>Ὁ Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ ἐξ αιτίας τῆς Ἀποτείχισης παρερμηνεύει τὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου

>

πηγή : ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ

(Στὴ χθεσινὴ συνέντευξή του)
Γιατί μόνο κατά της αίρεσης και όχι και κατά του αιρεσιάρχη;
του Ομολογητού Θεολόγου κ. Παν. ΣΗΜΑΤΗ
Πάλι τάραξε τὰ νερὰ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ σὲ συνέντευξη ποὺ ἔδωσε στὸ Amen.

Εἶπε πολλὲς ἀλήθειες, ἔκανε ρήξεις, ἀλλὰ ἔκανε οὐσιαστικὰ πίσω καὶ ἀλλοίωσε τὸ νόημα καὶ τὸν χαρακτῆρα ποὺ εἶχε ἡ «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ».
Ἴσως γιατὶ αὐτὴ τὸν ἔφερνε ἀντιμέτωπο μὲ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, τὸν ὁποῖο ἀνωνύμως πλὴν σαφῶς ἡ «Ὁμολογία» ἐζωγράφιζε ὡς ἡγέτη τῶν οἰκουμενιστῶν, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης ἀντελήφθη, καὶ γι’ αὐτὸ ἀπαίτησε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὴν τιμωρία τῶν συγγραψάντων τὴν «Ὁμολογία».

Ὁ Πειραιῶς, ἀντίθετα, στὴν χθεσινὴ συνέντευξή του, ὡσὰν νὰ μὴ κατάλαβε ἐκεῖνο ποὺ καλῶς ἀντελήφθη ὁ κ. Βαρθολομαῖος, ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιο τοῦ Πατριάρχη (ἀλλὰ καὶ τοῦ Αὐστραλίας Στυλιανοῦ), μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Πατριάρχης εἶναι «πράγματι σταυρωμένος… μέσα στὸ βαθὺ καὶ σκληρὸ Κεμαλικὸ Τουρκικὸ καθεστώς»!

Καὶ βέβαια, ἂν ἔτσι νομίζει, θὰ μποροῦσε νὰ ὁμιλεῖ γιὰ «σταυρωμένο» Πατριάρχη.

Δὲν θὰ ἔπρεπε, ὅμως, νὰ ἀποφύγει νὰ μιλήσει ὁ κ. Σεραφεὶμ περὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τοῦ Πατριάρχη —ἀφοῦ γύρω ἀπὸ τὰ θέματα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ περιεστρέφετο ἡ συζήτηση.

Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκρύψει τὶς αἱρετικὲς θέσεις τοῦ Πατριάρχη, οἱ ὁποῖες καμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὴν διαφορετικὴ θρησκεία τῆς χώρας ποὺ διαμένει.

Θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζει, ὅτι δὲν ἀνάγκασε τὸν Πατριάρχη τὸ Τουρκικὸ καθεστὼς νὰ ἐκφράσει τὶς αἱρετικὲς θέσεις ποὺ ἔχουν καταγγελθεῖ ἐπανειλημμένως.

Η διατύπωση τῶν θέσεων αὐτῶν, ἀποτελεῖ συνειδητὴ ἐπιλογή του, ἀπότοκος τῆς ἔνταξῆς του στὸ παπο-προτεσταντικὸ οἰκουμενιστικὸ κλάμπ.

Μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ὁ κ. Σεραφείμ, μᾶς στενοχώρησαν ἰδιαιτέρως καὶ ἐξέπληξαν, γιατὶ λίγες μέρες πρίν, πρωτοπρεσβύτερος (ἀπὸ τοὺς ἡγέτες τοῦ ἀντι-οικουμενιστικοῦ χώρου), μᾶς καθησύχαζε πὼς ἀναπαύτηκε, ἐπειδὴ ἕνας ἐπίσκοπος τῆς ἐμβέλειας τοῦ Πειραιῶς, παίρνει ἀντιοικουμενιστικὲς θέσεις.

Φαντάζομαι, πὼς θὰ ἀπογοητεύτηκε κι αὐτός, ἀκούγοντας ἀπὸ τὸν Πειραιῶς τὴν ἐσκεμμένη παρερμηνεία τοῦ ΙΕ΄ Ἱεροῦ Κανόνος, ἀλλὰ καὶ τὴν προσποιητὴ ἄγνοιά του, ὅτι τάχα τὸ «κοινὸ ποτήριο» ποὺ θέτει ὡς ὅριο γιὰ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου, μέχρι σήμερα δὲν ἔχει συντελεστεῖ.

Μάλιστα, προέτρεψε τοὺς δημοσιογράφους νὰ καταγγείλουν, ἂν κάτι τέτοιο μάθουν!

Μὰ τὸ ἔχουν καταγγείλει ἤδη, Σεβασμιώτατε, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς κ. ἄ., καὶ τὸ μεταφέραμε καὶ ἐμεῖς στὸ πρόσφατο φυλλάδιο ποὺ σᾶς ἀποστείλαμε καὶ διαβάσατε, δίδοντάς μας συγχαρητήρια δι’ ἐπιστολῆς «διὰ τὸ ἀγωνιστικὸν φρόνημα ἐν τοῖς δυσχειμέροις καὶ πεισιθανάτοις καιροῖς τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ διὰ τὴν ὑμετέραν κραταιὰν ἀγάπην εἰς τὴν Ἀδιαίρετον, Ἀκαινοτόμητον, Ὀρθόδοξον, Καθολικὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν».

Βέβαια, μᾶς ἐπισημάνατε ἐσφαλμένως καὶ παρερμηνεύοντας Ἱερὸ Κανόνα, ὅτι «διὰ τὴν ἀποτείχισιν πρὸ συνοδικῆς διαγνώμης δὲν ἀρκοῦν μόνον αἱ φαιδρεπίφαιδροι, ἀνεπέρειστοι καὶ ἐν τέλει βλακώδεις δηλώσεις ὑπεροχικῶν προσώπων ἐκ σκοπιμοτήτων, ἰδιοτελείας, ἁβροφροσύνης ἢ ἄλλης τινὸς εὐτελοῦς αἰτίας γενόμεναι.

Κατὰ ταῦτα ἀκραδάντως πιστεύω, ὅτι κατὰ Θεὸν ἀρεστὴ τυγχάνει ἡ ὑμετέρα ἀγωνιστικότης καὶ ὁ ἔλεγχος ποὺ ἁγιοπατερικῶς ἀσκεῖτε ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἡ συγκεκριμένη κίνησις πηγάζει ἐξ ὑπερβάλλοντος ζήλου».

Θὰ θέλαμε νὰ ξέραμε, ἂν μεταξὺ τῶν «ὑπεροχικῶν προσώπων» συγκαταλέγεται καὶ ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ἢ τέλος πάντων ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ ὑπεροχικὰ πρόσωπα;

Εἶναι ὁρατὰ ἢ ἀόρατα;

Καὶ πῶς θὰ προφυλαγόμαστε ἀπ’ αὐτά, ἂν τὰ ἀγνοοῦμε;

Ὅμως, ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἔγκυροι ἑρμηνευτὲς τοῦ Ἱεροῦ Κανόνος, ὅπως ὁ κανονολόγος Βαλσαμῶν καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀκόμα καὶ ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, δὲν συμφωνοῦν μαζί σας.

Ἀλλοίμονο δέ, ἂν καὶ ἐσεῖς (καὶ οἱ πιστοὶ μαζί σας), ἐμπιστευόμαστε τὴν διαχείρηση τῆς Ὀρθόδοξης πίστης σὲ «ὑπεροχικὰ πρόσωπα» ποὺ ἐνεργοῦν «ἐκ σκοπιμοτήτων, ἰδιοτελείας, ἁβροφροσύνης ἢ ἄλλης τινὸς εὐτελοῦς αἰτίας».

Ἀλλοίμονο, ἂν ὑποστηρίξουμε ὅτι αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲν βλάπτουν καὶ δὲν ἀλλοιώνουν τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Ἀλλοίμονο ἂν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἐθεωροῦντο «φαιδρεπίφαιδροι, ἀνεπέρειστοι καὶ ἐν τέλει βλακώδεις οἱ δηλώσεις ὑπεροχικῶν προσώπων» (δηλαδὴ οἱ αἱρετικοὶ) καὶ οἱ ὅμοιοί των σήμερα ποὺ κηρύσσουν τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τότε, μήπως κυνηγοῦμε μιὰ αἵρεση «φαιδρεπίφαιδρη» καὶ ἀνυπόστατη καὶ ὡς «δονκιχῶται» κυνηγοῦμε ἀνεμόμυλους;

Ὄχι, βέβαια, γιατὶ οἱ αἱρέσεις ἦσαν ὑπαρκτές, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ πάντα «φαιδρεπίφαιδροι, ἀνεπέρειστοι καὶ ἐν τέλει βλακώδεις»!

Ἀρκούμαστε σ’ αὐτὰ τώρα, λόγῳ τῶν ἡμερῶν, καὶ ἐλπίζουμε μετὰ τὸ Πάσχα νὰ ἐπανέλθουμε ἀναλυτικότερα μὲ πατερικὰ κείμενα.

Τότε ἐν ἐκτάσει θὰ ἐξετάσουμε, ἂν ἰσχύει ἡ κατηγορία γιὰ «ζῆλο οὐ κατ’ ἐπίγνωση» ἢ μήπως κάποια ἡγετικὰ πρόσωπα ἐκφράζουν μιὰ διγλωσσία ποὺ καὶ τὸν Οἰκουμενισμὸ καταγγέλλει, ταυτόχρονα δὲ ἐκθειάζει καὶ τιμᾶ καὶ ἀπαλλάσσει κατηγοριῶν ὑπεροχικὰ πρόσωπα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως οἱ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος κ.λπ.

Νὰ διακριβώσουμε, ἂν γιὰ τοὺς ἐπισκόπους μας ἰσχύει τὸ τοῦ Κυρίου:

τὸ ναὶ νὰ εἶναι ναί, τὸ ὄχι νὰ εἶναι ὄχι.

Ἐδῶ παρουσιάζουμε ἀπὸ τὴν συνέντευξη, μόνο ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Πειραιῶς κ. Σεραφείμ γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τοὺς ἀγωνιζομένους ἐναντίον της, καὶ παρακαλοῦμε τοὺς γνῶστες τοῦ θέματος νὰ ἐπισημάνουν τὴν ἀλλαγὴ στάσεως ἀπέναντι στὴν «Ὁμολογία Πίστεως» ποὺ κάνει ὁ Σεβασμιώτατος.
* * *
«Δημοσιογρ. κ. Νικ. Παπαχρήστου: Ἡ Ἱεραρχία φαίνεται νὰ ἔχει πιὸ ἤπιους τρόπους διαχείρισης καὶ προσέγγισης αὐτῶν τῶν ζητημάτων.

Μητροπ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ: Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ποιμαινούσης Ἐκκλησίας εἶχε μία στάση ποὺ προσπαθοῦσε νὰ συμβιβάσει μερικὰ πράγματα στὸ σύγχρονο μεταβαλλόμενο κόσμο. [σ.σ. Εἶναι Πατερικὴ στάση ὁ συμβιβασμὸς τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν «σύγχρονο μεταβαλλόμενο κόσμο»; Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι θεοΐδρυτος ὀργανισμὸς, ἡ αὐτὴ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων;]. Καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, θέλω αὐτὴ τὴ στιγμὴ νὰ κάνω μία δήλωση, ὅτι κατανοῶ ἀπόλυτα καὶ ἀποδέχομαι ἀπόλυτα τὶς κινήσεις καὶ τὶς θέσεις τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι σταυρωμένος, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι ἕνα ὑπεροχικὸ πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνας πρωτιστεύων πρωθιεράρχης τεραστίου βεληνεκοῦς, καὶ καταλαβαίνω τὴν ἀνάγκη του, γιὰ νὰ ὑπάρξει μέσα στὸ βαθὺ καὶ σκληρὸ Κεμαλικὸ Τουρκικὸ καθεστὼς ἡ ἀνάγκη του στηρίξεως στὰ διεθνῆ fora καὶ τὶς κινήσεις ποὺ κάνει καὶ τὴν προσπάθεια νὰ ἀμβλύνει τὰ πράγματα. Ἐγὼ ὅμως, ὡς ἐπίσκοπος ἔχω τὴν ὑποχρέωση νὰ κινηθῶ πέραν τῆς διπλωματίας καὶ πέραν τῆς ἁβροφροσύνης καὶ νὰ πῶ τὰ πράγματα μὲ τ’ ὄνομά τους [σ.σ. Ὁ Πατριάρχης δὲν ἔχει τὴν ἴδια ὑποχρέωση ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἀλήθεια;]. Καὶ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴ τὴν εὐθύνη ποὺ ἐπωμίζεται ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν τὰ πράγματα. [σ.σ. Ἔχει τὴν ὑποχρέωση νὰ πεῖ τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους, ἀλλὰ ὄχι νὰ πεῖ τὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ κινοῦν τὰ πράγματα;].

»Ἔχω τὴν μεγαλειώδη τιμὴ νὰ ἕλκω τὴν ἀρχιερωσύνη μου …ἀπὸ τὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο… τῇ προτάσει τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ —εἰλικρινῶς τὸ λέω αὐτὸ μὲ συγκίνηση βαθειά— Πατρός μου καὶ εὐεργέτου μου, διϊστορικῶς καὶ διαχρονικῶς, ἄσχετα ἂν βρίσκομαι ὑπὸ τὸ ὁμοφώριό του ἢ ὄχι, ὁ Αὐστραλίας Στυλιανὸς θὰ εἶναι γιὰ μένα ὁ Πατέρας μου καὶ ὁ εὐεργέτης μου…

Παπαχρήστου: Κάποιοι ὅμως καλοῦν σὲ ἀποτείχιση…

Μητροπ. Πειραιῶς: Θεωρῶ τὸ θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ὅτι πηγάζει ἀπὸ ἕναν οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλον, διότι οἱ Ἱεροὶ κανόνες εἶναι σαφεῖς, σαφέστατοι…Ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος τὸ ἐπιλύει τὸ θέμα μὲ σαφήνεια. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποτειχιστοῦμε γιὰ κάποιους λόγους ἁβροφροσύνης ἂν θέλεις, πολιτικῆς, διπλωματίας, ὅπως προανέφερα προηγουμένως ἀνάγκης στηρίξεως στὰ διεθνῆ fora καὶ διάφορα ἄλλα (ἀντιλαμβάνεσθε τὶ ἐννοῶ), παρὰ μόνο σὲ ἕνα: τὴν intercommunio. Ἐὰν ὑπάρξει intercommunio, δηλ. κοινωνία στὴν αἱρετικὴ παρέκκλιση ἢ ἀπόκλιση, μὲ κοινὸ ποτήριο καὶ ἕνωση, τότε μόνο ἐπιβάλλεται ἡ ἀποτείχιση.

Παπαχρήστου: Δὲν εἶστε ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ λένε ὅτι γίνονται τέτοια πράγματα; [σ.σ. intercommunio].

Μητροπ. Πειραιῶς: Ὄχι, ὄχι. Δὲν τὰ ἔχω διακριβώσει, δὲν τὰ γνωρίζω, δὲν ἔχω δεῖ πουθενὰ νὰ συμβαίνει, καὶ ἑπομένως, ἐὰν γίνονται καὶ γίνονται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, τί νὰ πῶ, δὲν ἔχω λόγο νὰ πῶ. Ἀλλὰ ἐσεῖς γνωρίζετε κάποιο τέτοιο γεγονός; Νὰ τὸ καταγγείλετε. Διαμαρτύρομαι γιὰ κάποια γεγονότα, π.χ. τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Γερμανία συνλιτάνευσε καὶ ὁ Ρωμαιοκαθολικὸς ἐκεῖ ἐπίσκοπος μὲ τὴν ἱερὴ εἰκόνα. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν τὸ θεωρῶ ὀρθόν… Δὲν ἔχομε κοινωνίαν ἐκκλησιαστική…

»Ὑπέγραψα, λοιπόν, μιὰ «Ὁμολογία Πίστεως» ποὺ ἐπικαιροποιεῖ τὴν Ὁμολογία ποὺ ὑπέγραψα γιὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες. Τίποτε περισσότερο, τίποτε ὀλιγότερο. Οὔτε ἀναφέρει τὸ κείμενο αὐτό, ὅτι ὅποιος μετέχει σὲ διαλόγους, δῆθεν, αὐτόχρημα ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας (αὐτὸ θἆταν καὶ βλασφημία)· εἶναι πανορθόδοξος ἀπόφασις ἡ συμμετοχή μας σὲ διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους χριστιανοὺς ἀδελφούς μας. Εἶναι πανορθόδοξος ἀπόφασις. Πῶς θὰ πῶ, θὰ ὑπογράψω κάτι τέτοιο. Μέσα ἐκεῖ λέει ἄλλο πρᾶγμα. Ὅτι ὅσοι κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διαλόγων, μὲ λόγους, μὲ πράξεις ἀπομοιώνουν τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία, αὐτοὶ θέτουν ἑαυτοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Π.χ., ἕνας κληρικὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν σὲ μία Σύναξη ποὺ εἶχε γίνει στὸ Boze προσῆλθε καὶ «μετέλαβε» ἀπὸ τὸν Ρωμαιοκαθολικὸ ἄρτο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔθεσε ἑαυτὸν ἐκτὸς Ἐκκλησίας μόνος του. Βέβαια, τὸ θέμα τὸ οἰκονόμησε ὁ Μακαριώτατος, ἀλλὰ αὐτὸ καταγγέλλει ἡ «Ὁμολογία».

Παπαχρῆστος: Κάποιοι μὲ ζηλωτικὴ διάθεση παρερμήνευσαν τὸ πνεῦμα τῆς «Ὁμολογίας» ποὺ ὑπογράψατε…ὅτι συμετέχουν σὲ ἕνα διάλογο θὰ πρέπει νὰ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας…

Μητροπ. Πειραιῶς: Ἂν ἔχει συμβεῖ αὐτὸ εἶναι ἐγκληματικό, ἀπαράδεκτο, ἀνόητο… Ἡ Ἐκκλησία ἀποφασίζει Συνοδικῶς, …ἀλλὰ ὑπάρχουν μερικὲς περιπτώσεις ποὺ πρέπει νὰ ἐπανεκτιμηθεῖ ἡ θέσις μας. Αὐτὸ ἐγὼ εἶπα καὶ παρερμηνεύθηκε…».

Σημάτης Παναγιώτης

(Τὸ ἱστολόγιο «Θρησκευτικὰ» δημοσίευσε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν συνέντευξη αὐτὴ τοῦ Σεβασμιώτατου, ἐπισημαίνοντας ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ καλὰ σημεῖα ποὺ περιλαμβάνει ἡ συνέντευξη. Φαίνεται ὅτι μὲ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ μὲτὸ τμῆμα τῆς συνεντεύξεως ποὺ ἐδῶ παραθέσαμε, συμφωνεῖ).

ΣΧΌΛΙΟ : Δυστυχώς όπως συμβαίνει σέ όλο τό εύρος τού κληρικαλισμού, όπως επισημάναμε καί στήν απολογία τού π.Ζήση, στήν σύγχρονη ορθόδοξη εκκλησία ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, ΔΙΟΤΙ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ ΟΠΟΙΟΝ ΜΑΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ.  Η διοίκηση τής εκκλησίας ανήκει σέ ανθρώπους οι οποίοι είναι άγευστοι τής εμπειρίας τής πίστεως. Ο Μεσογαίας σέ παραλήρημα δήλωσε μπροστά σέ μαθητές σχολείου ότι δεν θά τούς μιλήσει γιά τήν επιστήμη γιατί αυτό μπορεί νά τό κάνει καί κάποιος άλλος, αλλά θά κάνει κάτι πού μόνο αυτός μπορεί : θά τούς λειτουργήσει καί θά φέρει τό Θεό εδώ κάτω!!!! Εκτός από τήν παπόδουλη θεολογία πού κατοικεί στό κεφάλι του, νομίζει ότι μπορεί νά διατάζει τό Θεό σάν επιλοχίας. Τό ίδιο δυστυχώς πιστεύει καί ο Πειραιώς.
Κάποιος ιερεύς δήλωσε μέ ενθουσιασμό στόν π.Ζαχαρία τού Έσσεξ. «Έγινα ιερεύς !», γιά νά πάρει τήν παρατήρηση : «Έ, ΚΑΊ;;;;». ΑΥΤΉ Η ΠΑΡΑΤΉΡΗΣΗ Ε’ΙΝΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΊΑ. Νά δούμε πότε θά τό μάθει ο Πειραιώς. Γιά τήν ώρα θά τόν προστατεύσουμε από τήν πραγματικότητα τής ζωής τού Βαρθολομαίου καί τού Στυλιανού.

ΣΧΌΛΙΟ 2ο : Μάς λέει δηλ ο Πειραιώς πώς ο Βαρθολομαίος τόν αγγάρεψε, σάν άλλον Σίμωνα Κυρηναίο νά τόν ξαλαφρώσει από τό βάρος τού Σταυρού. ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΝ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ. Μάλλον εκλογές μυριζόμαστε.

ΣΧΌΛΙΟ 3ο : Πόσο πλήρως κατανοεί έναν άνθρωπο ο οποίος επί μιά δεκαετία κατηγορούσε τούς Πατέρες τού Σχίσματος ως ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥΣ. Πόσο πλήρως κατανοεί τόν Ζηζιούλα γιά τόν οποίο είναι γνωστό ότι τόν παρακαλούσαν νά μήν κατεβαίνει τούλάχιστον στά πάρκα μέ τό ράσο, γιά καμάκι.

ΣΧΌΛΙΟ 4ο :  Ας γνωρίζουμε δέ καί τούτο : Η Σύνοδος τών επισκόπων επικροτεί τήν μεταμόσχευση οργάνων, όπως καί τό κράτος, παρότι γνωρίζουν όλοι τους ότι η καρδιά είναι τό κέντρο τού ανθρώπου καί τής πίστεώς μας καί ότι είναι ανεξάρτητη από τον εγκέφαλο, ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΚΑΡΔΙΑ. Στή θέση της έχουν μιά πέτρα. Άς πάρουμε μιά ιδέα από αυτά τά πέτρινα είδωλα πού προσκυνούμε αντί τού Κυρίου.

Αμέθυστος

>Ο ΘΕΟΣ ΠΑΤΗΡ — KATA ZHZIOYΛA

>Μέ αφορμή μιά παρατήρηση τής ομάδος ΟΟΔΕ.

«…Γιατί να μην πούμε αθεολόγητο τον γέροντα Σωφρόνιο, που αναφέρει ότι ο Θεός είναι η Αγία Τριάδα, και όχι ο Πατήρ, όπως διατυπώνει με ακρίβεια η Ορθόδοξη Θεολογία;…»

Πρός χάριν τους ερευνήσαμε τήν ορθόδοξη θεολογία καί σάς μεταφέρουμε τί διατυπώνει.

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Λόγος Κ, Περί δόγματος. Όταν βλέπω τήν φλυαρία τής εποχής μας καί τούς σοφούς πού αναδεικνύονται εντός μιάς μέρας καί τούς αυτοχειροτονήτους θεολόγους, οι οποίοι μόνον επειδή θέλουν νά είναι σοφοί, νομίζουν καί ότι είναι, τότε ποθώ τήν ανωτάτην φιλοσοφίαν καί αναζητώ τήν πλέον απόμακρον έρημον, καί μέ τόν εαυτό μου μόνο να συνομιλώ βούλομαι: Εαυτώ προσλαλούντα καί τώ Θεώ ζήν υπέρ τα ορώμενα.

Καί να κρατώ μέσα μου καθαρές τίς θείες ενοράσεις, αμιγείς από τά γήϊνα καί παραπλανητικά είδωλα, σάν έσοπτρον ακηλίδωτον Θεού καί τών Θείων, κάτι πού είμαι (καθρέφτης) καί συνεχώς προοδεύω (καί όν καί αεί γινόμενον) καί προσθέτοντας φώς εις τό φώς, μέχρις νά έλθωμεν εις τήν πηγήν τών τωρινών απαυγασμάτων (ακτινοβολιών) πού μάς φθάνουν καί επιτύχωμεν τό μακάριον τέλος, όταν η αλήθεια θα καταργήσει τούς καθρέφτες (δηλ. τόν εαυτό)—λυθέντων τών εσόπτρων τή αληθεία.

Ο Γρηγόριος Θεολόγος περιγράφει μέ σαφήνεια τήν πορεία τής θεολογίας, τήν κατάκτηση τής αληθείας. Καί στόν λόγο του δέν χωρά τό πρόσωπο όπως βλέπουμε, παρότι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τόν εαυτό πρόσωπο. Όμως ο εαυτός είναι καί γίγνεται, προοδεύει. Δέν μπορεί νά είναι τό κινητό –ακίνητο καί να περιμένει τόν θάνατο γιά να γνωρίσει τήν αλήθεια. Ακολουθεί τόν Κύριο.

Βλέπουμε επισης καί τήν αιχμή τού Αγίου Γρηγορίου προς τούς επισκόπους (τούς αυτοχειροτονήτους θεολόγους οι οποίοι μόνον επειδή θέλουν νά είναι σοφοί, νομίζουν καί ότι είναι).

Διότι οι σημερινοί επίσκοποι επέβαλαν τήν σύγχρονη κακοδοξία τού προσώπου καί τήν αλλοίωση τού δόγματος, πώς ο Θεός είναι ο Πατήρ καί πώς η μόνη μας δυνατότης είναι ο εικονισμός τής θεότητος. Ο Γρηγόριος διδάσκει : Η αλήθεια καταργεί τούς καθρέφτες. «Κανείς δέν είναι άξιος τού μεγάλου Θεού είτε είναι θύμα, είτε αρχιερεύς, ός μή πρότερον εαυτόν παρέστησε τώ Θεώ θυσίαν ζώσαν»

Άς έλθουμε στό σημαντικότερο. Στόν ισχυρισμό τών συγχρόνων μας πώς ο θεός είναι ο Πατήρ, σέ μιά προσπάθεια να υποβαθμισθεί ο Υϊός όπως καί στήν εποχή τών Αρειανών καί Ευνομιανών. Στόν θεολογικό ΚΘ ο Άγιος Γρηγόριος ασχολείται μόνο μέ αυτό τό πρόβλημα καί διδάσκει : εμείς τιμώμε τήν μοναρχίαν καί μάλιστα τήν μοναρχία η οποία δέν περιορίζεται εις ένα πρόσωπον. Αλλά μοναρχίαν τήν οποία πραγματοποιεί η ισοτιμία τής φύσεως, η σύμπνοια τής γνώμης, η ταυτότης τής κινήσεως.

Τά προβλήματα δημιουργούνται από τήν αναβάθμιση τού χρόνου στήν σύγχρονη ζωή αλλά λύνονται επίσης μέ τη βοήθεια τής εννοίας τού χρόνου. Πχ. ρωτά ο Γρηγόριος : υπήρχε ο Υϊός καί τόν εγέννησε ο Πατήρ ή δέν υπήρχε καί τόν εγέννησε; Ενώ ο Πατήρ είναι χωρίς αρχή; Κάι ποίος είναι; Εκείνος πού η ύπαρξίς Του δέν έχει αρχή. (Όστις ουδέ τού είναι ήρξατο) όταν δέ άρχισε τό είναι του από τότε είναι καί Πατήρ. Δέν είναι λοιπόν εκ τών υστέρων Πατήρ διότι δέν έχει αρχή.

Διότι εάν ο Πατήρ είναι ο Θεός τότε μέχρι να γεννηθεί ο Υϊός δέν ήταν Πατήρ. Όμως στόν Θεό συμπίπτει η ύπαρξις με τήν γέννησιν καί μάλιστα είναι άνευ αρχής.

Εάν ισχυρισθούμε ότι δέν είναι τό ίδιον τό γεννητόν καί το αγέννητον (καί είναι ετερότητες όπως ισχυρίζεται ο Ζηζιούλας) τότε αποκλείεται από τήν Θεότητα ο Υϊός. ΕΑΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΗΤΟ ΤΟ ΑΓΕΝΝΗΤΟΝ ΤΟ ΓΕΝΝΗΤΟΝ ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΟ.

            Ομως δέν ταυτίζεται τό αγέννητον μέ τόν Θεόν.

           ΟΤΙ ΔΕ ΟΥ ΤΑΥΤΟΝ ΑΓΕΝΝΗΤΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΣ.

Διότι καί το γεννητόν είναι Θεός. Ο Πατήρ λοιπόν δέν είναι ούτε ουσία ούτε ενέργεια. Σημαίνει τήν σχέσιν τού Πατρός προς τόν Υϊόν ή τού Υϊού πρός τόν Πατέρα. Όπως δηλαδή εις ημάς τούς ανθρώπους οι ονομασίες αυτές φανερώνουν τήν γνησιότητα καί την οικειότητα, έτσι καί στόν θεό επισημαίνουν τήν ομοιότητα φύσεως μεταξύ γεννήτορος καί γεννηθέντος.

Γιά να καταλάβουμε τήν απόλυτη σημασία τών σχέσεων τού Θεού άς προστρέξουμε ξανά στόν Άγιο Γρηγόριο : Εμείς προερχόμεθα από δύο καί όχι από έναν. Κάι έτσι διαχωριζόμεθα καί γινόμεθα βαθμιαίως άνθρωποι καί ίσως ούτε άνθρωποι, διότι αυτά συμβαίνουν ανεξαρτήτως τής θελήσεώς μας. Μετά τούς εγκαταλείπομεν καί μάς εγκαταλείπουν, ώστε μένουν μόναι αι σχέσεις Πατέρων καί Υϊών, χωρίς τά πράγματα (Ώς μόνας τάς σχέσεις λείπεσθαι ορφανάς τών πραγμάτων).

Μόνο μ’αυτό το δεδομένο μπορούμε να κατανοήσουμε τα πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος σάν σχέσεις. Είναι σχέσεις μετά τών πραγμάτων. Όπως ακριβώς στήν αλήθεια καί στόν λόγο οι λέξεις είναι αλληλένδετες με τα πράγματα.

Τό ΕΙΝΑΙ, αυτό πού τόσο προβληματίζει τήν σύγχρονη φιλοσοφία είναι αυτό πού κρατά δεμένες τίς λέξεις στά πράγματα, τίς σχέσεις στά πράγματα καί δίνει τήν ζωή, πού είναι λόγος, πού είναι πράξη, πού είναι μετάνοια.

Αμέθυστος

>ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

>Η αλλαζονική συμπεριφορά τού ανώτερου κλήρου, η θριαμβευτική ενθρόνιση τού Πατριάρχη τής Σερβίας μέσα σε πολυθρησκειακό καί ενωτικό περιβάλλον, δέν μάς οδηγούν στό συμπέρασμα πώς κάτι απέτυχε στή Βιέννη. Το αντίθετο μάλιστα. Οι πολιτικοί αυτοί, οι καθυστερημένοι Φαναριώτες, περιμένουν τήν πανορθόδοξη Σύνοδο γιά νά ολοκληρώσουν τό έργο τους. Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ!
Ο αναβαθμισμένος ρόλος τού επισκόπου, όπως τόν σχεδίασε ο Ζηζιούλας, αρχίζει ήδη να εμφανίζεται, Ο Ζηζιούλας έπεσε θύμα τών νόμων τής φύσεως, τήν οποία νομίζει υπερφιαλα ότι υπερέβη. ΞΕΧΝΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ. Μειώνοντας το εκκλησιαστικό γεγονός στό επίπεδο τής υπαρξεως, τής διασπάσεως καί τής μοίρας, καί προσπαθώντας να ενώσει τήν πολλαπλότητα γύρω από ένα ήδη υπάρχον κέντρο, ΤΟΝ ΠΑΠΑ, ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΕ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ.
Έχουμε ήδη λοιπόν μιά εκκλησία με ΠΟΛΛΟΥΣ ΠΑΠΕΣ.
ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΥΠΟΦΟΡΗ. Δέν αντέχεται η ανοησία τής αλαζονίας.
Αλλά δέν πρέπει να ανησυχούμε,εφιαλτικό όνειρο είναι, άς γυρίσουμε πλευρό!
Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ.


Αμέθυστος

>H ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ

>

Η ενότητα θα απαιτήσει αλλαγές και από τις δύο πλευρές, τόνισαν οι επικεφαλείς. «Εγώ δεν θα ήθελα να τίς ονομάσω ανασχηματισμούς -κάτι που είναι πολύ δυνατό- αλλά μιά προσαρμογή καί από τίς δύο πλευρές», δήλωσε o Ιωάννης

Για τους Ορθοδόξους, είπε, αυτό σημαίνει αναγνώριση, ότι υπάρχει μιά καθολική χριστιανική εκκλησία σε ένα επίπεδο υψηλότερο από εκείνο τών εθνικών τους εκκλησιών και ο επίσκοπος της Ρώμης είναι η παραδοσιακή της κεφαλή.

Αυτά είπε ο Ζηζιούλας βγαίνοντας από τήν τελευταία Συνεδρία τού διαλόγου γιά τήν ένωση τών εκκλησιών, τής Βιέννης.

Ο Λούθηρος μεταρρύθμισε τήν καθολική εκκλησία, καταργώντας τα Μυστήρια. Ο Ζηζιούλας θα μεταρρυθμίσει τήν ορθόδοξη εκκλησία καταργώντας τόν Ησυχασμό. Τόν μεγάλο εχθρό τής ευχαριστιακής εκκλησιολογίας τήν οποία συνέταξε γιά να γίνει δυνατή η ένωσις μέ τόν πάπα. Προϋπόθεση τής μεταρρυθμίσεως είναι η διδασκαλία τού Αυγουστίνου, τήν οποία είχε μεταφέρει στό Βυζάντιο ο Βαρλαάμ, ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ. Σέ απόλυτη αντίθεση μέ τόν Ησυχασμό ο οποίος ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Τήν θέση λοιπόν τής ζωντανής εκκλησίας θά καταλάβει ο νεκρός κληρικαλισμός, δηλ. η διοίκηση τής εκκλησίας. Οι αρετές τού κληρικαλισμού δέν έχουν καμία σχέση μέ τίς αρετές τού Ησυχασμού οι οποίες διδάσκονται π.χ. στον Ιωάννη τής Κλίμακος, οι οποίες σκοπό είχαν τήν ένωση τού πιστού μέ τόν Κύριό του. Μπορούμε να πάρουμε μιά ιδέα αυτών τών αρετών από ένα αφιέρωμα τού κληρικαλιστικού ιστολογίου amen στόν επίσκοπο τής αγάπης Χρυσόστομο Σμύρνης.

—————————

Με άφατη συγκίνηση ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ στον επικήδειο λόγο του είχε τονίσει:

«Αγαπημένε Χρυσόστομε,

Τα προσόντα σου ήσαν αναρίθμητα. Η ταπεινοφροσύνη σου, η προσήνεια προς τον άνθρωπο, η βαθιά πίστη σου, το φιλακόλουθο που σε διέκρινε, ώστε να τελείς πολλές αγρυπνίες, πολλές ολονυκτίες, και προπαντός είχες τον θησαυρό της ψυχής σου, την ακένωτη αγάπη σου , ώστε να συμμετέχεις ολόθερμα και στη χαρά των συνανθρώπων σου, προ παντός όμως στον πόνο τους. Πολλές φορές αναλάμβανες και χρέη νοσοκόμου για να απαλύνεις τον πόνο των πασχόντων. …Έπραξες και εργάστηκες κατά το θέλημα του Κυρίου. Αναπαύου εκ των κόπων σου. Είσαι μακάριος».

Αρχιερείς καθώς και όλους όσοι ανταποκρίθηκαν και έγραψαν μερικές σκέψεις για την προσωπικότητα, το έργο και τη διαδρομή του μακαριστού Μητροπολίτη Χρυσοστόμου.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος γράφει για τον Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Χρυσόστομο

«Θυμόμαστε τον πατριώτη Ιεράρχη, τον φιλόπονο ποιμένα…»

Ἐν Αθήναις, τη 17η Σεπτεμβρίου 2010
Αξιότιμον
κον Νικόλαον Παπαχρήστου
Eκκλησιαστικόν Συντάκτην
Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων ‘Αμήν’
Ενταύθα

Επί τη συμπληρώσει εικοσιτεσσάρων ετών από της κοιμήσεως του μακαριστού διατελέσαντος πρώτου Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Χρυσοστόμου (Βούλτσου), ενθυμούμενοι τον πατριώτη ιεράρχη, τον φιλόπονο ποιμένα, τον φιλόκαλο και φιλοπρόοδο πνευματικό πατέρα, έχουμε μόνο λόγους καλών αναμνήσεων να ειπούμε.

Η προσωπική γνωριμία με τον μακαριστό έχει αφήσει ίχνη αγαθών εικόνων ενός λαοπρόβλητου και λαοτίμητου εν Χριστώ αδελφού ο οποίος έφυγε ενωρίς, αλλ ἄφησε ήδη απηρτισμένο ικανό έργο αγάπης και πλήρους δοσίματος κατά το πρότυπο του Χριστού και των Αποστόλων.

Το προσηνές, το απλούν, το ενθουσιώδες που τον διέκρινε αποτελούσαν χαρίσματα ιδιαίτερα και ζηλευτά. Ας έχει εις τους ουρανούς την μερίδα του μετά των αγίων.

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ο Αθηνών Ιερώνυμος

Ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών για τον προκάτοχό του κυρό Χρυσόστομο
† Ο Νέας Σμύρνης ΣΥΜΕΩΝ

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ«ΥΠΗΡΞΕ επίσκοπος του Θεού! Πόσο αγαπούσε ο μακαριστός Ιεράρχης τον σεμνό αλλά και καθαγιασμένο τούτον τίτλο! Εξέφραζε την πίστη του στις καθάριες βιβλικές πηγές. Την αντίληψη που είχε για το επισκοπικό αξίωμα και η οποία διαπότιζε το φρόνημα και τη συμπεριφορά του.

Η ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΤΟΥ ήταν εκκλησιαστική και η ευλάβειά του ανυπόκριτη. Όσοι τον είχαν γνωρίσει από το ξεκίνημα της ιερατικής του ζωής βεβαιώνουν για την αυταπάρνηση που τον διέκρινε και την αφοσίωση που είχε στο ιερατικό του χρέος. Δεν υπολόγιζε τον εαυτό του. Αδιαφορούσε και για την υγεία του. Δεν φοβόταν τον κόπο και την ταλαιπωρία. Του ήταν εντελώς ξένο και αποκρουστικό πράγμα η επιδίωξη προσωπικών ανέσεων η ακόμη και θεμιτών απολαύσεων. Είχε εγκολπωθεί το πνεύμα της κακοπάθειας από τα νεανικά του χρόνια. Και δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Μέχρι την ώρα που έκλεισε τα μάτια του.

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ να υπογραμμίσουμε με τον πιο ζωηρό τρόπο πως υπήρξε αφιλάργυρος και φτωχός σε όλη του τη ζωή και ότι πέθανε φτωχός. Η λάμψη του χρυσού όχι μόνο δεν αιχμαλώτισε ποτέ την καρδιά του αλλά και επέσυρε την περιφρόνησή του. Περιφρονούσε, δεν υπολόγιζε τα χρήματα —αρετή τόσο σπάνια στην υλιστική εποχή μας. Τα χέρια του ήταν πάντα ανοιχτά. Όμως, ποτέ για να πάρουν, αλλά πάντοτε για να προσφέρουν πλουσιοπάροχα σε όλους εκείνους που είχαν ανάγκη.

ΑΞΙΟΠΡΕΠΗΣ και αδούλωτος μπροστά σε άρχοντες και αξιωματούχους είχε την τέχνη πολύ γρήγορα με την απλή και ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του να κερδίζει την εμπιστοσύνη και να δημιουργεί κλίμα οικείο και φιλικό. Δεν φοβόταν ούτε και ντρεπόταν να προσφύγει ακόμη και στον όμορφο αστεϊσμό. Ήταν το κατ᾽ εξοχήν δικό του ποιμαντικό όπλο. Κάτι που εξέφραζε την απλότητα της καρδιάς του και τον αυθορμητισμό του χαρακτήρα του.

Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ, έργο ιδιαίτερα επίμοχθο και λεπτό, έρχεται να αποκαλύψει συνήθως τον ψυχισμό και τον χαρακτήρα εκείνου που την ασκεί, σύμφωνα με την ευστοχότατη ρήση του σοφού της Αρχαίας Ελλάδος Πρίαντα. Και είναι αλήθεια ότι ο μακαριστός Επίσκοπός μας εδώ απέδειξε ένα πλούτο αρετών που στόλιζαν την προσωπικότητά του και πιστοποιούσαν την αρτιότητα του χαρακτήρα του.

ΕΜΕΙΝΕ, κατ᾽ αρχάς, μέχρι το τέλος της ζωής του απλός και άτυφος. Δεν τον θάμπωσε η αίγλη του επισκοπικού αξιώματος και δεν τον μέθυσε η δύναμη της εξουσίας. Ιδαίτερα στις σχέσεις του με τους ιερείς και τους συνεργάτες του. Υπήρξε ο πατέρας και ο αδελφός. Καταδεκτικός, προσηνής, ανοιχτός στον διάλογο. Αποστρεφόταν τη διαβολή, τη συκοφαντία, την κατάκριση. Είχε βαθύ το αίσθημα της δικαιοσύνης μέσα του. Ήταν αντικειμενικός και αμερόληπτος. Δεν έκανε διακρίσεις και μάλιστα δημόσια, αν και η οξυδέρκεια και η εκπλήσσουσα παρατηρητικότητά του του επέτρεπε πολύ εύκολα να ζυγίζει σωστά τα πρόσωπα και να εκτιμά αντικειμενικά τα γεγονότα.

Η ΒΑΘΙΑ ανθρωπογνωσία και η άγρυπνη παρακολούθηση της κοινωνικής πραγματικότητας που είχε, τον βοηθούσαν να κατανοεί όλα τα προβλήματα των κληρικών του: προσωπικά, οικογενειακά, οικονομικά. Και η κατανόηση αυτή μεταφραζόταν σε μια στάση και συμπεριφορά που φανέρωνε τον πλούτο της καρδιάς του. Τη μεγάλη αγάπη του. Όλοι οι κληρικοί της Μητροπόλεώς μας έχουν κάτι να πουν για την πολλή και πολυποίκιλα εκδηλωμένη αγάπη του επισκόπου τους.

ΗΞΕΡΕ ακόμη ν᾽ αναγνωρίζει και να τιμά τα χαρίσματα και τις ικανότητες των συνεργατών του —ένδειξη γνήσιας ταπεινοφροσύνης και γνώρισμα ανεπίφθονης ψυχής. Ομολογούσε δημόσια συχνά την προσφορά τους, αν αυτό συνέπιπτε να μην ήταν γνωστό.

ΕΠΑΝΩ ΑΠ᾽ ΟΛΑ, όμως, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος υπήρξε άνθρωπος της αγάπης. Ο επίσκοπος της αγάπης. Ο επίσκοπος των αρρώστων. Ο επίσκοπος των νοσοκομείων. Ο επίσκοπος των φτωχών και των πονεμένων. Μακαριστέ Γέροντα• δεν θα σε ξαναδούμε ν᾽ ανεβαίνεις, όλος ζωντάνια, τις σκάλες των νοσοκομείων. Να στέκεσαι σιωπηλός έξω από τα χειρουργεία. Δεν θα ξαναπάρεις τον δρόμο για το Λονδίνο, αχθοφόρος του ανθρώπινου πόνου, συμπαραστάτης στην ώρα της αγωνίας, παρήγορος άγγελος στο κρεβάτι της δοκιμασίας! Ο Θεός επέτρεψε να γευτείς και συ τον ίδιο πόνο και ν᾽ αφήσεις την ύστατη πνοή σου πάνω σ᾽ ένα κρεβάτι του πόνου!

ΑΥΤΗ ΥΠΗΡΞΕ η προσωπικότητα του μακαριστού Ιεράρχου. Το πνεύμα του, τα προτερήματά του, οι αρετές που τον στόλιζαν. Και η προσωπικότητά του σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή και το ποιμαντικό έργο της νεοσύστατης Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης, της οποίας κατέστη πρώτος ποιμενάρχης το 1974. Δώδεκα χρόνια μόνο ποιμαντορίας του χάρισε ο καλός Θεός. Ωστόσο, υπήρξαν αρκετά για μια ακτινοβόλο και έντονη παρουσία της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς εκκλησιαστικής δραστηριότητας».

Εις μνήμην Χρυσοστόμου αρχιερέως

Υπό Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου

Εικοσιτέσσερα χρόνια μας χωρίζουν από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή αυτή ο μακαριστός πρώτος μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Χρυσόστομος Βούλτσος. Εικοσιτέσσερα χρόνια δεν είναι πολλά, μετρημένα με τον πήχη της αιωνιότητας, είναι όμως αρκετά για να καταμετρηθούν αυτά που άντεξαν στην απουσία και αντιστάθηκαν στη λησμονιά.

Ξεκινούσα τον ιερατικό μου στίβο, όταν εκείνος ήταν ήδη πέντε χρόνια σχεδόν –από το 1974- ο πατέρας και ποιμένας στην νεοσυσταθείσα Μητρόπολη της Νέας Σμύρνης. Οι συμβολισμοί και οι συσχετισμοί ήταν αναπόφευκτοι και καταλυτικοί: Χρυσόστομος ο τελευταίος επίσκοπος της Σμύρνης, Χρυσόστομος ο πρώτος επίσκοπος Νέας Σμύρνης. Στενός του συγγενής ήταν ο τελευταίος Έλληνας της συνοδείας του Εθνομάρτυρα που τον είδε ζωντανό, λίγο πριν την σφαγή του. Ένας λαός, με νωπές τις μνήμες της μόλις προ πενήντα χρόνια καταστροφής, υποδεχόταν ένα ηγέτη με πολλή συγκίνηση και με ακόμη περισσότερες προσδοκίες, όχι πλέον εθνικές, αλλά περισσότερο ποιμαντικές και πνευματικές. Σε περίοδο, που η ελληνική κοινωνία έβγαινε πάλι από μία καταστροφή, μπροστά σε νέες προκλήσεις και ανάγκες, ο μακαριστός Χρυσόστομος αποτέλεσε σπάνια περίπτωση όχι μόνον δικαίωσης υψηλών προσδοκιών, αλλά πανθομολογούμενης υπέρβασής τους.

Δεν υπάρχει τίποτε ευκολότερο, από το να αρχίσω να παραθέτω δραστηριότητες, έργα, θεσμούς και δομές που καθιέρωσε και ανέπτυξε στα δώδεκα χρόνια που κράτησε η επισκοπική διαδρομή του. Αυτό όμως που του χαρίζει μια ξεχωριστή θέση στη μνήμη και στην καρδιά όσων τον γνώρισαν, είναι τα αθέατα, τα καθημερινά, τα ασήμαντα, τα προσωπικά, που σαν μικρές βελονιές κέντησαν έναν υπέροχο καμβά διακριτικότητας, προσωπικής έννοιας και παρουσίας, χιούμορ, απλότητας, αφιλοχρηματίας, αυταπάρνησης μέχρι φθοράς της προσωπικής του υγείας(πέθανε στο Λονδίνο, σε απρογραμμάτιστη εξέταση της ήδη βεβαρυμμένης καρδιάς του, συνοδεύοντας ασθενείς από την Ελλάδα), ταύτισης με τον έσχατο, απόστασης από την φθορά της εξουσίας, υπομονής στις μικρότητες των ανθρώπων, πυγμής και οργανωτικότητας απέναντι σε αοριστολογίες και αναβολές.

Σε συζητήσεις, απολογισμούς, μνήμες, τελετές, κείμενα και σε κάθε είδους περίσταση, συναντώ ακόμη απρόσμενα τον μακαριστό Χρυσόστομο στην μνήμη των ανθρώπων, συνοδευόμενο από συγκίνηση, από γλυκιά νοσταλγία και πάντα μα πάντα από την προσφώνηση «πατέρα». Ούτε τίτλοι, ούτε προσφωνήσεις, ούτε αξιώματα κατάφεραν να εκτοπίσουν από τον αυθόρμητο λόγο όσων τον γνώρισαν τον «πατέρα Χρυσόστομο».

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο προσωπικό. Η χρονική απόσταση από τη ν κοίμησή του μας επιτρέπει να τον χαρακτηρίσουμε πλέον ως προφητική μορφή. Και δεν αναφέρομαι στα χαρακτηριστικά (χολιγουντιανής συνήθως έμπνευσης) που συνοδεύουν τον όρο. Αναζητώ την ουσία του προσδιορισμού, δηλαδή την ικανότητα αποστασιοποίησης από τις πρακτικές του κόσμου, παρά την αυτονόητη ένταξη σ΄ αυτόν, αλλά και της κριτικής του κόσμου, όχι τόσο μέσω πύρινων κηρυγμάτων αλλά έμπρακτης ανατροπής των δεδομένων και των αυτονόητων. Ο πατήρ Χρυσόστομος, όπως κι εγώ αυθόρμητα τον αποκαλώ, κράτησε ζωντανό το όραμα μιας εκκλησίας, που με την πρακτική της αμφισβητεί χωρίς μεγαλοστομίες τα στερεότυπα της εξουσίας, πρώτα της εκκλησιαστικής και κατόπιν της κοσμικής, διεισδύοντας σε χώρους και κοινωνικές ομάδες φαινομενικά στεγανούς, με εργαλείο την απλότητα και την έμπρακτη χωρίς διακρίσεις αγάπη. Την ώρα που έκρυβε το εγκόλπιό του στους θαλάμους των νοσοκομείων που ξημεροβραδιαζότανε, την ώρα που τράβαγε το χέρι, όταν του ζητούσαν ευχή, την ώρα που δεν επέτρεπε στους διακόνους να τον «ντύσουν» πριν την ακολουθία, πότιζε τους σπόρους της ελπίδας για άλλου είδους και άλλης ποιότητας ανθρώπινες σχέσεις. Και ενώ τα χέρια του λειτουργούσαν με απίστευτους ρυθμούς αγαπητικής δραστηριότητας, τα πόδια του πάταγαν γερά στα πιο στέρεα, τα πιο λυτρωτικά, τα πιο πολύτιμα εδάφη της παράδοσής μας.

Ο άνθρωπος αυτός, υπό την όποια ιδιότητά του (ομαδάρχης σε κατασκηνώσεις, διάκονος, Διευθυντής του οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας, επίσκοπός Δωδώνης, Πρόεδρος των Ορθοδόξων Χριστιανικών Ενώσεων, Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης), έδωσε στον όρο «ποιμαντική» την πιο υψηλή, την πιο πνευματική, την πιο ορθόδοξη διάστασή της. Διστάζω να καταθέσω επαίνους και γεγονότα, με την απόλυτη βεβαιότητα πως θα προσέκρουα στη συνειδητή και συστηματική ροπή του προς την αφάνεια. Πιστεύω όμως πως θα δεχόταν τουλάχιστον την διαπίστωση, πως επέτρεψε στην χάρη του Θεού να φανερώσει μέσα από το ήθος και τη βιωτή του τις πιο λυτρωτικές πτυχές της διδασκαλίας του Χριστού και να δημιουργήσει τη βεβαιότητα σε όλους εμάς, που δεχτήκαμε το λυτρωτικό άγγιγμα της Εκκλησίας μας, αλλά και βάσιμες υποψίες σε αρνητές της πίστης, που γνώρισε (ορισμένοι εξ αυτών τον συνόδευσαν δακρυσμένοι στην τελευταία του κατοικία) πως ο εγωισμός, η μιζέρια και ο θάνατος μαραίνονται αδύναμοι μπροστά στην βιωμένη χριστιανική πίστη και την αληθινή ταπεινοφροσύνη.

Χρυσοστόμου αρχιερέως, αιωνία η μνήμη στην καρδιά και στις πράξεις, όσων τον γνώρισαν, τον αγάπησαν και βάλθηκαν τον μιμηθούνε.

—————————

ΣΧΟΛΙΟ: Ένας καλός άνθρωπος δέν κάνει ποτέ έναν καλό χριστιανό. Είναι ήδη έτοιμη όπως βλέπουμε μιά εκκλησία ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΗ. ΝΕΚΡΗ. ΦΑΡΙΣΑΪΚΗ. Θά τήν χαρούμε στό μέλλον

YΓ.
Ο Πάπας Βενέδικτος μάλιστα κατά τη διάρκεια του πρόσφατου ταξιδιού του στη Βρετανία «αγιοποίησε» τον συγγραφέα και καρδινάλιο Τζόν Χένρι Νιούμαν, που είχε ασπασθεί τον Ρωμαιοκαθολικισμό.

Καί ο συμπαθέστατος κ.Ζηζιούλας είναι σίγουρος πώς κάποια στιγμή θά έλθει και η σειρά του. Πώς κάποιος πάπας, η παραδοσιακή κεφαλή τής ενωμένης εκκλησίας, θα τόν ανακηρύξει άγιο, όπως καί τον καρδινάλιο Νιούμαν, διάσημο καθολικό θεολόγο. Ίσως αρχίσουν να παίρνουν σειρά στό αγιολόγιο καί μερικοί ξεχωριστοί επίσκοποι, όπως ο γλυκούλης ο Δημητριάδος.

Αμέθυστος

>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΨΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ — ΚΑΤΑ ΖΗΖΙΟΥΛΑ

>

Τό πρωτείο τού πάπα δέν αφορά τήν ενότητα τών εκκλησιών αλλά ενέχει θέση δόγματος καί γι’ αυτό το λόγο οι Ρωμαιοκαθολικοί επινόησαν τό αλάθητο. Αυτό βεβαιώνεται καί από τόν ίδιο τόν Ακινάτη, τόν προφήτη τού Φιλιόκβε, στό βιβλίο του κατά τών Γραικών, τό οποίο ξεγυμνώνει ο Κάλλιστος Αγγελικούδης, τήν κριτική τού οποίου έχουμε μεταφέρει στή νεοελληνική. Στίς τελευταίες παραγράφους τού κειμένου, στήν 588, διαβάζουμε:

Ο Ακινάτης ανακατεύει τα φυσικά με τα προσωπικά στήν Αγία Τριάδα καί συνθέτει καί από τα δύο μιάν υπερβάλλουσα διακήρυξη: ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ. Καί δέν κατανοεί διότι είναι διαφορετική η διάνοια τών φυσικών καί άλλου είδους τών προσωπικών. Όταν λέγεται λοιπόν «ουδείς οίδε τόν Υϊόν ειμή ο Πατήρ» (Ματθ. Ια 27), η γνώση είναι φυσική καί είναι κοινά τα φυσικά (ιδιώματα) τής τρισυπόστατης θεότητας. Διότι μία η φύσις τών Τριών, μιά δύναμις, μιά ενέργεια. Γιαυτό είναι φυσικό ότι και ο Υϊός γνωρίζει τόν εαυτό Του καί το Πνεύμα τό Άγιο γνωρίζει τόν Υϊό, με τον τρόπο πού τόν γνωρίζει καί ο Πατέρας. Έτσι τήν γνώση ακολουθούν τό αγαθό, τό σοφό, τό δίκαιο, τό προνοητικό, δηλ. τα διάφορα άλλα φυσικά και ουσιώδη τής θεότητας στήν Τριάδα. Γιατί άν πείς αγαθό τόν Πατέρα, το μαρτυράς αυτό καί γιά τά δύο άλλα πρόσωπα, άν πείς σοφό τόν Υϊό, λές και τόν Πατέρα καί τό Πνεύμα κτλ. Ό,τι κι άν πείς λοιπόν από τα φυσικά γιά τό ένα πρόσωπο, είναι καί τών δύο άλλων προσώπων, διότι είναι μία καί απλή η θεία ουσία καί έχει απαραιτήτως ενωμένα όσα λέγονται μέ φυσικό τρόπο γι αυτήν.

(Εδώ ανήκουν οι άκτιστες ενέργειες πού προσφέρουν τήν θέωση, τήν αρχή, τήν βάση, τό ξεκίνημα τής χριστιανικής ζωής, η οποία ολοκληρώνεται με τήν ένωσή μας μέ τήν υπόσταση τού Κυρίου, μέ τήν μόρφωση μέσα μας Χριστού, καί η οποία ένωση δέν είναι πλέον θέωση, όπως λανθασμένα πιστεύεται σάν ο σκοπός τής χριστιανικής ζωής ενώ είναι τό ξεκίνημά της, αλλά ΥΪΟΘΕΣΙΑ).

Yπάρχει όμως αναγκαστικά διάκριση στά θεία πρόσωπα, γιατί οι ιδιότητές τους δέν μεταπίπτουν ούτε εναλλάσσονται, το οποίο θά ήταν αρχή συγχύσεως στήν Αγία Τριάδα.

Πώς θά είναι κυρίως ιδιότητα, υπόσταση, αυτό πού είναι με ένα άλλο κοινό; Κατά κανένα τρόπο… Επομένως δεν προβάλλει καί ο Υϊός το Πνεύμα για να μην αναιρεθεί η ιδιότητα μαζί μέ τήν μοναδικότητά της καί γίνει κοινό γνώρισμα καί γίνει Φύσις!

«ΔΕΝ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΑ ΘΕΙΑ ΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ (ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΥΝΑΣΘΑΙ)». (Ισχυρίζεται ξανά ο Ακινάτης)
Ολόκληρη η θεολογία τού Ζηζιούλα καί τού Γιανναρά.

Άν είναι μέν τό είναι τού Θεού ένα καί απλό, αυτά δέ πού μπορεί ο Θεός πολλά καί ποικίλα, διαφέρει στά θεία καί κατά πολύ μάλιστα τό είναι καί τό δύνασθαι, απαντά ο Αγγελικούδης. ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΙΡΟΔΥΝΑΜΟΣ Ο ΘΕΟΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΜΩΣ Σ’ΑΥΤΟΝ ΑΠΕΙΡΑ ΕΙΝΑΙ.

«Γιατί είναι μία αρχή τού πνεύματος ο Πατήρ καί ο Υϊός; Λόγω τής ενότητας τής θείας δύναμης». Αυτά λέγει ο Ακινάτης και δεν κατανοεί ότι η ενότης αυτή αφορά καί τό Άγιο Πνεύμα, διότι μία η ουσία καί η δύναμη καί η ενέργεια στά θεία πρόσωπα.

«Προάγουν, λέει ο Ακινάτης, με μιάν πρόοδο ο Πατήρ καί ο Υϊός και το Πνεύμα τό Άγιο, όπως είναι ακριβώς καί μία αρχή τα τρία πρόσωπα τής κτίσης καί προάγουν μία ενέργεια τήν κτίση»

Καί υποβιβάζει, ο μέγας ψεύτης, σέ κτίσμα, τό Πνεύμα τό Άγιο.

Γιατί όσα ποιεί ο Πατέρας και ο Υϊός δέν τα ποιούν κατά την ιδιότητα αλλά σύμφωνα μέ τήν φυσική ενέργεια. Καί τά προϊόντα (πού προέρχονται) με τόν φυσικό λόγο από τόν θεό καί είναι υποστάσεις, είναι κτίσματα, όπως ακριβώς κι αυτά πού προέρχονται κατά τήν ιδιότητα τού θεού καί είναι υποστάσεις, είναι άκτιστα!

Κατά τούς πατέρες υπάρχουν Φύση καί πρόσωπα στήν ζωοποιό Τριάδα καί επομένως είναι αναγκαστικά και Φυσικά καί προσωπικά τα πρόσωπα!

Καί έτσι περιλαμβάνονται καί στό σύμβολο τής Πίστεως και μνημονεύουν στα μεν προσωπικά τον πατέρα μόνον, διδάσκοντας πως είναι αυτός αρχή και αίτιο του Υιού και του Πνεύματος, περιλαμβάνουν δε στα φυσικά τον Υιό και το πνεύμα μαζί με τον πατέρα, κηρύσσοντας τοιουτοτρόπως ένα το κράτος της Τριάδος, μια δόξα, μια βασιλεία και κυριότητα και μ’αυτά και μιαν ουσία!

Παράγραφος 605! Για να στηρίξη δε ο Ακινάτης τα ψέματα και τις ανοησίες και τις αιρέσεις του, λέγοντας κτίσμα το Άγιο Πνεύμα, καταλήγει με το υπέρτατο Επιχείρημα.

«καί στο να προστεθή αυτό, το και εκ του Υϊού δηλαδή, ήταν αρκετή η εξουσία του αρχιερέως της Ρώμης»

               Ύπαγε οπίσω μας Σατανά!

Έτσι λοιπόν σιγά-σιγά οι ενωμένες εκκλησίες θα αποτελέσουν την παγκόσμια εκκλησία του Σατανά!

Πρέπει να θυμόμαστε από την Ιστορία, πως οι Βυζαντινοί λιντσάριζαν τους αιρετικούς, διότι δεν αλλάζουν ποτέ γνώμη. Είναι κατειλημμένοι από τον εωσφόρο.

Αμέθυστος.

>Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΥ

>Tα αποσπάσματα πού ακολουθούν είναι από ένα άρθρο του μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση» και στο 54ο τεύχος του (των μηνών Μαρτίου – Απριλίου 2005), με θέμα «Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας».

Bishopoque

«1. Η επισκοπική προεδρεία της Θείας Ευχαριστίας είναι το κύριο και κατ’ εξοχήν έργο του Επισκόπου. Από την ιδιότητα του αυτή «πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνον η αγιαστική αλλά και η λεγόμενη διοικητική». Έτσι ο Επίσκοπος «έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα» (σ. 5).

2. Ο Επίσκοπος, συνεπώς, «όταν διοικεί, δεν ασκεί διοίκη­σιν, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας, της οποίας προΐσταται». «Όλα στην Εκκλησία γίνονται με την ευλογία του Επισκόπου», εφ’ όσον ο Επίσκοπος «είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 6).

3. Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας, «τον Βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στη Βασιλεία του», με λαμπρότητα και ακτινοβολία!

4. Η Θεία Λειτουργία είναι εντελώς αδιανόητος χωρίς την έννοια του εικονισμού. Αλλά όταν λέμε ότι ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού, «δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό, διότι χάσαμε πλέον τη γλώσσα της εικόνος της εκκλησιαστικής ζωής» (σ. 7).

5. Πάντως, εφ’ όσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο … Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στον Χριστό (σημείωση: απ’ ευθείας), αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου» (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο τον Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαρι­στίας» (σ. 8).

6. «Εάν η επικοινωνία μας με τον Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματο­ποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).

7. «Το μνημόσυνο του Επισκόπου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει τη Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στην ζωή της Εκκλη­σίας» (σ. 10).

8. «Το γεγονός ότι ο ιερεύς, όταν πρόκειται να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία, λαμβάνει καιρόν … και από τον θρόνο του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 10).»

Σχόλιο : Κατα τον Κληρικαλισμό η Εκκλησία διαθέτει δύο κουπιά. το ένα κουπί είναι οι κανόνες και το άλλο κουπί είναι η οικονομία. Πρόκειται δηλ. για μια απομίμηση της Εκκλησίας του Χριστού, δηλ. του Νόμου και της Ενσαρκώσεως, της οικονομίας της Σωτηρίας. Σε αυτή την Εκκλησία δέν υπάρχει ούτε ο Κύριος ούτε το Άγιο Πνεύμα, μόνο τα ευχολόγια των παπάδων χωρίς κανένα περιεχόμενο. Σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες ο Ιερεύς έχει κατώτερο βαθμό ιερωσύνης απο τον Επίσκοπο, ίσως επειδή χειροτονείται απο τρείς Επισκόπους. Αυτός ο Κληρικαλισμός αποθεώνεται και ενώνεται με τον Πάπα, τον πρωταθλητή. Σύμφωνα με τους θεολόγους του Κληρικαλισμού, τους κανονολόγους, οι κανόνες επιβάλλονται στους πιστούς για να υπάρχει ισότης ανάμεσα τους (Μπούμης). Η οποία ισότης θα φέρει σιγά σιγά την αδελφότητα και την ελευθερία (ίσως να προσευχόμαστε κατευθείαν στον Κύριο). Θυμίζει λίγο τον μοναστηριακό κανόνα, κατα τον οποίο ο μοναχός καταρχάς  πρέπει να ζήσει σε κοινόβιο. Αφού γίνει έμπειρος μπορεί να συνεχίσει σε ιδιόρρυθμο και μετά αφού αισθανθεί δυνατός μπορεί να συνεχίσει κατα μόνας σε καλύβα. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΤΗ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ. ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ.
EΦΤΑΣΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΠΟΥΛΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΤΟ ΤΙΣ ΦΑΚΕΣ.
Αμέθυστος

>Η ταύτιση Θείας Ευχαριστίας και Εκκλησίας. Μητροπ. Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

>πηγή : Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο: «Ευχαριστίας Εξεμπλάριον». Μέγαρα 2006. Εκδόσεις Ευεργέτης. Σελίδες 38-44.

Στον σεβ. Ιωάννη Ζηζιούλα χρωστάμε, την επιστροφή της Ελλαδικής Εκκλησίας στην αρχαία κατανόηση της σημασίας της Θείας Ευχαριστίας στην Εκκλησιαστική ζωή, κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το απόσπασμα αυτό, από το νέο του βιβλίο, δίνει ακριβώς αυτή την επεξήγηση. Πώς στη δεκαετία του 1960, ξεκίνησε αυτή η επαναφορά της Ελλαδικής Εκκλησίας στην ορθή κατανόηση των αγίων Πατέρων και των αποστόλων, για την Εκκλησία και τη Θεία Ευχαριστία. Κάτι που αποτελεί πλέον το ισχυρότερο όπλο της Εκκλησίας έναντι των αιρέσεων και των σχισμάτων.

Εισαγωγή

Η σύνδεση Θ. Ευχαριστίας και Εκκλησίας τείνει σήμερα να θεωρείται κοινοτοπία, τουλάχιστον μεταξύ των Ορθοδόξων, στις μέρες μας μάλιστα κάτω από την επίδραση της Ορθοδόξου Θεολογίας, πλέον και μεταξύ των Ρωμαιοκαθολικών και μεγάλου μέρους των Προτεσταντών. Λίγοι είναι πλέον αυτοί, που θα αποσυνέδεαν την έννοια της Εκκλησίας από το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Αυτό όμως δεν ίσχυε πάντοτε στη Θεολογία μας, ούτε καν την Ορθόδοξη, πολύ περισσότερο στη δυτική.

Αν ανοίξει κανείς κλασσικά εγχειρίδια Ορθοδόξου Δογματικής, όπως εκείνα του Χ. Ανδρούτσου ή και του Π. Τρεμπέλα, θα εκπλαγεί από το γεγονός ότι τα περί Εκκλησίας και περί Ευχαριστίας κεφάλαια είναι στην ουσία αυτόνομα και ανεξάρτητα μεταξύ τους: ό,τι αναφέρεται στη Θ. Ευχαριστία δεν επηρεάζει καθόλου το περιεχόμενο της εννοίας της Εκκλησίας, και αντίστροφα. Χαρακτηριστικό είναι το ότι στις αρχές ακόμη της δεκαετίας τού 1960, όταν υπέβαλα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τη διδακτορική διατριβή με τίτλο: «Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θ. Ευχαριστία και τω Επισκόπω», ο αείμνηστος κ. Μπόνης κατέθεσε κριτική (γραμμένη, όπως απεδείχθη, από τον ήδη επίσης αείμνηστο Κ. Μουρατίδη, τότε έκτακτο καθηγητή και μη θέλοντα να εμπλακεί στις μεταξύ τών τότε Καθηγητών διαφορές λόγω της επικείμενης εκλογής του ως τακτικού Καθηγητού), στην οποία κριτική επικρίνεται η διατριβή, ως «δυναμίτης στα θεμέλια της Ορθοδοξίας» ακριβώς λόγω του ότι συνδέει τη Θ. Ευχαριστία με την Εκκλησία! η διατριβή τελικώς εγκρίθηκε με τον βαθμό «άριστα» παμψηφεί, και έτσι για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο αναγνωρίστηκε επίσημα ότι βάσει των αρχαίων πηγών Ευχαριστία και Εκκλησία αποτελούν αλληλοπεριχωρούμενες και αλληλοπροσδιοριζόμενες πραγματικότητες. Στην ίδια περίπου εποχή εμφανίστηκαν στη ρωσσική γλώσσα, την οποία δυστυχώς αγνοούσα -και αγνοώ- οι μελέτες τού ρώσου θεολόγου Ν. Athanasiev με την έκτοτε γνωστή ως «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», την οποία έλαβα υπ’ όψιν μου κριτικά κατά την εκτύπωση της διατριβής το 1965. Οι βασικές διαφωνίες μου με τον Athanasiev και την, «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» του είναι ήδη γνωστές και έχουν συζητηθεί διεθνώς, αλλά η βασική αρχή ότι Ευχαριστία και Εκκλησία συνδέονται και περιχωρούνται δεν αμφισβητείται πλέον από κανένα. Κατά καιρούς εκφράζονται απόψεις περί «υπερβολικής» ταυτίσεως των δύο αυτών πραγματικοτήτων και περί «μονομερούς» εξάρσεως της Θ. Ευχαριστίας εις βάρος άλλων στοιχείων της Εκκλησίας, αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, όλες αυτές οι επιφυλάξεις απορρέουν από μια εσφαλμένη αντίληψη περί Ευχαριστίας, η οποία προέρχεται από τον Σχολαστικισμό, και η οποία περιορίζει την έννοια της Ευχαριστίας σε ένα Μυστήριο μεταξύ των «επτά», αγνοώντας την αρχαία παράδοση, η οποία έβλεπε στην Ευχαριστία την ανακεφαλαίωση του όλου μυστηρίου τού Χρίστου, και όχι απλώς ένα μέρος ή μια πτυχή του.

Στη σημερινή εισήγηση μου θα προσπαθήσω να καταδείξω ακριβώς αυτό. Ότι δηλαδή η Θ. Ευχαριστία εκφράζει και αποκαλύπτει και πραγματώνει μέσα στην ιστορία την ίδια την Εκκλησία, όχι απλώς όπως είναι, αλλά κυρίως όπως θα είναι, όταν επικρατήσει η Βασιλεία τού Θεού. Δηλαδή, η Ευχαριστία είναι ο τρόπος, με τον οποίον η Εκκλησία πρέπει να ζει, να εμπνέεται, να κινείται και να δομείται μέσα στην ιστορία, αυτό που ονομάζομε στη γλώσσα της δογματικής «Εκκλησιολογία», λόγο δηλαδή περί της αληθινής «φύσεως» της Εκκλησίας και όχι απλώς περί της ιστορικής διαδρομής Της.

Η σύνδεση Ευχαριστίας και Εκκλησίας στην αρχαία Εκκλησία

Είπαμε προηγουμένως ότι ό δυτικός Σχολαστικισμός είναι υπεύθυνος για τις επιφυλάξεις ορισμένων Θεολόγων να αποδεχθούν τον βαθύτατο, μέχρι ταυτισμού, σύνδεσμο μεταξύ Εκκλησίας και Ευχαριστίας. Πράγματι, ο Σχολαστικισμός με την αναλυτική μέθοδο, που εφάρμοσε στη Θεολογία γενικά, κατατεμάχισε το ενιαίο μυστήριο της σωτηρίας σε αυτοτελείς πτυχές, έτσι ώστε κάθε μία από αυτές είναι νοητή χωρίς αναφορά στις άλλες. Για παράδειγμα, η Χριστολογία δεν περιέχει αναφορές στην Πνευματολογία, σαν να ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για τον Χριστό, δηλαδή τον «κεχρισμένον δια τού Πνεύματος», χωρίς να γίνει λόγος για το Πνεύμα. Το ίδιο συνέβη και με την Εκκλησία, η οποία απετέλεσε χωριστό κεφάλαιο από το περί Μυστηρίων, παρά το ότι τα Μυστήρια είναι αυτά, που καθιστούν πραγματικότητα την Εκκλησία. Έτσι και η Ευχαριστία για την κατάτμηση τού ενός και μόνου μυστηρίου σε πολλά μυστήρια περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο χώρο τού είναι της Εκκλησίας, και κάθε ταυτισμό της με το σύνολο της Εκκλησίας δίνει την εντύπωση ότι παραμερίζονται και υποτιμώνται άλλες βασικές πτυχές του μυστηρίου της Εκκλησίας, όπως -ακούγεται αυτό συχνά- το Βάπτισμα, το κήρυγμα, η ιεραποστολή κ.λπ. Όλες αυτές οι επιφυλάξεις δεν θα υπήρχαν, αν μπορούσαμε να υπερπηδήσουμε τη Σχολαστική παράδοση της κατατμήσεως αυτής -πράγμα δύσκολο, γιατί έχει διαβρώσει την ακαδημαϊκή Θεολογία μας- και βλέπουμε την Ευχαριστία, ως κάτι που περιέχει όλα τα άλλα μυστήρια και που νοηματίζει και εκκλησιοποιεί όλες τις άλλες πτυχές του είναι της Εκκλησίας. Έχει ήδη παρατηρηθεί από τον αείμνηστο π. Γεώργιο Florovsky και άλλους, ότι μέχρι την εποχή του Σχολαστικισμού δεν υπάρχει στην εκκλησιαστική γραμματεία κανένας ορισμός της Εκκλησίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι απουσιάζει η εκκλησιολογία από την Πατερική Θεολογία. Απλώς, μαρτυρεί ότι η Εκκλησία αποτελούσε βιούμενη πραγματικότητα, τόπο οφθαλμοφανή και γνωστή σε όλους, ώστε περίττευε κάθε θεωρητική περιγραφή Της.

Αυτή η απτή και συγκεκριμένη πραγματικότητα ταυτιζόταν από την αρχή στη συνείδηση της Εκκλησίας με τη Σύναξη της Θ. Ευχαριστίας. Ιδού μερικές μαρτυρίες:

Στα αρχαιότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης, που κατέχομε, δηλαδή στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ο όρος «Εκκλησία» χρησιμοποιείται για να δηλώσει την τοπική Εκκλησία, όχι σε οποιαδήποτε μορφή Της, άλλα στη Σύναξή της για τη Θ. Ευχαριστία. Αυτό προκύπτει από τη μελέτη, μεταξύ άλλων, του 11ου κεφ. της Α΄ προς Κορ. επιστολής. Στο κεφάλαιο αυτό, όπως και στα επόμενα μέχρι και το κεφ. 14, ο Παύλος αναφέρεται στις Ευχαριστιακές συνάξεις των Κορινθίων, τις οποίες ταυτίζει με την «Εκκλησία»: «συνερχομένων υμών εν Εκκλησία ακούω σχίσματα εν υμίν υπάρχειν κ.τ.λ.», δηλαδή όταν συνέρχεσθε ως Εκκλησία, τουτέστιν ως Ευχαριστιακή Σύναξη… Έτσι το «συνέρχεσθαι επί το αυτό» για τον Παύλο σημαίνει το συνέρχεσθαι, ως Εκκλησία. Είναι τυχαίο ότι στην Πατερική γραμματεία (βλ. Μάξιμο, Αναστάσιο Σιναΐτη κ.α.) ο όρος «Σύναξις» δήλωνε χωρίς καμία επεξήγηση τη Θ. Ευχαριστία; Οι ρίζες αυτής της αποκλειστικής εφαρμογής αυτού του όρου για την Ευχαριστία ανάγονται προφανώς στη χρήση της από τον Παύλο, στην οποία αναφερθήκαμε.

Μια άλλη μαρτυρία της ταυτίσεως της Ευχαριστιακής Συνάξεως με την Εκκλησία είναι η φράση «κατ’ οίκον εκκλησία», που απαντούμε πάλι στον Απ. Παύλο. Η κρατούσα άποψη είναι ότι η φράση αυτή εδήλωνε τη Σύναξη της τοπικής Εκκλησίας σε ένα από τα σπίτια των μελών της Εκκλησίας για να τελέσουν την Ευχαριστία («κλώντες τε κατ’ οίκον άρτον» εν αντιθέσει προς την εν τω Ναώ προσευχήν. Πράξ. β’, 46). Δεν είναι νοητή η χρήση του όρου «Εκκλησία» στην περίπτωση αυτή, αν δεν υπήρχε η συνείδηση ότι Εκκλησία και Ευχαριστιακή Σύναξη ταυτίζονται.

Προς την ίδια κατεύθυνση μαρτυρεί και η χρήση του όρου «όλη η Εκκλησία» (Ρωμ. ιστ’, 23) από τον Απ. Παύλο. Είναι σημαντικό ότι την Ευχαριστιακή Σύναξη στον οίκο του Γάϊου ο Παύλος την ονομάζει Σύναξη «όλης της Εκκλησίας». Αυτό αποτελεί προάγγελο του όρου «Καθολική Εκκλησία», που απαντούμε στον άγιο Ιγνάτιο για πρώτη φορά και ο οποίος δεν είναι άσχετος με τη Σύναξη της Ευχαριστίας, όπως μαρτυρεί η όλη εκκλησιολογία τού αποστολικού Πατρός. (Ιγνατίου Αντιοχείας, Επιστολή προς Σμυρναίους 6, παρ. 8). Η Ευχαριστία είναι η «Καθολική Εκκλησία» par excellence, ακριβώς γιατί είναι «σύναξις επί το αυτό» όλης της τοπικής Εκκλησίας, δηλαδή της «Εκκλησίας του Θεού» της «ούσης» ή «παροικούσης» σε ορισμένο τόπο.

Στη συνέχεια της εισηγήσεως θα δούμε τις αποφασιστικής σημασίας συνέπειες αυτής της Εκκλησιολογίας για τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Στο σημείο αυτό θα αναφέρουμε απλώς μια ένδειξη του πόσο η έννοια της «Καθολικής Εκκλησίας» συνδέεται βαθειά με την Ευχαριστιακή Σύναξη όλης της τοπικής Εκκλησίας στη συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τη χρήση του όρου «Καθολικόν» στις ιερές Μονές μας, η οποία κατά αρχαιοτάτην παράδοση δεν σημαίνει άλλο από τον Ναό, στον οποίο συνάγονται όλοι οι μοναχοί, για να τελέσουν την Ευχαριστία. Ό,τι δηλ. συνέβαινε σε κάθε τοπική Εκκλησία στους πρώτους αιώνες μεταφέρθηκε και στις Μονές: Η εκκλησία γίνεται «Καθολική», όταν συνάγεται στο «Καθολικόν» της. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Ορθόδοξος Λαός μας, ζυμωμένος με την εκκλησιολογία αυτή, έχει ταυτίσει τον όρο «Εκκλησία» με τον χώρο όπου τελείται η Ευχαριστία: «Πηγαίνω στην Εκκλησία», αντί πηγαίνω στο Ναό. Δεν θα γινόταν αυτό, αν δεν ήταν ριζωμένος βαθειά στη συνείδηση του Λαού μας αυτός ο ταυτισμός Εκκλησίας και Ευχαριστίας.

Την πραγματικότητα αυτή γνωρίζει και διασώζει η Θεολογία της Εκκλησίας μας, όταν έρχεται η στιγμή να επιχειρηθεί κάποιος ορισμός της Εκκλησίας. Η στιγμή αυτή -ίσως υπό την επίδραση και την πίεση όσων συμβαίνουν στη δύση με τον Σχολαστικισμό- έρχεται τον 14ο αιώνα. Εκφραστής της είναι ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Ας προσέξουμε τι γράφει, διότι είναι ένας καταπέλτης για όσους κάνουν λόγο για «υπερβολή» και «μονομέρεια», όταν μιλούμε για ταυτισμό Ευχαριστίας και Εκκλησίας. Γράφει ο Καβάσιλας:
«Σημαίνεται (= ορίζεται, δηλώνεται) δε η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις… Την τού Χριστού Εκκλησίαν, ει τις ιδείν δυνηθείη… ουδέν έτερον ή αυτό μόνον το Κυριακόν όψεται σώμα… Δια τούτο ουδέν απεικός (= τίποτε το παράλογο η υπερβολικό). Ενταύθα δια των μυστηρίων την Εκκλησίαν σημαίνεσθαι» (Νικολ. Καβάσιλα, Ερμηνεία εις την Θείαν Λειτουργίαν, κεφ. ΛΗ΄, 6 και ΛΘ΄, 1. Migne P.G., τλ. 150, 452-3).

Δηλαδή, αν θελήσουμε να πούμε τι είναι η Εκκλησία, τίποτε άλλο (= «ουδέν έτερον») δεν θα δούμε παρά μόνον (η λέξη «μόνον» καθιστά τον Καβάσιλα σαφώς ένοχον «μονομέρειας») αν κοιτάξουμε τη Θ. Ευχαριστία. Γι’ αυτό και η Εκκλησία «σημαίνεται», ορίζεται εν τη Θ. Ευχαριστία. Η φράση «εν τοις μυστηρίοις» δεν σημαίνει για τον Καβάσιλα στα επτά μυστήρια, αλλά μόνον στη Θ. Ευχαριστία, η οποία στην αρχαία λειτουργική γλώσσα καλείται «τα φρικτά και ζωοποιά κ.λπ. μυστήρια».

Και για να μη αφήσει ο Καβάσιλας καμιά αμφιβολία ότι Ευχαριστία και Εκκλησία ταυτίζονται -ναί, αυτός είναι ο όρος- γράφει: μεταξύ Ευχαριστίας και Εκκλησίας δεν υφίσταται «αναλογία ομοιότητος» αλλά «πράγματος ταυτότης». Πιο «υπερβολικός», αλήθεια, και πιο «ευχαριστιακός» εκκλησιολόγος δεν θα μπορούσε να είναι κανείς! Είναι να απορεί κανείς πώς δεν κατηγορήθηκε ακόμα και αυτός από τους γνωστούς συγχρόνους Ορθοδόξους Θεολόγους για «ευχαριστιακό μονισμό»!

Ο Καβάσιλας δεν είναι υπερβολικός. Απηχεί τη συνείδηση της Παυλείου και Πατερικής παραδόσεως, την οποία αμαύρωσε και αφάνισε η Σχολαστική Θεολογία, η οποία έφθασε μέχρι του οίκου μας, για να γεννήσει θεολόγους που καταλογίζουν «ευχαριστιακό μονισμό» και «μονομέρεια» σε όσους μαζί με τον Καβάσιλα συνδέουν Ευχαριστία και Εκκλησία μέχρι ταυτισμού.

Σχόλιο : Ο ίδιος ο Καβάσιλας γράφει : Σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις η Εκκλησία, σημαίνεται με τη Θεία Ευχαριστία, όπως ακριβώς σημαίνεται και με όσα προηγούνται της Θείας Ευχαριστίας και με όσα έπονται. Το καλό με τους κακόδοξους είναι πώς, όντας τυφλοί, διαλέγουν για τις αποδείξεις τους ακριβώς αυτά που καταργούν τις πλάνες τους.
Αμέθυστος