>Τὶ εἶναι ἡ προσευχή (3); , Ἀπό τὸν Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστο Γουέαρ.

>

Τι εννοούμε όταν λέμε προσευχή;

Ορθόδοξο Σεμινάριο 1,από τον Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστο Γουέαρ.

Metropolitan Kallistos Ware.

What is prayer? Orthodox Christian lecture No1.

Από τους σημαντικότερους ορθόδοξους διανοητές της εποχής μας, ο μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ ήρθε στην Αθήνα όπου αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Κάλλιστος Γουέαρ συνδυάζει την ιδιότητα του πανεπιστημιακού διδασκάλου με αυτήν του ποιμένα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και το σημαντικό συγγραφικό έργο του στα αγγλικά –που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες– έχει κάνει την ορθόδοξη παράδοση γνωστή σε ένα ευρύτατο διεθνές κοινό. Τα βιβλία του Η Ορθόδοξη Εκκλησία και Ο ορθόδοξος δρόμος, είναι τα κείμενα μέσα από τα οποία, μια πλειάδα αναγνωστών ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Ορθοδοξία. Μέσα από το έργο και τη διδασκαλία του, ο Κάλλιστος Γουέαρ αναδεικνύει κατεξοχήν τη μυστική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαζί με τους Τζέραλντ Πάλμερ και Φίλιπ Σέρραρντ, ανέλαβαν το τιτάνιο έργο της μετάφρασης στα αγγλικά της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών από το ελληνικό πρωτότυπο. Οι τέσσερις τόμοι που έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα είχαν μια πρωτοφανή επιτυχία, και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός έντονου ενδιαφέροντος για την Ορθοδοξία στον δυτικό κόσμο στις μέρες μας. Ο μητροπολίτης Κάλλιστος (κατά κόσμον Τίμοθυ Γουέαρ) γεννήθηκε στο Μπαθ της Βρετανίας από αγγλικανούς γονείς. Φοίτησε στη Σχολή του Ουέστμινστερ του Λονδίνου και στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έγινε μοναχός στην Πάτμο και κατόπιν ιερέας της ελληνικής ενορίας της Οξφόρδης. Παράλληλα δίδαξε επί 35 χρόνια ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιαστική ιστορία στην Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος και κατόπιν μητροπολίτης Διοκλείας, του Οικουμενικού Θρόνου, διατηρώντας πάντοτε την ευθύνη της ενορίας της Οξφόρδης.

Πηγή : Αγία Ζώνη

Αμέθυστος

Advertisements

>Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση

>Πηγή : ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Ware

Ἕνα Βιβλίο γιὰ Ὅλους τούς Χριστιανούς

Τὸ 1782 ἐκδόθηκε στὴ Βενετία ἕνας ὀγκώδης τόμος στὰ ἑλληνικὰ ποὺ ἔφερε τὸν τίτλο Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν (1). Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐκδόθηκε δὲν εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στὸν Ἑλληνορθόδοξο κόσμο, ἐνῷ στὴ Δύση τὸ ἔργο παρέμεινε τελείως ἄγνωστο γιὰ πολὺ καιρό. Ἀναδρομικὰ ὡστόσο, εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ Φιλοκαλία ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἑλληνικὲς ἐκδόσεις ποὺ πραγματοποιήθηκαν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων αἰώνων τῆς Τουρκοκρατίας. Σήμερα, δύο αἰῶνες καὶ πλέον μετὰ τὴν πρώτη της ἔκδοση, ἡ Φιλοκαλία ἐξακολουθεῖ νὰ κυκλοφορεῖ στὸ πρωτότυπο ἀλλὰ καὶ σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση. Ἐπίσης, ἔχει μεταφρασθεῖ ὄχι μόνον στὶς γλῶσσες τῶν χωρῶν ποὺ παραδοσιακὰ θεωροῦνται ὀρθόδοξες, ἀλλὰ καὶ στὶς περισσότερες δυτικοευρωπαϊκὲς γλῶσσες. Τόσο τὸ πρωτότυπο ὅσο καὶ οἱ μεταφράσεις ἔχουν κυκλοφορήσει σὲ τακτικὲς ἐπανεκδόσεις στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων σαράντα ἐτῶν.

Στὴ Μεγάλη Βρετανία καὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες χῶρες, οἱ πωλήσεις αὐξάνονται κάθε χρόνο. Σὲ πολλοὺς ὀρθόδοξους, ἀλλὰ καὶ σὲ μὴ ὀρθόδοξους κύκλους μιλᾶμε πλέον γιὰ μία «φιλοκαλικὴ» προσέγγιση τῆς θεολογίας ἢ τῆς προσευχῆς, καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦν αὐτὴ τὴ φιλοκαλικὴ στάση ὡς τὸ πλέον δημιουργικὸ στοιχεῖο τῆς ‘Ορθοδοξίας σήμερα.

Ὑπάρχουν ὁρισμένα βιβλία ποὺ μοιάζει σὰν νὰ μὴν ἔχουν γραφτεῖ γιὰ τὴ δική τους ἐποχή, ἀλλὰ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιές. Τὴν ἐποχὴ τῆς ἔκδοσής τους περνοῦν σχεδὸν ἀπαρατήρητα, ἐνῷ ἡ ἐπίδρασή τους γίνεται, ἐμφανὴς μετὰ ἀπὸ δύο ἢ περισσότερους αἰῶνες. Ἡ Φιλοκαλία εἶναι ἀκριβῶς ἕνα τέτοιο βιβλίο.

Τί εἴδους βιβλίο εἶναι ἡ Φιλοκαλία; Ἡ πρώτη της ἔκδοση, τὸ 1782, κλείνει μὲ μία σελίδα στὰ Ἰταλικά: εἶναι ἡ licenza, δηλαδὴ ἡ ἄδεια δημοσίευσης τὴν ὁποία ὑπογράφουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ λογοκριτὲς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πάδοβα. Στὴν ἄδεια αὐτὴ γράφουν ὅτι τὸ βιβλίο δὲν περιέχει τίποτε ἀντίθετο στὴν ἁγία καθολικὴ πίστη (contrο la Santa Fede Cattolica), καθὼς καὶ τίποτε ἐνάντια στὶς ἀγαθὲς ἀρχὲς καὶ συνήθειες (contro principi, e buoni costumi) [2]. Ὡστόσο, παρόλο ποὺ ἡ Φιλοκαλία φέρει αὐτὴ τὴ ρωμαιοκαθολικὴ σφραγίδα (imprimatur) δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ ἐντελῶς ὀρθόδοξο βιβλίο. Οἱ τριάντα ἕξι διαφορετικοὶ συγγραφεῖς, τὰ κείμενα τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 4ο ὡς τὸν 15ο αἰώνα, εἶναι ὅλοι Ἕλληνες ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Κασσιανὸ (περ. 430), ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσης γνωστὸς ὡς Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος καὶ ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ ἔργο του στὰ λατινικά. Αὐτὴ ἡ ἐξαίρεση εἶναι περισσότερο φαινομενικὴ παρὰ πραγματική, καθὼς ὁ Κασσιανὸς ἀνατράφηκε στὴ Χριστιανικὴ Ἀνατολὴ καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ, ποὺ φοίτησε κοντὰ στοὺς Πατέρες τῆς Καππαδοκίας.

Ποιοὶ ἦταν ὡστόσο οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας; Στὴ σελίδα τίτλου τῆς ἔκδοσης τοῦ 1782 ἀναγράφεται μὲ μεγάλα στοιχεῖα τὸ ὄνομα τοῦ χορηγοῦ ποὺ κατέστησε δυνατὴ τὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου: …διὰ δαπάνης τοῦ Τιμιωτάτου, καὶ Θεοσεβεστάτου Κυρίου Ἰωάννου Μαυρογορδάτου. (Πρόκειται ἴσως γιὰ τὸν Ἰωάννη Μαυροκορδάτο ποὺ ὑπῆρξε Πρίγκιπας τῆς Μολδαβίας ἀπὸ τὸ 1743 ἕως τὸ 1747). Ὡστόσο, οὔτε στὴ σελίδα τίτλου οὔτε στὶς 1.206 σελίδες τῆς ἀρχικῆς ἔκδοσης γίνεται ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στοὺς ἐκδότες τοῦ ἔργου. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ τὴν ταυτότητά τους: πρόκειται γιὰ τὸν ἅγιο Μακάριο Κορίνθου (1731-1805) καὶ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809), ποὺ ἦταν καὶ οἱ δύο μέλη τοῦ Κινήματος τῶν Κολλυβάδων (3).

Ποιὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Μακάριος καὶ Νικόδημος δημοσίευσαν αὐτὴ τὴ μεγάλη συλλογὴ Πατερικῶν κειμένων σχετικὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή; Τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰώνα ὑπῆρξε κρίσιμη καμπὴ γιὰ τὴν πολιτισμικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδας. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἔληξε μὲ τὴν πτώση τῆς Πόλης τὸ 1453, ἡ βυζαντινὴ (ἢ καλύτερα ἡ ρωμαίικη) περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς ‘Ορθοδοξίας συνεχίστηκε χωρὶς διακοπὴ ἕως τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα. Μὲ αὐτὸ ἐννοῶ ὅτι ἡ ‘Ορθόδοξη Ἐκκλησία συνέχισε νὰ παίζει κεντρικὸ ρόλο στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Παρὰ τὶς δυτικὲς ἐπιδράσεις, ρωμαιοκαθολικὲς ἢ προτεσταντικές, ἡ θεολογία συνέχισε νὰ ἀναπτύσσεται κυρίως πάνω στὰ ἀχνάρια τῆς Πατερικῆς σκέψης. Καὶ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες κοιτάζοντας πίσω στὸ παρελθόν, εἶχαν ὡς ἰδεῶδες τους τὴ χριστιανικὴ αὐτοκρατορία τοῦ Βυζαντίου.

Στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων δεκαετιῶν τοῦ 18ου αἰώνα ὡστόσο, μία νέα ἰδεολογία ἄρχισε νὰ ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν λόγιων Ἑλλήνων• τὸ πνεῦμα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ὕφος αὐτῆς τῆς νέας νοοτροπίας ἦταν περισσότερο κοσμικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν Ρωμιῶν, ἂν καὶ ἀρχικὰ τουλάχιστον δὲν ἦταν ρητὰ ἀντιεκκλησιαστικό. Οἱ πρωταγωνιστὲς αὐτοῦ τοῦ κινήματος στράφηκαν πρὸς τὰ πίσω, πιὸ πίσω ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, προβάλλοντας ὡς ἰδεῶδες τὴν Ἀθήνα τοῦ Περικλέους, ποὺ τόσο θαύμαζαν στὴ Δύση. Πρότυπά τους δὲν ἦταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς τῆς κλασικῆς περιόδου. Αὐτοὶ οἱ ἐκφραστὲς τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ ἐμπνεύστηκαν ὡστόσο, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴ δυτικὴ λατρεία γιὰ τὶς κλασικὲς σπουδές, ἀλλὰ γενικότερα ἀπὸ τὴ νοοτροπία τοῦ Διαφωτισμοῦ (Aufklärung), ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Βολταίρου καὶ τῶν Γάλλων Ἐγκυκλοπαιδιστῶν, τῶν ἰδεολόγων τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης (ἡ ὁποία ἄρχισε μόλις ἑπτὰ χρόνια μετὰ τὴ δημοσίευση τῆς Φιλοκαλίας) καὶ ἀπὸ τὸν ψευδό-μυστικισμὸ τῶν Μασόνων.

Εἶναι περιττὸ νὰ προσθέσω ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ φανταστοῦμε τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα ὡς ἐποχὴ ἁπλῆς μετάβασης ἀπὸ τὴ ρωμαίικη παράδοση (ποὺ ξαφνικὰ θὰ ἔφτανε στὸ τέλος καὶ θὰ παραχωροῦσε τὴ θέση της) σὲ ἐκείνη τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἀντίθετα, τὸ ρωμαίικο στοιχεῖο συνέχισε νὰ συνυπάρχει μὲ τὸν Νέο Ἑλληνισμὸ στὴν Ἑλλάδα τόσο τοῦ 19ου ὅσο καὶ τοῦ 20ου αἰώνα. Οἱ δυὸ προσεγγίσεις ἐφάπτονται σὲ πολλὰ σημεῖα, μὲ συνέπεια τὴ δημιουργία μιᾶς λεπτῆς καὶ πολύπλοκης μίξης τῶν δύο, ποὺ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ὁ Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν ἐπισημαίνει στὸ βιβλίο του Τὸ Ἀρχιπέλαγος τῶν Γκούλαγκ ὅτι τὸ σημεῖο διαχωρισμοῦ μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ βρίσκεται στὸ μέσον κάθε ἀνθρώπινης καρδιᾶς (4). Κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ σημεῖο διαχωρισμοῦ τοῦ Ρωμιοῦ καὶ τοῦ Ἕλληνα περνάει ἀπὸ τὸ μέσο τῆς καρδιᾶς καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς.

Ἐὰν δεχτοῦμε ὅτι ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς εἶναι ὁ πιὸ διακεκριμένος ἐκπρόσωπος τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, τότε οἱ πιὸ ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποι τοῦ ρωμαίικου, ἢ ἀλλιῶς, τοῦ παραδοσιακοῦ ὀρθόδοξου πνεύματος εἶναι οἱ ἐκδότες τῆς Φιλοκαλίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος. Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Κολλυβάδες, οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος αἰσθάνθηκαν ἀπειλητικὴ τὴ διείσδυση τῶν ἰδεῶν τοῦ Δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ (Aufklärung) στὴν κοινωνία τῆς ἐποχῆς τους. Πίστευαν ὅτὶ ἡ ἀναγέννηση τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους θὰ μποροῦσε νὰ γίνει πραγματικότητα μόνον μέσα ἀπὸ τὴν ἀναβίωση τῆς μυστικῆς καὶ νηπτικῆς θεολογίας τῶν Πατέρων. Μὴν ἐλπίζετε στὴ νέα ἐκκοσμίκευση τῆς Δύσης, ἔλεγαν στοὺς Ἕλληνες συμπατριῶτες τους. Θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπογοήτευση. Ἡ μόνη ἐλπίδα ἀναγέννησης εἶναι νὰ ἀνακαλύψουμε ἐξαρχῆς τὶς γνήσιες ρίζες μας στὸ παρελθὸν τῶν Πατέρων καὶ τοῦ Βυζαντίου. Δὲν εἶναι τὸ μήνυμά τους ἐξίσου ἐπίκαιρο σήμερα, ὅσο ἦταν καὶ τὸν 18ο αἰώνα;

Οἱ Κολλυβάδες πρότειναν, λοιπόν, ἕνα μακρόπνοο καὶ ριζικὸ πρόγραμμα ressourcement, δηλαδὴ ἐπιστροφῆς στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ. Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα εἶχε τρία βασικὰ σκέλη. Κατὰ πρῶτο λόγο, ὅσον ἀφορᾶ στὴ λατρεία, οἱ Κολλυβάδες τόνιζαν τὴ σημασία τῆς πίστης στὴ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Μεταξὺ ἄλλων, ἐπέμεναν στὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων τὴν καθορισμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἡμέρα, δηλαδή, τὸ Σάββατο, καὶ ὄχι τὴν Κυριακή. Ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθε καὶ ἡ ὀνομασία Κολλυβάδες ποὺ τοὺς ἀποδόθηκε. Αὐτὸ ὅμως ἦταν ἕνα θέμα σχετικὰ ἥσσονος σημασίας. Πολὺ πιὸ σημαντικὴ ἦταν ἡ ἔμφαση ποὺ ἔδιναν στὴ συχνὴ μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας. Στὸ θέμα αὐτὸ πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιτάχθηκαν ἔντονα πετυχαίνοντας τελικὰ τὸ διωγμὸ καὶ τὴν ἐξορία τῶν Κολλυβάδων. Κατὰ δεύτερο λόγο, οἱ Κολλυβάδες ἐνδιαφέρονταν γιὰ μία Πατερικὴ ἀναγέννηση τῆς θεολογίας. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ξεκίνησαν ἕνα φιλόδοξο ἐκδοτικὸ πρόγραμμα, στὸ ὁποῖο ἡ ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας ἔπαιξε ἀποφασιστικὸ ρόλο. Κατὰ τρίτο λόγο, ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Πατερικὴ κληρονομιὰ ἔδωσαν ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴ διδασκαλία τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ ἰδιαίτερα στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τὸν 11ο αἰώνα, καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τὸν 14ο αἰώνα. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση ἀποτελεῖ τὴ ζώσα καὶ σφύζουσα καρδιὰ τῆς Φιλοκαλίας καὶ προσδίδει σὲ αὐτὸ τὸ πολυσυλλεκτικὸ ἔργο ἑνιαῖο χαρακτῆρα.

Αὐτὸ εἶναι ἑπομένως τὸ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο τῆς Φιλοκαλίας. Ἀποτελεῖ θεμελιῶδες καὶ ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ressourcement, τῆς ἐπιστροφῆς στὶς ρίζες τῆς Πατερικῆς παράδοσης ποὺ ἐπεδίωκαν. Οἱ Κολλυβάδες στράφηκαν πρὸς τοὺς Πατέρες, ἀντιμετωπίζοντάς τους ὄχι ὡς ἀρχαιολογικὰ κειμήλια ἑνὸς μακρινοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ὡς ζωντανοὺς ὁδηγοὺς τῶν σύγχρονών τους Χριστιανῶν. Ἤλπιζαν ὅτι ἡ Φιλοκαλὶα δὲν θὰ ἔμενε στὰ ράφια τῶν ἐπιστημόνων, ἀλλὰ ὅτι θὰ ἄλλαζε τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ πρώτιστος στόχος τῆς Φίλοκαλίας ἦταν πρακτικός.

Κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια σημαντικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος δὲν προόριζαν τὴ Φιλοκαλία ἀποκλειστικὰ γιὰ μοναχούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ λαϊκούς• ὄχι μόνον γιὰ εἰδικούς, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τους Χριστιανούς. Τὸ βιβλίο προοριζόταν, ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὴ σελίδα τίτλου, εἰς κοινὴν τῶν ‘Ορθοδόξων ὠφέλειαν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι σχεδὸν ὅλα τὰ κείμενα ποὺ ἐμπεριέχονται στὴ Φιλοκαλία εἶναι γραμμένα ἀπὸ μοναχοὺς καὶ ἀρχικὰ προορίζονταν γιὰ ἕνα ἀντίστοιχο κοινό. Εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι, μὲ μόνη ἐξαίρεση ἑπτὰ συνοπτικὰ χωρία ποὺ παρατίθενται στὸ τέλος τοῦ τόμου, ὅλο τὸ ὑπόλοιπο ὑλικὸ ἐκδόθηκε σὲ μεσαιωνικὰ ἑλληνικά, χωρὶς νεοελληνικὴ (δημοτική) μετάφραση, παρὰ τὸ ὅτὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος χρησιμοποίησαν τὴ δημοτικὴ στὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐκδόσεις τους. Παρὰ τὶς γλωσσικὲς δυσκολίες σὲ πολλὰ κείμενα τῆς Φιλοκαλίας, εἰδικὰ σὲ ἐκεῖνα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, οἱ ἐκδότες δὲν ἀφήνουν περιθώριο ἀμφισβήτησης τῶν προθέσεων καὶ τῶν ἐλπίδων τους. Στὸν πρόλογό του ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δηλώνει καθαρὰ ὅτι τὸ ἔργο προορίζεται γιὰ ὅλους: πάντες ὅσοι κλήσεως Ὀρθοδόξου τυγχάνετε μέτοχοι, συνάμα λαϊκοί τε καὶ μοναχοί (5). Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει ὅτι ἡ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε (Α’ Θέσ. 5:17) δὲν ἀφορᾶ μόνον σὲ ἐρημίτες ποὺ ἀσκητεύουν σὲ σπηλιὲς ἢ στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἔγγαμους Χριστιανοὺς μὲ οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, σὲ ἀγρότες, ἐμπόρους, δικηγόρους, ἀκόμη καὶ βασιλεῖς… καὶ βασιλεῖς αὐτοί, καὶ ἐν βασιλείοις διατρίβοντες (6). Εἶναι μία παγκόσμια προτροπή. Τὸ κάλλιστο ἀνήκει σὲ ὅλους.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος εἶχε ἐπίγνωση ὅτι κάνοντας γνωστὰ τὰ κείμενα τοῦ Ἡσυχασμοῦ στὸ εὐρύτερο κοινό, καθιστοῦσε τὸν ἑαυτό του εὐάλωτο ἀπέναντι σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἦταν ἕτοιμοι νὰ τοῦ ἀσκήσουν κριτική. Σημειώνει λοιπὸν στὸν πρόλογο:

Ἀλλ’ ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενομένοις ὑποκρούσειεν ἂν τις ἴσως, μὴ θεμιτόν, εἶναι φάσκων, ἐστὶν ἄττα τῶν ἐν τῇ βίβλῳ δημοσιεύειν ταῖς τῶν πολλῶν ἀκοαῖς ὡς ξενήκουστα• ὅτι, φησί, καὶ κίνδυνός τις ἐκ τούτων παρακολουθεῖ (7).

Ἀλήθεια, δὲν ἐγκυμονοῦσε κάποιον κίνδυνο ἡ διάθεση αὐτῶν τῶν κειμένων σὲ ἔντυπη μορφὴ στὸ εὐρὺ κοινό; Ὁρισμένοι ἴσως ἔπεφταν θύματα πλάνης ἐὰν ἀκολουθοῦσαν τὶς συμβουλὲς αὐτές, χωρὶς τὴν προσωπικὴ καθοδήγηση ἑνὸς πνευματικοῦ. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀντίρρηση ποὺ ἔφερε ὁ σύγχρονος τοῦ ἁγίου Νικόδημου, ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (1722-1794). Στὴν ἀρχὴ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοση τῆς μετάφρασης τῆς Φιλοκαλὶας στὰ σλαβονικά, ἀκριβῶς ἐπειδὴ φοβόταν πὼς τὸ βιβλίο μπορεῖ νὰ πέσει σὲ λάθος χέρια. Στὸ τέλος, ὁ Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ συμφώνησε στὴν ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας ὑπὸ τὴν πίεση τοῦ μητροπολίτη τῆς Ἁγίας Πετρούπολης, Γαβριήλ (8). Ὁ ἅγιος Μακάριος καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος συμφωνοῦσαν ἀπόλυτα μὲ τὸν Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ σχετικὰ μὲ τὴν τεράστια σημασία τῆς ὑπακοῆς σὲ ἕναν πνευματικὸ πατέρα. Ταυτόχρονα ὅμως ἦταν προετοιμασμένοι γιὰ τὸ ἐγχείρημα τῆς ἔκδοσης τῆς Φιλοκαλίας. Ἂς εἶναι ὁρισμένοι νὰ πέσουν θύματα πλάνης ἐξαιτίας τῆς οἰήσεως καὶ τῆς ὑπερηφανείας τους, ἔγραφε ὁ ἅγιος Νικόδημος. Καὶ συνέχιζε: ἄλλοι ὅμως θὰ ἀποκομίσουν βαθὺ ὄφελος ἂν διαβάσουν τὴ Φιλοκαλία μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πενθικῆς διαθέσεως (9). Ἐάν μᾶς λείπει ὁ γέροντας, ἂς ἐμπιστευθοῦμε ὡς τελευταῖο καταφύγιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς πνευματικὸς ὁδηγός.

Ἡ ἐσωτερική ἑνότητα τῆς Φιλοκαλίας

Κατὰ πόσο μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ Φιλοκαλία, ὡς ἔργο πολυσυλλεκτικό, ἔχει ἑνιαῖο χαρακτῆρα; Ὑπάρχουν κοινὰ θέματα ποὺ συνδέουν τοὺς τριάντα ἕξι συγγραφεῖς μεταξύ τους; Κι ἀκόμη, κατὰ πόσο μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ μία ἰδιότυπη καὶ χαρακτηριστικὴ πνευματικότητα ἀναφερόμενοι στὴ Φιλοκαλία;

Ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι πιθανὸν ἡ Φιλοκαλία νὰ δώσει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ἔργου χωρὶς ἐσωτερικὴ συνέχεια καὶ χωρὶς μία ξεχωριστή, φιλοκαλική, προσέγγιση τῆς πνευματικότητας. Τὰ διάφορα κείμενα παρατίθενται ἁπλῶς μὲ χρονολογικὴ σειρά, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἔνδειξη ποὺ θὰ ὑποδείκνυε ποιὰ κείμενα εἶναι κατάλληλα γιὰ «ἀρχαρίους» καὶ ποιὰ γιὰ περισσότερο «προχωρημένους». Σχετικὰ μὲ αὐτὸ τὸ θέμα ἂς ἀναλογιστοῦμε κατ’ ἀρχὰς τί σημαίνει ὁ τίτλος «Φιλοκαλία». Ἡ μία ἑρμηνεία ποὺ μπορεῖ νὰ δοθεῖ εἶναι πνευματική: σημαίνει τὴ φιλότητα πρὸς ὁτιδήποτε εἶναι ὄμορφο καὶ καλό, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ὡς πηγὴ ὅλου τοῦ κάλλους, τὴν ἀγάπη πρὸς ὁτιδήποτε ὁδηγεῖ στὴν ἕνωση μὲ τὸ θεῖο καὶ ἄκτιστο κάλλος. Ταυτόχρονα, ἡ λέξη μπορεῖ νὰ σημαίνει ἁπλῶς «ἀνθολογία», ἕνα ἀπάνθισμα καλῶν καὶ ὄμορφων πραγμάτων. Εἶναι ἴσως αὐτὸς ὁ πραγματικὸς χαρακτῆρας τῆς Φιλοκαλίας τοῦ ἁγίου Νικοδήμου καὶ τοῦ ἁγίου Μακαρίου; Εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον μία ἐπιλογὴ ἄσχετων μεταξύ τους κειμένων, πού διαλέχτηκαν λίγο πολὺ τυχαῖα; Ἐὰν κοιτάξουμε βαθύτερα θὰ δοῦμε ὅτι ἡ Φιλοκαλία εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία σειρὰ ἄσχετων κειμένων ποὺ συμπεριλαμβάνονται, χάριν εὐκολίας, σὲ ἕναν βιβλιοδετημένο τόμο. Ὑπάρχουν συγκεκριμένα μοτίβα, καθὼς καὶ ὁρισμένα κεντρικὰ θέματα ποὺ κυριαρχοῦν καὶ τὰ ὁποῖα προσδίδουν στὴ Φιλοκαλία τὸν ἑνιαῖο της χαρακτῆρα καὶ τὸν συγκεκριμένο της σκοπό. Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀναφερθῶ σὲ τρία βασικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα διατρέχουν ὁλόκληρο τὸ ἔργο, καὶ στὴ συνέχεια σὲ τρία πιὸ συγκεκριμένα χαρακτηριστικὰ τῆς Φιλοκαλίας.

1. Ἡ γενικὴ προοπτικὴ τῆς Φιλοκαλίας: ἐσωτερικὴ δράση

Ἡ Φιλοκαλὶα ἀσχολεῖται κυρίως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ παρὰ μὲ τὴν ἐξωτερικὴ δράση. Δὲν ἀναφέρεται σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ Πατέρες τῆς Ἐρήμου ὀνόμαζαν σωματικὸ κόπο, ἀλλὰ στὴν τοῦ νοὸς φυλακή (10). Δὲν ἑστιάζει στὴ λεπτομερὴ διατύπωση κανονισμῶν σχετικὰ μὲ τὴν τήρηση τῶν νηστειῶν, τὶς ὧρες τοῦ ὕπνου, ἢ τὸν ἀριθμὸ τῶν μετανοιῶν. Προχωράει πέρα ἀπὸ τὸ «γράμμα» ὅλων αὐτῶν τῶν ἐξωτερικῶν κανόνων στὸ ἐσωτερικό τους «πνεῦμα», στὸν πνευματικό τους στόχο καὶ στὸ ἀποτέλεσμά τους. Ἐκεῖνο πού μᾶς ἀποκαλύπτεται στὴ Φιλοκαλία, γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος στὸν πρόλογό του, εἶναι ἡ ἐντὸς ὑμῶν Θεοῦ βασιλεία (βλ. κατὰ Λουκᾶν 17:21), ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ τῆς καρδίας κεκρυμμένος… θησαυρὸς (βλ. κατὰ Ματθαῖον 13:44) [11].

Αὐτὴ ἡ ἐντός μας βασιλεία σύμφωνα μὲ τὴ Φιλοκαλία, διακρίνεται ἀπὸ δύο συγκεκριμένες ἀρετές: τὴ νῆψιν, ἕναν ὅρο ποὺ σημαίνει νηφαλιότητα, ἐγκράτεια, διαύγεια σκέψης καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἐνάργεια καὶ ἐγρήγορση, κι ἀπὸ τὴν ἡσυχίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀναφέρεται στὴν ἐξωτερικὴ ἔλλειψη θορύβου, ἀλλὰ στὴν ἐσωτερικὴ ἠρεμία τῆς καρδιᾶς. Ἔννοιες κομβικῆς σημασίας γιὰ τὴν πνευματικότητα τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐν γένει, αὐτὲς οἱ δύο συναφεῖς ἀρετὲς ἀποκτοῦν ἰδιαίτερο νόημα ἀναφορικὰ μὲ τὴ Φιλοκαλία. Ἂν θέλαμε νὰ συνοψίσουμε τὸ μήνυμα τῆς Φιλοκαλίας μὲ δυὸ λέξεις θὰ διαλέγαμε τοὺς ὅρους νῆψις καὶ ἡσυχία. Ἡ σημασία τῆς νήψης γίνεται ἤδη σαφὴς στὴ σελίδα τίτλου τοῦ βιβλίου: Φιλοκαλὶα τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Ὁ ἅγιος Νικόδημος στὸν πρόλογό του περιγράφει τὴ Φιλοκαλία ὡς τὸ τῆς νήψεως ταμιεῖον (12), ἐννοώντας τὸ θησαυροφυλάκιο τῆς ἐγρήγορσης. Ἑρμηνεύοντας τὴν ἔκφραση αὐτὴ ἀναφέρεται στὴν καθόλου νῆψιν, δηλαδὴ στὴν καθολικὴ νήψη τὴν ὁποία συνδέει μὲ δύο ἄλλες κομβικὲς ἔννοιες τῆς ‘Ορθόδοξης ἀσκητικῆς θεολογίας, τὴν προσοχὴ καὶ τὴ φυλακὴ τοῦ νοός (13). Ἡ εἴσοδός μας στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ διασφαλίζεται μέσῳ τῆς νήψης. Μὲ τὰ λόγια του ἁγίου Φιλοθέου του Σιναΐτου ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὴ Φιλοκαλία: ὁδὸς μὲν εἰς βασιλείαν ἄγουσα, εἴς τε τὴν ἐντὸς ἡμῶν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν (14). Ὁ δεύτερος κομβικὸς ὅρος, ἡ ἡσυχία, στὴ Φίλοκαλία χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἔννοια τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ποὺ τῆς δόθηκε ἀπὸ τὸν Εὐάγριο, δηλαδὴ μιᾶς προσευχῆς ὅπου ὁ νοῦς ἀπεκδύεται ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ ἀπελευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἀμετροεπὴ σκέψη. Πρὸς τὸ τέλος τῆς Φιλοκαλὶας ἡ βασικὴ ἔννοια συνοψίζεται μὲ τὴν ἐπιγραμματικὴ φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου: Ἡσυχία γάρ ἐστιν ἀπόθεσις νοημάτων.

2. Πρωταρχικὸς στόχος• ἡ θέωση

Ἐὰν δεχτοῦμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Φιλοκαλίας, μὲ ποιὸν τρόπο περιγράφεται μέσα στὸ ἔργο τὸ ζητούμενο τῆς πνευματικῆς ζωῆς; Ὁ ἅγιος Νικόδημος παρέχει μία καθαρὴ ἀπάντηση στὴν πρώτη φράση τοῦ προλόγου του: Θεός, ἡ μακαρία φύσις, ἡ ὑπερτελὴς τελειότης, ἡ πάντων τῶν ἀγαθῶν καὶ καλῶν Ποιητικὴ Ἀρχὴ ὑπεράγαθος καὶ ὑπέρκαλλος ἐξ ἀϊδίου πρωρίσας τὴν θεαρχικὴν αὐτοῦ ἰδέαν θεῶσαι τὸν ἄνθρωπον…(16). Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο λοιπὸν δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπώτατος σκοπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς: ἡ θέωσις. Τὸ θέμα τῆς θέωσης, τῆς ἄμεσης μεταλλακτικῆς ἕνωσης μὲ τὸν ζῶντα Θεό, ἀποτελεῖ συνεκτικὸ ἱστὸ ὁλόκληρης τῆς Φιλοκαλίας.

3. Μέσο γιὰ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἡ συνεχὴς ἐπίκληση τοῦ Θείου Ὀνόματος

Ἔχοντας ἀναφέρει στὴν πρώτη πρόταση ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε μὲ στόχο τὴ θέωσιν, ὁ ἅγιος Νικόδημος συνεχίζει τὸν πρόλογό του μιλώντας γιὰ τὴν Πτώση, τὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐπέρχεται πρωταρχικῶς μὲ τὴ βάπτιση. Αὐτὴ ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματος, πού μᾶς δίνεται στὴν παιδικὴ ἡλικία, στὴ συνέχεια ἐπισκιάζεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κοσμικὲς μέριμνες. Πῶς μπορεῖ νὰ ἐπανενεργοποιηθεῖ; Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀπαντᾶ:

Σοφίζει μὲν τὸ Πνεῦμα τοὺς θεοσόφους Πατέρας… καὶ τρόπον αὐτοῖς ἀποκαλύπτει εἰς τὸ τὴν χάριν αὖθις εὑρεῖν, ὡς θαυμαστὸν ἀληθῶς καὶ ἐπιστημονικώτατον. Ὃ δὲ ἦν τὸ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι οὐχ ἁπλῶς, ἐν νοΐ, φημί, μόνον καὶ χείλεσι (τοῦτο καὶ γὰρ ἅπασι κοινῶς τοῖς εὐσεβεῖν αἱρουμένοις προφανὲς καὶ τῷ τύχοντι ἐστὶν εὐχερές)• ἀλλ’ ὅλον τὸν νοῦν κατὰ τὸν ἐντὸς ἄνθρωπον ἐπιστρεψαμένους, ὃ καὶ θαυμαστόν, οὕτως ἔνδον καὶ ἐν αὐτῷ τῷ τῆς καρδίας βάθει τὸ τοῦ Κυρίου έπικαλεῖσθαι πανάγιον ὄνομα καὶ παρ’ αὐτοῦ τὸ ἔλεος ἐκζητεῖν, αὐτοῖς καὶ μόνοις γυμνοῖς τοῖς τῆς προσευχῆς προσέχοντας ρήμασιν καὶ μηδὲν ἕτερον οὒτ’ ἔσωθεν, οὔτ’ ἔξωθεν τὸ σύνολον παραδεχομένους ἀσχημάτιστον ὅλως καὶ ἄχροον τηρεῖν τὴν διάνοιαν (17).

Αὐτὸ τὸ ἐπιστημονικὸν καὶ πνευματικὸν ἔργο, ἂν συνοδευτεῖ ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, θὰ ἐξαλείψει τὰ πάθη καὶ θὰ μᾶς δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε (ἐπαναδραμεῖν) πρὸς τὴν ἐξ ἀρχῆς δωρηθεῖσαν ἐν τῷ Βαπτίσματι τελείαν χάριν τοῦ Πνεύματος (18). Σὲ μία προσπάθεια νὰ μᾶς βοηθήσει στὴν ἐπίκληση τοῦ Θείου Ὀνόματος ὁ ἅγιος Νικόδημος προσθέτει ὅτι ἀρκετοὶ Πατέρες συστήνουν ἕναν πρακτικὸν τρόπον διά τινων φυσικῶν μεθόδων (19).

Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ μέσα ποὺ προτείνει ἡ Φιλοκαλία καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τὸν ὕψιστο στόχο, τὴ θέωση. Ἡ «ἐπιστημονικὴ μέθοδος» ποὺ προτείνουν οἱ ἅγιοι Μακάριος καὶ Νικόδημος μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ σὲ πέντε βασικὰ σημεῖα:

1. στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ

2. στὴν προσευχὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς

3. στὸν ἀποκλεισμὸ ὁποιασδήποτε εἰκόνας ἢ σκέψης στὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς

4. στὴν ἐπίκληση τοῦ Θείου ‘Ονόματος τοῦ Ἰησοῦ

5. στὴ χρήση τῆς φυσικῆς τεχνικῆς ποὺ συνίσταται στὴν κάμψη τοῦ κεφαλιοῦ στὸ στῆθος, τὸν ἔλεγχο τῆς ἀναπνοῆς καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει σαφῶς στὸν πρόλογο τῆς ἔκδοσης ὅτὶ ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ θέματα τῆς Φιλοκαλίας. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ ὅσον ἀφορᾶ στὴ θέση αὐτοῦ τοῦ θέματος συνολικὰ μέσα στὸ ἔργο. Ὁρισμένες ἀπὸ τὶς ἐπιλογὲς τῆς Φιλοκαλίας ποὺ ἐκδόθηκε στὴ Δύση δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ ἔργο δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνας ὁδηγὸς γιὰ τὴν Προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ὡστόσο, οἱ δύο συγγραφεῖς, τὸ ἔργο τῶν ὁποίων ἀναλογικὰ καταλαμβάνει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἔκδοσης, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, δὲν ἀναφέρονται διόλου στὴν Προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία ἀποκτᾶ κεντρικὴ θέση μόνον στὸ τελευταῖο μέρος τοῦ ἔργου. Διαβάζοντας κανεὶς τὴ Φιλοκαλία στὸ σύνολό της, θὰ δεῖ ὅτι οἱ ἐκδότες της δὲν θεωροῦσαν στὸ ἐλάχιστο τὴν ἐπίκληση τοῦ Θείου Ὀνόματος ὡς μία «τεχνικὴ πνευματικότητας» ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐφαρμοστεῖ ἀποκομμένα. Ἀντίθετα, τὴν τοποθετοῦν πάντοτε σὲ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο ἀσκητικῆς πρακτικῆς καὶ «νήψης», ποὺ προϋποθέτει σὲ κάθε βῆμα τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό. Ὡστόσο, παρὰ τὸ ὅτι ἡ «φιλοκαλική» πνευματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἁπλῶς ὡς πρακτική της Προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ σημαντικὸ συνεκτικὸ ἱστὸ τῆς Φιλοκαλὶας.

Τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς ξεχωριστῆς «.φιλοκαλικῆς» πνευματικότητας ἀρχίζουν τώρα νὰ διαφαίνονται. Τρία ἰδιαίτερα στοιχεῖα χρῄζουν μνείας:

3.1. Ἡ παράδοση τοῦ Εὐαγρίου καὶ τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ

Παρὰ τὸ ὅτι τὰ ἔργα ποὺ περιλαμβάνονται στὴ Φιλοκαλὶα ἀπηχοῦν πλειάδα προσεγγίσεων, ἡ καθοριστικὴ ἐπιρροὴ τοῦ Ευαγρίου καὶ τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητου εἶναι ἀδιαμφισβήτητη. Ἡ Φιλοκαλὶα παραλείπει τὰ Ἀποφθέγματα., τὸν ἅγιο Ἐφραίμ, τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, τὸν ἅγιο Βαρσανούφιο καὶ τὸν ἅγιο Δωρόθεο. Εἶναι γεγονὸς ὅτὶ περιλαμβάνει ἀρκετὸ ὑλικὸ τοῦ Μακαρίου σὲ διασκευὴ τοῦ Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ. Ἐπικρατέστερη ὡστόσο εἶναι ἡ ὁρολογία καὶ ἡ κατηγοριοποίηση τοῦ Εὐαγρίου κι αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἰδιαίτερα στὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ποὺ καταλαμβάνουν σημαντικὸ μέρος τῆς Φιλοκαλίας.

3.2. Παλαμισμὸς

Κατὰ πόσον εὐσταθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Φιλοκαλὶα δὲν ἀπηχεῖ μόνον τὴν προσέγγιση τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν Εὐάγριο καὶ τὸν Μάξιμο, ἀλλὰ ὅτι, πιὸ συγκεκριμένα, ἀναπαράγει τὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ; Ὁποιαδήποτε ἀπάντηση θὰ πρέπει νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ ἐπιφυλάξεις. Οἱ Κολλυβάδες ἦταν ἀδιαμφισβήτητα ὀπαδοὶ τοῦ Παλαμισμοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Νικόδημος προετοίμασε μία ἔκδοση τοῦ ἔργου τοῦ Παλαμᾶ σὲ τρεῖς τόμους, ποὺ τελικὰ ὅμως δὲν κυκλοφόρησε. (Τὸ χειρόγραφο αὐτῆς τῆς ἔκδοσης ποὺ ἐστάλη σὲ ἕναν Ἕλληνα τυπογράφο στὴ Βιέννη, κατασχέθηκε καὶ καταστράφηκε ἀπὸ τὴν Αὐστριακὴ ἀστυνομία τὸ 1798, μετὰ τὴ σύλληψη τοῦ Ρήγα Βελεστινλῆ. Μικρὸ μέρος τοῦ χειρογράφου σώθηκε ἐνῷ τὸ μεγαλύτερο καταστράφηκε ἢ χάθηκε) [20]. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὰ ἡσυχαστικὰ γραπτά του 14ου αἰώνα δὲν καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος ἀπὸ τὸ ἕνα τέταρτο τῆς Φιλοκαλίας, ἐνῷ τὰ συγκεκριμένα κείμενα ποὺ ἐπελέγησαν ἀπὸ τοὺς ἐκδότες ἦταν στὴν πλειοψηφία τους ἔργα ποιμαντικὰ καὶ μὴ πολεμικά, μὲ ἐλάχιστες ἀναφορὲς στὴν Παλαμικὴ διδασκαλία περὶ θείου φωτὸς καθὼς καὶ στὴ διαφορὰ μεταξὺ θείας οὐσίας καὶ ἐνέργειας. Κατὰ μία εὐρύτερη ἔννοια ὡστόσο, οἱ ἐκδότες τῆς Φίλοκαλιας ἐμπνεύστηκαν καὶ πραγματοποίησαν τὴν ἔκδοση στὸ πνεῦμα τοῦ Παλαμισμοΰ. Ἡ κύρια ἀντινομία, ἡ ὁποία διαφυλάσσεται μέσα ἀπὸ τὴ διαφοροποίηση οὐσίας καὶ ἐνέργειας, δηλαδή, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ταυτόχρονα γνωστὸς καὶ ἄγνωστος, ὑπερβατικὸς καὶ ἐνυπάρχων, πέρα ἀπὸ κάθε ὂν καὶ πανταχοῦ παρών, διαπερνᾶ τὴ Φιλοκαλία ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος. Ἡ ἀποφατικὴ προσέγγιση τοῦ θείου μυστηρίου τονίζεται ἐπανειλημμένως. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σὲ ἕνα κείμενο ποὺ περιλαμβάνεται στὴ Φιλοκαλία, ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ὑπεράγνωστος … [ὁ ὁποῖος] πᾶσαν … διάφεύγει νόησιν τῶν νοούντων … καὶ πάσης πασῶν γνώσεων ἀπείρως ὑπερεκτείνεται γνώσεως (21). Ταυτόχρονα, ἡ Φιλοκαλία ἐπιβεβαιώνει τὸ ἰδεῶδες της θέωσης: ἀκόμη καὶ στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς ζωῆς, εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος ἄμεση σχέση μὲ τὴν ἀπείρως ὑπερβατικὴ θεότητα. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴν τολμηρὴ φράση τοῦ ἁγίου Μαξίμου, μέσῳ τῆς θέωσης παραχωρεῖται στοὺς ἁγίους μία κατ’ ἐνέργειαν ταύτιση μὲ τὸν τριαδικὸ Θεό, ἂν καὶ δὲν συμμετέχουν στὴ θεία οὐσία (22). Ἐὰν λοιπὸν ἡ διαφοροποίηση οὐσίας-ἐνέργειας (διάκριση πολὺ προγενέστερη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Παλαμᾶ) δὲν θεωρηθεῖ ἁπλῶς ὡς φιλοσοφικὸς στοχασμὸς ἀλλὰ ὡς ἀληθινὴ βιωματικὴ διάσταση -δηλαδή, ὡς τρόπος ἔκφρασης τῆς ζωντανῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων κατὰ τὴν προσευχή- τότε πράγματι ἡ Φιλοκαλία θὰ πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ἔκφραση μιᾶς «Παλαμικῆς» τάσης.

3.3. Ἡ ἀπουσία δυτικῶν ἐπιδράσεων

Τὰ ἔργα ποὺ περιλαμβάνονται στὴ Φιλοκαλία ἐμπίπτουν ὅλα στὴν παράδοση τῆς πνευματικότητας τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς. Σὲ ἄλλες του ἐκδόσεις ὁ ἅγιος Νικόδημος ἦταν πρόθυμος νὰ διασκευάσει ρωμαιοκαθολικὰ ἔργα (ὅπως τὸ Combattimento Spirituale τοῦ Lorenzo Scupoli, τὸ Esercizi Spirituali τοῦ Giampetro Pinamonti, βασισμένο στὸν Ἰγνάτιο Loyola, καὶ τὰ Il confessore istruito καὶ Il penitente istruito τοῦ Paolo Segneri) γιὰ τὸ ὀρθόδοξο κοινό (23). Φαίνεται ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐκτίμησε τὴ ψυχολογικὴ ὀξυδέρκεια αὐτῶν τῶν δυτικῶν συγγραφέων, καθὼς καὶ τὸ συναίσθημα, τὸν διάπυρο καὶ οἰκεῖο τόνο ποὺ χαρακτηρίζει τὰ ἔργα τους. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι αἰσθάνθηκε πὼς ἡ μέθοδος τοῦ ἐλεύθερου διαλογισμοῦ ἰδιαίτερα τῶν Θείων Παθῶν, ποὺ ὑποστήριζαν αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς, θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει τοὺς ὀρθόδοξους ἀναγνῶστες ποὺ συναντοῦσαν δυσκολίες μὲ τὴν ἀνεικονικὴ προσευχὴ τῆς παράδοσης τοῦ Εὐαγρίου. Παραταῦτα, στὸν Ἀόρατο Πόλεμο θεώρησε ἀπαραίτητο νὰ προσθέσει ἕνα κεφάλαιο -ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν πηγή του, τὸν Scupoli- σχετικὰ μὲ τὸν ἔλεγχο τῆς φαντασίας καὶ τῆς μνήμης (24). Στὴ Φιλοκαλία, ὡστόσο, οἱ ἅγιοι Νικόδημος καὶ Μακάριος περιορίστηκαν ἀποκλειστικὰ στὰ παραδοσιακὰ κείμενα τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς, χωρὶς νὰ ἐνσωματώσουν κανένα δάνειο ἀπὸ ρωμαιοκαθολικὲς πηγές. Ἂν καὶ ἡ Φιλοκαλὶα περιέχει ἀρκετὰ κείμενα ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸν φαντασιακὸ διαλογισμὸ πάνω στὸ βίο καὶ τὸ Πάθος τοῦ Ἰησοῦ (ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Νικόλαο τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ) [25], ὁ τρόπος προσευχῆς ποὺ προτείνεται συνήθως εἶναι ἐκεῖνος τοῦ Εὐαγρίου ποὺ συνίσταται στὴν «ἀπόθεση νοημάτων».

Αὐτοὶ εἶναι ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς συνεκτικοὺς ἱστοὺς τῆς Φιλοκαλίας οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀναφερόμαστε σὲ μία ἰδιαίτερη «φιλοκαλική» πνευματικότητα. Ὡς βιβλίο ποὺ ἐπικεντρώνεται κατὰ κύριο λόγο στὴν ἐσωτερικὴ δράση, στὸ «ἐσωτερικὸ βασίλειο» τῆς καρδιᾶς, ἡ Φιλοκαλία προσδίδει ἰδιαίτερη σημασία στὶς δύο συναφεῖς ἀρετὲς τῆς νήψης καὶ τῆς ἡσυχίας. Βασικὸς στόχος ἐκείνου ποὺ ἐπιδίδεται στὴν πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴ θέωση, τὴν ἄμεση συμμετοχὴ στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Κύριο μέσο γιὰ τὴν κατάκτηση τοῦ στόχου εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐπίκληση τοῦ Θείου ‘Ονόματος, συνοδευόμενη ὅταν πρέπει ἀπὸ τὴ «φυσικὴ τεχνική». Ἡ Φιλοκαλία δὲν τονίζει τὴν Προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μὲ μονόπλευρο ἢ ἀποκλειστικὸ τρόπο. Ἡ τάση ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο εἶναι κατὰ κύριο λόγο ἐκείνη τοῦ Εὐαγρίου καὶ τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Ταυτόχρονα, ἡ Φίλοκαλὶα προϋποθέτει τὴν «Παλαμική» διαφορὰ θείας οὐσίας-ἐνέργειας. Δὲν κάνει χρήση τῆς πνευματικότητας τῆς δυτικῆς ἀντιμεταρρύθμισης, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀντιτίθεται πολεμικὰ στὸ χριστιανισμὸ τῆς Δύσης. Εἶναι πράγματι ἕνα ἔργο γιὰ ὅλους τους χριστιανούς, γιὰ μοναχοὺς καὶ λαϊκούς. Χωρὶς νὰ εἶναι διεξοδικὸ ἢ συστηματικὸ ἔργο, ἡ Φιλοκαλὶα διέπεται ἀπὸ αὐθεντικὴ ἑνότητα καὶ ἐσωτερικὴ συνέχεια. Πολὺ παραπάνω ἀπὸ μία τυχαία συλλογὴ κειμένων ποὺ ἐκδόθηκαν στὸν ἴδιο τόμο, ἡ Φιλοκαλία εἶναι πράγματι αὐτὸ ποὺ φιλοδοξοῦσαν οἱ ἐκδότες της, οἱ ἅγιοι Μακάριος Κορίνθου καὶ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: μυστικὸν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς (26).

Πολλὲς φορὲς μὲ ρωτοῦν: Μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ πρέπει νὰ διαβάζονται τὰ κείμενα τῆς Φιλοκαλίας; Θὰ πρέπει νὰ ἀρχίζει κανεὶς ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἀπὸ τὴν πρώτη σελίδα καὶ νὰ συνεχίζει ἕως τὸ τέλος; Ἴσως αὐτὴ νὰ μὴν εἶναι ἡ καλύτερη μέθοδος. Γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὸν Ἡσυχασμό, ἀλλὰ ποὺ ἔχουν σοβαρὸ καὶ βαθὺ ἐνδιαφέρον νὰ ἀνακαλύψουν τὸ ἀληθινό του νόημα, ἡ σειρὰ ποὺ προτείνω εἶναι ἡ ἀκόλουθη:

1. Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου τῶν Ξανθοπούλων, Περὶ τῶν αἱρουμένων ἡσυχῶς βιῶναι (Φιλοκαλὶα IV, 197-295) [27].

2. Ἡσυχίου Πρεσβυτέρου, Περί νήψεως καὶ ἀρετῆς (Φιλοκαλὶα Ι, 141-173).

3. Νείλου τοῦ Ἀσκητοῦ (στὴν πραγματικότητα, Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ), Περὶ Προσευχῆς (Φιλοκαλὶα Ι, 176-189).

4. Περὶ τοῦ Ἀββᾶ Φιλήμονος (Φιλοκαλία ΙΙ, 241-252).

5. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, Περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς, μαζὶ μὲ τὰ δύο συνοπτικὰ ἔργα ποὺ ἕπονται (Φιλοκαλία IV, 66-88) [28].

(Ὡστόσο, ἐδῶ συστήνω στοὺς ἀρχαρίους νὰ μὴν ἀποπειραθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν τὴ φυσικὴ μέθοδο ποὺ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἐκτὸς κι ἐὰν βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἄμεση καὶ προσωπικὴ καθοδήγηση κάποιου πνευματικοῦ πατέρα).

Η Φιλοκαλία χθὲς καὶ σήμερα

Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτήρας τῆς Φιλοκαλίας. Ποιὰ εἶναι ὅμως ἡ ἐπίδρασή της; Στὸν ἑλληνικὸ κόσμο τὸ βιβλίο ἀρχικὰ εἶχε μέτρια ἀπήχηση, ἴσως γιατί -ὅπως προανέφερα- σχεδὸν ὅλα τὰ κείμενα ἐκδόθηκαν στὸ πρωτότυπο χωρὶς μετάφραση στὰ νέα ἑλληνικά. Πέρασε διάστημα περισσότερο ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια πρὶν ἐμφανιστεῖ ἡ δεύτερη ἔκδοση στὰ ἑλληνικά, τὸ 1893. Ἑξήντα τέσσερα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1957, ξεκίνησε ἡ τρίτη ἔκδοση. Ἔτσι λοιπόν, στὴ διάρκεια τῶν πρώτων ἑκατὸν ἑβδομήντα πέντε χρόνων τῆς ὕπαρξής της, ἡ Φιλοκαλὶα τυπώθηκε μόνον τρεῖς φορές. Δὲν ἦταν ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε best seller! Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἕνα κλασικὸ ἔργο τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, ἡ πολύτομη Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, κάτω ἀπὸ τὸ λῆμμα «Φιλοκαλία» ἀναφέρει μόνον τὴ Φιλοκαλία τοῦ Ὠριγένους ποὺ συντάχθηκε ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, ἐνῷ δὲν ἀναφέρει κὰν τὴ Φιλοκαλία τῶν ἁγίων Μακαρίου καὶ Νικόδημου (29).

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, στὸν σλαβικὸ κόσμο τοῦ 19ου αἰώνα ἡ Φιλοκαλὶα εἶχε ἐντελῶς διαφορετικὴ τύχη. Ἡ σλαβονικὴ μετάφραση τοῦ Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1793 καὶ ἡ ἐπαυξημένη ρωσικὴ ἔκδοση τοῦ ἁγίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου ποὺ ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται τὸ 1877, ἀνατυπώθηκαν πολλὲς φορὲς καὶ στὴ διάρκεια τοῦ 19ου αἰώνα γνώρισαν ἀνταπόκριση πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἑλληνικῆς ἔκδοσης. Τρία χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τῆς ἐπιρροῆς ποὺ ἄσκησε ἡ σλαβονικῆ Dobrotolubiye εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ ὄχι μόνον τὴν εἶχε διαβάσει, ἀλλὰ καὶ παρέπεμπε τακτικὰ σὲ αὐτήν. Ἐπίσης, ἡ Φιλοκαλία διαβαζόταν ἀπὸ τοὺς startsi (γέροντες) τῆς Ὄπτινα ποὺ τὴ συνέστηναν στοὺς πιστούς. Κι ἀκόμη ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας τῶν Περιπετειῶν ἑνὸς Προσκυνητοῦ κουβαλοῦσε τὴ Φιλοκαλία στὸν ταξιδιωτικό του σάκκο, καθὼς περιπλανιόταν στὰ ρωσικὰ δάση μὲ τὴν Προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὰ χείλη καὶ ἕνα κομποσχοίνι στὸ χέρι του.

Ὡστόσο, ἡ πραγματικὴ ἐποχὴ τῆς Φιλοκαλίας δὲν ἦταν οὔτε ὁ 18ος αἰώνας μὲ τοὺς Κολλυβάδες, οὔτε ἡ «Ἁγία Ρωσία» τοῦ 19ου αἰώνα, ἀλλὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ του 20οῦ αἰώνα καὶ συγκεκριμένα τὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ἡ τρίτη ἔκδοση τῆς Φιλοκαλὶας ποὺ ἐμφανίστηκε σὲ πέντε τόμους ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο «Ἀστὴρ-Παπαδημητρίου» (1957-1963) κυκλοφόρησε εὐρύτατα καὶ ἀνατυπώθηκε στὰ μέσα της δεκαετίας τοῦ ’70. Κι ἀκόμη, ἡ Φιλοκαλὶα μεταφράσθηκε στὰ νέα ἑλληνικά. Μέχρι, πρὶν ἀπὸ σαράντα χρόνια ἡ Φιλοκαλία στὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἦταν γνωστὴ μόνο σὲ ὁρισμένα μοναστήρια• σήμερα ἐκεῖνοι, ποὺ τὴ μελετοῦν καὶ ποὺ ἀναγνωρίζουν τὴν ἀξία της εἶναι ὅλο καὶ περισσότεροι, ἰδιαίτερα δὲ κοσμικοί. Καὶ κατ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ ἅγιοι Μακάριος καὶ Νικόδημος πέτυχαν ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ φιλοδοξοῦσαν.

Μία ἄλλη ὀρθόδοξη χώρα ποὺ ἐπηρεάστηκε βαθύτατα ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία -ἰδιαίτερα μετὰ τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- εἶναι ἡ Ρουμανία. Ἡ ρουμανικὴ μετάφραση ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται τὸ 1946 καὶ ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἔκδοση ἦταν ὁ διακεκριμένος θεολόγος Πρωθιερέας Dumitru Staniloae (1903-1993). Ἕως τὸ 1948 εἶχαν ἐκδοθεῖ τέσσερις τόμοι• ὅμως ἡ ἔκδοση σταμάτησε ἐξαιτίας πιέσεων ἀπὸ τὸ κομμουνιστικὸ καθεστώς. Τριάντα χρόνια ἀργότερα η προσπάθεια αὐτὴ μπόρεσε νὰ συνεχιστεῖ καὶ ἀπὸ τὸ 1976 ἕως τὸ 1981 κυκλοφόρησαν ἄλλοι ἕξι τόμοι, συμπληρώνοντας ἔτσι τὸ δεκάτομο ἔργο (ποὺ ἀντιστοιχεῖ σὲ περισσότερες ἀπὸ 4.650 σελίδες) (30). Σὲ σύγκριση μὲ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο, ἡ ρουμανικὴ Φιλοκαλία περιλαμβάνει μία σαφῶς μεγαλύτερη ἐπιλογὴ κειμένων. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ Πατὴρ Staniloae πρόσθεσε ὁρισμένα ἔργα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ξανάγραψε ἐπίσης τὰ εἰσαγωγικὰ σημειώματα ποὺ προηγοῦνται τοῦ ἔργου τοῦ κάθε συγγραφέα καὶ ἔδωσε πολυάριθμες παραπομπές. Στὶς σημειώσεις του ὁ πατὴρ Staniloae παραθέτει κριτικὴ βιβλιογραφία ἀπὸ τὴ σύγχρονη Δύση, ἂν καὶ ὁ συγγραφέας ἐξετάζει ὅλα τὰ ἔργα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη σκοπιά.

Ἡ ρουμανικὴ Φιλοκαλία συνέβαλε μὲ καθοριστικὸ καὶ δημιουργικὸ τρόπο στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση ποὺ παρατηρεῖται σήμερα στὴν ὀρθόδοξη Ρουμανία. Ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὸν πατέρα Staniloae εἶναι ἡ ἐντυπωσιακὴ ὁμάδα νεαρῶν ἐπισκόπων καὶ θεολόγων ποὺ ἀναδύθηκε καὶ ἡ προσέγγιση τῆς ὁποίας εἶναι βαθύτατα «φιλοκαλική». Στὴ Ρουμανὶα σήμερα, ὅπως καὶ στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα, ἡ ἐπίδραση τῆς Φιλοκαλίας ἐπ’ οὐδενὶ δὲν περιορίζεται, σὲ μοναστικοὺς κύκλους. Ἀντίθετα, ἐπηρεάζει τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της.

Ἐὰν ἡ ἐπίδραση τῆς Φιλοκαλίας στὴ Ρουμανὶα εἶναι ἀληθινὰ ἐντυπωσιακή, ἀκόμη πιὸ ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ εὐρύτατη ἐπιτυχία της στὸ δυτικὸ κόσμο στὴ διάρκεια τῶν τελευταίων πενήντα ἐτῶν. Ἡ πρώτη ἔκδοση, ποὺ κυκλοφόρησε στὴ Βενετία τὸ 1782, ἐστάλη σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρία στὴν Ἀνατολή. Ἐλάχιστα ἀντίτυπα διοχετεύθηκαν σὲ βιβλιοθῆκες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ὁ εὐρυμαθὴς Dom Pitra καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιμελητὲς τῆς Ἑλληνικῆς Πατρολογίας ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν J.-P. Migne εἶχαν πρόσβαση στὴν ἑλληνικὴ Φιλοκαλία, μόνον ἀπὸ τὸν τόμο ὀγδόντα πέντε καὶ μετὰ καὶ δὲν παραλείπουν νὰ τονίσουν τὴ σπανιότητα τοῦ ἔργου: «…ex libro inter rariores rarissimo» (PG 127:1127).

Σπουδαιότατο ρόλο στὴ διάδοση τῆς Φιλοκαλίας στὴ Δύση ἔπαιξε ἡ Μεγάλη Βρετανία. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 μία ἐπιλογὴ ὑλικοῦ τῆς ρωσικῆς Dobrotolubiye τοῦ ἁγίου Θεοφάνους μεταφράσθηκε ἀπὸ τὰ ρωσικὰ στὰ ἀγγλικὰ μὲ ἐκδοτικὴ φροντίδα τῆς ρωσίδας ὀρθόδοξης Evgeniya Kadloubovsky καὶ τοῦ Ἄγγλου ὀρθόδοξου Gerald Palmer. Ἔτσι ἐκδόθηκαν δύο τόμοι, τὰ Γραπτὰ ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία γιὰ τὴν Προσευχὴ τῆς Καρδιᾶς (Writings from the Philokalia on Prayer of the Heart), τὸ 1951, καὶ Οἱ Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία (Early Fathers from the Philokalia), τὸ 1954. Οἱ δύο αὐτοὶ τόμοι γνώρισαν ἐκπληκτικὴ καὶ ἀπρόσμενη ἐπιτυχία. Τὸ ρωμαιοκαθολικὸ περιοδικὸ The Catholic Herald χαιρέτησε τὴν ἔκδοση τῶν φιλοκαλικῶν κειμένων ὡς «ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ δοκίμια πνευματικότητας ποὺ μεταφράστηκαν ποτὲ στὰ ἀγγλικά» καὶ οἱ δύο τόμοι ἀνατυπώθηκαν ἐπανειλημμένα.

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι οἱ ἐκδότες τῆς ἀγγλικῆς Φιλοκαλίας, οἱ Faber and Faber, δὲν θὰ εἶχαν ποτὲ δεχτεῖ νὰ ἐκδώσουν τὸ ἔργο χωρὶς τὴν ὑποστήριξη τοῦ T.S. Eliot, ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς διευθυντὲς τοῦ οἴκου. Ὁ Eliot ἐντυπωσιάστηκε τόσο ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Φιλοκαλίας, ὥστε ἐπέμεινε νὰ ἐκδοθεῖ πάσῃ θυσίᾳ ἂν καὶ ἦταν σχεδὸν βέβαιος ὅτι θὰ εἶχε σοβαρὸ οἰκονομικὸ κόστος. Στὴν πραγματικότητα σημείωσε μεγάλη ἐκδοτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐπιτυχία. «Δὲν ἔχουμε χάσει ποτὲ χρήματα ἐκδίδοντας ὀρθόδοξα βιβλία», μοῦ εἶπε πρόσφατα κάποιο στέλεχος τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου Fabers. Ὁ ἀείμνηστος Philip Sherrard μοῦ διηγήθηκε ὅτι κάποια μέρα βρισκόταν στὴ βιβλιοθήκη τοῦ Γιώργου Σεφέρη ὅταν πρόσεξε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ράφια τὸν ἀγγλικὸ τόμο Γραπτὰ ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία. Τὸν πῆρε στὰ χέρια του καὶ ἀνακάλυψε ὅτι εἶχε σταλεῖ στὸ Σεφέρη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Eliot μὲ τὴν ἀφιέρωση: «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν». Δὲν ξέρω ἂν ὁ Σεφέρης διάβασε τὸ βιβλίο, ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ Eliot τὸ εἶχε διαβάσει μὲ προσοχή.

Τὸ 1979 ἄρχισε νὰ κυκλοφορεῖ μία νέα ἀγγλικὴ ἔκδοση. Ἡ δεύτερη αὐτὴ ἔκδοση δὲν περιέχει ἁπλῶς μία ἐπιλογή, ἀλλὰ περιλαμβάνει ὅλα τὰ ἔργα τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς ἔκδοσης, καὶ δὲν εἶναι βασισμένη στὴ ρωσικὴ ἀπόδοση τοῦ Θεοφάνους ἀλλὰ στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο, καὶ χρησιμοποιεῖ σύγχρονες κριτικὲς ἐκδόσεις, ὅπου ὑπάρχουν. Ἡ ἀγγλικὴ μετάφραση πρόκειται σύντομα νὰ συμπληρωθεῖ: ὁ πέμπτος καὶ τελευταῖος τόμος βρίσκεται ἤδη στὸ στάδιο τῆς προετοιμασίας γιὰ ἔκδοση. Ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη ἀγγλικὴ ἔκδοση, ἔτσι καὶ αὐτή, εἶχε ἐκπληκτικὴ ἀπήχηση σὲ ἕνα εὐρύτατο κοινό. Οἱ πρῶτοι τόμοι τῆς ἀγγλικῆς Φιλοκαλίας ἔχουν ἤδη ἀνατυπωθεῖ ἀρκετὲς φορές. Ἀπὸ τὰ γράμματα ποὺ καταφθάνουν στὰ γραφεῖα τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου εἶναι σαφὲς ὅτὶ ἡ ἀγγλικὴ Φιλοκαλία δὲν κυκλοφορεῖ μόνον μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ‘Ορθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ ἔστω μεταξὺ χριστιανῶν. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε ἀνήκουν σὲ ἄλλες θρησκεῖες εἴτε δὲν ἀνήκουν σὲ κάποια θρησκευτικὴ παράδοση, ἀλλὰ ἀναζητοῦν μία πίστη καὶ διαβάζουν τὴ Φιλοκαλία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ μετάφραση τοῦ ἔργου ἐπιτελεῖ ἕνα ἀξιοσημείωτο ἱεραποστολικὸ ἔργο.

Τὸ παράδειγμα τῆς Βρετανίας ἀκολούθησαν πολλὲς ἄλλες δυτικὲς χῶρες. Ἀπὸ τὸ 1953 καὶ μετά, μεταφράσεις τῆς Φιλοκαλὶας ἐμφανίστηκαν πρῶτα στὰ γαλλικά, κι ὕστερα στὰ γερμανικά, τὰ ἰταλικά, τὰ ἱσπανικά, καὶ τὰ φινλανδικά. Ἐν πρώτοις, οἱ ἀποδόσεις αὐτὲς περιεῖχαν μόνον ἐπιλογὲς κειμένων καὶ μερικὲς φορὲς δὲν βασίζονταν στὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ κείμενο. Ὡστόσο, στὴ διάρκεια τῆς τελευταίας εἰκοσαετίας ἐμφανίστηκαν πλήρεις ἐκδόσεις μεταφρασμένες ἀπὸ τὸ πρωτότυπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ σὲ ἄλλες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ὅπως καὶ στὴν Ἀγγλία, οἱ μεταφράσεις αὐτὲς γνώρισαν τεράστια ἐπιτυχία καὶ ξεπέρασαν τὶς τολμηρότερες προσδοκίες τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων.

Στὸ ξεκίνημα τῆς τρίτης χιλιετίας, ἡ φωνὴ τῆς Φιλοκαλίας ἀκούγεται ὅλο καὶ πιὸ δυνατὰ τόσο στὸν ὀρθόδοξο κόσμο ὅσο καὶ στὴ Δύση. Εἶναι σίγουρα ἀξιοσημείωτο -καὶ γιὰ μένα προσωπικὰ ἰδιαίτερα ἐνθαρρυντικό- ὅτι μία συλλογὴ κειμένων ποὺ προοριζόταν γιὰ ἑλληνορθόδοξους χριστιανοὺς τῆς τουρκοκρατούμενης Ἑλλάδας τοῦ 18ου αἰώνα, κατάφερε νὰ ἀσκήσει τέτοια ἐπίδραση δύο αἰῶνες ἀργότερα, στὸ ὁλότελα διαφορετικὸ ἱστορικὸ καὶ πολιτισμικὸ περιβάλλον τῆς μετα-χριστιανικῆς Εὐρώπης, ποὺ ἐκκοσμικεύεται ὅλο καὶ περισσότερο. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἡσυχασμοῦ, ποὺ τόσο ἀγάπησαν καὶ ἐφάρμοσαν οἱ ἅγιοι Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ Μακάριος Κορίνθου, παραμένει ἐπίκαιρη στὸ σύγχρονο κόσμο.

Σημειώσεις

1. Σχετικὰ μὲ τὴν πρώτη ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας καὶ τὶς μεταγενέστερες ἐκδόσεις καὶ ἀνατυπώσεις βλ. Kallistos Ware, ‘Philocalie’, Dictionnaire de Spiritualité 12 (1984), 1336-1352. Γιὰ πληρέστερες βιβλιογραφικὲς ἀναφορὲς βλ. τὶς σημειώσεις τοῦ ἀγγλικοῦ κειμένου ποὺ ἀκολουθεῖ.

2. Γιὰ λόγους προφανεῖς ἢ licenza δὲν ἀνατυπώθηκε στὶς μεταγενέστερες ἐκδόσεις τῆς Φιλοκαλὶας ποὺ κυκλοφόρησαν στὴν Ἀθήνα.

3. Γιὰ βιβλιογραφία βλ. τὸ ἀγγλικὸ κείμενο τῆς διάλεξης.

4. The Gulag Archipelago, 2, Glasgow 1975, 597.

5. Φικολαλία Ι, xxiv. Οἱ παραπομπὲς τῆς Φιλοκαλίας δίνονται στην τρίτη ἑλληνικὴ ἔκδοση τοῦ Ἀστέρος-Παπαδημητρίου (Ἀθήνα, 1957-63) μὲ ἀριθμὸ τόμου καὶ σελίδας.

6. Φιλοκαλία I, xxii. Χωρὶς ἀμφιβολία ὁ ἅγιος Νικόδημος εἶχε ὑπ’ ὄψιν του τὴ διαμάχη μεταξὺ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ μοναχοῦ Ἰώβ. Σχετικὰ βλ. Πατριάρχου Φιλοθέου Κοκκίνου, Βίος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, PG 151: 573Β-574Β, ποὺ παρατίθεται στὴ Φιλοκαλία V, 107.

7. Φιλοκαλία I, xxiii.

8. Dobrotolubiye, Μόσχα 1793. Βλ. Ἀντώνιος-Αἰμίλιος Ταχιάος, «Ὁ Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) καὶ ἡ ἀσκητικοφιλολογικὴ σχολή του» (Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν, Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἴμου 73: Θεσσαλονίκη 1964), 113-14.

9. Φιλοκαλὶα I, xxiii-xxiv

10. Σύγκρινε τὴν ἀναλογία τοῦ φυλλώματος ἑνὸς δένδρου μὲ τὸν καρπό του ἀπὸ τὸ Γεροντικόν, Ἀγάθων 8, PG 65:112ΑΒ.

11. Φιλοκαλία I, xxiv.

12. Φιλοκαλία I, xxiii.

13. Φιλοκαλία I, xx.

14. Νηπτικὰ Κεφάλαια Μ’, 3 (Φιλοκαλία ΙΙ, 275).

15. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, Περὶ τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι 5, Φιλοκαλία IV.82. Ἡ φράση προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Κλίμακος, Κλῖμαξ 27, PG 88:1112Α,ο ὁποῖος τὴ δανείζεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγρίου, Περὶ Προσευχῆς 71 [70], Φιλοκαλία Ι, 182.

16. Φιλοκαλία I, xix.

17. Φιλοκαλὶα Ι, xx.

18. Φιλοκαλὶα I, xxi. Πρβλ. Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι, Περὶ τῶν αἱρουμένων ἡσυχῶς βιῶναι 4, Φιλοκαλὶα IV, 199.

19. Φιλοκαλία I, xxi.

20. Βλ. Citterio, L’ orientamento (σημ. 3 τοῦ ἀγγλικοῦ κειμένου), 349-52.

21. Μάξιμος, Περὶ ἀγάπης 3:98′ Κεφάλαια Διάφορα 3:1 (Φιλοκαλία ΙΙ, 40, 91).

22. Μάξιμος, Κεφάλαια Διάφορα 6:19 (Φιλοκαλία ΙΙ, 150)• Πρὸς Θαλάσσιον 59 (PG 90:609Α• Corpus Christianorum 22, 53, σειρὲς 137-8).

23. Βλ. Citterio, L’ Orientamento, 112-36.

24. Βλ. τὴν εἰσαγωγή του Η.A. Hodges, στὸ Unseen Warfare: Being the Spiritual Combat and Path to Paradise of Lorenzo Scupoli as edited by Nicodemus of the Holy Mountain and revised by Theophan the Recluse, μτφρ. Ε. Kadloubovsky καὶ G.E.H. Palmer, Faber & Faber, London 1952, 49-51.

25. Φιλοκαλία I, 134-5 (= PG65:1041B-1045A). Ὃ Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής, γνωστὸς ἐπίσης καὶ ὡς Μᾶρκος ὁ Ἐρημίτης, ὀρθότερα ὀνομάζεται Μᾶρκος ὁ Μοναχός.

26. Φιλοκαλία I, xxiii.

27. Βλ. Kallistos Ware, Α Fourteenth-Century Manual of Hesychast Prayer: the Century of St Kallistos and St Ignatios Xanthopoulos, Canadian Institute of Balkan Studies, Toronto 1995.

28. Βλ. Kallistos Ware, ‘The Jesus Prayer in St Gregory of Sinai’, Eastern Churches Review 4:1 (1972), 3-22′ David Balfour, ‘Saint Gregory the Sinaite: Discourse on the Transfiguration’, ἀνάτυπο ἀπὸ τὴν Θεολογία 52:4-54:1 (1981-3).

29. Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, 24, Ἀθήνα 1934, 8.

30. Δύο ἐπιπλέον τόμοι ἔχουν προστεθεῖ ἔκτοτε στὴ σειρά.

– «Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση», Αθήνα, εκδ. Σύνδεσμος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Α. Σ. Ωνάσης, 2004. [μετάφραση Νίκη Τσιρώνη]

πηγή: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kallistos_filokalia.html

Αμέθυστος

>ΑΓΝΩΣΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΓΟΥΕΑΡ

>

Πρεσβυτέρου Βασιλείου Σπηλιόπουλου
ΝΕΟΕΠΟΧΗΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ:
ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ, ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ

Ὁ Κυριάκος Μαρκίδης εἶναι ἕνας Κύπριος κοινωνιολόγος ὁ ὁποῖος ζεῖ καί ἐργάζεται στήν Ἀμερική. Ὁ ἴδιος δηλώνει “πνευματικός ἀναζητητής” καί στά πλαίσια μιᾶς θρησκειολογικῆς ἐργασίας ἀσχολήθηκε καί μελέτησε τήν Ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση. Καρπός τῆς μελέτης του εἶναι τά τρία προαναφερθέντα βιβλία τά ὁποία προβάλλονται ὡς ὀρθόδοξα βοηθήματα, ὡς συνοπτική παράθεση ὅλης τῆς νηπτικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας καί ὡς πολύ ὠφέλιμα γιά τήν πνευματική ζωή. Τά βιβλία αὐτά, μέ λύπη τό λέμε, ἔχουν βρεῖ μεγάλη ἀπήχηση μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων και δυστυχῶς προβάλλονται, διαφημίζονται, συνιστανται ἀκόμα καί ἀπό ἱερείς ἤ καί ἀπό πνευματικούς στά πνευματικά τους τέκνα, προβάλλονται και διαφημίζονται, κατά καιρούς, ἀκόμα και ἀπό ἐπίσημα ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας μας ὅπως οἱ ἐκκλησιαστικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί.

Θά δοῦμε πάρα πολύ συνοπτικά μερικά, τά πιό ἐμφανῆ, σημεῖα τῶν τριῶν ἔργων τοῦ Κυριάκου Μαρκίδη διότι ὁ συνολικός ὄγκος τῶν βιβλίων που ξεπερνᾶ τίς 1200 σελίδες δέν θά μᾶς ἐπέτρεπαν σέ καμία περίπτωση νά τά ἀναλύσουμε διεξοδικά.

ΤΟ ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Πρόκειται γιά ἕνα βιβλίο 400 περίπου σελίδων τό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι “ἐμβαθύνει στή σοφία τῶν ὀρθοδόξων μοναχῶν πού ζοῦν στό Ἅγιον Ὅρος, ὅπως αὐτή μεταβιβάστηκε ἀπό γενιά σέ γενιά”[1]. Βασικό πρόσωπο τοῦ βιβλίου ὁ π. Μάξιμος, ἕνας ἁγιορείτης μοναχός, ὁ ὁποῖος βοηθᾶ τόν συγγραφέα νά μελετήσει τήν ὀρθόδοξη πνευματική παράδοση. Στήν πραγματικότητα πίσω ἀπό τόν π. Μάξιμο “φωτογραφίζεται” ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, ἕνας διακεκριμένος καί πολύ ἀγαπητός ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος, μαζί καί μέ τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο Γουέαρ πού, κατά τόν συγγραφέα, διάβασε “σχεδόν ὅλο τό πρῶτο δοκίμιο καί ἔδωσε πολύτιμες συμβουλές”[2], ἐπιστρατεύονται γιά νά δώσουν ἐπικάλυμμα ὀρθοδοξίας στό ἔργο τοῦ κου Μαρκίδη, γιά νά διαφημίσουν ὡς ὀρθόδοξο, αὐτό τό ἐπικίνδυνο βιβλίο. Γιατί ὅμως θεωροῦμε τό βιβλίο ξένο πρός τήν ὀρθοδοξη πνευματικότητα καί ἐπικίνδυνο;

Συγκεκριμένα:

Ὁ σύγγραφέας σέ ὅλο τό βιβλίο κάνει χρήση ἰνδουιστικῶν καί πνευματιστικῶν ὅρων καί λέξεων ὅπως “συνειδητότητα”[3], “αὔρα”[4], “μάτι τῆς ἐνατένισης”[5], “ἐνέργεια”[6], “πνευματικές πρακτικές – ἀσκησεις”[7], “ξαφνικό φωτισμό” ἤ “μετασχηματισμό”[8], “ὄχημα”[9], “ἐπίπεδα” ἐξαγνισμοῦ – πνευματικότητας – συνειδητότητας κ.α[10], “δάσκαλοι – μαθητές”[11], “ῥοή ἐνέργειας-χάρης”[12].

Βέβαια, θά μποροῦσε κάποιος νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἁπλῶς ὁ συγγραφέας κάνει χρήση τῆς συγκεκριμένης ὁρολογίας διότι αὐτήν γνώριζε, δέν ἔδινε ὅμως καί τό ἴδιο νόημα στίς λέξεις. Ἰσχύει ἄραγε κάτι τέτοιο; Κατηγορηματικά λέμε ὄχι, καί παραθέτουμε ἐλάχιστα μόνο σημεῖα τοῦ βιβλίου στά ὁποῖα εἶναι ἐμφανέστατη ἡ σύγχυση, ἐσκεμμένη ἤ ὄχι, καί ἡ ταύτιση τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος μέ τίς ἀνατολικές θρησκεῖες καί ἀκόμα πιό ἐμφανές εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Μαρκίδης εἶδε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁπλῶς σάν μιά ἀκόμη θρησκεία πού κατά τύχη, λόγω καταγωγῆς, τοῦ ταίριαζε πιό πολύ.

Στή σελ. 19 θεωρεῖ ὅτι κατά Θεία Πρόνοια ἀπελευθερώθηκε ἀπό τόν ἀγνωστικισμό καί τόν ὑλισμό μέσα ἀπό τόν Ἰνδουισμό καί τόν ἀποκρυφισμό καί ἀναφέρεται σέ μεγάλους ἀποκρυφιστές ὅπως ὁ Ἄλαν Βάτς, ἡ Μπλαβάτσκι, ὁ Στάινερ, ὁ Γκουρτζιέφ, ὁ Κρισναμούρτι, ὁ Μαχαρίσι Μάχες Γιόγκι. Διαφημίζονται λοιπόν μεγάλοι ἀποκρυφιστές, ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆτες ὡς ὠφέλιμοι καί χρήσιμοι. Μάλιστα στήν ἀμέσως ἑπόμενη σελίδα ὁμολογεῖ ὅτι μέσα ἀπό τήν καθημερινή μελέτη τῶν σατανικῶν βιβλίων τῶν προαναφερομένων κατέληξε στό συμπέρασμα, στό ὁποῖο προφανῶς θέλει νά ὁδηγηθεῖ καί ὁ ἀφελής ἀναγνώστης, ὅτι “.. οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν λανθάνουσες ἱκανότητες πού ἐκτείνονται πέρα ἀπό τίς πέντε αἰσθήσεις…” καί ὅτι ὑπάρχουν “μετά – ὀρθολογικά στάδια συνειδητότητας…”[13]. Προτρέπεται ὁ ἀναγνώστης λοιπόν μέσα ἀπό τίς πρακτικές τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν νά βρεῖ καί νά ἀξιοποιήσει αὐτές τίς λανθάνουσες δυνατότητες.

Στά ἑπόμενα κεφάλαια ὁ συγγραφέας γνωρίζει τόν πατέρα Μάξιμο, τόν ὁποῖο ὅμως δέν βλέπει ὡς Ὀρθόδοξο μοναχό. Γιά τόν Μαρκίδη ὁ π. Μάξιμος εἶναι ἕνας ἀκόμα δάσκαλος ἀπό τούς πολλούς πού εἶχε γνωρίσει (σελ.36) κοντά στόν ὁποῖο, ὅπως ἔκανε καί μέ ὅλους τούς ἄλλους μύστες, ἦταν ἕτοιμος νά μάθει νέους, παράλληλους, ὅπως ὁ ἴδιος τούς ἀντιλαμβανόταν, δρόμους γιά πνευματική ἐξύψωση (σελ.32). Ὁ π.Μάξιμος ἦταν ἕνας πραγματικός δάσκαλος, ὁ ὁποῖος “συμβαίνει νά εἶναι χριστιανός”(σελ. 36). Παντοῦ ὑπάρχουν δάσκαλοι, ἀπό πολλούς δρόμους μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ κανείς, σὐμφωνα πάντα μέ τόν συγγραφέα, σέ ἀνώτερα πνευματικά στάδια.

Στή σελίδα 38 ἀλλά καί σέ πάρα πολλές ἄλλες μιλᾶ γιά ἐνέργεια, ἡ ὁποία μετατοπίζεται μέ τήν σκέψη. Μιλᾶ γιά τήν συμπαντική λοιπόν ἐνέργεια.

Στή σελίδα 50 μᾶς ἀναπτύσσει τό πόσο προφητικός ἀποδείχθηκε ἕνας Ἰσραηλινός γκουρού ὁ ὁποῖος προφήτευσε ὅτι ἄν οἱ μοναχοί τοῦ Ὄρους δέν μοιραστοῦν μέ ὅλο τόν κόσμο τή σοφία τους, θά τούς ἀναγκάσει ὁ Θεός νά τό κάνουν. Αὐτός λοιπόν ἦταν καί ὁ λόγος πού ὁ π. Μαξιμος ὑποχρεώθηκε νά ἀφήσει τό Ὄρος γιά νά γίνει ἐπίσκοπος στήν Κύπρο. Θαυμαστό τό σημεῖο! Ὁ σουάμι ἀναγνωρίζει, αὐτό πρέπει ἄρα νά κάνουμε καί ἐμεῖς, τή σοφία τῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν ἀξία της γιά τόν κόσμο. Ἀναγνωρίζει στούς ἁγιορεῖτες τούς συναγωνιστές στόν ἀγῶνα γιά καλλιέργεια τοῦ ματιοῦ τῆς ἐνατένισης. Καί ὅλα αὐτά σέ ἄσραμ, ὅπου ὁ συγγραφέας προέβαλε τίς συγκρητιστικές του ἀπόψεις λέγοντας στούς ἀνθρώπους ὅτι ἀνακάλυψε τό δυτικό Θιβέτ.

Σέ ὅλο δέ τό 11 κεφάλαιο ἀναπτύσσει καί προσπαθεῖ νά στηρίξει τήν ἄποψη ὅτι μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τάχθηκαν ὑπέρ τῶν θέσεων τοῦ Ὠριγένους γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων. Ἡ κόλαση γιά τόν Μαρκίδη καί τούς ἀθεολόγητους “θεολόγους” τούς ὁποίους ἐπικαλεῖται δέν εἶναι αἰώνια. Ὅλοι τελικῶς θά γευθοῦν τόν Παράδεισο, ἀφοῦ περάσουν ἕνα στάδιο ἐξαγνισμοῦ καί καθάρσεως, ἀφοῦ πληρώσουν δηλαδή στό καθαρτήριο πῦρ γιά τά ἁμαρτήματα πού σ’ αὐτή τή ζωή διέπραξαν. Δέ διστάζει μάλιστα νά ἐπιτεθεῖ μέ σφοδρότητα στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά αἰώνια κόλαση, ἔχοντας καθαρῶς εἰρωνική διάθεση καί προτρέποντας πλαγίως ούς πιστούς εἴτε νά δεχθοῦν τήν καταδικασμένη θέση τοῦ Ὠριγένους, εἴτε νά στραφοῦν στίς εὐσπαγχνικώτερες καί βολικώτερες ἀνατολικές θρησκεῖες λέγοντας ὅτι ἡ πίστη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στίς ἀνατολικές θρησκεῖες (256). Ὑπαινίσσεται δέ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν δογμάτισε ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἀλλά σύμφωνα μέ τά συμφεροντά της και γι αὐτό δέν δέχθηκε, ὑποτίθεται, τίς θέσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης πού συμφωνοῦν, καί πάλι κατά τόν συγγραφέα καί μόνο, μέ αὐτές τοῦ Ὠριγένους. Δέν ἔχει τήν παραμικρή ἰδέα ὅτι τό δόγμα δέν εἶναι καταστατικό νομικό κείμενο ἀλλά ἡ διατυπωμένη ἀλήθεια και γι αὐτό καί μιλᾶ γιά “διαμόρφωση τοῦ δόγματος” (σελ. 115) στήν ὁποία ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο οἱ ἅγιοι Σπυρίδων καί Ἐπιφάνιος. Μάλιστα δέν παραλείπει καί πάλι νά γκουρουοποιήσει τά πράγματα λέγοντας ὅτι τό πραγματικό νόημα τῶν ἐπιμνημόσυνων δεήσεων εἶναι ἡ ἐπιστροφή μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῆς πρὀ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ἀπομακρυνθείσης ψυχῆς στήν ἀρχική της κατάσταση πού εἶναι ἡ σχέση μέ τό Θεό (σελ.237). Ποιά ψυχή ἀπομακρυνθηκε πρό ἀμνημονεύτων ἐτῶν παρά ἐκείνη πού προϋπάρχει; Στήν ἑπόμενη μάλιστα σελίδα ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας ἁπλῶς ἱκανοποιοῦν τίς ἀνάγκες τῆς κοινωνίας περιορίζοντας τό ἄγχος καί δίνοντας ἐλπίδες.

Στή σελίδα 262 ἐκθειάζεται τό οἰκουμενιστικό πνεῦμα τῆς μονῆς Βατοπεδίου πού μαζί μέ τήν ἐνασχόληση τῶν μοναχῶν μέ τούς ἠλεκτρονικούς ὑπολογιστές (σελ. 92) καί τή φιλοξενία τοῦ συγγραφέα, ὡς v.i.p, σέ “εὐρύχωρο δωμάτιο με κεντρική θέρμανση, τουαλέτα καί ντούς”(σελ.51) ἀποτελοῦν στοιχεῖα πού ἔρχονται νά προστεθοῦν στήν ἐκκοσμικευμένη εἰκόνα πού ἐσχάτως ἔδωσε ἡ Μονή κατασκανδαλίζοντας τούς πιστούς. Βέβαια, πρός ἀποφυγή παρεξηγήσεων, τονίζουμε ὅτι αὐτήν τήν εἰκόνα δίνει ὁ συγγραφέας καί ἡ ὁποία μπορεῖ, καί τό εὐχόμαστε, νά μήν εἶναι ἡ πραγματική. Μόνον οἱ πατέρες τῆς μονῆς μποροῦν νά ἐπιβεβαιώσουν τά γραφόμενα ὑπό τοῦ Κυριάκου Μαρκίδη. Συγκεκριμένα ὑποστηρίζει ὁ συγγραφέας ὅτι ὁ π. Μάξιμος τοῦ ἐκμυστηρεύθηκε ὅτι φιλοξενήθηκε στή μονή παπικός μοναχός χωρίς νά τό γνωρίζουν οἱ ὑπόλοιποι πατέρες παρά μόνο ὁ ἴδιος καί ὁ ἡγούμενος. Ὁ μοναχός αὐτός ἦταν ἐνδεδυμένος ὡς Ὀρθόδοξος καί συμμετεῖχε κανονικά στή Θεία Λατρεία. Μάλιστα, ὑποτίθεται, ὅτι ὁ π. Πορφύριος εὐλόγησε τόν συγκεκριμένο παπικό μοναχό χωρίς νά τόν ἀπασχολήσει καθόλου τό συγκρητιστικό καί οἰκουμενιστικό πνεῦμα τῆς Μονῆς δίνοντας καί ὁδηγίες γιά τό πῶς θά σωθεῖ τό παπικό του μοναστήρι. Ἡ στάση δέ αὐτη τοῦ π. Πορφυρίου δείχνει κατά τό Μαρκίδη ὅτι “ὁ γέροντας Πορφύριος ἦταν τελείως ἀνοιχτός στό Ἅγιο Πνεῦμα”.

Στό κεφάλαιο 14 ἀναπτύσσοντας τό θέμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς τήν ἀποκαλεῖ πνευματική τέχνη πλούσια σέ ἐνέργεια καί ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι κάθε ἀναζητητής πρέπει νά τήν ἀπαγγέλλει. Λέξεις καί φράσεις πού ἀποδεικνύουν τήν γκουρουιστική ἀντίληψη τῆς προσευχῆς.

Τέλος στή σελίδα 367 παρουσιάζεται ἡ θεωρία τῶν δύο πνευμόνων τῆς ἐκκλησίας, τοῦ ἀνατολικοῦ καί τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ, θέση πού ἀπολύτως ἀποδέχεται ὁ συγγραφέας, ἐνῶ στή 376 ἕνας ζωντανός ἅγιος χαίρεται χαράν μεγάλη γιά τή συγγνώμη τοῦ Πάπα καί ἐπιπλήττει νεαρό , φανατικό προφανῶς καί ἀνώριμο, μοναχό, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει ἐπιφυλάξεις. “Ὅταν κάποιος μᾶς ζητᾶ συγχώρηση δέν μποροῦμε παρά νά τόν συγχωρήσουμε, χωρίς ἐνδοιασμούς καί δισταγμούς” λέει ὁ ἅγιος γέροντας.

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Best seller καί αὐτό, ὅπως καί τό “Ὅρος τῆς Σιωπῆς”, στό ὁποῖο συνεχίζονται οἱ συζητήσεις μέ τόν π. Μάξιμο. Τό βιβλίο διαφέρει ἀπό τό προηγούμενο μόνο σέ ἕνα σημεῖο : εἶναι πολύ πιό ἐπικίνδυνο καί πολύ πιό ἄμεσο στό συγκρητιστικό του σκοπό. Θά παραθέσουμε καί ἐδῶ ἐλάχιστα, σέ σχέση μέ τόν ὄγκο τοῦ βιβλίου πού καλύπτεται ἐξολοκλήρου ἀπό νεοεποχήτικο πνεῦμα, ἁπλῶς ὡς δεῖγμα ἀρκετό γιά καλοπροαιρέτους πιστούς πού πραγματικά θέλουν νά ὠφελοῦνται καί νά ἀποφεύγουν τήν πλάνη.

Ἀπό τό σημείωμα ἀκόμα τοῦ συγγραφέα, στό ὁποῖο καί πάλι ἐκφράζονται εὐχαριστίες πρός τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο Γουέαρ, φαίνεται τό ἐπικίνδυνο τοῦ βιβλίου ἀφοῦ καί πάλι ὁ Κυριάκος Μαρκίδης δηλώνει “πνευματικός ἀναζητητής” καί μιλᾶ γιά ἐρευνητικές προσπάθειες. Τί ὄφελος μπορεῖ νά ἔχουν οἱ πιστοί ἀπό τήν ἀναζήτηση καί τήν πνευματική περιπλάνηση ἑνός ἀνθρώπου, περιπλάνηση ἡ ὁποία ποτέ δέν κατέληξε κάπου;

Στό δεύτερο κεφάλαιο παραθέτει ὁ συγγραφέας τίς ἐντυπώσεις του ἀπό τήν παραμονή του στή Μονή τοῦ Ἀγίου Ἀντωνίου στήν Ἀριζόνα, ὅπου εἶχε τήν εὐκαιρία νά γνωρίσει τόν Ἄντριου, ἕνα χριστιανό καί πρώην δόκιμο στό Ὄρος, ἀφοσιωμένο ἀλλά ὄχι φονταμεταλιστή σάν ἐμᾶς, πού δέν δεχόμαστε τό συγκρητιστικό-οἰκουμενιστικό-νεοεποχήτικο πνεῦμα τοῦ βιβλίου. Ὁ Ἄντριου ἀσθένησε ψυχολογικά ἀπό τήν ζωή ἐκεῖ καί μιλᾶ γιά τήν δύναμη τῶν προσευχῶν τῶν ἁγιορειτῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι ἰσχυρές ἀφοῦ οἱ πατέρες ἔχουν μάθει νά αὐτοσυγκεντρώνονται. Ἀδυνατεῖ νά δεῖ τά πράγματα ὁ συγγραφέας ἀπαλλαγμένα ἀπό τήν ἰνδουιστική ἑρμηνεία πού ὁ ἴδιος δίνει.

Στά ἑπόμενα κεφάλαια ὁ συγγραφέας ἐπιστρέφει στήν Κύπρο καί τόν π. Μἀξιμο τόν ὁποῖο προβάλλει διαρκῶς καί στά τρία βιβλία ὡς τόν μόνο αὐθεντικό ἐκφραστή τῆς Ὀρθοδοξίας πάνω στό νησί, ὡς τόν ἅγιο πού ὅλοι καταδιώκουν, ὡς τόν μόνο καθαρό. Προσκολλᾶται μάλιστα, αὐτό ἐξάλλου ἐπιτάσσει τό πνεῦμα μαθητείαςτοῦ γκουρουισμοῦ, στόν π. Μάξιμο, γίνεται ἕνας ἀπό τούς φανατικότερους ὁπαδούς του καί ἀπολαμβάνει καί μιᾶς εἰδικῆς εὔνοιας ἀπό ἐκεῖνον. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει καθηκόντως καί με πολύ σεβασμό πρός τό πρόσωπο τοῦ Μητροπολίτου Λεμεσοῦ πού “φωτογραφίζεται” ὡς π. Μάξιμος νά ἐπισημάνουμε στόν ἴδιο ὅτι ἐκτίθεται ἀνεπανόρθωτα ἀπό τά γραφόμενα τοῦ Μαρκίδη ὁ ὁποῖος μοιάζει νά χρησιμοποιεῖ καί ἐκμεταλλεύεται τήν ἀγάπη, τόν σεβασμό καί τήν ἐκτίμηση τῶν πιστῶν σέ Ἑλλάδα καί Κύπρο πρός τό πρόσωπό του γιά νά προωθήσει τίς συγκριτικές, οἰκουμενιστικές, νεοεποχήτικες θεωρίες του. Φρονοῦμε ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Λεμεσοῦ ὀφείλει νά πάρει ἐπίσημα θέση καί νά ἀποκηρύξει τά τρία ἐπικίνδυνα βιβλία ὥστε νά γίνει ὅσο τό δυνατόν μικρότερη ζημιά στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά κρατήσει τήν πλάνη ἐκτός τῶν τειχῶν. Ὅσο ὁ Σεβασμιώτατος ἀφήνει ἀδιάψευστα τά γραφόμενα καί δέν καταδικάζει τά βιβλία τοῦ Μαρκίδη θά γίνεται παρά τήν θέλησή του συνεργός τῶν σκοτεινῶν σκοπῶν τοῦ συγγραφέα καί ὁ βασικός διαφημιστής του.

Στή σελ. 114 ὁ συγγραφέας συντάσσεται μέ τούς νεοειδωλολάτρες ἀποδεχόμενος τίς θέσεις του ἐξαδέλφου του ὅτι ἡ Θεοκρατία τοῦ Βυζαντίου ἐκτόπισε τό ἐλεύθερο δημιουργικό πνεῦμα τῆς κλασικῆς ἑλληνικῆς κουλτούρας.

Στην148 θεωρεῖ ὅτι τα Ἅγια Λείψανα εἶναι φορτισμένα μέ θετική ἐνέργεια ἀφοῦ κάθε ἀντικείμενο καί τόπος μπορεῖ νά εἶναι φορτισμένο μέ θετική ἤ ἀρνητική ἐνέργεια. Τά ἴδια στήν 155, στήν 168 καί στήν 173.

Στήν 157 ὑποστηρίζει ὅτι ἡ διαφορά ἀνάμεσα σέ Ἄσραμ καί σέ Ὀρθόδοξα Μοναστήρια ἀφορᾶ μόνον θέματα διαπολιτισμικά καί μόνο ὁ Θεός ξέρει ποιός ἤ ποιό μέρος ἔχουν πραγματική πνευματική ἀξία.

Στήν 166 συγκρίνει τού Προφῆτες πού ζητοῦσαν μουσική γιά νά προφητέψουν μέ τούς σαμάνους τῶν ἰνδιάνων. Βουντού λοιπόν καί ὁ Δαυίδ!

Στήν 168 ὁ π. Μάξιμος ἀναζωογονεῖται καί γεμίζει ἐνέργεια ἀπό ὄνειρα, ὅπως ἀκριβῶς ἀπό τή Θεία Λειτουργία ἐνῶ σαφέστατα ἡ Γραφή λέει ὅτι “τά ἐνύπνια ἐπλάνησαν πολλούς”.

Στήν 173 ἑρμηνεύει τήν σιωπή τοῦ π. Μαξίμου ὡς βαθύ διαλογισμό ἤ καρδιακή προσευχή. Γιά τόν συγγραφέα δέν ὑπάρχει διαφορά στά δύο αὐτά, παρότι τελικῶς ὁ π. Μάξιμος ἁπλῶς κοιμόταν.

Στίς 201-202 ὑποστηρίζεται εὐθέως ἀπό τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο, πάντα κατά τόν συγγραφέα, ὅτι ὅλοι μποροῦν νά φτάσουν στήν Θέωση ἀνεξαρτήτως πίστεως ἀφοῦ κατά τόν Μαρκίδη “ἡ θέωση ἐνυπάρχει μέσα στήν ἴδια τήν δομή τῆς ἀνθρώπινης φύσης” καί κατά τόν ἐπίσκοπο “ὁ Χριστός ὑπάρχει μέσα μας” καί “φωτίζει πάντα ἄνθρωπον”. Στήν ἑπόμενη σελίδα γίνεται ἀναφορά σέ χωρίο τῶν Πράξεων, ὅπου ὁ Πέτρος μιλᾶ γιά σωτηρία μόνο στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στή συνέχεια ὅμως καί αὐτή ἡ ἀναφορά νοθεύεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶναι παρών μέ λανθάνοντα τρόπο, καί μέ τήν γκουρουιστική ἄποψη ὅτι ὁ Λόγος εἶναι παν-συμπαντικός, δέν περιορίζεται σέ συγκεκριμένη κουλτούρα καί πρέπει νά προσεγγίσουμε τή συνειδητότητα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ παν-συμπαντικοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νά σωθοῦμε. Πιό ἁπλά ὁ Χριστός δέν εἶναι πρόσωπο ἀλλά συνειδητότητα πού σέ κάθε θρησκεία ἤ περιβάλλον ἐκφράζεται διαφορετικά καί πρέπει νά προσεγγίσουμε τήν ἀφηρημένη αὐτή συνειδητότητα. Ὁ ἐπίσκοπος Κάλλιστος μάλιστα ἀποδέχεται τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων καί ὑποστηρίζει, κατά τόν Μαρκίδη, ὅτι μετά θάνατον ὅλοι θά ἀναγνωρίσουν τόν Χριστό καί θά σωθοῦν ἀφοῦ ὅλοι, Μουσουλμάνοι, Βουδιστές, Ἰνδουιστές, Ἑβραίοι, ἄν ἀκολουθοῦν τίς ἐπιταγές τῆς θρησκείας τους, “πιστεύουν ἤδη στό Χριστό, γιατί κάθε Ἀλήθεια ἀπορρέει ἀπό τό Χριστό” (205). Στήν 207 σελίδα μάλιστα ἰσοπεδώνονται τά πάντα ἀφοῦ κανείς δέν γίνεται μέλος τῆς Ἐκκλησίας μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ἀφοῦ “ὑπάρχει μία ἐσωτερική σχέση μέ τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία μπορεῖ νά ἀνήκει χωρίς νά τό ξέρει”. Βέβαια στό Δαλάι Λάμα δέν θά λέγαμε ποτέ κάτι τέτοιο ὄχι γιά νά μή του στερήσουμε τή δυνατότητα σωτηρίας ἀλλά γιατί ἁπλῶς θά ἦταν ἀλαζονικό νά τοῦ ποῦμε ὅτι εἶναι Χριστιανός καί δέν τό ξέρει. Ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος, πού ἄν πράγματι ὑποστήριξε τέτοιες ἀπόψεις μόνο ἐπίσκοπος δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ἀλλά λύκος βαρύς μή φειδόμενος τοῦ ποιμνίου, μιλᾶ γιά ἀλήθεια σέ ὅλες τίς Θρησκεῖες(208), ἐπαινεῖ τό ἔργο τοῦ Π.Σ.Ε καί τό πρωτόκολλο ἠθικῆς συμπεριφορᾶς πού ὑπέγραψαν στό Σικάγο τό 1993 κορυφαῖοι ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Θρησκειῶν καί λυπᾶται πού ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἐκπροσωπήθηκε(209). Τά ἴδια περίπου ὑποστηρίζονται σέ ὄλο τό κεφάλαιο καί στό διάλογο τοῦ ἐπισκόπου Καλλίστου μέ τόν συγγραφέα. Καλό θά ἦταν νά ὑπάρξει διάψευση τοῦ ἐπισκόπου γιά τά ὅσα ἀπαράδεκτα ὑποτίθεται ὅτι πρεσβεύει. Μάλιστα ὑπάρχουν τοποθετήσεις πού θέλουν νά διδασκόμαστε ἀπό τόν διαφωτισμό, νά λειτουργεῖ ἐν ἁγίω Πνεύματι ὁ φεμινισμός καί τό χειρότερο ὅλων νά εὐλογεῖται ἀπό ἕναν ὀρθοδοξο (;) ἐπίσκοπο (;) ἡ Νέα Ἐποχή (229).

Στις σελ. 229 –231 δια στόματος Καλλίστου Γουέαρ διαφημίζεται ἡ Νέα Ἐποχή ὡς κίνημα μέ “γνήσια ἀναζήτηση πνευματικοῦ νοήματος”(230), μέ “εἰλικρινῆ ἀναζήτηση” ἐνῶ κατηγορούμαστε οἱ Χριστιανοί ὅτι δέν γινόμαστε ἐκφραστές καί μάρτυρες τῆς ὑπερβατικῆς πραγματικότητας τοῦ ζῶντος Θεοῦ καί τῆς Βασιλείας Του μέσα στήν ἀνθρώπινη καρδιά”(230 ἡ ὑπογράμμιση δική μας), ἀποκαλεῖται ἡ Ἐκκλησία “θεσμικός χριστιανισμός” μέ φυσική συνέπεια τήν ἄποψη ὅτι ὁ Θεός “μπορεῖ νά σώσει ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν βαπτιστεῖ ποτέ”(231). Κατά τόν ἐπίσκοπο Κάλλιστο τελικῶς ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι παρά ἕνας ἀνθρώπινος θεσμός ξεπερασμένος καί ἀποτυχημένος ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐσωτερική, μυστική και μυστικιστική καί ὅλοι ἀνήκουν σ’ Αὐτήν.

Στίς σελίδες 266 –267 διά στόματος π. Μαξίμου διαψεύδεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου πῆρε ἐπισήμως θέση ἐνάντια στό σχέδιο Ἀνάν καί ἀποκαλοῦνται ὑπερσυντηρητικοί οἱ ἁγιορεῖτες πού δέ βλέπουν μέ καλό μάτι τήν Εὐρώπη. Στό ἴδιο κεφάλαιο ἀναπτύσσεται τό θέμα τῆς προσευχῆς καί ἐνῶ στήν σελ. 269 ὁ π.Μάξιμος ξεκαθαρίζει ὅτι δέν ἔχει καμία σχέση μέ τόν διαλογισμό, στή συνέχεια ὁ συγγραφέας, χρησιμοποιώντας πάντα τό στόμα τοῦ π.Μαξίμου, ἐπιβεβαιώνει τό ἀντίθετο. Γίνεται λόγος γιά “πνευματικές διαδρομές τῆς προσευχῆς” (270), γιά ἀποκάλυψη τῆς φύσης τοῦ Θεοῦ καί ἄνοιγμα τῶν πνευματικῶν ὁριζόντων (270), γιά κινδύνους πνευματικούς καί γιά κατάσταση προσευχῆς. Ὅλοι οἱ παραπάνω ὅροι σέ συνδυασμό μέ τήν ἄποψη ὅτι ἡ προσευχή ἐνέχει πνευματικούς κινδύνους ἀποδεικνύει ὅτι δέν ξεχωρίζεται ἀπό τόν διαλογισμό.

Στήν 284 ὁ συγγραφέας ἐξισώνει τήν Θεία Λειτουργία καί τόν μυστικό της χαρακτήρα μέ τόν μυστικιστικό χαρακτήρα τῶν μεθόδων τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ἐνῶ στην 287 μιλᾶ γιά πνευματική ἐνέργεια τῶν εὐχῶν.

Τό δωδέκατο κεφάλαιο εἶναι γεμάτο μέ ἀπροϋπόθετη ἀποδοχή ὅλων τῶν ἐπιθανατίων ἐμπειριῶν ὡς γνησίων καί ὠφέλιμων. Ὁ π. Μάξιμος μάλιστα στή σελ.302 δέχεται ὅλες τίς ἐμπειρίες αὐτές καί τίς ἐπιδοκιμάζει ὡς ὀρθόδοξες, στήν 305 θεωρεῖ ὅτι οἱ ἐμπειρίες αὐτές δίνουν “ἀσυνήθιστες δυνάμεις καί ἰκανότητες” σέ αὐτούς πού τίς βιώνουν, στήν 307 ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά ἀντλοῦν ἀπό ἐσωτερικές δυνάμεις θαυμαστές ἱκανότητες ὅπως τό νά περπατοῦν στό νερό, στήν 309 καί πάλι μιλᾶ γιά κρυμμένες ἐσωτερικές δυνάμεις στούς ἀνθρώπους, στήν 310 μιλᾶ γιά ἐσωτερικό φῶς πού ὑπάρχει καί ἐκπέμπεται μέσα ἀπό τούς ἀνθρώπους καί στήν 307 μιλᾶ γιά αἰώρηση μοναχοῦ πού ὁ συγγραφέας συγκρίνει μέ θιβετιανό ἀντίστοιχο φαινόμενο.

Οἱ τελευταῖες δέ σελίδες τοῦ κεφαλαίου εἶναι ἀφιερωμένες στό μεγάλο πρόβλημα τοῦ Μαρκίδη. Μέσα στίς σελίδες αὐτές προσπαθεῖ, ὅπως ἔκανε καί στό “ὅρος τῆς Σιωπῆς”, νά πείσει ὅτι ἡ πίστη στήν αἰώνια κόλαση εἶναι ἐσφαλμένη καί ὅτι ὅλοι θά σωθοῦν. Χρησιμοποιεῖ μαλιστα τόν Ἅγιο Γρηγόριο Ναζιανζηνό ἀλλά καί τόν ἀπόστολο Παῦλο. Συγκεκριμένα παραπέμπει στό ἔργο κάποιου Χιοῦστον Σμίθ τόν ὁποῖο προβάλλει ὡς “αὐθεντία”(322), καί ὁ ὁποῖος στηρίζει τήν ἀποκατασταση τῶν πάντων στούς σοφούς ὅλων τῶν θρησκειῶν (323) ἀλλά καί στόν ὀρθόδοξο ἱεραπόστολο πατέρα Λάζαρο γνωστό ἀπό τήν “Ἀσκητική τῆς ἀγάπης”. Σύμφωνα λοιπόν μέ τόν Σμίθ ὁ π. Λάζαρος ἑρμηνεύοντας τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τόν τρίτο οὐρανό πίστευε ὅτι αὐτός πού ἔφτασε ἐκεῖ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος καί ὅτι αὐτό πού διδάχθηκε ὡς μυστικό ἦταν ὅτι “τελικά ὅλοι θά σωθοῦν”(323). Κατά τόν Κυριάκο Μαρκίδη συνεπῶς “ἡ μετά θάνατον ζωή πρέπει νά συνεπάγεται μια αἰώνια ἐξελικτική διαδικασία ἐξαγνισμοῦ, κάθαρσης τῆς ψυχῆς μέσα στά πλαίσια τοῦ αὐτεξούσιου”(321). Καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός προσκαλεῖται νά μιλήσει σέ ἐκκλησιαστικούς σταθμούς ἐνῶ τά γεμάτα πλάνες βιβλία του πωλοῦνται σέ ἐκκλησιαστικά βιβλιοπωλεῖα.

Στίς σελίδες 340-342 ἕνας ἅγιος γέροντας ἐνῶ ἀρχικά διαφωνεῖ μέ τόν φίλο τοῦ συγγραφέα πού προσεύχεται μέσα σέ τζαμιά καί πιστεύει, ἐναρμονισμένος μέ τό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅτι πρέπει νά μυρωθεῖ ξανά διότι ἀρνήθηκε τήν πίστη του, τελικῶς ἀλλάζει θέση διότι ὁ ἴδιος ὁ Θεός τοῦ μίλησε κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας καί τοῦ εἶπε ὅτι “δέν διέπραξε ἁμαρτία ὅταν προσευχήθηκε στόν Χριστό μέσα σέ ἕναν τζαμί”(342). Ὁ ἴδιος ὁ Θεός λοιπόν εὐλογεῖ τόν οἰκουμενισμό καί ἀντιτίθεται στούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Κανόνες φαίνεται οὔτε θεόπνευστοί εἶναι, οὔτε συμφωνοῦν μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλά, κατά τόν συγγραφέα, εἶναι κατασκευάσματα φονταμεταλιστῶν ἀνθρώπων, ὀργάνων ἑνός ἀνθρώπινου θεσμοῦ.

Στήν 346 ὁ διαλογισμός καί ἡ προσευχή μπαίνουν καί πάλι στό ἴδιο καζάνι καί ἔχουν τόν ἴδιο στόχο: “να γαληνέψουν τό νοῦ καί νά ἐκδηλωθεῖ μέσα μας τό ἀπόλυτο”.

Τέλος, ὑπογραμμίζοντας καί πάλι ὅτι ὅλα ὅσα ἀναφέραμε ἀποτελοῦν μικρό δεῖγμα καί δέν ἐξαντλοῦν τά ἀτοπήματα τοῦ βιβλίου, θά δοῦμε τό τελευταῖο κεφάλαιο στό ὁποῖο καί πάλι ἐπικρατεῖ συγκρητισμός καί Νέα Ἐποχή. Στίς πρῶτες σελίδες προβάλλεται ὁ φεμινισμός, χαρακτηρίζεται ἡ Ἐκκλησία ὡς “πατριαρχική”(442) καί γεμάτη “ταμποῦ” (439), καταδικάζονται ἀπό ἕναν Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο, τόν Κάλλιστο Γουέαρ, οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀναχρονιστικοί και ἐμπόδιο γιά τίς γυναῖκες (443)˚ γίνεται ἀποδεκτή ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου καί ἡ μεγάλη ἔκρηξη (445)˚ χαρακτηρίζονται “φονταμεταλιστές” οἱ διαφωνοῦντες (447) ˚ ἐκλαμβάνονται οἱ ἐρημίτες τοῦ ἁγίου Ὄρους ὡς ζῶντες στόν κόσμο τους (450) καί τό γεγονός αὐτό ὡς αἰτία γιά τίς διαφωνίες τους στόν οἰκουμενισμό καί τίς σχέσεις τῶν δύο φύλων. Δηλώνεται ξεκάθαρα ὅτι ὁ Θεός δέν περιορίζεται σέ πολιτιστικά πλαίσια καί σέ ἱστορικά δημιουργημένες θρησκεῖες (452) ˚ τονίζεται ἡ δύναμη τῆς σκέψης (454)˚ ταυτίζονται τά ἐξωσωματικά ταξίδια μέ τίς ἐν ἁγίω Πνεύματι ὁράσεις τῶν ἁγίων καί ὑποστηρίζεται ὄτι μόνον ὁ ὅρος ἀλλάζει. Τέλος πολυδιαφημίζεται ὡς πρότυπο φεμινιστικό ἡ γερόντισσα Γαβριηλία τῆς ὀποίας γίνεται ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη, ἀφοῦ μέ βεβαιότητα τονίζεται ὅτι ἔφτασε στή θέωση (442). Ἐδῶ βέβαια νά ἐπισημάνουμε ἀκόμα μιά ἐνέργεια στήν ὁποῖα πρέπει νά προβεῖ ἡ Μητρόπολη Λεμεσοῦ. Ἐκτός λοιπόν ἀπό τήν καταδίκη τῶν ἀποκρυφιστικῶν βιβλίων τοῦ Μαρκίδη καλό θά ἦταν νά καταδικαστεῖ καί ἡ “Ἀσκητική τῆς ἀγάπης” ἕνα βιβλίο πού προβάλλεται δυστυχῶς ἀπό τήν ἱστοσελίδα καί τούς σταθμούς τῆς Μητροπόλεως καί πού, ἄν ἰσχύουν οἱ πληροφορίες, τίς ὁποῖες μᾶς δίνει ὁ Μαρκίδης, οἱ μοναχές τῆς Μητροπόλεως καί πνευματικά τέκνα τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀθανασίου διαβάζουν οἰ ἴδιες, ἔχουν ὡς πρότυπο καί προσφέρουν καί σέ ἄλλους ὡς ὠφέλιμο. Εἶναι φυσικό νά μήν κατάφερε ὁ συγγραφέας νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό το νεοεποχήτικο πνεῦμα, ὅταν ὡς βοήθημα τοῦ δόθηκε ἀπό μοναχές τό συγκεκριμένο γεμάτο πλάνες βιβλίο.

Πηγή: http://www.alopsis.gr/alopsis/Markidhs.htm

Αμέθυστος

>ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΓΟΥΕΑΡ, Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΑΣ

>Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από την αιχμαλωσία της αιχμής της θεολογίας μας στη Ρωσική θεολογία. Και ακόμη δεν έχουμε αρχίσει να υποπτευόμαστε καν πως είμαστε αιχμάλωτοι, φερέφωνα. Στην Ελλάδα συνεχίζουν να ειδωλοποιούν τον Φλωρόφσκι σαν τον μεγαλύτερο θεολόγο του 20ου αιώνος! Χωρίς να έχει ερευνήσει ούτε ένας τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τον Φλωρόφσκι με τον Σολόβιεφ, χωρίς να προβληματίζεται κανείς μας από την προειδοποίηση, πως από τον καρπό φαίνεται το δέντρο! Ποιος είναι ο καρπός λοιπόν όλων αυτών των αστέρων της θεολογίας και των μαθητών τους; Ο οικουμενισμός, βεβαίως. Η λυσσαλέα προσπάθειά τους να υποταχθούμε στον πάπα! Ζηζιούλας και Γιανναράς αλλοιώνουν ανενόχλητοι την πίστη μας και τους παρακολουθούμε σαν υπνωτισμένοι. Κάποτε οι μαθητές των Ρώσων προσπάθησαν να μας υποτάξουν στον πατέρα Στάλιν. Σήμερα με την ίδια λύσσα μας οδηγούν στο Μπαμπά, στον πάπα! Και τί το περίεργο; Κατά βάθος όλοι μας θέλουμε έναν καλό μπαμπά να μας φουσκώνει καραμελίτσες! Ο Κάλλιστος Γουέαρ, μαθητής καθόλου αμελητέος της Ρωσικής αρμάδας, που εξαφάνισε την ορθοδοξία στους χαώδεις δαιδάλους του προτεσταντισμού, έχει επιβληθεί στην Ελλάδα σαν ένας έξυπνος εκλαϊκευτής της πίστεώς μας. Μας διδάσκει την πίστη μας!!

Όσοι διανοούμενοι προσέλθετε: «Ο Ορθόδοξος δρόμος», Κεφάλαιο: Ο θεός ως άνθρωπος. Ήδη το «ως» χτυπάει άσχημα και προειδοποιητικά. «Το χριστιανικό μήνυμα της σωτηρίας μπορεί να συνοψιστεί πιο καλά με τους όρους μετοχή, συμπαράσταση και ταύτιση». [Το Ευαγγέλιο είναι λοιπόν μήνυμα το οποίο ερμηνεύεται καλύτερα σαν συμπαράσταση και ταύτιση και μετοχή. Πώς είναι δυνατόν η ενσάρκωση να είναι συμπαράσταση και λύπηση; Πώς είναι δυνατόν το σώμα να μετέχει;]

Το «Τριαδικό δόγμα βεβαιώνει ότι, όπως ακριβώς ο άνθρωπος είναι αυθεντικά προσωπικός μόνον όταν μοιράζεται τα πάντα με τους άλλους, έτσι και ο θεός [μας μιμείται ο καημένος] δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο που κατοικεί μόνο του, αλλά τρία πρόσωπα που συμμετέχουν το ένα στη ζωή του άλλου με τέλεια αγάπη [μοιράζονται και το ενοίκιο]. Η ενσάρκωση επίσης είναι μια διδασκαλία συμμετοχής. Ο Χριστός συμμετέχει απόλυτα στο κάθε τι που μας αποτελεί κι έτσι μας δίνει την δυνατότητα να συμμετέχουμε σ’ αυτά που τον αποτελούν [θεϊκά πράγματα, πιλάφια, μέλια…]. Αυτή η αντίληψη για τη σωτηρία ως συμμετοχή προϋποθέτει –αν και πολλοί δίστασαν να το πουν ανοιχτάότι ο Χριστός έχει προσλάβει όχι μόνο τη μη-πεπτωκυία αλλά και την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση».

Αυτός ο θαρραλέος τολμητίας αγνοεί παντελώς την πτώση. Πιστεύει πως η πτώση είναι οι αδυναμίες μας, οι ανάγκες μας. Αμετανόητος άνθρωπος που παριστάνει τον Επίσκοπο.

Πτώση αγαπητέ Κάλλιστε είναι η υπερηφάνεια και τα έργα της, τίποτε άλλο. Τί μας τραγουδάς τώρα, πως ο Κύριος αντί να έλθει δείχνοντάς μας την άκρα Του ταπείνωση, τόπαιξε ανώτερος, μορφωμένος, σπουδαγμένος στην Οξφόρδη και στο Κέμπριτζ; Πτώση είναι το βιβλίο σου. Πτώση είναι το θράσος σου να κοκορεύεσαι πως θα μας αποκαλύψεις τα ανείπωτα, πως θα απλοποιήσεις τα σύνθετα, το αδίστακτο πάθος σου για πρωτοτυπία, νεωτερισμό. Πτώση είναι να υπηρετείς την Εκκλησία με την λογική σου και όχι με την πίστη σου. Πτώση είναι να ποιείς σεαυτόν είδωλο!

Ο Κύριος δεν «ένιωσε ποτέ πειρασμούς στο κάθε τι όπως ακριβώς εμείς». Άπαγε Μαμμόθρεφτο! Δέχτηκε να πειραχτεί από τον Εωσφόρο για να μας αποκαλύψει τους πειρασμούς στους οποίους υπέκυπταν όλοι οι Φαρισαίοι της εποχής του, χωρίς να το γνωρίζει κανείς μας. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιόν υπηρετούσαν και γιατί, όταν ζητούσαν μανιωδώς τον θάνατό Του. Με ποιον τρόπο και εσύ ο ίδιος ξεπούλησες την πίστη σου, όταν ένιωσες την σιγουριά του Επισκόπου. Με ποιον τρόπο ο κλήρος μεταλλάσσει την πίστη σε εξουσία και γεννά τον κληρικαλισμό, υπουλότερο του Φαρισαϊσμού. Γιατί ντύνεται με το ένδυμα της αγιότητος και της αγάπης!

Η επιλογή ενός από τους τρεις πειρασμούς ή και όλων μαζί, παρότι επιλέγοντας τον ένα έρχονται και οι υπόλοιποι, δεν είναι η τραγωδία της Ιστορίας; Με την απόκρουση των πειρασμών δεν φώτισε ο Κύριος το μυστήριο του πολιτισμού και της Ιστορίας, η οποία τώρα τελευταία έχει τη φιλοδοξία να μας οδηγήσει στα έσχατα;

Πολυμορφωμένε Δέσποτα, δεν διάβασες ποτέ σου για την εμφάνιση αυτών των ίδιων πειρασμών στον Πάρη, στις απαρχές του Τρωικού πολέμου και στις απαρχές του πολιτισμού;

Δεν διάλεξε ο νεανίας αυτό που διαλέγουμε όλοι μας; Την Αφροδίτη;

Δεν είναι ξεκάθαρο πώς δουλεύει ο Κοσμοκράτορας;

Ο Κύριος υπήρξε πράγματι υπήκοος μέχρι θανάτου! Υπάκουσε τον Πατέρα μέχρι θανάτου! Αυτή είναι η θεραπεία από την λύσσα της υπερηφανείας, την Μεγαλομανία, την Κενοδοξία. Ο Σταυρός όμως δεν είναι η συμμετοχή Του στον θάνατο. Ακόμα και ο Πιλάτος ειδοποιήθηκε για τον Αθώο. Δεν πεθαίνουν στο Σταυρό οι άνθρωποι! Εμείς τον Σταυρώσαμε, επειδή δεν μας έκανε τα χατίρια, δεν μας υπάκουσε, δεν μας έλυσε τα προβλήματα. Και συνεχίζουμε να Tον προδίδουμε και να Tον σταυρώνουμε καθημερινώς από τότε, όλοι εμείς, της γης τα Μαμμόθρεφτα, αγαπητέ Επίσκοπε!

Πολυχρονεμένε δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σας γίνουμε υπήκοοι μέχρι βλακείας! Αυτό που θέλετε να πλασσάρετε εσείς και οι όμοιοί σας είναι απλό και πολύ παλαιό! Θέλετε την σωτηρία απροϋπόθετα! Εύκολα! Όπως την επιδίωξε και ο Αδάμ στον καιρό του! Η Εκκλησία αγαπητέ Επίσκοπε σώζεται και θα σώζεται για πάντα με προϋποθέσεις. Τηρώντας τις εντολές του Κυρίου. Υπακούοντας μέχρι θανάτου στον Λόγο Του.

Μπορείτε ελεύθερα να επιστρέψετε στους Αγγλικανούς από όπου προέρχεστε. Έχουν ήδη ενωθεί με τον ΠΑΠΑ.

Αμέθυστος

Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται στον Ιωάννη ο οποίος μας αποκάλυψε το κείμενο του Κ. Γουέαρ.

>KALLISTOS WARE

>Στα Αγγλικά θα σήμαινε: Προσοχή στον Κάλλιστο!

Διάσημος “ορθόδοξος” Ρωσόφιλος θεολόγος! Μεταφραστής της Φιλοκαλίας στην Αγγλική γλώσσα μαζί με τον επίσης διάσημο “ασκητή” της Εύβοιας Φίλιππο Σέρραρντ, ο οποίος ήλθε στην Ελλάδα για να μας διδάξει την πίστη μας! Συμμετείχε στο κοινόβιο του Bose, στο Συμπόσιο που οργανώθηκε με θέμα την ορθόδοξη πνευματικότητα, με την σημαντικότερη εισήγηση του Συμποσίου “Η πνευματική μάχη στον σύγχρονο κόσμο

Ας ξεκινήσουμε από το πιο περίεργο μέρος της εισήγησής του!

«Όταν επισκέφθηκα την Ελλάδα για πρώτη φορά, πριν από πενήντα πέντε χρόνια, ο Άγιος Σεραφείμ ήταν σχεδόν άγνωστος. Ενώ τώρα κάθε φορά που επισκέπτομαι την Ελλάδα, βλέπω την εικόνα του στις Εκκλησίες και στα σπίτια και συναντώ μοναχούς με το όνομα Σεραφείμ. Τα πράγματα εξελίσσονται όπως θα ‘πρεπε, διότι είναι στ’ αλήθεια ένας σημαντικός άγιος για την εποχή μας».

Δεν καταλαβαίνουμε καλά γιατί είναι τόσο σημαντικός άγιος για την εποχή μας; Μήπως ο Κάλλιστος Ware ζήτησε να αποκτήσει το Άγιο Πνεύμα όπως διδάσκει ο Άγιος Σεραφείμ;

Και συνεχίζει μιλώντας περί πάθους:
«Δύο διαφορετικές στάσεις απέναντι στα πάθη είναι δυνατόν να διακρίνουμε.
Του Στωϊκισμού, ο οποίος χαρακτηρίζει το πάθος, ορμή πλεονάζουσα και ο σοφός σκοπεύει την απάθεια.
Του Πλάτωνος και Αριστοτέλη οι οποίοι δεν διδάσκουν την απάθεια αλλά το μέτρο, την σωστή ισορροπία και αρμονία!
Ποια από τις δύο στάσεις υιοθετήθηκε από την πατερική θεολογία; …
Ο Αββάς Ησαΐας, επιμένει πως η διαφορά βρίσκεται στην χρήση: κατά φύσιν ή παρά φύσιν. Δεν είναι πιθανόν ο Αββάς Ησαΐας να ‘χει επηρεαστεί απευθείας από τον Πλάτωνα ή από τον Αριστοτέλη, τους οποίους κατά πάσαν πιθανότητα δεν διάβασε ποτέ του, αλλά θα μπορούσε να ‘χει πάρει από την κόπτικη παράδοση»!

Ο Πλάτων, Κάλλιστε, από πού επηρεάστηκε; Ποιο βιβλίο διάβασε;

Είναι δυνατόν Χριστιανός να πιστεύει πως ότι διδάσκει ο Χριστιανισμός είναι διαβάσματα; Υπάρχει μεγαλύτερη ύβρις απ’ αυτή στο Άγιο Πνεύμα;

Μήπως ο Κάλλιστος Γουέαρ γράφει και τα κείμενα του Βαρθολομαίου;

Κατά τα άλλα η πνευματική μάχη δίνεται για να δίνεται! Ίχνος για τον Κύριο. Δεν άκουσε ποτέ του αυτό που λένε για τις Αρετές: οι Αρετές για την Αλήθεια, και όχι η Αλήθεια για τις Αρετές.

Όταν αναφέρεται στον Άγιο Σιλουανό, χαρακτηρίζει τον λόγο του Κυρίου, “Μείνε στην κόλαση και μην απελπίζεσαι”, απόφθεγμα του Αγίου! Αποσιωπά δε εντελώς την εμπειρία που τραυμάτισε τον Άγιο, όταν οι δαίμονες του αποκάλυψαν την ψευτιά του!

Ο Άγιος Νεκτάριος χαρακτηρίζεται από τον Κάλλιστο Ware ένας Άγιος της Ελληνικής παραδόσεως! Λες και υπάρχει Άγιος της Ρωσικής παραδόσεως διαφορετικός από τον Άγιο της Ελληνικής παραδόσεως.

Γράφει ότι ο Άγιος Νεκτάριος έφτασε σε τόση απλότητα ώστε καλλιεργούσε τον κήπο του μοναστηριού του και κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι αυτός ο απλός άνθρωπος είναι ένας επίσκοπος. Δηλαδή τί φαντάζεται ο Κάλλιστος Γουέαρ; Ότι ο επίσκοπος είναι ανώτερος από τον Άγιο;

Περίεργος πραγματικά επίσκοπος ο Kallistos Ware! Δεν τον πολυκαταλαβαίνουμε! Με μια αλαζονική υπεροχή, με μια ειρωνική σοφία!

Προσοχή στον Κάλλιστο και προσευχή φέροντος!

Αμέθυστος