαυτό μας κινηθήκαμε γι’ αυτή, αλλά εσύ ο ίδιος μας δίδαξες, εσύ μας προέτρεψες δια του μονογενούς Σου Υιού. Γι’ αυτό, αυτά που σου προσφέρουμε προέρχονται από τα δικά Σου, από εκείνα που μας έδωσες. Δικά Σου είναι καθ’ όλα και σε όλα.

28. Έτσι και για την ίδια την ευχαριστήρια προσφορά οφείλουμε στον Θεό μια νέα ευχαριστία, διότι τίποτε από την προσφορά αυτή δεν είναι δικό μας, αλλά ολόκληρη είναι δώρο Εκείνου, και αυτό ακόμη το να τη θέλουμε και να την τελούμε Αυτός το ενεργεί μέσα μας, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο. Γι’ αυτό στις ευχές λέγεται και τούτο: «Σε ευχαριστούμε και γι’ αυτή τη λειτουργία, την οποία αξίωσες να δεχθείς από τα χέρια μας».

Αυτά λοιπόν είναι που μας διδάσκουν ότι η μνημόνευση των Αγίων στη λειτουργία δεν είναι ικεσία προς τον Θεό υπέρ αυτών, αλλά ευχαριστία.

(Αντιθέτως απο τις βλασφημίες του Βαρθολομαίου εναντίον των Πατέρων του σχίσματος)

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Ερμηνεία εις την θείαν λειτουργίαν – Νικολάου Καβάσιλα

>Συνέχεια από Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 48

Για ποιο λόγο με αυτά τα δώρα τιμούμε και προσκυνούμε τους αγίους

1. Στο ζήτημα αυτό ακολουθεί και το παρακάτω.

2. Αν δηλαδή αυτά τα άγια δώρα αφιερώνονται μεν στον Θεό, αγιάζουν δε εκείνους που έχουν ανάγκη αγιασμού, τότε γιατί πιστεύουμε ότι και τους αγίους και σε όλα τελείους τους τιμούμε με την προσφορά αυτών των δώρων; Και όταν χρειαστούμε κάτι και τους καλέσουμε σε βοήθεια, γιατί υποσχόμαστε να προσφέρουμε σ’ αυτούς τη λειτουργία αυτών των δώρων, σαν να πρόκειται να τα αφιερώσουμε σ’ αυτούς, ή υπέρ αυτών; Για να γίνουν καλύτεροι;

3. Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχει και άλλος τρόπος της προσφοράς αυτών των δώρων, όπως έχω πει προηγουμένως (κεφ. 33). Σύμφωνα με αυτόν τα δώρα αυτά γίνονται και των αγίων, όταν προσφέρονται ως ευχαριστήρια στον Θεό, για τη δόξα με την όποια Αυτός τους δόξασε και για την τελείωση με την οποία τους τελειοποίησε. Τα δώρα αυτά, είναι μεν του Θεού, διότι αφιερώνονται σ’ Αυτόν, είναι και των πιστών, που έχουν ανάγκη από βοήθεια, ως βοηθήματα, είναι όμως και των αγίων, διότι για χάρη τους προσφέρονται στον Θεό.

4. Κάθε τι που δόθηκε για χάρη μου, εγώ το λαμβάνω, οποίος και αν είναι εκείνος που το δέχεται. Τα δώρα που μας δίνονται από οποιονδήποτε, δεν τα λαμβάνουμε όλα μόνο με τα δικά μας χέρια, αλλά και με τα χέρια των φίλων και των συγγενών και γενικά όλων εκείνων στους οποίους ο δωρητής δίνει δώρο για να ευχαριστήσει εμάς. Γι’ αυτό και ο Κύριος, όταν λαμβάνουν οι φτωχοί, λέγει ότι λαμβάνει ο ίδιος, επειδή εκείνοι που δίνουν σ’ αυτούς το κάνουν για χάρη Του. Έτσι και οι άγιοι δέχονται αυτά τα δώρα, διότι για χάρη τους προσφέρονται στον Θεό. Διότι όπως η ελεημοσύνη γίνεται για την αγάπη του Χριστού, έτσι και η προσφορά αυτή γίνεται για την αγάπη των αγίων. Επειδή αγαπούμε πολύ τους αγίους, θεωρούμε τα αγαθά τους σαν δικά μας και χαιρόμαστε μαζί τους για την ευδαιμονία τους, σαν να μετέχουμε κι εμείς των αγαθών. Έτσι με το να χαιρόμαστε για τις δωρεές που χάρισε σ’ αυτούς ο Κύριος, ευχαριστούμε Αυτόν που τις έδωσε και του προσφέρουμε τα ευχαριστήρια δώρα.

5. Δεν είναι όμως μόνο αυτή η αιτία που δέχονται τα δώρα οι άγιοι, ότι δηλαδή αυτά προσφέρονται για την αγάπη τους, αλλά είναι και κάτι άλλο που είναι πολύ γλυκύ κι ευχάριστο σ’ αυτούς• θέλω να πω, ότι χάρη σ’ αυτούς δέχεται ο Θεός ευχαριστίες και δοξάζεται. Όπως δηλαδή το μέγιστο αμάρτημα των πονηρών ανθρώπων είναι που βλασφημείται το όνομα του Θεού εξαιτίας τους, έτσι για τους αγίους μεγάλο και περισπούδαστο κατόρθωμα είναι το να δοξάζεται γι’ αυτούς ο Θεός. Αυτό, και όταν ζούσαν με σώμα ήταν διηνεκής αγώνας τους, και τώρα που πήγαν στον ουρανό είναι έργο αδιάκοπο και τρυφή και κύριο στοιχείο της μακαριότητας τους. Διότι όταν τότε, που τα αγαθά ήταν γι’ αυτούς μόνο αντικείμενο ελπίδων, ζούσαν ευχαριστώντας για όλα τον Θεό και κάνοντας όλα για τη δόξα του θεού, τί πρέπει να σκεπτόμαστε γι’ αυτούς τώρα που η ευγνωμοσύνη τους είναι πολύ μεγαλύτερη καθώς έγιναν ήδη τέλειοι σε κάθε αρετή, τα δε αγαθά δεν τα ελπίζουν πλέον, αλλά γνωρίζουν με την ίδια την πείρα τους την φιλοτιμία του Κυρίου; Διότι τώρα βλέπουν τους εαυτούς των τί ήταν και τί έγιναν: από χωματένιοι έγιναν ήλιοι• από άτιμοι δούλοι, υιοί τιμημένοι και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών• από υπόλογοι, δυνατοί να ελευθερώνουν και άλλους από την ευθύνη με την παρρησία που έχουν εμπρός στον Δικαστή. Γι’ αυτό ούτε χορταίνουν ποτέ να υμνούν τον θεό, ούτε νομίζουν ότι αρκούν μόνοι τους να τον ευχαριστούν. Γι’ αυτό επιθυμούν, όλα τα όντα, και άγγελοι και άνθρωποι, να συνεργάζονται μαζί τους στους ύμνους, για να εξοφληθεί πιο κοντά στην αξία του το χρέος τους, η ευχαριστία του Θεού, με το να πολλαπλασιασθεί αυτή με την προσθήκη και άλλων υμνητών.

6. Και μάρτυρες σ’ αυτό είναι οι άγιοι τρεις παίδες μαζί με τον Αζαρία, οι όποιοι νίκησαν τη φωτιά και έλαβαν από τον θεό αυτή τη χάρη. Επειδή δηλαδή έπρεπε να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους προς τον σωτήρα Θεό για την παράδοξη αυτή σωτηρία και να τον υμνήσουν, δεν τους άρεσε να υμνήσουν μόνον αυτοί, ούτε θεώρησαν αρκετή τη δική τους φωνή, αλλά συγκάλεσαν και τους αγγέλους και όλα τα γένη των ανθρώπων, και αυτόν ακόμη τον ουρανό και τον ήλιο και τα άστρα και τη γη και τα όρη και όλα τα άλογα ζώα και τα άψυχα και γενικά όλη την κτίση. Τόσο μεγάλη είναι η επιθυμία των αγίων να υμνείται ο θεός, και όταν ζουν ακόμη με σώμα, και πολύ περισσότερο όταν απαλλαγούν από το σώμα.

7. Επομένως όποιος μνημονεύοντας τους αγίους και την ευδοκίμησή τους και τη μακαριότητα και τη δόξα τους υμνήσει τον Θεό που τους στεφάνωσε, προσφέρει σ’ αυτούς χάρη ανώτερη απ’ όλες τις χάρες• και μάλιστα όταν κάνει την ύμνηση όχι μόνο με λόγια, αλλά και με την προσφορά ευχαριστηρίων δώρων, και δώρων που είναι τόσο πολύ ευπρόσδεκτα στον Θεό και έχουν την ανώτατη αξία γι’ Αυτόν. Τότε πράγματι, όπως ο Σωτήρας δέχεται με ευμένεια αυτά τα δώρα που υπερβαίνουν κάθε νομική λατρεία και σαν ανταπόδοση μας δίνει το σώμα και το αίμα Του, έτσι και οι άγιοι χαίρονται με αυτά τα δώρα περισσότερο από κάθε άλλη τιμή, την οποία νομίζουμε ότι τους προσφέρουμε, και μας δίνουν ολόκληρο τον εαυτό τους για βοήθεια σε ό,τι είναι συμφέρον μας. Διότι σε όλα μιμούνται τον Κύριό τους.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Ερμηνεία εις την θείαν λειτουργίαν – Νικολάου Καβάσιλα

>Κεφάλαιο 46

Πώς αυτά τα δώρα είναι πάντοτε δεκτά από τον Θεό

1. Κατόπιν, ας εξετάσουμε κι εκείνο. Το ότι μεν από την τελετή αγιάζονται όλοι οι πιστοί είναι φανερό από εκείνα που ελέχθησαν. Εάν δε τούτο συμβαίνει πάντοτε, είναι άξιο να το εξετάσουμε.

2. Η ιερουργία αυτή είναι προσφορά δώρων, τα δε δώρα δεν είναι πάντοτε δεκτά από τον Θεό, αλλά υπάρχουν μερικά που εξαιτίας της πονηρίας των προσφερόντων μισούνται και αποπέμπονται, και γι’ αυτό υπάρχουν πολλές αποδείξεις τόσο στους παλαιούς όσο και στους ζώντες στην εποχή της χάριτος. Ας ερευνήσουμε λοιπόν μήπως και αυτά τα δώρα ενίοτε ματαίως ιερουργούνται και ως απαράδεκτα δεν αγιάζονται όπως υπόσχεται η τελετή, από το γεγονός ότι δεν προσφέρονται πάντοτε από αγαθούς άνδρες, αλλά μερικές φορές και από πονηρούς.

3. Ότι ο Θεός και αυτά τα δώρα τα αποστρέφεται όταν ο προσφέρων είναι βέβηλος, είναι φανερό από το ότι και η Εκκλησία αυτό κάνει. Διότι όσους γνωρίζει ότι αμαρτάνουν θανάσιμα δεν τους επιτρέπει να προσφέρουν τέτοια δώρα. Και αν τολμήσουν, δεν τους δέχεται, αλλά τους διώχνει μαζί με τα δώρα. Επειδή όμως η Εκκλησία δεν γνωρίζει καλά όλους αυτούς τους ανθρώπους, αλλά οι περισσότεροι μένουν άγνωστοι και δέχεται η θεία τράπεζα τα δώρα τους, τί πρέπει να νομίζουμε για τα δώρα αυτά; Άραγε είναι απαράδεκτα από τον θεό και στερούνται από κάθε αγιασμό; Και αν είναι έτσι το πράγμα, τότε δεν μπορούμε πλέον να γνωρίζουμε πότε έχουν αγιασθεί, διότι ως επί το πλείστον ή αμφιβάλλουμε για το ποιόν των προσφερόντων ή δεν το γνωρίζουμε καθόλου. Και έτσι οι πιστοί θα προσέρχονται με αβεβαιότητα και χωρίς πίστη στα μυστήρια και συνεπώς δεν θα ωφελούνται καθόλου από αυτά.

4. Τί μπορούμε λοιπόν να απαντήσουμε σ’ αυτά;

5. Ότι η προσφορά των δώρων γίνεται σε δύο στάδια. Πρώτη είναι ή προσφορά του πιστού που φέρνει τα δώρα και τα παραδίδει στα χέρια των ιερέων, και δεύτερη η προσφορά τους από την Εκκλησία προς τον Θεό.

6. Η πρώτη προσφορά, όταν ο προσφέρων είναι πονηρός, είναι μάταιη και δεν προξενεί κανένα όφελος σ’ εκείνον που προσφέρει τα δώρα, για το λόγο ότι αυτός είναι πονηρός• διότι τα προσφερόμενα αυτά καθ’ εαυτά δεν είναι βδελυκτά στον Θεό, επειδή κάθε κτίσμα του Θεού είναι καλό.

7. Τη δεύτερη όμως προσφορά που γίνεται από αγαθούς άνδρες για τη δόξα του Θεού και των αγίων, για τη σωτηρία της οικουμένης και γενικά για κάθε δίκαιο αίτημα, τίποτε δεν την εμποδίζει να είναι ευπρόσδεκτη. Διότι κανένας μολυσμός δεν αφέθηκε επάνω στα δώρα από τα χέρια εκείνου πού τα πρόσφερε στην αρχή, αλλά μένοντας καθαρά και προσφερόμενα από καθαρούς αγιάζονται και αγιάζουν εκείνους που κοινωνούν. Διότι δεν μπορεί ποτέ να τεθεί ακαθαρσία αμαρτίας σε κανένα από τα άλογα ή τα άψυχα, διότι η αμαρτία είναι νόσημα της προαιρέσεως, και μόνο τα λογικά όντα μπορούν να μολυνθούν από την αμαρτία.

8. Αφού λοιπόν είναι πάντοτε καθαρά τα δώρα που προσφέρονται από τους πονηρούς, γιατί ο νόμος της Εκκλησίας δεν τα δέχεται; Για να ντροπιάσει εκείνους που τα προσφέρουν, για να μάθουν την υπερβολική οργή του Θεού εναντίον τους, αφού Αυτός και τα κτίσματα Του ακόμη, εναντίον των οποίων δεν έχει τίποτε, εξαιτίας τους τα αποστρέφεται και τα μισεί˙ και μαθαίνοντας να φοβηθούν και να διορθώσουν τη ζωή τους. Στα ίδια όμως τα δώρα δεν καταλογίζει καμία κακία. Γι’ αυτό δεν υπάρχει εμπόδιο να γίνονται δεκτά τα δώρα και να αγιάζονται, όταν η δεύτερη προσφορά γίνεται από αγαθούς άνδρες.

9. Άλλα, θα πει κανείς, οι ιερείς που προσφέρουν τα δώρα δεν είναι όλοι αγαθοί, αλλά μερικοί νοσούν από την χειρότερη πονηρία. Έτσι ο λόγος μας καταλήγει στην ίδια απορία. Όταν λοιπόν τύχει και οι δύο προσφέροντες (ο πιστός και ο ιερεύς) να είναι μισητοί στον Θεό, πράγμα που μπορεί να συμβεί, από που εξασφαλίζεται το να είναι τα δώρα ευάρεστα στον Θεό και δεκτά και άγια και αγιαστικά; Από πουθενά. Άλλα τότε θα είναι πράγματι απαράδεκτα, σε κάθε άλλη δε περίπτωση αμφίβολα, επειδή θα υπάρχει αβεβαιότητα για το ποιόν εκείνων που προσφέρουν τα δώρα κι εκείνων που τα ιερουργούν. Διότι, όπως λέγει ο Απόστολος, κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τα του ανθρώπου, εκτός από το πνεύμα που είναι μέσα σ’ αυτόν. Και έτσι θα υπάρχει πολλή απιστία και αμφιβολία γύρω από την τελετή, και πουθενά η βεβαιότητα, και η μετάληψις των μυστηρίων δεν θα φέρει καμιά ωφέλεια στους πιστούς, αφού θα μεταλαμβάνουν χωρίς πίστη.

10. Αυτά θα έλεγε και θα απορούσε όποιος νομίζει ότι ο ιερεύς ο ίδιος είναι ο κύριος της προσφοράς αυτών των δώρων. Αλλά δεν είναι. Εκείνο που ενεργεί κυρίως αυτή την προσφορά είναι η χάρις, η οποία αγιάζει τα δώρα (διότι τούτο είναι η προσφορά των δώρων, ο αγιασμός τους), ο δε ιερουργός κάθε φορά είναι υπηρέτης της χάριτος. Διότι ο ιερεύς δεν προσφέρει τίποτε από τον εαυτό του, ούτε τολμά να πράξει ή να πει κάτι από τη δική του κρίση και σκέψη• αλλά μόνο εκείνα που παρέλαβε από την χάρη, είτε πράγμα είναι, είτε λόγο, είτε έργο, σύμφωνα με τον τρόπο που διατάχθηκε, το κομίζει και το αποδίδει στον Θεό. Και έτσι τα δώρα, προσφερόμενα πάντοτε κατά τρόπο ευάρεστο στον Θεό, κατ’ ανάγκην του είναι πάντοτε ευάρεστα και δεκτά.

11. Τί σημασία έχει αν ο κομιστής είναι ο ίδιος φαύλος; Διότι δεν προσθέτει τίποτε στα δώρα η φαυλότητα εκείνου, ούτε κάνει χειρότερη την προσφορά. Όπως και ένα φάρμακο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο αμαθή και τελείως άσχετο με την ιατρική τέχνη δεν εμποδίζεται να προξενεί την υγεία, αρκεί μόνο να κατασκευάστηκε με εντολή και σύμφωνα με όλες τις οδηγίες του γιατρού. Θα είναι λοιπόν το φάρμακο όχι μάταιο εξαιτίας της αμάθειας του κατασκευαστού, αλλά σωτήριο εξαιτίας της τέχνης του γιατρού. Διότι από την αμάθεια του κατασκευαστή δεν πήρε τίποτε, αλλά κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από την τέχνη του γιατρού.

12. Έτσι κι εδώ η θεία χάρη ενεργεί (εργάζεται) το παν. Ο ιερεύς είναι μόνο υπηρέτης που ούτε καν την ιδιότητα να υπηρετεί δεν την έχει από τον εαυτό του. Και τούτο γαρ παρά της χάριτος αυτώ (Διότι και αυτό από τη χάρι τού έρχεται). Πράγματι, αυτό είναι η ιερωσύνη, μία δύναμις υπηρετική (ένα διακόνημα) των ιερών.

Κεφάλαιο 47

Πόσο είναι δεκτά τα δώρα

1. Ότι όλα τα δώρα αγιάζουν όλους τους πιστούς και πάντοτε, αφού πάντοτε είναι δεκτά από τον Θεό, είναι φανερό απ’ όσα ειπώθηκαν. Στα επόμενα θα εξετάσουμε και πόσο είναι δεκτά.

2. Τί είναι εκείνο που κάνει δεκτό ένα δώρο μεταξύ των ανθρώπων; Τί κάνουμε με τα δώρα ώστε να θεωρηθεί ότι τα δεχθήκαμε; Μήπως ότι τα παίρνουμε στα χέρια μας και τα κρατούμε στην αγκαλιά; Καθόλου. Διότι πολλά ούτε να τα μεταφέρουν μπορούν, ούτε να τα δεχθούν στα χέρια εκείνοι που τα παίρνουν, όπως όταν το δώρο είναι χωράφι ή σπίτι ή κάτι τέτοιο.

3. Άλλα ποιο είναι εκείνο που σημαίνει την αποδοχή όλων των δώρων; Το να τα κατατάξει κανείς στα δικά του, το να τα οικειοποιηθεί. Αυτά τα δώρα λέγεται ότι γίνονται δεκτά.

4. Ο Θεός τόσο οικειοποιείται τα δώρα αυτά, ώστε τα ποιεί σώμα και αίμα του Μονογενούς. Αν λοιπόν δεν μπορούμε να διανοηθούμε τίποτε ίσο με αυτή την οικειοποίηση, άρα ούτε είναι δυνατόν να βρεθεί μέτρο για το πόσο αυτά τα δώρα είναι δεκτά.

5. Επίσης και από την ανταπόδοση για το δώρο φανερώνεται πόσο το δέχθηκε εκείνος που το έλαβε.

6. Ποια είναι λοιπόν εδώ η ανταπόδοση; Είναι ακριβώς το σώμα και το αίμα του Χρίστου. Ο Θεός, δεχόμενος από μας άρτο και οίνο, μας ανταποδίδει τον ίδιο τον Υιό. Και από που φαίνεται ότι αυτά μας δίνονται ως δώρα από τον Θεό αντί των δώρων πού προσφέραμε; Απ’ όσα μας είπε Εκείνος πού είναι ενδεδυμένος με αυτά λέγοντας «Λάβετε», διότι έτσι φανερώνεται το δώρο. Με τη λέξη αυτή δηλώνεται και εκείνος που δίνει, και εκείνος που δέχεται, και το ίδιο το δώρο.

7. Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να λάβει κανείς κάτι˙ να το λάβει σαν παρακαταθήκη, την οποία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν οι λαβόντες.

8. Εσύ όμως για να μη νομίσεις κάτι τέτοιο, αλλά για να δεις ότι είναι δικό σου, σε διέταξε και να το χρησιμοποιήσεις, λέγοντας: «Φάγετε».

9. Έτσι λοιπόν είναι δεκτά τα δώρα από τον Θεό, και μάλιστα με τόση υπερβολή.

10. Γι’ αυτό αγιάζουν πάντοτε όλες τις ψυχές των Χριστιανών, και ζώντων και νεκρών, τις ψυχές εκείνες που είναι ακόμη ατελείς κι έχουν ανάγκη αγιασμού. Διότι οι Άγιοι που έφθασαν στην τελειότητα στέκονται μαζί με τους Αγγέλους και είναι ήδη στην ουράνια ιεραρχία και δεν έχουν πλέον ανάγκη την επίγεια ιεραρχία.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Ερμηνεία εις την θείαν λειτουργίαν – Νικολάου Καβάσιλα

>Συνέχεια από Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Κεφάλαιο 38

Με ποιο τρόπο τα μυστήρια σημαίνουν την Εκκλησία

1. Σημαίνεται η Εκκλησία με τα μυστήρια, όχι όμως ως σύμβολα· αλλά είναι γι’ αυτήν ό,τι η καρδιά για τα μέλη και ό,τι η ρίζα του φυτού για τα κλαδιά και, όπως είπε ο Κύριος, ό,τι η άμπελος για τα κλήματα. Διότι εδώ δεν υπάρχει μόνο κοινό όνομα ή ομοιότης αναλογίας, αλλά πράγματος ταυτότης.

2. Και διότι σώμα και αίμα Χριστού τα μυστήρια. Για την Εκκλησία του Χριστού αυτά είναι αληθινή «βρώσις και πόσις». Και όταν μεταλαμβάνει η Εκκλησία από αυτά, δεν τα μεταβάλλει σε ανθρώπινο σώμα, όπως τις συνηθισμένες τροφές, αλλά η ίδια μεταβάλλεται σ’ εκείνα με το να υπερισχύουν τα ανώτερα. Το σίδερο, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, γίνεται και αυτό φωτιά, δεν κάνει τη φωτιά σίδερο. Και όπως το πυρακτωμένο σίδερο δεν το βλέπουμε ως σίδερο, άλλα ως φωτιά μόνο, καθώς τα χαρακτηριστικά του εξαφανίζονται από τη φωτιά, έτσι και την Εκκλησία του Χριστού, αν μπορούσε κανείς να τη δει καθώς είναι ενωμένη με τον Χριστό και κοινωνεί το σώμα Του, τίποτε άλλο δεν θα έβλεπε, παρά μόνο το σώμα του Κυρίου. Γι’ αυτό το λόγο γράφει ο Παύλος: «Εσείς είστε σώμα Χριστού» και «μέλη εκ μέρους». Ονομάζοντας τον Χριστό κεφαλή κι εμάς σώμα, δεν το κάνει για να φανερώσει τη σχετική μ’ εμάς πρόνοια και παιδαγωγία και νουθεσία Του, ή τη δική μας υποταγή σ’ Αυτόν. Δεν το λέγει, δηλαδή, όπως εμείς λέμε, υπερβολικά βέβαια, τους εαυτούς μας μέλη των συγγενών ή των φίλων μας. ‘Αλλά το λέγει σημαίνοντας εκείνο που έλεγε, ότι οι πιστοί ήδη ζουν χάρις στο Αίμα τούτο την εν Χριστώ ζωή και εξαρτώνται αληθινά από την Κεφαλή εκείνη και φορούν τούτο το Σώμα.

3. Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι καθόλου αταίριαστο το ότι εδώ με τα μυστήρια σημαίνεται η Εκκλησία.

(Συνεχίζεται)
 
Αμέθυστος