>Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ – ΠΕΡΙ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ

>

πηγή : πύλη

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1389b13–1390b13

Ο χαρακτήρας των ηλικιωμένων – Ο χαρακτήρας των ανθρώπων της ώριμης ηλικίας

Τέτοιος λοιπόν είναι ο χαρακτήρας των νέων. Οι ηλικιωμένοι, από την άλλη, αυτοί δηλαδή που έχουν περάσει την ηλικία της ωριμότητας, έχουν τα περισσότερα σχεδόν από τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους αντίθετα με τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων. (15) Καθώς, πράγματι, έχουν ζήσει πολλά χρόνια, καθώς ―επομένως― έχουν πέσει περισσότερες φορές θύματα απάτης και έχουν σφάλει περισσότερες φορές, τέλος καθώς τα περισσότερα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά, όχι μόνο δεν βεβαιώνουν οτιδήποτε με σιγουριά, αλλά και ό,τι βεβαιώνουν, το βεβαιώνουν με πολύ λιγότερη από την απαιτούμενη σιγουριά. Και πάντοτε «νομίζουν», ποτέ δεν «ξέρουν», και σε περίπτωση αμφιβολιών προσθέτουν πάντοτε ένα «ίσως» ή ένα «μπορεί»: (20) οι εκφράσεις τους είναι πάντοτε αυτού του τύπου και για τίποτε δεν εκφράζονται δίχως επιφυλάξεις. Τους διακρίνει, επίσης, μια «κακοήθεια» ― γιατί είναι, βέβαια, «κακοήθεια» να δίνεις σε όλα τη χειρότερη ερμηνεία. Λόγω της δυσπιστίας που τους διακρίνει είναι και καχύποπτοι ― δύσπιστοι, βέβαια, είναι λόγω της πείρας που απέκτησαν. Για τους λόγους αυτούς ούτε αγαπούν ούτε μισούν σφοδρά, αλλά ―ακολουθώντας τη συμβουλή του Βίαντα― αγαπούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να μισήσουν και μισούν σαν να πρόκειται κάποια στιγμή στο μέλλον να αγαπήσουν. (25) Είναι επίσης μικρόψυχοι, γιατί η ζωή τούς έχει ταπεινώσει: δεν ζητούν για τον εαυτό τους τίποτε το μεγάλο, τίποτε το έξω από τα συνήθη, παρά μόνο ό,τι είναι απαραίτητο για τη ζωή. Είναι επίσης φιλοχρήματοι και τσιγκούνηδες, πρώτον γιατί η περιουσία είναι ένα από τα απαραίτητα για τη ζωή πράγματα, και δεύτερον γιατί από την πείρα τους γνωρίζουν ότι είναι δύσκολο πράγμα η απόκτηση περιουσίας και ότι είναι εύκολο το χάσιμό της. (30) Είναι επίσης δειλοί και φοβούνται κάθε είδους κακό εκ των προτέρων· ο λόγος είναι ότι η γενικότερη κατάστασή τους είναι αντίθετη με την κατάσταση των νέων: οι ηλικιωμένοι είναι κρύοι παγωμένοι, ενώ οι νέοι είναι θερμοί· τα γηρατειά, επομένως, είναι που άνοιξαν το δρόμο για τη δειλία· γιατί ο φόβος είναι ένα είδος παγώματος. Δείχνουν επίσης υπερβολική αγάπη για τη ζωή (ιδίως στις τελευταίες τους μέρες)· γιατί η επιθυμία αναφέρεται πάντοτε σ’ αυτό που δεν έχουμε και γιατί αυτό που επιθυμούμε είναι κατά κύριο λόγο αυτό που μας λείπει. (35) Είναι, επίσης, φίλαυτοι περισσότερο από ό,τι πρέπει ― είναι και αυτό ένα είδος μικροψυχίας. Ζουν, περισσότερο από ό,τι πρέπει, για το συμφέρο τους παρά για το ωραίο ― ακριβώς γιατί είναι φίλαυτοι· [1390a] γιατί το συμφέρον είναι καλό για το επιμέρους άτομο, ενώ το ωραίο είναι ένα απόλυτο αγαθό. Και είναι μάλλον αναίσχυντοι παρά ντροπαλοί· γιατί καθώς δεν νοιάζονται για το ωραίο στον βαθμό που νοιάζονται για το συμφέρον, αδιαφορούν για την εντύπωση που δημιουργούν στους άλλους για το άτομό τους. Λόγω της πείρας τους από τη ζωή, περιμένουν πάντοτε το χειρότερο (γιατί τα περισσότερα από τα πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι και τόσο καλά (5) ― τις πιο πολλές φορές η έκβασή τους είναι προς το χειρότερο) ― μαζί όμως και λόγω της δειλίας τους. Ζουν πιο πολύ με τη μνήμη παρά με την ελπίδα· γιατί η ζωή που τους μένει να ζήσουν είναι λίγη, ενώ αυτή που πέρασε είναι πολλή, και βέβαια η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με τα περασμένα· εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αιτία της φλυαρίας τους· (10) δεν σταματούν, πράγματι, να μιλούν για τα παλιά γιατί η ανάμνηση τους προκαλεί ευχαρίστηση. Τα ξεσπάσματα του θυμού τους είναι βίαια, όμως ασθενικά. Από τις επιθυμίες άλλες έχουν πια λείψει τελείως και άλλες είναι αδύναμες, με αποτέλεσμα οι ηλικιωμένοι είτε να μην έχουν επιθυμίες είτε να μη μπορούν να ενεργήσουν κατά τις επιθυμίες τους παρά μόνο για κέρδος· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας μοιάζουν μετριοπαθείς και νηφάλιοι· (15) γιατί από τη μια οι επιθυμίες τους έχουν χάσει την έντασή τους και από την άλλη είναι δούλοι του κέρδους. Τη ζωή τους τη ρυθμίζει πιο πολύ ο υπολογισμός παρά οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ ο ηθικός χαρακτήρας με την αρετή. Οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό, όχι με τη διάθεσή τους να προσβάλουν. Οίκτο αισθάνονται και οι γέροι, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τους νέους: οι νέοι αισθάνονται οίκτο από αγάπη για τον άνθρωπο, (20) οι γέροι από αδυναμία· γιατί οι γέροι πιστεύουν πως η πιθανότητα να πάθουν όλα τα κακά βρίσκεται κοντά τους ― αυτό δεν λέγαμε πως είναι το να αισθάνεται κανείς οίκτο; Γιαυτό και είναι μεμψίμοιροι και δεν τους αρέσουν ούτε οι αστεϊσμοί ούτε τα γέλια γιατί το να είναι κανείς μεμψίμοιρος είναι το αντίθετο του να του αρέσουν τα γέλια.

Αυτά είναι λοιπόν τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα των νέων και των ηλικιωμένων. (25) Αποτέλεσμα: Δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι ακούν ευχαρίστως λόγους που αντιστοιχούν στον δικό τους χαρακτήρα, λόγους που τον αποδίδουν με απόλυτη ακρίβεια, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούν οι ρήτορες να προσδίδουν με τον λόγο τους αυτού του είδους την εικόνα και στον ίδιο τον εαυτό τους και στα λόγια τους.

Είναι φανερό ότι οι άνθρωποι της ώριμης ηλικίας θα βρίσκονται, από την πλευρά του χαρακτήρα τους, ανάμεσα στις δύο άλλες κατηγορίες, απομακρύνοντας ό,τι είναι υπερβολικό στην καθεμιά τους. (30) Άρα: ούτε υπερβολικά θαρραλέοι είναι (γιατί αυτό καταντάει αποκοτιά) ούτε υπερβολικά δειλοί, αλλά κρατούν μια σωστή στάση ανάμεσα στις δύο αυτές ιδιότητες· δεν δείχνουν εμπιστοσύνη σε όλους ούτε δυσπιστούν σε όλους, αλλά κρίνουν μάλλον με κριτήριο τα ίδια τα πράγματα· δεν ρυθμίζουν τη ζωή τους με βάση μόνο το ωραίο ούτε με βάση μόνο το συμφέρον, [1390b] αλλά με βάση και τα δύο αυτά· δεν ζουν ούτε φειδωλά ούτε σπάταλα, αλλά ακολουθώντας το σωστό μέτρο· ίδια είναι η στάση τους και απέναντι στις παρορμήσεις και τις επιθυμίες· συνδυάζουν τη φρόνηση με το θάρρος και το θάρρος με τη φρόνηση ― στους νέους και στους γέρους οι ιδιότητες αυτές παρουσιάζονται χωρισμένες: (5) οι νέοι είναι θαρραλέοι και ασυγκράτητοι, οι γέροι συγκρατημένοι και δειλοί. Γενικά, όλες τις ωφέλιμες ιδιότητες που η νεανική και η γεροντική ηλικία τις έχουν μοιρασμένες μεταξύ τους, αυτές οι άνθρωποι της ώριμης ηλικίας τις έχουν ενωμένες στο πρόσωπό τους· σε όσες, πάλι, εκείνοι παρουσιάζουν υπερβολή ή έλλειψη, αυτοί τις έχουν στο σωστό μέτρο: σ’ αυτό που ταιριάζει στους ανθρώπους. Η ακμή του ανθρώπινου σώματος τοποθετείται (10) από τα τριάντα ως τα τριανταπέντε χρόνια, ενώ της ψυχής γύρω στα σαρανταεννιά χρόνια.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1390b14–1390b31.  Ο χαρακτήρας των ανθρώπων ευγενικής καταγωγής

Ας μιλήσουμε στη συνέχεια για τα αγαθά που οφείλονται στην τύχη, (15) για εκείνα από αυτά που συντελούν επίσης στο να διαμορφωθεί με έναν ορισμένο τρόπο ο χαρακτήρας των ανθρώπων. Λέγοντας «χαρακτήρας που προσιδιάζει στην ευγένεια καταγωγής» εννοούμε ότι ο κάτοχός της επιδιώκει ακόμη περισσότερες τιμές γιατί όλοι οι άνθρωποι, όταν έχουν ένα αγαθό, συνηθίζουν να επιδιώκουν την αύξησή του ― και «ευγένεια καταγωγής» θα πει «τιμημένοι πρόγονοι».Η ευγένεια, επίσης, της καταγωγής τους τούς κάνει να περιφρονούν ακόμη και αυτούς που είναι όμοιοι με τους δικούς τους προγόνους, (20) γιατί τα ίδια πράγματα, όταν ανήκουν σε χρόνο απομακρυσμένο στο παρελθόν, είναι σε μεγαλύτερη τιμή από τα κοντινά, και είναι πιο εύκολο να παινευτεί κανείς γι’ αυτά. Με τη λέξη ευγενής γίνεται αναφορά στην αρετή της γενιάς, ενώ με τη λέξη γενναίος η αναφορά γίνεται στο ότι δεν υπάρχει στο μεταξύ εκφυλισμός από την αρχική φύση ― κάτι που τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει στα άτομα ευγενικής καταγωγής, δεδομένου ότι οι περισσότεροί τους είναι άτομα άνευ αξίας· συμβαίνει, πράγματι, (25) και στις γενιές των ανθρώπων ό,τι συμβαίνει με τη σοδειά των προϊόντων της γης: μερικές φορές, αν η γενιά είναι καλή, γεννιούνται για ένα διάστημα έξοχοι άνδρες, ύστερα όμως παρατηρείται μια οπισθοχωρητική πορεία. Οι πολύ προικισμένες οικογένειες εκφυλίζονται σε μορφές παραφροσύνης, (30) όπως έγινε π.χ. με τα παιδιά του Αλκιβιάδη και του Διονύσιου του πρώτου· οι μετρημένες, από την άλλη, οικογένειες καταντούν σε άνοια και σε νωθρότητα, όπως έγινε π.χ. με τα παιδιά του Κίμωνα, του Περικλή και του Σωκράτη.

Αμέθυστος

Advertisements

>Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ – ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ

>

πηγή : πύλη

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1388a31–1388b30

Ολοκλήρωση του λόγου περὶ παθῶν: η ζηλοτυπία

Σε ποια γενικότερη κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που αισθάνονται ζηλοτυπία, τι λογής πράγματα την προκαλούν και κάτω από ποιες συνθήκες, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Γιατί αν η ζηλοτυπία είναι η λύπη που αισθάνεται κανείς όταν βλέπει ότι άλλοι άνθρωποι, όμοιοί του εκ φύσεως, έχουν αποχτήσει κάποια μεγάλης ―κατά την κοινή παραδοχή― αξίας αγαθά, που είναι δυνατό να τα αποκτήσει και αυτός ― λύπη όχι γιατί τα αγαθά αυτά τα έχει κάποιος άλλος, αλλά γιατί δεν τα έχει και ο ίδιος (35) (γιαυτό, άλλωστε, και η ζηλοτυπία είναι καλό πράγμα και χαρακτηρίζει τους καλούς ανθρώπους, ενώ ο φθόνος δεν είναι καλό πράγμα και χαρακτηρίζει ανθρώπους κατώτερης αξίας: στην πρώτη περίπτωση το άτομο κοιτάζει, με τη ζηλοτυπία του, να αποκτήσει τα αγαθά αυτά, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το άτομο κοιτάζει, εξαιτίας του φθόνου του, να μην τα έχει ο άλλος), οδηγούμαστε στο υποχρεωτικό συμπέρασμα ότι ζηλοτυπία αισθάνονται [1388b] αυτοί που θεωρούν ότι τους αξίζουν κάποια αγαθά που δεν τα έχουν, που μπορούν όμως να τα αποκτήσουν γιατί κανένας δεν επιδιώκει για τον εαυτό του πράγματα που μοιάζουν αδύνατα. Αυτός είναι ο λόγος που είναι ζηλότυποι οι νέοι και οι μεγαλόψυχοι. Επίσης αυτοί που έχουν τα αγαθά που αξίζουν σε σπουδαίους και τιμημένους ανθρώπους· τέτοια αγαθά είναι (5) ο πλούτος, οι πολλοί φίλοι, τα δημόσια αξιώματα κτό.· γιατί, καθώς θεωρούν πως είναι χρέος τους να είναι αγαθοί, οι άνθρωποι διεκδικούν για τον εαυτό τους αυτού του είδους τα αγαθά, επειδή αυτά θα ήταν σωστό να ανήκουν στους αγαθούς. Επίσης αυτοί που οι άλλοι άνθρωποι τους θεωρούν άξιους γι’ αυτά τα αγαθά. Επίσης αυτοί που οι πρόγονοί τους, οι συγγενείς τους, οι δικοί τους άνθρωποι, το έθνος ή η πόλη τους τιμήθηκαν για κάποια πράγματα, αισθάνονται ζηλοτυπία ενσχέσει με αυτά τα πράγματα· γιατί πιστεύουν ότι αυτά τους ανήκουν (10) και ότι οι ίδιοι είναι άξιοι γι’ αυτά. Αν, τώρα, αντικείμενο ζηλοτυπίας είναι τα μεγάλης ―κατά την κοινή παραδοχή― αξίας αγαθά, δεν μπορεί παρά τέτοια να είναι και οι αρετές, καθώς και καθετί που είναι ωφέλιμο και ευεργετικό στους άλλους· γιατί οι άνθρωποι τιμούν τους ενάρετους ανθρώπους και αυτούς που κάνουν ευεργεσίες. Αντικείμενο ζηλοτυπίας είναι και τα αγαθά που στην ευχαρίστηση που προκαλούν μπορούν να έχουνσυμμετοχή και οι πλησίον· τέτοια είναι ο πλούτος και η ομορφιά μάλλον παρά η υγεία.

(15) Είναι επίσης φανερό ποια είναι τα πρόσωπα που προκαλούν τη ζηλοτυπία: είναι τα πρόσωπα που έχουν αυτά και τα παρόμοια αγαθά, τα αγαθά δηλαδή που αναφέραμε, π.χ. ανδρεία, σοφία, δημόσια αξιώματα· γιατί αυτοί που έχουν δημόσιο αξίωμα, οι στρατηγοί ας πούμε, οι πολιτικοί και όλοι αυτοί που διαθέτουν μια τέτοια δύναμη, μπορούν να ευεργετούν πολύν κόσμο. Επίσης αυτοί που πολλοί άνθρωποι θέλουν να τους μοιάσουν, ή επιθυμούν τη γνωριμία ή τη φιλία τους. (20) Επίσης αυτοί που τους θαυμάζουν πολλοί ή που τους θαυμάζουν οι ίδιοι. Επίσης αυτοί που τους επαινούν και τους εγκωμιάζουν ποιητές ή πεζογράφοι. Αυτούς που έχουν τις αντίθετες ιδιότητες οι άνθρωποι τους περιφρονούν γιατί η περιφρόνηση είναι το αντίθετο της ζηλοτυπίας, και το να αισθάνεται κανείς περιφρόνηση είναι το αντίθετο του να αισθάνεται ζηλοτυπία. Αυτοί που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση ώστε να αισθάνονται ή να προκαλούν τη ζηλοτυπία των άλλων δεν μπορεί παρά (25) να περιφρονούν αυτούς που έχουν τις κακές ιδιότητες οι οποίες είναι αντίθετες των καλών εκείνων ιδιοτήτων που προκαλούν τη ζηλοτυπία ― και εξαιτίας αυτών των κακών ιδιοτήτων. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές οι άνθρωποι περιφρονούν τους ευνοημένους από την τύχη, που η καλή τους όμως αυτή τύχη δεν συνοδεύεται από τα μεγάλης ―κατά την κοινή παραδοχή― αξίας αγαθά.

(30) Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για το θέμα «με ποια μέσα διεγείρονται τα πάθη και με ποια μέσα διαλύονται ― μέσα που αποτελούν τις πηγές από τις οποίες αντλείται το σχετικό αποδεικτικό υλικό».


ΑΡΙΣΤ Ρητ 1388b31–1390b13: Ο χαρακτήρας των νέων

Ύστερα από αυτά ας πραγματευθούμε τώρα το θέμα «Τι λογής είναι οι άνθρωποι από πλευράς χαρακτήρα ενσχέσει με τα πάθη, τις έξεις, την ηλικία και τις τύχες της ζωής». Πάθη ονομάζω την οργή, την επιθυμία και τα παρόμοια (έχουμε ήδη μιλήσει γι’ αυτά), ενώ έξεις ονομάζω τις αρετές και τις κακίες (κάναμε και γι’ αυτές λόγο, (35) κάνοντας επίσης αναφορά στα πράγματα που το κάθε επιμέρους άτομο επιλέγει και προτιμάει, καθώς και σ’ αυτά που πράττει). Οι ηλικίες είναι η νεανική, η ώριμη και η γεροντική. Τύχες της ζωής ονομάζω την ευγενική καταγωγή, τον πλούτο, την ισχύ στις διάφορες μορφές της, καθώς και τα αντίθετά τους ― γενικά τις καλές και τις κακές τύχες.

Οι νέοι λοιπόν ―για να μιλήσουμε για τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους― έχουν έντονες επιθυμίες και είναι άξιοι να κάνουν αυτά που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες που σχετίζονται με το σώμα (5) κυνηγούν κατά κύριο λόγο την ερωτική, και δεν έχουν τη δύναμη να ελέγξουν τον εαυτό τους ενσχέσει με αυτήν. Αλλάζουν εύκολα επιθυμίες και τις χορταίνουν γρήγορα: οι επιθυμίες τους είναι σφοδρές, ξεθυμαίνουν όμως γρήγορα γιατί η όρεξή τους για κάτι είναι έντονη, διαρκεί όμως λίγο, όπως ακριβώς η δίψα και η πείνα ―κάθε λίγο και λιγάκι― των αρρώστων. Παραφέρονται εύκολα, είναι ευέξαπτοι και ρέπουν στο να αφήνονται να παρασυρθούν από το θυμό τους. (10) Δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στις παρορμήσεις τους· γιατί η αγάπη τους για την τιμή τούς κάνει να μη μπορούν να ανεχθούν την περιφρόνηση, αλλά αγανακτούν όταν πιστεύουν ότι αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές, πιο πολύ όμως αγαπούν τη νίκη· γιατί οι νέοι θέλουν να υπερέχουν, και η νίκη είναι μια περίπτωση υπεροχής. Η αγάπη τους για τα δύο αυτά είναι μεγαλύτερη από την αγάπη τους για το χρήμα: η αγάπη τους για το χρήμα είναι πολύ μικρή, επειδή δεν έχουν ακόμη δοκιμάσει στέρηση και φτώχεια, (15) όπως λέει και ο λόγος του Πιττακού για τον Αμφιάραο. Ο χαρακτήρας τους είναι τέτοιος που να μη βλέπουν την κακή όψη των πραγμάτων, αλλά την καλή· ο λόγος είναι ότι τα μάτια τους δεν έχουν ακόμη δει πολλές κακίες. Είναι, επίσης, ευκολόπιστοι, γιατί δεν ήταν πολλές ως τώρα οι φορές που έπεσαν θύματα απάτης. Αντιμετωπίζουν, επίσης, τη ζωή με αισιοδοξία· γιατί όπως αυτοί που έχουν πιει πολύ κρασί, έτσι ακριβώς και οι νέοι έχουν μέσα τους, από την ίδια τους τη φύση, μια θέρμη ― την ίδια, βέβαια, στιγμή και γιατί δεν έχουν ακόμη γνωρίσει πολλές αποτυχίες. (20) Ζουν κυρίως με την ελπίδα· ο λόγος είναι ότι η ελπίδα σχετίζεται με το μέλλον, ενώ η μνήμη με το παρελθόν, και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό· στην αρχή, πράγματι, της ζωής του δεν έχει κανείς να θυμάται τίποτε, έχει όμως περιθώριο να ελπίζει τα πάντα. Για τον λόγο αυτό είναι και ευεξαπάτητοι, (25) επειδή εύκολα δημιουργούν μέσα τους ελπίδες. Έχουν, επίσης, θάρρος ― περισσότερο αυτοί από τους άλλους· ο λόγος είναι ότι παραφέρονται εύκολα και είναι γεμάτοι από ελπίδες· η πρώτη από τις ιδιότητες αυτές τους κάνει να μη φοβούνται, ενώ η δεύτερη τους κάνει θαρραλέους: κανένας δεν αισθάνεται φόβο όσο κατέχεται από οργή, και η ελπίδα για κάτι καλό δίνει στον άνθρωπο θάρρος. Είναι, επίσης, συνεσταλμένοι και ντροπαλοί: έχοντας ανατραφεί αποκλειστικά με βάση τους καθιερωμένους κανόνες του κοινωνικού τους περιβάλλοντος δεν φαντάζονται ακόμη ότι υπάρχουν και άλλα όμορφα πράγματα. (30) Είναι, επίσης, μεγαλόψυχοι· γιατί η ζωή δεν τους ταπείνωσε ακόμη, ούτε και δοκίμασαν τη δύναμη της ανάγκης, και το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων είναι μεγαλοψυχία ― αυτό πάλι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που είναι γεμάτος μέσα του από ελπίδες. Προτιμούν, επίσης, να κάνουν όμορφα μάλλον πράγματα παρά πράγματα που τους συμφέρουν· ο λόγος είναι ότι τη ζωή τους τη ρυθμίζουν πιο πολύ οι κανόνες του ηθικού χαρακτήρα παρά ο υπολογισμός: ο υπολογισμός σχετίζεται με το συμφέρον, ενώ η αρετή με το ωραίο. (35) Αγαπούν, επίσης, τους φίλους τους και τους συντρόφους τους περισσότερο [1389b] από ό,τι αυτοί που βρίσκονται σε άλλες ηλικίες, για τον λόγο ότι είναι μια ευχαρίστηση γι’ αυτούς να ζουν συντροφιά με άλλους, αλλά και γιατί δεν υπάρχει ακόμη τίποτε που να το κρίνουν με βάση το συμφέρον ― άρα ούτε και τους φίλους τους. Όλα τους τα σφάλματα έχουν την αρχή τους στην υπερβολή και στη σφοδρότητά τους ― κατά παράβαση, βέβαια, του λόγου του Χίλωνα· πραγματικά, ό,τι κάνουν, το κάνουν σε υπερβολικό βαθμό: αγαπούν σε υπερβολικό βαθμό, (5) μισούν σε υπερβολικό βαθμό, το ίδιο και όλα τα άλλα. Πιστεύουν ότι τα ξέρουν όλα, και είναι βέβαιοι για όλα πεισματικά αυτό είναι και η αιτία που ό,τι κάνουν το κάνουν σε βαθμό υπερβολικό. Και οι αδικίες που κάνουν έχουν σχέση με τη διάθεσή τους να προσβάλουν, όχι με τη διάθεσή τους να κάνουν κακό. Αισθάνονται, επίσης, εύκολα οίκτο, για τον λόγο ότι θεωρούν όλους τους ανθρώπους καλούς ή καλύτερους από αυτό που πράγματι είναι: μετρώντας τους πλησίον τους με μέτρο τη δική τους α–κακία (10) καταλήγουν να θεωρήσουν πως ό,τι παθαίνει ο άλλος, το παθαίνει δίχως να το αξίζει. Τους αρέσουν επίσης τα γέλια και οι χαρές, γιαυτό και είναι πειραχτήρια· γιατί ο αστεϊσμός είναι μια εξευγενισμένη μορφή προσβολής.

Περί φθόνου

Οι άνθρωποι φθονούν βλέποντας τήν ευτυχία τήν οποία παρέχουν στούς ομοίους τους τά αγαθά, εκείνες δηλ. οι πράξεις καί τά αποκτήματα διά τών οποίων οι άνθρωποι αποβλέπουν στήν δόξα καί στίς τιμές καί επιθυμούν τήν φήμη καί όσα φέρουν τήν ευτυχία. Όλα αυτά τά αγαθά γεννούν τόν φθόνο. Φθονούμε δέ εκείνους όσοι είναι κοντά μας κατά τόν χρόνο, κατά τόν τόπον, κατά τήν ηλικίαν, κατά τήν φήμην. Καί έχει λεχθεί : Η ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΘΟΝΟ.
Φθονούμε επίσης εκείνους πρός τούς οποίους είμεθα ανταγωνιστές καί είμαστε ανταγωνιστές μόνο πρός όσους είναι όμοιοί μας.
Επειδή δέ διεξάγουμε αγώνα επικρατήσεως πρός τούς ανταγωνιστάς μας καί γενικώς πρός όσους επιθυμούν τά ίδια μέ εμάς, γιαυτό καί λέγεται : καί ο κανατάς τού κανατά είναι εχθρός του.

Σχόλιο : Αυτός είναι ο λόγος πού βλέπουμε τόν φθόνο νά φυτρώνει καί νά αναπτύσσεται ανάμεσα σέ διανοουμένους, σέ καλλιτέχνες, ακόμη καί ανάμεσα σέ μοναχούς. Ιδίως δέ ανάμεσα σέ μοναχούς, διότι τά αδέλφια υποφέρουν περισσότερο από τόν φθόνο. Βλέπουμε δέ νά υπάρχει τρομερός φθόνος καί εναντίόν τών Αγίων. Κάι δυστυχώς ο φθόνος γεννά τήν συκοφαντία. Κάι είμαστε ανοχύρωτοι απέναντι σέ κάθε είδους συκοφαντίες, διότι δέν γνωρίζουμε ότι η συγγένεια γνωρίζει τόν φθόνο. Ο όμοιος. Αυτός πού έχει πετύχει πρώτος τίς φιλοδοξίες μας. Πνευματικά ο φθόνος μετρά τά περισσότερα θύματα στήν παράδοσή μας. Όπως η ζήλεια στήν κοινωνία μας.
Αμέθυστος

>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗ – ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ ΚΑΙ ΘΑΡΡΟΥΣ

>

Πηγή: πυλή

Τι είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται, πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο (25) αν φαίνονται ότι δεν είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν μεγάλη λύπη. (30) Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και τάσης του. [1382b] Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, (5) δέσμιοι του κέρδους και δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί τους σ’ αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ’ αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: (10) οι άνθρωποι αυτοί καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν, επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο, επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι πιο δυνατά από αυτούς: (15) από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους, επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς, επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ, επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, (20) αλλά τους μαλακούς, αυτούς που κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.

Όλα τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. (25) Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.

Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, (30) είναι φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατανάγκην λοιπόν φοβούνται εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι [1383a] α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: (5) για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία· ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.

Συμπέρασμα: Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι, ανώτεροί τους, το έπαθαν)· (10) να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει, προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.

Αφού έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, (15) τι λογής πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο. Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, (20) και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας. Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.

(25) Θάρρος έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια, (30) ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ’ αυτούς από τους οποίουςθεωρούν πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους τους). (35) Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον φόβο· [1383b] αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων, η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. (5) Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.

(10) Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι’ αυτά που προκαλούν θάρρος.

Αμέθυστος

>Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ – ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ

>

πηγή : πύλη

Στο δεύτερο βιβλίο ο Αριστοτέλης προσπαθεί να εφοδιάσει τους ρήτορες με τα εργαλεία πειθούς που απευθύνονται στο θυμικό του ακροατηρίου τους. Ο ρήτορας οφείλει να γνωρίζει πώς θα διεγείρει ή θα κατευνάσει στην ψυχή των ακροατών του τα λεγόμενα πάθη (ως πάθη θεωρεί ο φιλόσοφος όσα προκαλούν μεταβολές στην ψυχική, σωματική και νοητική κατάσταση των ανθρώπων και συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια). Μετά την οργή και την πραότητα εξετάζονται η φιλία και το μσος .

Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο ― αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι’ αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· [1381a] κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος. Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια ―υποχρεωτικά― στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του (5) ― και αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου. Αλήθεια, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη χαίρεται όταν πραγματοποιούνται όλα όσα επιθυμεί και να μη λυπάται όταν του συμβαίνουν τα αντίθετα· αυτό θα πει ότι σημάδι αυτού που επιθυμούμε είναι, κάθε φορά, οι λύπες και οι χαρές μας. Φίλοι γίνονται επίσης αυτοί που ό,τι θεωρεί καλό ο ένας, το θεωρεί καλό και ο άλλος· και ό,τι θεωρεί κακό ο ένας, το θεωρεί κακό και ο άλλος. Επίσης αυτοί που έχουν τους ίδιους φίλους και τους ίδιους εχθρούς· ο λόγος είναι ότι αναγκαστικά οι άνθρωποι αυτοί έχουν τις ίδιες επιθυμίες, (10) και φυσικά όποιος επιθυμεί για τον άλλο αυτά που επιθυμεί για τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί παρά να είναι φίλος αυτού του ανθρώπου. Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς από τους οποίους έχουν ευεργετηθεί, ή οι ίδιοι ή αυτοί για τους οποίους οι ίδιοι ενδιαφέρονται, και αν το καλό που τους έγινε ήταν μεγάλο, ή έγινε με προθυμία, ή κάτω από ορισμένες συνθήκες, και πάντως αποκλειστικά για χάρη τους ― και αυτούς όμως για τους οποίους πιστεύουν πως έχουν τη θέληση να τους ευεργετήσουν. Φίλους τους κάνουν επίσης οι άνθρωποι τους φίλους των φίλων τους, καθώς και αυτούς που αγαπούν όσους αγαπούν και οι ίδιοι· (15) επίσης όσους έχουν κερδίσει την αγάπη εκείνων που έχουν κερδίσει τη δική τους αγάπη. Με τον ίδιο τρόπο: φίλους τους κάνουν αυτούς που έχουν γίνει μισητοί σ’ αυτούς στους οποίους έγιναν μισητοί και οι ίδιοι, αυτούς που μισούν όσους μισούν και οι ίδιοι, τέλος αυτούς που μισούνται από αυτούς που μισούν οι ίδιοι: είναι φανερό ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι καλά είναι τα ίδια ακριβώς που θεωρούν καλά και οι ίδιοι, και έτσι επιθυμούν αυτά που είναι καλά για τους ίδιους· αυτό δεν ήταν το κύριο γνώρισμα του φίλου; Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που έχουν τη θέληση και τη δύναμη να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους άλλους, είτε σε χρήμα είτε για να τους σώσουν· (20) αυτός είναι ο λόγος που τιμούν τους γενναιόδωρους, τους ανδρείους και τους δίκαιους (δίκαιους θεωρούν οι άνθρωποι αυτούς που δεν ζουν σε βάρος άλλων· τέτοιοι είναι όσοι κερδίζουν τη ζωή τους από τη δουλειά τους· αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η περίπτωση των γεωργών και, από όλους τους άλλους, η περίπτωση αυτών που ασκούν χειρωνακτικά επαγγέλματα). Αυτούς, επίσης, που μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους ― γιατί αυτοί δεν μπορούν να είναι άδικοι. Για τον ίδιο λόγο και αυτούς που δεν ανακατεύονται στις ξένες υποθέσεις. (25) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς με τους οποίους επιθυμούμε να γίνουμε φίλοι (αν δείχνουν καθαρά ότι το επιθυμούν και αυτοί)· τέτοιοι είναι οι ενάρετοι άνθρωποι και αυτοί που έχουνκαλό όνομα ― είτε ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, είτε ανάμεσα στους πιο διαλεχτούς, είτε ανάμεσα σε αυτούς που θαυμάζουμε, είτε ανάμεσα σε αυτούς που μας θαυμάζουν. Επίσης αυτούς που είναι μια ευχαρίστηση να περνάς παρέα τη μέρα σου μαζί τους· (30) τέτοιοι είναι οι βολικοί άνθρωποι, αυτοί που δεν ζητούν να ελέγχουν τα σφάλματα των άλλων, αυτοί που δεν τα βάζουν με όλους και δεν τσακώνονται με όλους (όσοι τα κάνουν όλα αυτά είναι άνθρωποι εριστικοί, και οι εριστικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν επιθυμίες αντίθετες με τις δικές μας)· τέτοιοι είναι επίσης οι άνθρωποι που ξέρουν να πειράζουν, αλλά και να δέχονται το πείραγμα: και των δύο αυτών κατηγοριών τα άτομα στοχεύουν στο ίδιο πράγμα, αφού έχουν τη δύναμη και να δέχονται το πείραγμα και να πειράζουν τους άλλους με χάρη. (35) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς που επαινούν τις καλές μας ιδιότητες, ιδίως εκείνες που φοβούμαστε πως δεν τις έχουμε. [1381b] Όπως και αυτούς που έχουν καθαρή εξωτερική εμφάνιση, καθαρά ρούχα, καθαρό γενικά τρόπο ζωής. Αυτούς, επίσης, που δεν σπεύδουν να κάνουν τα σφάλματά μας ή τις ευεργεσίες που μας έχουν κάνει αφορμή για να μας ψέξουν: και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που τους αρέσει να ελέγχουν και να επικρίνουν τους άλλους. Αγαπούν, επίσης, οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που δεν μνησικακούν και δεν φυλάγουν μέσα τους παράπονα για το κακό που τους έχει γίνει, (5) αλλά έχουν εύκολη τη συμφιλίωση: όπως τους βλέπουν να συμπεριφέρονται στους άλλους, ίδιοι, λένε, θα είναι και σ’ αυτούς. Επίσης αυτούς που δεν κακολογούν ούτε καταγράφουν τις ελλείψεις ―των αλλωνών ή των φίλων τους― αλλά μόνο τα καλά τους: έτσι κάνουν οι καλοί άνθρωποι. Επίσης αυτούς που δεν αντιμιλούν στον θυμωμένο ή στον σοβαρά απασχολημένο με κάτι: (10) όσοι δεν συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο είναι άνθρωποι εριστικοί. Επίσης αυτούς που τους δείχνουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθήματα σεβασμού και ευλάβειας· που τους θαυμάζουν, λ.χ., ή τους θεωρούν καλούς ανθρώπους και ευχαριστιούνται μαζί τους και μάλιστα όταν τους δείχνουν τέτοια αισθήματα για πράγματα για τα οποία οι ίδιοι επιθυμούν να τους θαυμάζουν οι άλλοι ή να τους θεωρούν καλούς ή ευχάριστους ανθρώπους. (15) Κάνουν επίσης φίλους τους αυτούς που τους μοιάζουν και έχουν τις ίδιες με αυτούς ασχολίες ― φτάνει να μη γίνονται ενοχλητικοί στους ίδιους και να μη κερδίζουν με τον ίδιο τρόπο τη ζωή τους γιατί τότε γίνεται αυτό που λέμε «ο κανατάς μισεί τον κανατά». Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τις ίδιες επιθυμίες ― με τον όρο, βέβαια, ότι μπορούν να τις ικανοποιήσουν και οι δύο· αλλιώς θα συμβεί ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση. Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τέτοιου είδους σχέσεις, ώστε να μη ντρέπονται να κάνουν μπροστά τους πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα (20) ― με τον όρο, φυσικά, ότι η διαγωγή αυτή δεν οφείλεται σε περιφρόνηση. Επίσης αυτούς μπροστά στους οποίους ντρέπονται να κάνουν πράγματα που είναι πράγματι κακά. Αυτούς επίσης με τους οποίους έχουν τη φιλοδοξία να αναμετριούνται, ή αυτούς των οποίων θέλουν να προκαλούν τη ζηλοτυπία, όχι όμως τον φθόνο: όλους αυτούς ή τους αγαπούν ή θέλουν να τους έχουν φίλους τους. Επίσης αυτούς που οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν να πετύχουν κάτι καλό ― φτάνει να μη προκύψουν για τους ίδιους κακά μεγαλύτερα από το καλό που θα κερδίσουν εκείνοι. Επίσης αυτούς που όποιον αγαπούν, (25) τον αγαπούν το ίδιο παρόντα ή απόντα· να γιατί όλοι αγαπούν και θέλουν φίλους τους αυτούς που δείχνουν τέτοιου είδους αισθήματα απέναντι σε πρόσωπα που έχουν πια πεθάνει. Γενικά αυτούς που αγαπούν πάρα πολύ τους φίλους τους και δεν τους εγκαταλείπουν στις δύσκολες στιγμές τους· ο λόγος είναι ότι από όλους τους καλούς οι άνθρωποι αγαπούν πολύ περισσότερο αυτούς που είναι καλοί φίλοι. Επίσης αυτούς που δεν υποκρίνονται μπροστά τους· τέτοιοι είναι οι άνθρωποι που δεν διστάζουν να τους μιλούν και για τα ελαττώματά τους· (30) το είπαμε πιο πριν: μπροστά στους φίλους μας δεν ντρεπόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα· αν λοιπόν αυτός που ντρέπεται δεν είναι φίλος, θα πρέπει λογικά να είναι φίλος αυτός που δεν ντρέπεται. Επίσης αυτούς που δεν μας προκαλούν κανέναν φόβο, αλλ’, ίσα ίσα, ένα αίσθημα ασφάλειας· ποιος, αλήθεια, αγαπάει και θέλει για φίλο του έναν άνθρωπο που του προκαλεί φόβο;

Είδη φιλίας: η φιλία των συντρόφων, η φιλία των μελών μιας οικογένειας, η φιλία των συγγενών, και άλλα παρόμοια.

(35) Τη φιλία τη γεννάει το να κάνει κανείς μια χάρη, το να την κάνει δίχως να του τη ζητήσουν, και αφού την κάνει να μη την κοινολογήσει· γιατί τότε φαίνεται ότι έγινε για τον φίλο και όχι για κάποιον άλλο λόγο.

[1382a] Όσο για την έχθρα και το μίσος, είναι φανερό ότι μπορούμε να τα αναλύσουμε ως αντίθετα προς όσα είπαμε. Την έχθρα τη γεννούν η οργή, η κακεντρεχής εναντίωση στη θέλησή μας, η διαβολή. Η οργή γεννιέται από πράγματα που στρέφονται προσωπικά εναντίον μας, ενώ μίσος υπάρχει και όταν τα πράγματα δεν στρέφονται προσωπικά εναντίον μας: μόλις σχηματίσουμε τη γνώμη πως ένας άνθρωπος έχει τον τάδε χαρακτήρα, (5) τον μισούμε. Έπειτα η οργή στρέφεται εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, του τάδε ή του τάδε, π.χ. εναντίον του Καλλία ή εναντίον του Σωκράτη, ενώ το μίσος το αισθανόμαστε και για κατηγορίες ανθρώπων: όλοι μας μισούμε τους κλέφτες ή τους συκοφάντες. Την οργή τη θεραπεύει ο χρόνος, ενώ το μίσος δεν έχει γιατρειά. Η οργή επιθυμεί να προξενήσει προσωρινή στενοχώρια, ενώ το μίσος μόνιμη βλάβη: ο θυμωμένος θέλει να γίνει αντιληπτός από τον άλλον, ενώ αυτός που μισεί δεν δίνει καμιά σημασία σ’ αυτό. (10) Τα οδυνηρά πράγματα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, ενώ τα μέγιστα κακά (η αδικία, ας πούμε, ή η παραφροσύνη) ελάχιστα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις· πραγματικά, η παρουσία της κακίας δεν προκαλεί καμία λύπη. Η οργή συνοδεύεται από λύπη, το μίσος όχι: όλοι το ξέρουμε πως ο θυμωμένος είναι στενοχωρημένος, ενώ δεν είναι εκείνος που μισεί. Εκτός αυτού, ο θυμωμένος μπορεί κάποτε, ύστερα από πολλά, να νιώσει συμπόνια γι’ αυτόν με τον οποίο ήταν θυμωμένος· ο άλλος σε καμιά περίπτωση· (15) ο θυμωμένος ένα μόνο θέλει: να υποφέρει με τη σειρά του και αυτός με τον οποίο ο ίδιος είναι θυμωμένος, ενώ αυτός που μισεί επιθυμεί να πάψει να υπάρχει ο άλλος.

Είναι λοιπόν ―από αυτά που είπαμε― φανερό ότι είναι δυνατό από τη μια να αποδείξει ο ρήτορας ότι τα τάδε άτομα είναι πράγματι εχθροί μεταξύ τους ή φίλοι, και αν δεν είναι, να τους παρουσιάσει ως εχθρούς ή φίλους, και αν οι ίδιοι ισχυρίζονται πως είναι, να ανατρέψει τους ισχυρισμούς τους, και από την άλλη, σ’ αυτούς που από θυμό ή έχθρα παίρνουν αντίπαλη θέση, να αναγάγει την αντίπαλη θέση τους σε όποιον από τους δύο λόγους προτιμήσει.

Αμέθυστος

>Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

>

Η ρητορική έχει σάν σκοπό της τήν πειθώ, ανακαλύπτει δηλ. ποιοί είναι οι τρόποι καί τά μέσα γιά νά πείσει γενικώς γύρω από οποιοδήποτε θέμα. Η ρητορική παρουσιάζει αναλογίες μέ τήν λογική καί πιό συγκεκριμένα μέ τήν διαλεκτική. Διότι η λογική μελετά τίς δομές τής σκέψεως καί τού συλλογισμού οι οποίες ξεκινούν από στοιχεία πού στηρίζονται στήν γνώμη. Στοιχεία τά οποία είναι αποδεκτά από όλους ή από τήν πλειοψηφία. Αναλόγως καί η ρητορική μελετά τίς προόδους μέ τίς οποίες οι άνθρωποι συμβουλεύουν, κατηγορούν, υπερασπίζονται, εξυμνούν (πράξεις πού ανήκουν στήν πειθώ), καί ξεκινούν ακριβώς από πιθανές γνώμες.


Αυτή αποτελεί τήν εξωτερική της μορφολογική αναλογία, διότι από πλευράς περιεχομένου έχει τήν αναλογία της στήν ηθική καί στήν πολιτική. Διότι οι άνθρωποι εξασκούν τήν τέχνη τής πειθούς στά δικαστήρια, στίς συνάξεις καί γενικώς γιά να εξυμνήσουν ή νά καταγγείλουν (γύρω απο τό καλό καί τό κακό, από τήν αρετή καί τό πάθος).

Σήμερα η τέχνη τής πειθούς, η πολιτική, στηρίζεται στά πάθη τού ανθρώπου γιά νά πείσει καί γενικώς ανακαλώντας τό παράλογο στοιχείο του. Διότι σήμερα η πολιτική είναι ανήθικη.

Θά εκπλαγούμε ανακαλύπτοντας τήν γνώση πού είχαν οι αρχαίοι γύρω από τά πάθη τής ψυχής. Τά πάθη τού λόγου. Διότι η ρητορική αφορά τόν λόγο τού ανθρώπου.

========================

Βιβλίον α´

[1354a]I. ἡ ῥητορική ἐστιν ἀντίστροφος τῇ διαλεκτικῆ: ἀμφότεραι γὰρ περὶ τοιούτων τινῶν εἰσιν ἃ κοινὰ τρόπον τινὰ ἁπάντων ἐστὶ γνωρίζειν καὶ οὐδεμιᾶς ἐπιστήμης ἀφωρισμένης: διὸ καὶ πάντες τρόπον τινὰ μετέχουσιν ἀμφοῖν: πάντες γὰρ μέχρι (5) τινὸς καὶ ἐξετάζειν καὶ ὑπέχειν λόγον καὶ ἀπολογεῖσθαι καὶ κατηγορεῖν ἐγχειροῦσιν[2] τῶν μὲν οὖν πολλῶν οἱ μὲν εἰκῇ ταῦτα δρῶσιν, οἱ δὲ διὰ συνήθειαν ἀπὸ ἕξεως:

Βιβλίο πρώτο, 1354α

Η ρητορική είναι αντίστροφος (αντιστοιχεί) πρός τήν διαλεκτική (μέθοδος πού στηρίζεται σέ ερωτήσεις καί απαντήσεις). Διότι καί οι δύο αυτές τέχνες αφορούν θέματα γνωστά γενικώς, χωρίς νά ανήκουν στήν δικαιοδοσία μιάς επιστήμης. Γι αυτό καί όλοι μετέχουν ώς ένα βαθμό σ’αυτές τίς δύο τέχνες, αφού καί όλοι δοκιμάζουν μέχρις ενός σημείου νά εξετάζουν καί να λογοδοτούν καί νά απολογούνται καί νά κατηγορούν. Από τούς πολλούς όμως, άλλοι μέν τά καταφέρνουν όπως τύχει, άλλοι δέ συνηθίζουν ασκούμενοι

Βιβλίον β´

I. ἐκ τίνων μὲν οὖν δεῖ καὶ προτρέπειν καὶ ἀποτρέπειν, καὶ ἐπαινεῖν καὶ ψέγειν, καὶ κατηγορεῖν καὶ ἀπολογεῖσθαι, καὶ ποῖαι δόξαι καὶ προτάσεις χρήσιμοι πρὸς τὰς τούτων πίστεις, ταῦτ’ ἐστίν: περὶ γὰρ τούτων καὶ ἐκ τούτων τὰ ἐνθυμήματα, (20) ὡς περὶ ἕκαστον εἰπεῖν ἰδίᾳ τὸ γένος τῶν λόγων.

[2] ἐπεὶ δὲ ἕνεκα κρίσεώς ἐστιν ἡ ῥητορική καὶ γὰρ τὰς συμβουλὰς κρίνουσι καὶ ἡ δίκη κρίσις ἐστίν, ἀνάγκη μὴ μόνον πρὸς τὸν λόγον ὁρᾶν, ὅπως ἀποδεικτικὸς ἔσται καὶ πιστός, ἀλλὰ καὶ αὑτὸν ποιόν τινα καὶ τὸν κριτὴν κατασκευάζειν: [3] πολὺ γὰρ διαφέρει (25) πρὸς πίστιν, μάλιστα μὲν ἐν ταῖς συμβουλαῖς, εἶτα καὶ ἐν ταῖς δίκαις, τό τε ποιόν τινα φαίνεσθαι τὸν λέγοντα καὶ τὸ πρὸς αὑτοὺς ὑπολαμβάνειν πως διακεῖσθαι αὐτόν, πρὸς δὲ τούτοις ἐὰν καὶ αὐτοὶ διακείμενοί πως τυγχάνωσιν

[4] τὸ μὲν οὖν ποιόν τινα φαίνεσθαι τὸν λέγοντα χρησιμώτερον εἰς τὰς (30) συμβουλάς ἐστιν, τὸ δὲ διακεῖσθαί πως τὸν ἀκροατὴν εἰς τὰς δίκας: οὐ γὰρ ταὐτὰ φαίνεται φιλοῦσι καὶ μισοῦσιν, οὐδ’ ὀργιζομένοις καὶ πράως ἔχουσιν, [1378a] (1) ἀλλ’ ἢ τὸ παράπαν ἕτερα ἢ κατὰ μέγεθος ἕτερα: τῷ μὲν γὰρ φιλοῦντι περὶ οὗ ποιεῖται τὴν κρίσιν ἢ οὐκ ἀδικεῖν ἢ μικρὰ δοκεῖ ἀδικεῖν, τῷ δὲ μισοῦντι τοὐναντίον: καὶ τῷ μὲν ἐπιθυμοῦντι καὶ εὐέλπιδι ὄντι, ἐὰν ᾖ τὸ ἐσόμενον ἡδύ, καὶ ἔσεσθαι καὶ ἀγαθὸν ἔσεσθαι φαίνεται, τῷ (5) δ’ ἀπαθεῖ καὶ δυσχεραίνοντι τοὐναντίον.

Βιβλίο β 1378 α

Τά μέσα λοιπόν τά οποία χρειαζόμαστε γιά νά πείθουμε καί νά μεταπείθουμε γιά νά ψέγουμε καί νά επαινούμε, γιά νά κατηγορούμε καί νά απολογούμεθα, καθώς καί οι γνώμες καί προτάσεις πού μπορούν νά μάς χρησιμεύσουν γιά νά πείθουμε είναι όσα εκθέσαμε παραπάνω. Διότι από τίς γνώμες κι από τίς προτάσεις αυτές εξάγομεν τά ενθυμήματα, πού αρμόζουν σέ κάθε είδος λόγου.

Επειδή δέ η ρητορική αποβλέπει στό νά προκαλέσει κάποιαν απόφαση (διότι καί στίς συνελεύσεις απόφασις λαμβάνεται καί σέ απόφαση αποβλέπει η δίκη), πρέπει αναγκαίως νά μήν προσέχουμε μόνο πρός τόν λόγο καθ’εαυτόν, πώς θά είναι αποδεικτικός καί πειστικός, αλλα νά φέρουμε καί τόν εαυτό μας καί τόν κριτή σέ ορισμένη διάθεση, διότι συντελεί πολύ στήν πειθώ, ιδίως δέ στίς συνελεύσεις καί κατόπιν καί στίς δίκες, νά φαίνεται ο λέγων ότι εμφορείται από ωρισμένα αισθήματα καί έτσι νά έχουν τήν αντίληψη οι ακούοντες ότι διάκειται φιλικώς πρός αυτούς, προ πάντων δέ εάν καί αυτοί συμβαίνει νά έχουν τίς ίδιες πρός εκείνον διαθέσεις.

Καί η μέν επίδειξις κάποιων διαθέσεων από τόν λέγοντα είναι χρήσιμος στίς συζητήσεις, νά διάκειται ευνοικώς ο ακροατής πρός τόν λέγοντα είναι χρήσιμο στίς δίκες. Διότι τά πράγματα δέν φαίνονται όμοια στούς αγαπώντες καί στούς μισούντες, ούτε στούς εν οργή διατελούντες καί τούς πράους τόν χαρακτήρα, αλλά ή όλως διόλου άλλα, ή κατά το μέγεθος διαφορετικά. Διότι στόν μέν φιλικώς διακείμενον εκείνος τόν οποίο δικάζει φαίνεται ή ότι δέν αδίκησε ή ότι μικρό είναι τό αδίκημά του, ενώ στόν μισούντα φαίνεται τό εναντίον. Ομοίως όταν επιθυμούμε καί ελπίζουμε ότι θά επιτύχωμε κάτι καί όταν τό κάτι αυτό είναι ευχάριστο, μάς φαίνεται ότι καί θά έλθη καί θά είναι καλό γιά εμάς, ενώ στόν αδιάφορο καί στον δύσπιστο τό εναντίον.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος