>Η ΝΕΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ : ΤΑ ΑΛΗΘΙΝΑ ΨΕΜΑΤΑ–Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ.

>

http://v7.tinypic.com/player.swf?file=212etmh&s=7
Original Video – More videos at TinyPic

Σχόλιο: Σήμερα τό κράτος είναι ελευθερία, ο πολιτισμός είναι ελευθερία. Μιά απολαυστική ελευθερία χωρίς θέληση, όπως είχε προσδιορίσει τό κράτος σάν ελευθερία γιά πρώτη φορά ο Χέγγελ (βλέπε την προηγούμενη ανάρτησή μας : Περί ολοκληρωτικού κράτους). Αυτός ο χωρισμός ελευθερίας καί θελήσεως δημιούργησε τόν νέο καταναλωτικό άνθρωπο ο οποίος δέν είναι πλέον ελεύθερος αλλά ζεί στήν ελευθερία. Σήμερα η ελευθερία προηγείται τού ανθρώπου καί έπεται. Τό μόνο πού απαιτείται από τόν άνθρωπο σήμερα για νά είναι ελεύθερος είναι η επιθυμία. Οί αλλαγές υπήρξαν σαρωτικές. Στή θέση τής πραγματικότητος μπήκαν τά αληθινά ψέματα καί η φαντασία πήρε τήν θέση τής λογικής. Τό οικογενειακό σπίτι μετεμορφώθη σέ ξενοδοχείο καί οι γονείς προσφέρουν τό απαραίτητο room service. Οι άρχοντες τού νέου κόσμου είναι πλέον τά νέα παιδιά καί κείνο πού τά διακρίνει καί τά χωρίζει από τόν παλαιό κόσμο είναι η μουσική βιομηχανία. Οι «γονείς» τών παιδιών οι οποίοι μεταφέρουν τίς «αξίες» είναι οι διασημότητες. Τό βασικότερο στοιχείο ταυτότητος τών νέων είναι η μουσική καί ο τρόπος ζωής πού επιβάλλει. H προσωπικότης έγινε διασημότης. Η θέληση έγινε τυραννία. Οι παραδοσιακές σχέσεις επιστημονικά επιτεύγματα, ο φανταστικός κόσμος αληθινός καί η επιστημονική φαντασία η νέα παγκόσμια θρησκεία. Αυτός ο τύπος ανθρώπου ΔΕΝ μπορεί νά επαναστατήσει διότι είναι καρπός τής επαναστάσεως, τής επιστημονικής επαναστάσεως. Επανάσταση είναι ήδη η ζωή του καί η επίδειξη η απόδειξη τής αλήθειας του.

Όλα είναι αντεστραμμένα καί όλα ταιριάζουν στήν εποχή τού αντιχρίστου.
Γιαυτό καί οι Έλληνες πολύ δύσκολα θά βρούν τό δρόμο τής διαμαρτυρίας. Διότι δέν υφίσταται στόν ορίζοντά τους η πραγματικότης τής Πατρίδος. Τά πρότυπα τών νέων έρχονται από τόν κόσμο τού θεάματος, τό Χόλλυγουντ (ιερό ξύλο, η νέα θρησκεία πού επιβάλλει τόν τρόπο ζωής) καί τά πρότυπα είναι τά αστέρια τής διασημότητος. Η ανθρώπινη δόξα χωρίς αρετή αποθεώνεται. Γιαυτό τό λόγο και η αστυνομία είναι τόσο σκληρή μέ τούς Έλληνες καί μόνο, διότι τά πρότυπά της δέν προέρχονται από τήν Πατρίδα τους. Καί τά πράγματα χειροτερεύουν.
Ο ΜΟΝΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΔΕΙΞΗ, ΠΑΝΤΟΙΟΤΡΟΠΩΣ.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΠΙΔΕΙΞΙΕΣ.

Y.Γ. : Τρείς ιδεολογίες υπάρχουν καί πολεμούν η μία τήν άλλη σήμερα στήν Ελλάδα, όπως οι τρείς μοίρες τής μυθολογίας από τίς οποίες : Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ (συμβολίζει και το παρόν), γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη, η Λάχεσις (.. το μέλλον), μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα «λάχει» στον καθένα (εξού και λαχείο). Η τρίτη Μοίρα, τέλος, η Άτροπος (.. το παρελθόν), κόβει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, όταν έρθει η ώρα, την κλωστή της ζωής των ανθρώπων.
Οι τρείς ιδεολογίες είναι : η ορθόδοξη, η αριστερή καί η ιδεολογία τής επιστημονικής επανάστασης, η οποία αποσκοπεί καί ελπίζει νά ελευθερώσει τήν λογική η οποία βασίζει όλες τίς ιδεολογίες καί τίς καθιστά εξουσίες ντυμένες μέ το εκάστοτε ένδυμα τής εποχής των, καί νά κυριαρχήσει στίς αντιπάλους σάν ορθολογισμός. Σήμερα ο ορθολογισμός μέ τό ένδυμα τού μοντέρνου κυριαρχεί καταργώντας σιγά-σιγά τίς προηγούμενες αλλα περιέργως σύμφωνα μέ τήν μυθολογία είναι τό παρελθόν, η Άτροπος, ο θάνατος. Παρότι όλοι οι ορθολογιστές πιστεύουν ότι είναι τό μέλλον, είναι τό παρελθόν, ενώ αντιθέτως φαίνεται μυθολογικά ο αριστερισμός νά αντιπροσωπεύει τό μέλλον καί η Κλωθώ νά αντιπροσωπεύεται από τήν ελληνορθοδοξία η οποία είναι τό παρόν μας.
Εμβληματική φιγούρα τού πολέμου τών ιδεολογιών καί θύμα του ο Αρσένιος Μέσκος καί ο Στέλιος Ράμφος, οι οποίοι αφού υπηρέτησαν παρόν καί μέλλον κατέληξαν στόν ορθολογισμό, στό θάνατο, στό παρελθόν. Στά χνάρια τους κινείται καί ο Χρήστος Γιανναράς αλλά πιό συνθετικά καί πιό κρυμμένα.

Αμέθυστος

Advertisements

>Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

>

Κοινός παγκόσμιος τόπος, η αποτυχία της Ελλάδος. Η αποτυχία των Ελλήνων. Οι έλληνες είναι κλέφτες, φοροδιαφεύγουν, εχθρεύονται το κράτος, είναι Χριστιανοί και αγκυλωμένοι στο παρελθόν. Μια προπαγάνδα απολύτως επιτυχημένη παρότι χυδαίως ψεύτικη.
Δέν απέτυχαν οι Έλληνες, ούτε οι Χριστιανοί. Δέν είναι τυχαίο που πολλοί αναγνωρίζουν μια εποχή Γιέλτσιν στα πολιτικά μας πράγματα. Διότι στην Ελλάδα απέτυχε, όπως θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο, ο κομμουνισμός. Ακόμη και με το σοσιαλιστικό του ένδυμα. Όπως απέτυχε παγκοσμίως. Έπεσε και το δικό μας «Τείχος του Βερολίνου» που μας χώριζε στα δύο. Έπεσε η αφύσικη δικτατορία των αριστερών διανοουμένων που προσπαθούσε να κυριαρχήσει στα μυαλά των Ελλήνων. Κυριάρχησε ντυμένη κοινωνιοκεντρικό, καπιταλιστικό, οργανωσιακό ένδυμα. Τέλειωσε ο εμφύλιος και ο λαός επιτέλους ενωμένος σε έναν κοινό σκοπό αγωνίζεται να σώσει την καλοπέραση του.

Πρίν προχωρήσουμε ας πάρουμε ενδεικτικά δύο λεπτομέρειες από την καριέρα του Ράμφου. Έγινε διάσημος σαν νεοΟρθόδοξος Χριστιανός. Πρίν τον αγκαλιάσουν οι Χριστιανοί δέν τον ήξερε ούτε η μάνα του. Και πάτησε πάνω στο Χριστιανικό του κύρος για να καταστρέψει ολόκληρη την πίστη από την οποία έφαγε και τρώει ακόμη. Διότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουν ότι είναι ένας φωτισμένος Χριστιανός. Το ίδιο ισχύει αλλά σε πιό μετριοπαθείς όρους και με την καριέρα του Γιανναρά. Ακόμη και σήμερα οι αριστεριστές διανοούμενοι, συγκεντρωμένοι στην τελευταία κομμουνιστική «Σπίθα» που έχει απομείνει, κάτω από το όνομα του Θεοδωράκη, θέλουν να μας σώσουν. Κατηγορούνται οι Έλληνες από τους κομμουνιστές κομμισάριους ότι πιστεύουν και πράττουν όλα τα σκιώδη περιεχόμενα του κομμουνισμού, που ασυνείδητα καθοδηγούσαν τους ίδιους μέχρι σήμερα, στην αποτυχία. Όποιος παρακολούθησε μέχρι τώρα την εργασία του Τόπιτς γνωρίζει ήδη τον οχετό Γνωστικισμού που γέμιζε τα οράματα του Μαρξισμού και του κομμουνισμού.

Τώρα λοιπόν, επιτήδειοι γλείφτες του κεφαλαίου, σαν τον προαναφερόμενο Ράμφο, κατηγορούν τους Έλληνες για τα περιεχόμενα που υπηρέτησαν οι ίδιοι με πάθος τόσα χρόνια και όπως βλέπουμε ξεκάθαρα απο τον Ράμφο που ανοίγει τον δρόμο, θα ανταλλάξουν τον κομμισάριο με τον Γιόγκι.

Ο κομμισάριος και ο Γιόγκι, θα είναι οι αρχετυπικές μορφές που θα καθοδηγούν απο τώρα και στο εξής τις Ελληνικές ψυχές. Ήδη η αρχιεπισκοπή με τον Ιερώνυμο πέτυχε το Νιρβάνα. Δέν είναι τυχαίος και ο Μεσσηνίας που βρίσκεται δίπλα του σαν μικρός Βούδας. Εξάλλου για το παγκόσμιο Νιρβάνα και την ειρήνη του κόσμου παλεύει όλος ο οικουμενισμός.

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΕΛΛΗΝΕΣ. Υπέκυψαν οι πάντες στον ανατολίτικο Γνωστικιστικό Αποκρυφισμό. Ότι φάμε, ότι πιούμε και ότι αρπάξει ο κώλος μας.

Αμέθυστος

>Οι ανέορτοι διαχειριστές της Γιορτής

>Tου Χρηστου Γιανναρα
πηγή : Καθημερινή

Η θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος μοιάζει να κυριαρχεί στον ελληνικό χώρο σήμερα. Να θυμίσω: η θρησκεία είναι γέννημα της ατομοκεντρικής φύσης του ανθρώπου, ανάγκη ορμέμφυτη, ενστικτώδης. Γεννάει την ανάγκη ο πανικός μπροστά στο αίνιγμα του θανάτου, η αοπλία του ανθρώπου απέναντι στο «κακό»: στην αδικία, στο μίσος, στην ιδιοτέλεια του «άλλου», στην αρρώστια, στη φθορά, στον κίνδυνο. Κακεντρεχής, ίσως, όμως αποκαλυπτική η παρατήρηση ότι «μέσα σε ένα αεροπλάνο που μπαίνει σε ζώνη αναταράξεων, δεν υπάρχει κανένας άθεος»!

Η Εκκλησία εμφανίστηκε στην Ιστορία ως άρνηση των όρων της ορμέμφυτης αναγκαιότητας, στους αντίποδες της θρησκείας. Δεν είναι θωράκιση του εγώ, είναι «κοινόν άθλημα», μετοχή σε αγώνισμα αλλαγής του «τρόπου της ύπαρξης». Οχι αλλαγής της συμπεριφοράς και ηθικοποίησης του χαρακτήρα, στόχος είναι να αλλάξει ο τρόπος που υπάρχει ο άνθρωπος.

Η λέξη είχε χρησιμοποιηθεί από τους Ελληνες για να δηλώσει τον «δήμο» ως «πόλη»: τη μετάβαση από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς». Η Εκκλησία του Δήμου δεν ήταν απλώς μια συνέλευση για ανταλλαγή γνωμών και απόψεων, ήταν πριν από κάθε τι άλλο, γεγονός πραγμάτωσης και φανέρωσης της «πόλεως», ενός άλλου τρόπου ύπαρξης και συνύπαρξης:

Να συνυπάρχουμε όχι μόνο για να κοινωνούμε τη χρεία, τη χρησιμότητα του «καταμερισμού της εργασίας» (της Arbeitsteilung, που έλεγε ο Μαρξ), αλλά για την ελεύθερη, αυτοπροαίρετη μετοχή στην κοινή προσπάθεια να «αληθεύει» ο βίος: Να πραγματώνει τον τρόπο του «αληθούς», του πραγματικά υπαρκτού, τρόπο ύπαρξης ελεύθερον από αναγκαιότητες φθοράς και θανάτου – τρόπο του «αθανατίζειν». Και «αληθές» για τους Ελληνες ήταν ο «ξυνός (κοινός) λόγος»: η λογικότητα, αιώνια και αμετάλλαχτη, των σχέσεων αρμονικής συνύπαρξης των υπαρκτών, αυτή που αναδείχνει το σύμπαν σε «κόσμον» – κόσμημα.

Η χριστιανική εμπειρία βρήκε στην ελληνική λέξη «Εκκλησία», από την πρώτη στιγμή, τη δυνατότητα να δηλώσει και τη δική της θεσμική ταυτότητα: Δεν ήταν μια καινούργια θρησκεία (ατομικές πεποιθήσεις, ατομική ηθική, προσπάθεια ατομικής σωτηρίας), ήταν και πάλι ένα «κοινόν άθλημα» για την πραγμάτωση και φανέρωση του «αληθούς». Μόνο που τώρα το «αληθές» δεν ήταν η ανερμήνευτα δεδομένη (δίκην ειμαρμένης) συμπαντική λογικότητα (αδήριτος υπαρκτικός προκαθορισμός κάθε έκφανσης του υπάρχειν). Ηταν η «προσωπική» καταγωγή και αφετηρία του υπαρκτικού γεγονότος, η Αιτιώδης Αρχή του υπαρκτού ως ελευθερία από κάθε αναγκαίο προκαθορισμό φύσεως ή ουσίας, ενεργητική πραγμάτωση αυθυπερβατικής ετερότητας: η ύπαρξη που αυτοπραγματώνεται ως αγάπη.

Για την εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία η αγάπη δεν είναι συμπεριφορική αρετή, ατομικό ηθικό ιδίωμα. Είναι ο τρόπος τής όντως υπάρξεως, ο τρόπος της ελευθερίας από υπαρκτικούς περιορισμούς και αναγκαιότητες. Η φυσική νομοτέλεια αντιστρατεύεται τον λογικό – θελητικό αυτοκαθορισμό και πεδίο υποστατικής πραγμάτωσης της φυσικής νομοτέλειας είναι το φυσικό άτομο – η ατομική ύπαρξη ενεργείται με αναγκαίες ενορμήσεις ιδιοτέλειας (ιδίου τέλους): η ορμή της αυτοσυντήρησης, της κυριαρχίας, της ηδονής υπηρετούν το άτομο ως υπαρκτικό αυτοσκοπό. Η αν-ιδιοτέλεια, η προτεραιότητα της σχέσης, της κοινωνούμενης ύπαρξης, είναι το μόνο ενδεχόμενο υπαρκτικής ελευθερίας που μπορεί να σημάνει η ανθρώπινη γλώσσα. Είναι η αγάπη.

Ο Θεός της εκκλησιαστικής εμπειρίας και μαρτυρίας «αγάπη εστί». Οχι «έχει» αγάπη, αλλά «είναι» αγάπη, η ύπαρξή του δεν καθορίζεται από τη νομοτέλεια φύσης, έστω θεϊκής, πραγματώνεται ως ελευθερία, έλλογη αυτοσυνείδητη ελευθερία, δηλαδή αγάπη. Είναι ο Πατήρ: η λέξη δεν δηλώνει φυσικό άτομο (Δίας, Απόλλων), δηλώνει σχέση: Υπάρχει, επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει, και τη θέλησή του την «υποστασιάζει» (την κάνει υπαρκτική πραγματικότητα) «γεννώντας» τον Υιό και «εκπορεύοντας» το Πνεύμα – τριαδική, αγαπητική η Αιτιώδης Αρχή της ύπαρξης, θρίαμβος ελευθερίας.

Από πού τα συνάγει όλα αυτά η εκκλησιαστική μαρτυρία: από υποθετικούς συλλογισμούς (suppositiones) και ευρήματα φαντασίας; Πριν από την αλλοτρίωση και θρησκειοποίησή της η μαρτυρία της Εκκλησίας είναι μόνο εμπειρική κατάθεση, δηλαδή πρωτίστως Γιορτή: «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν», αυτό μόνο ευγγελιζόμαστε. Οτι ο Θεός είναι ελευθερία, δηλαδή αγάπη, δηλαδή ελεύθερος και από τη θεότητά του, δηλαδή βρέφος κείμενον εν σπαργάνοις, εν Βηθελεέμ της Ιουδαίας. Σε χρόνο ιστορικό, ακριβέστατα προσδιορισμένον: «Εν έτει πέντε και δεκάτω της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ηγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου της Ιουδαίας και τετραρχούντος της Γαλιλαίας Ηρώδου, Φιλίππου δε του αδελφού αυτού τετραρχούντος της Ιτουραίας» – στο απόγειο η ακρίβεια της ευσυνειδησίας του ιστορικού.

Υπάρχει απόηχος αυτής της εμπειρικής μαρτυρίας στην Ελλάδα σήμερα; Μέγιστο, αν και μάλλον ανεπίγνωστο δώρημα ότι λειτουργεί ακόμα το τυπικό έστω της Γιορτής: Η λατρευτική δραματουργία, η ιλιγγιώδης ποίηση, η συναρπαστική ετερότητα της μουσικής γλώσσας συνήθως παρεφθαρμένη. Αλλά το εκκλησιαστικό γεγονός, επίσημα πάντοτε και αναντίρρητα, μένει θρησκειοποιημένο – δεν μοιάζει να υπάρχει ίχνος αντίρρησης που το Σύνταγμα ορίζει την Εκκλησία σαν «επικρατούσα θρησκεία». Επίσκοποι και πρεσβύτεροι περιφέρουν στολή θρησκευτικής εξουσίας σαν τους Αγιατολάχ, το κράτος λογαριάζει σαν Εκκλησία τη διοικητική οργάνωση του θεσμού, όχι το λαϊκό σώμα.

Το πιο απελπιστικό: Ο επίσημος εκκλησιαστικός λόγος είναι απόλυτα υποταγμένος στην ανάγκη να αποδείξει τη χρησιμότητά του, όχι να μαρτυρήσει εμπειρικές ψηλαφήσεις νοήματος της ύπαρξης και της συνύπαρξης, της ζωής και του θανάτου. Είναι λόγος σταματημένος στην «κοινωνία της χρείας», παγιδευμένος στις απαιτήσεις του κυρίαρχου Ιστορικού Υλισμού. Κουκουλώνει σκάνδαλα «κοινωφελών» ιδρυμάτων της επισκοπικής ματαιοδοξίας μετονομάζοντάς τα, ανέχεται να καθορίζουν τη ζωή της Εκκλησίας χρηματολάγνοι λογιστές της συμφοράς, να εξαντλούν το έργο της σε χρησιμοθηρικό ακτιβισμό.

Αλλά η Γιορτή λειτουργεί και ερήμην των διαχειριστών της. Το μεσότοιχο του φραγμού ανάμεσα στην ελευθερία και στη νομοτέλεια αναιρέθηκε «εν φάτνη αλόγων». Η αξιοποίηση της αναίρεσης είναι συνάρτηση της δωρηματικής ελευθερίας.

Αμέθυστος

>TΥΦΛΟΣ ΤΑ Τ’ ΩΤΑ ΤΟΝ ΤΕ ΝΟΥΝ ΤΑ Τ’ ΟΜΜΑΤ’ ΕΙ.

>Χ. Γιανναράς: «Κατά κεφαλήν καλλιέργεια»

Το νέο του βιβλίο παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη στις 11 Νοεμβρίου ο κ. Χρήστος Γιανναράς. Συγκεντρωμένες σε έναν τόμο με τίτλο «Κατά κεφαλήν καλλιέργεια» (η αντίσταση στην παρακμή) κυκλοφορούν οι πιο πρόσφατες επιφυλλίδες από τις εκδόσεις Ιανός, επιμένοντας να μας θυμίζουν τα καίρια του συλλογικού μας βίου.

Η ελλαδική κοινωνία βυθίζεται ακάθεκτα σε εφιαλτική παρακμή. Και δείχνει ρεαλιστικά τη μόνη οδό σωτηρίας, σήμερα ατομική οδό, κάποτε (ίσως) συλλογική:

ΣΧΟΛΙΟ.
Οι δικές του επιφυλλίδες έχουν ενότητα καί μπορούν να κυκλοφορήσουν σέ βιβλίο. Η Φιλοκαλία τού Αγίου Νικοδήμου, είναι ανθολόγιο, δέν είναι κλίμακα, δέν έχει ενότητα.
 Ό Άγιος δέν ανησυχούσε γιά τήν εποχή του;
Μόνο ο κ.Γιανναράς έχει αυτό τό προνόμιο!
Η σωτηρία μας περνάει μέσα από τήν ατομική οδό τής κατά κεφαλήν ατομικής καλλιέργειας, οι αγιορείτες όμως πού αποκτούσαν τήν εμπειρία τού φωτός, ήταν ατομιστές!!!

ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΣ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΟΛΥΜΠΑ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ;;;

ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ ΣΗΜΕΡΑ ΜΙΑ ΣΤΑΛΑ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ;;; ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ;;;
 
Αμέθυστος

>XΡ.ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

>Άν σβήσει σε μιά κοινωνία η ετοιμότητα τής οργής, σβήνει και κάθε ελπίδα.                                                                                                                                                  

πηγή:  http://www.olympia.gr/

Αμέθυστος                                                                                    

>Χρῆστος Γιανναρᾶς – Πρὸς ἕνα νέο Οἰκουμενισμό

>Τὸ κείμενο βασίζεται σὲ προφορικὴ εἰσήγηση. Ἐμφανίστηκε στὰ Γαλλικὰ στὸ Contacts No. 179 (1997), pp. 202-206
καὶ σὲ ἀγγλικὴ μετάφραση στὸ Sourozh nr. 70, November 1997.
Ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ μετέφρασε ἡ Ἀ. Μπύρου
Περιοδικὸ Ἐπιγνωση, τεῦχος 88, Ἄνοιξη 2004

Σήμερα, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα νέο οἰκουμενισμό. ἕναν οἰκουμενισμὸ ποὺ σκοπὸ δὲν θὰ ἔχει τὸν «διάλογο» ἀνάμεσα σὲ παραδόσεις καὶ ὁμολογίες, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ ἔρθει νὰ ἀποκαλύψει μία νέα «σύναξη», μέσα ἀπὸ τὸ ἀντάμωμα ἀνθρώπων κάθε παράδοσης καὶ ὁμολογίας. Θὰ εἶναι ὁ οἰκουμενισμὸς ποὺ θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν προσέγγιση ὅλων ἐκείνων ποὺ μοιράζονται τὴν ἴδια δίψα γιὰ τὴ Ζωὴ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο· ἀνθρώπων ποὺ ἀναζητοῦν ἀληθινὲς ἀπαντήσεις στὰ «ἀδιέξοδα» τοῦ πολιτισμοῦ ποὺ βιώνουμε σήμερα.

Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ οἰκουμενισμοῦ εἶναι καίριο γιὰ μᾶς, γιατὶ ὡς Χριστιανοὶ φέρουμε εὐθύνη γιὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ἀδιέξοδα. Ὁ οἰκουμενισμὸς τῆς δεκαετίας τοῦ ῾60 ἦταν πολὺ διαφορετικός, ἀφοῦ στόχο εἶχε νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στὶς διάφορες παραδόσεις καὶ ὁμολογίες νὰ γνωρίσουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Κάθε παράδοση, κάθε ἐκκλησία, ἐξέφρασε τὰ πιστεύω καὶ τὶς «πεποιθήσεις» της, προκειμένου νὰ ὡριμάσει αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία γνώση.

Στὴ ζωή μου εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσω σὲ πολλὲς παρόμοιες οἰκουμενιστικὲς συναθροίσεις. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ συμμετεῖχαν ἦταν ἀπὸ τὰ πρόσωπα πού, μερικὲς φορές, ὀνομάζουμε «ἱερὰ τέρατα» (monstres sacrés) τῆς σύγχρονης θεολογίας. Ἂς μὲ συγχωρήσετε γι’ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πῶ, ἀλλὰ ὁ κανόνας εἶναι πὼς μία σύνθεση σὰν αὐτή, εἶναι ἁπλὰ ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθεῖ σὲ μία τέτοια θεμελιώδη δίψα. Κουβεντιάζαμε γιὰ τὰ προβλήματα τοῦ Τρίτου Κόσμου, τοῦ φεμινισμοῦ, τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλά, ξέρετε, εἶμαι μέλος τῆς Ἐκκλησίας γιατὶ αὐτὸ ποὺ κυρίως μὲ ἀπασχολεῖ εἶναι ἐὰν ὑπάρχει τρόπος γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ «χωρέσει», νὰ χειριστεῖ καὶ νὰ αἰσθανθεῖ τὴ νίκη κατὰ πάνω στὸν θάνατο. Ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ διαφορετικοὶ τρόποι γιὰ νὰ δώσει κανεὶς λύση στὰ προβλήματα τοῦ Τρίτου Κόσμου ἢ στὰ ἐπίκαιρα γυναικεῖα ζητήματα· ἀλλὰ μόνο μία ὑπόσχεση κυριολεκτικὰ πατᾶ πάνω στὸν θάνατο τῆς Ἐκκλησίας.

Θὰ κάνω χρήση δυὸ λέξεων γιὰ νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ: Ἐλευθερία καὶ γνώση. Ἐπιτρέψτε μου νὰ ξεκινήσω μὲ τὴν ἐλευθερία. Ὁ τρόπος ποὺ ὁ σύγχρονος κόσμος προσλαμβάνει τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας μὲ ἀφήνει ἀδιάφορο. Εἶναι ἡ ἐλευθερία ποὺ νοεῖται ὡς ἡ δυνατότητα τῆς ἀπεριόρισης ἐπιλογῆς: ἡ ἱκανότητα νὰ διαλέγει κανεὶς ἀνάμεσα σὲ διαφορετικὲς ἰδέες, διαφορετικὲς πεποιθήσεις, διάφορα πολιτικὰ κόμματα, ἐφημερίδες κ.λπ. Τὸ δικαίωμα, μὲ ἄλλα λόγια, τοῦ ἀτόμου στὴν χωρὶς ὅρια ἐπιλογή. Ἡ ἐνσάρκωση, ἡ εἰκόνα τῆς ἐλευθερίας σήμερα, εἶναι τὸ σοῦπερ μάρκετ. Στὸν χῶρο τοῦ σοῦπερ μάρκετ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ μέσα στὴν ἀπόλυτη μοναξιὰ τοῦ καταναλωτῆ.

Ἡ ἐλευθερία ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ἐκείνη ποὺ καταργεῖ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ κτιστοῦ κόσμου. Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς θυμήσω τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Πέτρο νὰ βαδίζει πάνω στὸ νερό. Οἱ μαθητές, ὅλοι μαζί, σὲ ἕνα μικρὸ πλεούμενο στὴ Γενησαρέτ. Ἡ λίμνη φουρτουνιασμένη, ἔχει ξεσπάσει καταιγίδα, εἶναι σκοτάδι, οἱ μαθητὲς φοβοῦνται. Ἀπροσδόκητα βλέπουν κάποιον νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος τοὺς διασχίζοντας τὸ νερό. Κλονίζονται, ἔχουν πανικοβληθεῖ. Ἀλλὰ Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς πλησιάζει τοὺς ἡσυχάζει: «Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμί· μὴ φοβεῖσθε». Εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Κι ὁ Πέτρος τοῦ ἀπαντᾶ: «Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα». Ὁ Χριστὸς τὸν καλεῖ «Ἐλθέ», τοῦ λέει. Κι ὁ Πέτρος δρασκελίζει τὴν κουπαστὴ καὶ ἀρχίζει νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή του ὄχι ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φύση, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Κύριο. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ζητᾶ νὰ κατανοήσουμε τὴν ὑπόστασή μας ὄχι στὴ βάση τῆς κτιστῆς καὶ θνητῆς φύσης, ἀλλὰ ὡς κατόρθωμα σχέσης καὶ ἐγγύτητας μὲ Ἐκεῖνον πού μας κάλεσε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου: αὐτὸ ποὺ συγκροτεῖ τὸ πρόσωπο βρίσκεται στὴν ἐλευθερία τῆς ἄμεσης, ὑπαρξιακῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ κάποια ἀφηρημένη ἰδεολογία ἢ ψυχολόγημα· ἀλλὰ γιὰ κάτι πραγματικό, ἀληθινό. Ὑπάρχουμε μὲ τὸν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας ὅταν γινόμαστε ἱκανοὶ νὰ βαδίσουμε πάνω στὸ νερό· καὶ ὁλόκληρο τὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνας ἀσκητικὸς ἀγώνας σχεδιασμένος νὰ μᾶς διδάξει τὸν τρόπο ποὺ θὰ περπατήσουμε στὸ νερό. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ κανεὶς μένει μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐξαντλεῖται σὲ μία προσπάθεια νὰ βελτιώσει τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων, τὸν χαρακτήρα τους, νὰ τοὺς δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἐλέγξουν τὰ πάθη τους… Εἶναι, βέβαια, ὅλα αὐτὰ μέρος τῆς ἀσκητικῆς μαθητείας. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα εἶναι ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα, εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ ὑποστασιάσουμε τὴ ζωὴ ὡς ἀγάπη, ὥστε νὰ φθάσουμε στὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου.

Ἡ δεύτερη λέξη ποὺ θὰ χρησιμοποιήσω εἶναι ἡ γνώση. Ἡ γνώση ὅπως τὴν κατανοοῦμε σήμερα δηλαδή, ὡς πληροφορία- δὲν μὲ συγκινεῖ. Στὶς μέρες μας ἡ ἐπιστήμη δείχνει νὰ παρατηρεῖ τὴν πραγματικότητα σάν, γιὰ παράδειγμα, νὰ κατέληγε κανεὶς νὰ πεῖ κρίνοντας ἕναν πίνακα τοῦ Van Gogh, ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα κομμάτι καμβᾶ καλυμμένο μὲ μπογιά. Ἔτσι εἶναι ἀδύνατον, μέσῳ τοῦ πίνακα, νὰ γνωρίσει τὴν προσωπικότητα τοῦ καλλιτέχνη. Ἄν, λοιπόν, ἀρκεστοῦμε στὸ ἐπίπεδο τῶν ὑλικῶν ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι φτιαγμένος ὁ πίνακας, τότε ἡ μοναδικότητα τῆς δημιουργικῆς ἔκφρασης, ἡ ἑτερότητα τοῦ προσωπικοῦ λόγου τοῦ καλλιτέχνη παραμένει ἀσπούδαστη. Μπορεῖ νὰ γράψουμε σειρὰ βιογραφιῶν γιὰ τὸν Mozart, τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Μπορεῖ νὰ αὐξήσουμε τὶς γνώσεις μας γύρω ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του. Ἀλλὰ εἶναι μόνο ἡ ἐμπειρία τῆς μουσικῆς τοῦ Mozart ποὺ θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ πρόσωπό του.

Θέλω μία ἐπιστήμη ποὺ νὰ μὲ καθιστᾶ ἱκανό, μέσα ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴ σπουδὴ τῆς φύσης, νὰ φθάσω στὴ γνώση τοῦ προσώπου τοῦ Δημιουργοῦ. Θέλω μία γνώση ποὺ θὰ προχωρᾶ πέρα ἀπὸ τὴ φύση γιὰ νὰ φθάσει στὴν «ἑτερότητα» τοῦ Θείου προσώπου. μία γνώση ποὺ θὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ κοινωνήσω μὲ αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Ἡ γνώση τῆς προσωπικῆς «ἑτερότητας», ἡ γνώση τοῦ προσώπου, εἶναι ἕνα ἀποκορύφωμα, μία ἔκρηξη ἐλευθερίας. Γνώση καὶ ἐλευθερία δὲν χωρίζονται, γιατὶ πρέπει νὰ ἐλευθερώσω τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ τὸν ἀνοίξω πρὸς τὸν ἄλλον· γιὰ νὰ κατορθώσω ν’ ἀναγνωρίσω τὴν «ἑτερότητα» τοῦ ἄλλου προσώπου. Πρέπει νὰ ἐλευθερώσω τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ ὅλες ἐκεῖνες τῆς ἀτομικές, ἐγωκεντρικὲς μορφὲς ἀντίστασης. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἐλευθερία: ἡ ἐλευθερία ὡς ἀγάπη καὶ ἡ ἐλευθερία ὡς γνώση. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ δρόμος γιὰ τὴ γνώση καὶ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀγάπη, εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἄσκησης: εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐλευθερώσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὶς ἀναγκαιότητες τοῦ ἐγώ. Γιὰ νὰ γνωρίσω τὸν ἄλλον εἶναι ἀπαραίτητο νὰ πῶ ἀντίο στὸν ἑαυτό μου.

Μέσα στὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας συναντοῦμε δυὸ δρόμους γιὰ νὰ πορευθοῦμε τὸν ἀσκητικὸ αὐτὸ ἀγώνα: Τὴν διακονία πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸ κοινωνικὸ ἔργο, καὶ τὸν μοναστικὸ ἀσκητισμό, ὅπου κανεὶς ἐργάζεται νὰ ὑπερβεῖ ἐκεῖνα τὰ ἐμπόδια, τὰ σημεῖα ἀντίστασης ποὺ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Αὐτοὶ οἱ δυὸ δρόμοι στὴν πραγματικότητα ἔχουν τὸν ἴδιο σκοπό. Ὁ Εὐάγριος Πόντικους τὸ ὅρισε πολὺ εὔστοχα ὅταν εἶπε ὅτι ὁ Χριστιανός, καὶ ἰδιαίτερα ὁ μοναχός, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους προκειμένου νὰ ἑνωθεῖ μὲ ὅλους. Δυστυχῶς, στὶς κοινωνίες ποὺ ζοῦμε, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς ἀποκλείει καὶ τοὺς δυὸ αὐτοὺς τρόπους. Θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι βιώνουμε ἕνα παράδοξο. Ἀφενὸς δὲν διστάζουμε νὰ δηλώσουμε ὅτι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἑνὸς ζωντανοῦ σώματος, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ καθημερινή μας ἐπιβίωση προϋποθέτει τὴν ἀπολυταρχία τῆς ἀτομικότητας. Διαμορφώνουμε σήμερα τὴ ζωή μας πάνω στὴ βάση τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου καὶ δίνουμε ἀπόλυτη προτεραιότητα στὴν ἀτομικὴ κατανάλωση. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀκόμα κι ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἡ γνώση περὶ τίνος πράγματος. Γεμίζουμε μὲ πληροφορίες ποὺ ἀφοροῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ὁρίζει τὴ θεολογία μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ πληρότητα τῆς γνώσης τοῦ ἴδιου του Θεοῦ, ἡ ἐμπειρία τῆς πίστης, ποὺ βέβαια καθόλου δὲν σημαίνει τὴν ἀπόκτηση μιᾶς συγκεκριμένης ἀτομικῆς ἰδεολογίας. Στὰ Ἑλληνικὰ ἡ λέξη «πίστη» διατηρεῖ ἀκόμη τὴν πρωτότυπη ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης. Νὰ πιστεύω, σημαίνει νὰ προσφέρω τὸν ἑαυτό μου μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν «ἄλλον» ποὺ ἀγαπῶ. Τὰ δυὸ πρόσωπα τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ Τελώνης, εἶναι θεμελιώδη σημαίνοντα γιὰ τὴν κατανόηση αὐτοῦ ποὺ προσπαθῶ νὰ ἐκφράσω μὲ τὴν λέξη «πρόσωπο». Ὁ Φαρισαῖος, ὡς τύπος ἀνθρώπου θρησκευόμενου, εἶναι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀπόλυτα πιστὸς στὸ Νόμο, αὐτάρκης. Δὲν χρειάζεται τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μένει ἔξω ἀπὸ τὴ Βασιλεία Του. Ὁ ἄλλος, ὁ Τελώνης, δὲν ἔχει νὰ προσφέρει καμία ἀρετή, οὔτε κἂν καλὴ πράξη. Εἶναι ἁμαρτωλός. Δὲν στηρίζεται στὶς προσωπικές του δυνάμεις, ἔτσι τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἀπομένει εἶναι ἡ σχέση του μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶ. Καὶ παραδίδει τὸν ἑαυτὸ τοῦ σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη.

Ὁραματίζομαι ἕναν οἰκουμενισμὸ ποὺ οἱ ἀπαρχές του θὰ ὁρίζονται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε ἐκκλησία θὰ ὁμολογήσει τὶς δικές της ἀστοχίες. Ἐὰν ξεκινήσουμε ἀπὸ μία τέτοια ἐξομολόγηση τῶν ἱστορικῶν μας λαθῶν, εἶναι πιθανὸν ὅτι στὸ τέλος θὰ καταφέρουμε νὰ παραδώσουμε τὸν ἑαυτό μας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Εἴμαστε πλήρεις λαθῶν καὶ ἀδυναμιῶν ποὺ ἔχουν παραμορφώσει τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἀλλά, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μας θυμίζει ὅτι ἀπὸ τὴν «ἀσθένεια» γεννιέται ἡ ζωὴ ποὺ θριαμβεύει πάνω στὸν θάνατο. Ὁραματίζομαι ἕναν οἰκουμενισμὸ ποὺ ἡ βάση του θὰ ὁροθετεῖται ἀπὸ τὴν ἐθελοντικὴ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς ἀσθένειας.

Εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ξεχάσετε τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μόλις σᾶς εἶπα. Ἀλλά, θὰ ἤθελα νὰ σὰς ζητήσω νὰ θυμᾶστε αὐτὴ μόνο τὴν πρόταση: Τὸ πιὸ δύσκολο πράγμα στὴν προσωπικὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν πνευματική του ζωή, παρὰ ἐν γένει τὴν προσωπική του ζωή- εἶναι νὰ διακρίνει ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ ψυχολόγημα. Ὁ πολιτισμός μας ἔχει ἀντικαταστήσει τὴν ὀντολογία μὲ τὴν ψυχολογία. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας ποὺ ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς πεῖ. Ἐννοῶ τὶς ψυχολογικὲς πλάνες ποὺ κατασκευάζουμε ἀπὸ μόνοι μας, εἴτε μέσα ἀπὸ μία καθαρὰ λογικὴ διεργασία, εἴτε μέσα ἀπὸ ἕνα εἶδος ἠθικῆς αὐτοδικαίωσης. Θὰ πρέπει νὰ ξεπεράσουμε αὐτὰ τὰ εἴδωλα γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἀγγίξουμε τὴν πραγματικότητα ποὺ εἶναι ἀληθινὰ θεολογική. Πρέπει νὰ ξεχωρίζουμε ἀνάμεσα σὲ ὅ,τι εἶναι πραγματικὸ καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι ψυχολόγημα, ὥστε κάποια μέρα νὰ κατορθώσουμε νὰ ψάλλουμε μαζὶ πώς, μὲ τὸν θάνατο κανεὶς μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν θάνατο.

Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/pros_ena_neo_oikoymenismo.htm

Aμέθυστος

ΣΧΌΛΙΟ
Είναι ο πιό επιτήδειος εκκοσμικευμένος λόγος πού έχει γραφτεί ποτέ. Ποτέ του δέν λογάριασε αυτός ο παθιασμένος ανθρωπολόγος τον Λόγο τού Κυρίου : Χωρίς εμένα δέν μπορείτε να κάνετε τίποτε. Καί από το κείμενο αυτό απουσιάζει μόνο ο Κύριος. Θά έχουμε καιρό να το σχολιάσουμε περαιτέρω, αλλά άς κρατήσουμε αυτή την πρόταση : Θὰ εἶναι ὁ οἰκουμενισμὸς ποὺ θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν προσέγγιση ὅλων ἐκείνων ποὺ μοιράζονται τὴν ἴδια δίψα γιὰ τὴ Ζωὴ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο·
Όπως ξέρουμε από την Σαμαρείτιδα ο άνθρωπος βρίσκει δικούς του τρόπους γιά να νικά τόν θάνατο. Χωρίς να το επιτυγχάνει ποτέ. Μόνον μπροστά στόν Κύριο η Σαμαρείτιδα κατάλαβε πώς ο τρόπος της δέν νικούσε τόν θάνατο, τόν απωθούσε. Μόνον ο Κύριος μάς πρόσφερε τόν τρόπο, τόν οποίο αγνοούσαμε και αγνοούμε  και συνεχίζουμε να μήν επιθυμούμε. Διότι εάν ελευθερωθούμε από το εγώ μας δέν ελευθερωνόμαστε ταυτόχρονα από το θέλημά μας. Άς μετρήσουμε πόσα θέλω έχει ο κ.Γιανναράς.

>Ἐκκλησία τοῦ δήμου – Ἐκκλησία τῶν πιστῶν

>

Χρήστος Γιανναράς

Ἀρχίζοντας κάπως θρηνητικά, ὑπογράμμισε πώς ὁ μέσος σημερινός Ἕλληνας δέν εἶναι εἰς θέσιν να ἐξηγήσει γιατί ὁ Παρθενώνας εἶναι σημαντικώτερος ἀπό τόν πύργο τοῦ Ἄϊφελ. Κι αὐτό γιατί δέν ἔχει συνειδητοποιήσει τήν διαφορά τοῦ σημερινοῦ, χρηστικοῦ, πολιτισμοῦ (Δυτικοῦ) ἀπό τήν κοινή ἀνάγκη τῶν Ἑλλήνων νά ξεχωρίζουν τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμμα, τό κάλλος ἀπό τήν ἀσχημία, κλπ.

Ακούστε εδώ ΟΛΗ την ομιλία

http://www.fileden.com/files/2010/7/21/2920721//Yannaras_July_2009_klirikolaiki_sineleusi.mp3

Ὁ τρόπος αὐτός τῶν Ἑλλήνων γεννήθηκε -γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία – στόν γεωγραφικό χῶρο πού περικλείει τό Αἰγαῖο, ἀνάμεσα ἀπό Ἀνατολή καί Δύση. Τό σημαντικό του γνώρισμα ἦταν ἡ ἐμφάνιση τῆς κριτικῆς σκέψης. Ἀπό τότε ξεκίνησε ἡ ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία. Ὅμως, ἡ ἀνάγκη τῶν Ἑλλήνων γιά τήν ἀναζήτηση τοῦ ἀληθοῦς δέν ἦταν μόνο χρηστική. Ὁ Ἀριστοτέλης τό διαβεβαιώνει: «Τό ζητεῖν ἁπανταχοῦ τό χρήσιμον, ἥκιστα ἁρμόζει τοῖς μεγαλοψύχοις καί ἐλευθερίοις». Δηλαδή: «Τό νά ἀναζητεῖς παντοῦ καί πάντα μόνο τό χρήσιμο, δέν ταιριάζει στούς μεγαλόψυχους καί ἐλεύθερους».

Ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀληθοῦς καί ὁ χωρισμός του ἀπό τό ψευδές ἦσαν ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ὥστε νά ἀπαντηθοῦν τά κρίσιμα ἀνθρώπινα ἐρωτήματα περί τῆς ἀληθινῆς ὑπάρξεως καί τοῦ ὄντως ὑπαρκτοῦ.

Οἱ Ἕλληνες εἶναι πού πιστοποίησαν, ὅτι ὁ τρόπος συνυπάρξεως τῶν ὑπαρκτῶν εἶναι τέτοιος, ὥστε νά άναδεικνύεται σχέση ἑνότητας. Αὐτή ἡ σχέση ἐμφανίζεται ὡς «κόσμος».

Ὅλα λειτουργοῦν σάν σχέση ἁρμονίας καί κοσμιότητας, ὥστε οἱ Ἕλληνες νά ποῦν : -Αὐτό μᾶς ἐνδιαφέρει! Αὐτό νά μιμηθοῦμε.

Ἡ δεύτερη κινοῦσα δύναμη γιά αὐτή τήν μίμηση, ἦταν ἡ -κατά τόν Πλάτωνα- ἔμφυτη καί πανανθρώπινη ἐπιθυμία τῆς ἀθανασίας. Ἔτσι γεννήθηκε γιά πρώτη φορά ἡ ἔννοια τῆς «κοινωνίας». Μιᾶς κοινωνίας πέραν τῆς «κοινωνίας τῶν ἀγαθῶν». Ἡ κοινωνία τοῦ ἀληθοῦς εἶναι μοίρασμα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων τοῦ τρόπου τῆς ἁρμονίας καί τῆς ἀθανασίας: Αὐτό εἶναι ἡ πόλις.

Στόχος τῆς πόλης δέν εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἀλλά ἡ ἀλήθεια. Γι’ αὐτό καί ἡ μετοχή στά τῆς πόλεως (ἡ πολιτική) εἶναι τιμή. Τό κράτος τό διαχειρίζεται ὁ δῆμος τῶν πολιτῶν. Αὐτό συνιστᾶ τήν Δημοκρατία.

Σφραγίδα τῆς πόλης εἶναι ἡ Τέχνη : ὁ Παρθενώνας, σύμβολο μιᾶς κοινωνίας, πού δέν στοχεύει στήν χρησιμότητα ἀλλά στήν ἀλήθεια.

Οἱ πολῖτες -ὅλοι- δέν ἐκλέγονται, ἀλλά κληρώνονται. Συμμετέχουν ὅλοι: ὅταν φέρεις τήν τιμή τοῦ πολίτη, ὀφείλεις νά εἶσαι ἱκανός γιά κάθε ἀποστολή, πού θά σοῦ ἀνατεθεῖ. Ἡ ὁρατή συνέπεια τῆς συμμετοχῆς εἶναι αὐτό, πού οἱ Ἕλληνες ὠνόμαζαν «ἐκκλησία τοῦ δήμου». Ἡ ἐκκλησία εἶχε σκοπό νά πραγματώσει καί νά φανερώσει τήν πόλιν∙ τό ἀληθῶς ὑπάρχειν.

Μποροῦμε, ἔτσι, νά ἐννοήσουμε γιατί οἱ Ἕλληνες (καί οἱ Ἑλληνομαθεῖς), ὅταν προσέλαβαν τόν Χριστιανισμό, ὀνόμασαν τό νέο γεγονός «Ἐκκλησία». Καί ἐδῶ, δέν ἐνδιέφερε τό χρήσιμο, ἐνδιέφερε τό ἀληθές.

Στήν Χριστιανική Ἐκκλησία οἱ Ἕλληνες βρῆκαν τό «Φῶς τό ἀληθινόν».

Οἱ ἀρχαῖες ἀναζητήσεις ἐμφάνιζαν ἕνα μεγάλο κενό:Ἡ λογικότητα τους ὁδηγοῦσε νά θεωροῦν ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά εἶναι μόνο Θεός. Γι αὐτό τό κήρυγμα τοῦ πάσχοντος, σαρκωμένου Θεοῦ ἦταν κήρυγμα μωρίας. Ἡ εἰρωνεία δέ μπροστά στό κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως μαρτυροῦσε τό κενό τῆς ἀρχαίας ἐκκλησίας τοῦ δήμου στήν ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου.

Ἡ νέα πίστη κηρύσσει, ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει «ἐπειδή θέλει». Μή ὑποταγμένος στήν ἀναγκαιότητα, ὑπάρχει ὡς Τριάδα ἀγαπητική (Πατήρ – Υἱός – Πνεῦμα) πραγματώνοντας τήν ἐλευθερία : «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί». Κορύφωμα τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ Σάρκωση, δηλαδή μπορεῖ νά ὑπάρχει ἐλεύθερος ἀπό τήν Θεότητά Του! Γι’ αὐτό ὠνομάσθηκαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί «Ἐκκλησία» : ἐπειδή συνυπάρχουν ἀγαπητικά κατά τό πρότυπο τῆς Τριάδος.

Ἡ ἠθικολογία δέν ἔχει σχέση μέ ὅ,τι ὡμολογήθηκε στήν πρώτη Ἐκκλησία. Ἡ ὁμολογία τῶν πιστῶν εἶναι ὁμολογία ἀγάπης καί ἐμπιστοσύνης. Τά καλά ἔργα συνέπεια, ἀνεπίγνωστη καί φυσική, τοῦ ἀθλήματος τῆς ἀγάπης.

Ἡ τροφή καί τό ποτό στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι γιά νά ὑπάρξει ὁ καθένας βιολογικά, ἀλλά γιά νά ὑπάρξουμε ὅλοι, ὄντως. Ὅ,τι εἶναι κοινό, εἶναι ἀνάσταση, ζωή, ὕπαρξη. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ζωή εἶναι ἡ αὐθυπέρβαση τοῦ ἐγώ.

Καί ὁ κ.Γιανναρᾶς -συνδέοντας τήν ἐκκλησία τοῦ δήμου καί τήν Ἐκκλησία τῶν πιστῶν- κατέληξε: Ἄν ὑπάρχει συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἄν ὑπάρχει κάποιο γεγονός πού πραγματώνει τό ἀνεπίγνωστο αἴτημα τῶν Ἑλλήνων γιά ἀθανασία, αὐτό δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά μιά συγκεκριμένη κοινή πράξη : ἡ Ἐνορία.

* Στίς 12-7-2009 τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου πραγματοποιήθηκε ἡ καθιερωμένη Κληρικολαϊκή συνέλευση

πηγή: http://www.imkythiron.gr/content/view/452/2/lang,el/

Σχόλιο: Εδώ και χρόνια, ο Γιανναράς, προσπαθεί να χτυπήσει τις σκουριασμένες καμπάνες της Αγίας Σοφίας. Οι Έλληνες είμαστε αγράμματοι και αμόρφωτοι και δεν έχουμε καμμία θέληση να το αλλάξουμε. Η πίστη μας είναι ανόητη και ματαίως νομίζουμε πως είμαστε η συνέχεια της πατερικής εποχής. 

Αμέθυστος