>ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ (τῆς Ἀπόκρεω)

>

πηγή : ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ τῆς Ἀπόκρεω

Μιὰ ἄλλη “ἀνάγνωση” (ἑρμηνεία) “πνευματικότερη” ἀπὸ τὴν κάπως παρεξηγημένη τῆς “ἱδρυματικῆς φιλανθρωπίας” -καὶ γιὰ τοῦτο εὔπεπτη- ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐσχάτης Κρίσεως μᾶς δίνει ὁ ἅγ. Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος (ὁ τρίτος ποὺ τιμήθηκε μὲ τὴν ἐπωνυμία Θεολόγος, μετὰ τὸν Μεγαλόπνοο Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό) στὴν ἐνάτη Κατήχησή του (S .C. 104, σελ. 114-118). Ἀποσύρει τὴν προσοχή μας ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ἐξωστρεφοῦς ἢ ἀκόμα καὶ ἀκτιβιστικῆς “φιλανθρωπίας” καὶ τὴν ἐπικεντρώνει στὸ μόνο μεγάλο θέμα, στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, στὴν φιλανθρωπία ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιδείξει καὶ νὰ προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀλλοτριωμένη, διψασμένη, πεινασμένη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὰ πάθη ψυχή του. Καὶ καταλήγει μὲ τὸ τρομερὸ ἐπιγραμματικό: «Σεαυτὸν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ: Ἂν δὲν ἐλεήσεις τὸν ἑαυτό σου, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».

. Σήμερα, ἐποχὴ τῶν μεγάλων παραχαράξεων ἀξίζει ἡ προσέγγιση στὴν πατερικὴ ΧΑΡΑΞΗ.

Τὸ πρωτότυπο κείμενο συνοδεύεται σὲ μερικὰ κομμάτια ἀπὸ ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικά.

(π. Ἀθ. Σ. Λ.)

. Πῶς δὲ καὶ οἱ κατὰ τὸ δοκεῖν πτωχοὶ γεγονότες – ὥσπερ Χριστὸς ὁ Θεός, πλούσιος ὤν, ἐπτώχευσε δι᾿ ἡμᾶς- , αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλεοῦντες τὸν δι᾿ ἡμᾶς γενόμενον ὡς ἡμεῖς ἐλεεῖν λογιζόμεθα; Νόει μοι καλῶς τὸ λεγόμενον. Ἐγένετο ὁ Θεὸς διὰ σὲ πτωχὸς ἄνθρωπος, γενέσθαι χρεωστεῖς καὶ σύ, ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, ὅμοιος ἐκείνῳ πτωχός. Πτωχὸς ἐκεῖνος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, πτωχός σύ κατά τήν Θεότητα. Σκόπησον (ἐξέτασε) τοίνυν πῶς θρέψεις αὐτόν, πρόσεχε ἀκριβῶς.

. Ἐπτώχευσεν ἵνα σὺ πλουτήσῃς, ἵνα σοὶ μεταδῷ τοῦ πλούτου τῆς χάριτος αὐτοῦ· διὰ τοῦτο σάρκα ἀνέλαβεν ἐκεῖνος, ἵνα μεταλάβῃς σὺ τῆς ἐκείνου Θεότητος. Ὅταν γοῦν σεαυτὸν πρὸς ὑποδοχὴν αὐτοῦ εὐτρεπίσῃς, τότε ὑποδεχθήσεσθαι αὐτὸν ὑπὸ σοῦ λέγεται. Ὅταν δὲ δι᾿ ἐκεῖνον πεινᾷς σὺ καὶ διψᾷς, τροφὴ ἐκείνῳ καὶ πόσις ταῦτα λογίζεται. Πῶς; Ὅτι διὰ τούτων καὶ τῶν τοιούτων ἔργων καί πράξεων καθαίρεις σου τήν ψυχήν καί τοῦ λιμοῦ καί τοῦ ῥύπου τῶν παθῶν ἀπαλλάττεις σαυτόν· καί ὁ ἀναδεξάμενός σε οὕτω καί ἰδιοποιησάμενος τά κατά σέ πάντα Θεός καί θεόν σε ποιῆσαι ἐπιποθῶν, ὡς ἐκεῖνος ἐγένετο ἄνθρωπος, ἅπερ ποιεῖς σεαυτῷ, ἐκεῖνος ταῦτα πανθάνειν λογίζεται καί λέγει· “Ἐφ᾿ ὅσον ἐποίησας τῇ ἐλαχίστῃ ψυχῇ σου, ἐμοί ἐποίησας”. (Ἐπτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτήσεις ἐσύ, γιὰ νὰ σοῦ μεταδώσει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του. Γι᾽ αὐτὸ ἔλαβε σάρκα Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ μεταλάβεις ἐσὺ τῆς Θεότητος Ἐκείνου. Ὅταν λοιπόν εὐτρεπίσεις τὸν ἑαυτό σου πρὸς ὑποδοχή Του, τότε λέγεται ὅτι γίνεται ὑποδοχὴ σ᾽Αὐτὸν ἀπὸ σένα. Κι ὅταν γιὰ Ἐκεῖνον πεινᾶς ἐσὺ καὶ διψᾶς, τότε αὐτὰ [ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα] λογίζονται [θεωροῦνται, “πιάνονται”] γιὰ Ἐκεῖνον τροφὴ καὶ πόση. Πῶς; Διότι μ᾽ αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια ἔργα καὶ πράξεις καθαρίζεις τὴν ψυχή σου καὶ ἀπαλλάττεις τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸν λιμὸ καὶ τὸν ρύπο τῶν παθῶν. Καὶ ὁ Θεός ποὺ ἔτσι σὲ ἀναδέχθηκε καὶ πῆρε ἀπάνω του σὰν δικά του ὅλα ὅσα σὲ ἀφοροῦν καὶ ποθεῖ δυνατὰ νὰ σὲ κάνει θεό, ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος, ὅ,τι κάνεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου Ἐκεῖνος τὰ λογαριάζει πὼς τὰ παθαίνει ὁ Ἴδιος καὶ λέει: «Ἐφ᾽ ὅσον τὰ ἔκανες γιὰ τὴν ἐλαχίστη ψυχή σου, γιὰ μένα τά ᾽κανες.»)

. Διὰ ποίων γὰρ ἄλλων ἔργων οἱ ἐν σπηλαίοις καὶ ὄρεσι τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, εἰ μὴ δι᾿ ἀγάπης πάντως καὶ μετανοίας καὶ πίστεως – πάντα γὰρ τὸν κόσμον ἀφέντες καὶ αὐτῷ μόνῳ ἀκολουθήσαντες, διὰ μετανοίας καὶ δακρύων ἐδέξαντό τε αὐτὸν καὶ ἐξένισαν, ἔθρεψάν τε καί διψῶντα ἐπότισαν -, ἄλλως δέ πάντες πάντως οἳ ἐκ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος υἱοὶ Θεοῦ χρηματίζουσιν, ἐλάχιστοι δὲ καὶ κατὰ κόσμον εἰσὶ καὶ πτωχοί; Οἱ οὖν γνόντες ἐν αἰσθήσει ψυχῆς ὅτι υἱοί γεγόνασι τοῦ Θεοῦ, οὐκέτι ἀνέχονται κόσμῳ καλλωπισθῆναι φθαρτῷ, ἐνδεδυμένοι γάρ εἰσι τὸν Χριστόν. Τίς δὲ ἀνθρώπων καταδέξεταί ποτε, πορφύρᾳ βασιλικῇ ἐστολισμένος, ῥυπῶντα και διερρωγότα χιτῶνα ἐπάνω ταύτης ἐνδύσασθαι; Οἱ δέ μὴ τοῦτο εἰδότες καὶ γυμνοί τοῦ βασιλικοῦ ὄντες ἐνδύματος, σπουδάσαντες δέ διά μετανοίας καί τῶν ἄλλων, ὡς εἴπομεν, ἀγαθοεργιῶν καί ἐνδυσάμενοι οὕτω τὸν Χριστόν, αὐτὸν ἐκεῖνον ἐνδύουσι τὸν Χριστόν· χριστοὶ γὰρ καὶ αὐτοί, ὡς υἱοί Θεοῦ ἀπό τοῦ θείου βαπτίσματος, πέλουσιν. Εἰ δέ μή τοῦτο ποιήσουσιν, ἀλλά τούς γυμνούς μέν ἅπαντας, τούς ἐν τῷ κόσμῳ, ἐνδύσουσιν, ἑαυτούς δέ γυμνούς καταλείψουσι, τί ὠφέλησαν; (Ἂν ὅμως δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ ντύσουν ὅλους γενικῶς τοὺς γυμνούς ποὺ εἶναι στὸν κόσμο καὶ ἀφήσουν (πνευματικὰ) γυμνοὺς τοὺς ἑαυτούς τους, τί ὠφελήθησαν;) Εἶτα πάλιν, ἀδελφοὶ Χριστοῦ οἱ βαπτισθέντες εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λεγόμεθα· καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ μέλη ἐσμέν αὐτοῦ.

. Ἀδελφὸς οὖν ὑπάρχων αὐτοῦ καί μέλος, ἐὰν πάντας μὲν ἄλλους τιμήσῃς, ξενίσῃς, θεραπεύσῃς, σεαυτόν δέ παρίδῃς καί διά πάντων οὐκ ἀγωνίσῃ εἰς τό ἀκρότατον τῆς κατά Θεόν πολιτείας καί τιμῆς ἀνελθεῖν, ἀλλά λιμῷ ὀκνηρίας ἤ δίψει ῥᾳθυμίας ἤ φυλακῇ στενωτάτῃ τοῦδε τοῦ ῥυπαροῦ σώματος διά γαστριμαργίας ἤ φιληδονίας τήν σεαυτοῦ ψυχήν καταλείψῃς ῥυπῶσαν, αὐχμῶσαν, ἐν βαθυτάτῳ σκότει κειμένην ὡσεί νεκράν, οὐχί τόν τοῦ Χριστοῦ ἐνύβρισας ἀδελφόν; Οὐχί πεινῶντα αὐτόν καί διψῶντα κατέλιπες; Οὐχί φυλακῇ ὄντα οὐκ ἐπεσκέψω αὐτόν; Τοιγαροῦν καί διά τοῦτο ἀκούσεις· “Σεαυτόν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ”. (Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶσαι ἀδελφὸς καὶ μέλος Του, ἐὰν τιμήσεις τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς φιλοξενήσεις, καὶ τοὺς φροντίσεις καὶ συγχρόνως παραμελήσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἀγωνιστεῖς μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἀνέλθεις στὸ ἀκρότατο ἐπίπδεδο τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας καὶ τιμῆς, ἀλλὰ ἐγκαταλείψεις στὸν λιμὸ τῆς ὀκνηρίας ἢ στὴν δίψα τῆς ραθυμίας ἢ στὴν στενωτάτη φυλακὴ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ρυπαροῦ σώματος διὰ τῆς γαστριμαργίας ἢ φιληδονίας τὴν ψυχή σου βρωμερή, κατάξερη καὶ πεταμένη στὸ βαθύτατο σκοτάδι σὰν νεκρή, ἄραγε (μὲ ὅλα αὐτά) δὲν καταδικάζεις τὸν ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ; Ἄραγε δὲν τὸν ἐγκατέλειψες ποὺ ἦταν πεινασμένος καὶ διψασμένος; Ἄραγε δὲν τὸν ἄφησες χωρὶς ἐπίσκεψη ποὺ ἦταν στὴν φυλακή; Χωρὶς ἄλλο λοιπὸν δικαιολογημένα θὰ ἀκούσεις : «Τὸν ἑαυτό σου δὲν ἐλέησες, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».).
 
Σχόλιο : Πώς προκύπτει άραγε από αυτόν τόν λόγο τού Αγίου, τό πρόσωπον καί η αξιοπρέπεια τού ανθρώπου;   

Αμέθυστος

Advertisements

>Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος — Λαμβάνουν όλοι το Αγ. Πνεύμα;

>

πηγή : Φώς Χριστού

Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Α’ – Λαμβάνουν όλοι το Αγ. Πνεύμα;

Και να μην πει κανείς: “ Εγώ έχω λάβει το Χριστό με το άγιο βάπτισμα”, αλλά ας μάθει ότι δεν λαμβάνουν το Χριστό με το βάπτισμα όλοι όσοι βαπτίζονται. Λαμβάνουν μόνοι αυτοί που είναι είτε βεβαιόπιστοι και έχουν γνώση τέλεια είτε αυτοί που τακτοποίησαν τον εαυτό τους, καθαρίζοντας τον από πριν και έτσι βαπτίζονται. Και τούτο το γνωρίζει αυτός που ερευνά τις Γραφές, από τους αποστολικούς λόγους και πράξεις. Γιατί έχει γραφεί: “ Όταν άκουσαν οι απόστολοι που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, ότι η Σαμάρεια έχει δεχτεί το λόγο του Θεού, έστειλαν σε αυτούς τον Πέτρο και τον Ιωάννη, οι οποίοι αφού κατέβηκαν από τα Ιεροσόλυμα, προσεύχονταν να λάβουν το Άγιο Πνεύμα οι Σαμαρείτες. Και δεν είχε λάβει ακόμη κανένας το Άγιο Πνεύμα, υπήρχαν δε, μόνο βαπτισμένοι στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τότε έβαζαν τα χέρια τους επάνω τους, και ελάμβαναν το Άγιο Πνεύμα.”

Είδες πως δεν λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα, αμέσως όλοι όσοι βαπτίζονται; Έμαθες από τους Αποστόλους, πως κάποιοι που αν και πίστεψαν και βαπτίστηκαν, δεν ‘ντύθηκαν’ το Χριστό, με το βάπτισμα; Γιατί, εάν αυτό είχε γίνει (να ‘ντυθούν’ το Χριστό), δεν θα προσεύχονταν μετά και θα έβαζαν τα χέρια τους οι Απόστολοι σε αυτούς. Λαμβάνοντας το Άγιο Πνέύμα, τον Κύριο Ιησού ελάμβαναν. Γιατί, δεν είναι άλλο ο Χριστός και άλλο το Άγιο Πνεύμα. Και ποιος το λέει αυτό; Ο ίδιος ο Θεός Λόγος, μιλώντας στην Σαμαρείτιδα: ‘ Είναι Πνεύμα ο Θεός”. Εάν λοιπόν ο Χριστός είναι Θεός, είναι Πνεύμα κατά τη φύση της θεότητας, και αυτός που έχει το Χριστό, Άγιο Πνεύμα έχει. Αυτός δε που έχει το Άγιο Πνεύμα, τον ίδιο πάλι τον Κύριο έχει, καθώς λέει και ο Παύλος: ” Το δε Πνεύμα, ο Κύριος είναι”…

Πηγή: Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, “ Βίβλος των Ηθικών”, Λόγος Ι΄

Β’ – Περι αυτών που νομίζουν πως έχουν το Άγιο Πνεύμα

Να και πάλιν εγώ απευθύνομαι προς αυτούς που λέγουν ότι έχουν Πνεύμα Άγιον, δίχως να το γνωρίζουν, και νομίζουν ότι το απέκτησαν με το Θείον Βάπτισμα μέσα τους. Νομίζουν ότι έχουν τον θησαυρόν (Β’ Κορ. 4, 7), αλλά όμως καταλαβαίνουν ότι ο εαυτός τους είναι εντελώς άδειος από αυτόν. Προς εκείνους που ομολογούν ότι εις το άγιον Βάπτισμα δεν αισθάνθηκαν τελείως τίποτε, αλλά πιστεύουν ότι από τότε η δωρεά του Θεού κατοίκησε μέσα τους και μέχρι τώρα υπάρχει μέσα εις την ψυχήν τους, δίχως να την καταλαβαίνουν και να την αισθάνωνται. Και όχι μόνον προς αυτούς (απευθύνομαι) αλλά και προς εκείνους που λέγουν ότι δεν έλαβαν ποτέ καμμίαν αίσθησι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος δια της θεωρίας και αποκαλύψεως, αλλά μόνον με την πίστι και τον λογισμό. Και δεν εδέχθησαν την Χάρι δια της εμπειρίας αλλά την κρατούν μέσα τους με την ακρόασι των θείων λόγων.

Θα παραθέσω, λοιπόν, όσα λέγουν, και άκουσε τι ισχυρίζονται αυτοί οι δήθεν σοφοί και επιστήμονες (Δευτ. 1, 13. Πρβλ. Ησ. 5, 21) κατά την γνώμη τους: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, λέγει ο Παύλος, Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Τι λοιπόν; Δεν είμεθα κι εμείς βαπτισμένοι; Εάν βαπτισθήκαμε, είναι φανερόν, όπως λέγει ο Απόστολος, ότι έχομεν ενδυθή τον Χριστόν. Αυτός είναι ο πρώτος ισχυρισμός τους και η απόδειξίς του, δια του αγιογραφικού χωρίου.

Τι θα μπορούσαμε να απαντήσωμε, όχι εμείς, αλλά το Άγιον Πνεύμα, προς αυτούς; Αυτό το ένδυμα, τι λέτε ότι είναι, άνθρωποι, ο Χριστός; Ναι, λέγουν. Ο Χριστός δηλαδή είναι κάτι -δια να ομιλήσω κι εγώ σαν άφρων προς ανόητους- ή δεν είναι; Είναι κάτι, βεβαίως θα πουν, εάν δεν έχουν χάσει τελείως τα λογικά τους. Εάν, όμως, ομολογείτε ότι είναι κάτι, πέστε τι είναι. Δια να διδάξετε πρώτα τους εαυτούς σας να μην ομιλούν σαν άπιστοι, αλλά σαν πιστοί. Τι άλλο, βεβαίως, είναι ο Χριστός αν όχι Θεός αληθινός, ο οποίος έγινε αληθινά τέλειος άνθρωπος; Αφού το παραδέχεσθε, αυτό, πέστε μας και για ποιον λόγον έγινε ο Θεός άνθρωπος; Οπωσδήποτε, σύμφωνα με την διδασκαλία των Θείων Γραφών και τα ίδια τα γεγονότα που συνέβησαν και συμβαίνουν συνεχώς -ακόμη κι αν εσείς τα αγνοείτε μη θέλοντας να τα ακούσετε- για να κάνη τον άνθρωπον Θεόν (Ιω. 1, 12. Γαλ. 4, 5). Και με ποιον τρόπον κατεργάζεται την θέωσι του ανθρώπου; Δια της σαρκός ή δια της Θεότητός Του; Βεβαίως δια της Θεότητος. «Η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. το πνεύμα εστιν το ζωοποιούν» (Ιω. 6, 63). Εάν, λοιπόν, δια της Θεότητός Του εθέωσε πρώτα την σάρκα την οποία προσέλαβε, και εμάς όλους μας ζωοποιεί όχι με την φθαρτή σάρκα, αλλά με την θεωθείσα σάρκα Του. Ώστε ποτέ και με κανένα τρόπο να μην τον θεωρήσωμε άνθρωπο αλλά να Τον ομολογήσωμε ένα Θεόν τέλειον με δύο φύσεις -διότι ένας είναι ο Θεός- επειδή το φθαρτόν κατεπόθη υπό της αφθαρσίας (Α’ Κορ. 15, 54), και το σώμα δεν αφανίσθηκε από το ασώματον, αλλά το σώμα ηλλοιώθη τελείως και μένει ασύγχυτον, αρρήτως αναμεμιγμένο και ενωμένο με την Τριαδική Θεότητα, δια μίξεως αμίκτου, ώστε να προσκυνείται ένας Θεός σε τρία Πρόσωπα, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. Και καμμία προσθήκη να μη γίνη εις τον αριθμό των Προσώπων, λόγω της ενανθρωπήσεως, ούτε να υποστή καμμίαν μεταβολήν η Αγία Τριάς εκ του ανθρωπίνου σώματος.

Δια ποιον λόγον τα λέγω αυτά; Δια να γνωρίσης εκ των προτέρων αυτά που ωμολόγησες, όταν σε ρώτησα. Να μη παρεκκλίνης εξ αγνοίας από την ευθείαν οδόν των νοημάτων και εμάς να κουράσης και εις την ψυχήν σου να προσθέσης περισσότερον κρίμα.

Πάλιν, όμως, θα σου υπενθυμίσω με συντομία όσα είπαμε, δια να γίνουν κατανοητά και αυτά που θα πω παρακάτω. Είναι, λοιπόν, ο Χριστός. Τι είναι όμως; Θεός αληθινός, ο οποίος έγινε και τέλειος άνθρωπος, αληθινά. Και έγινε άνθρωπος -που δεν ήτο πριν- δια να κάνη Θεόν τον άνθρωπον -που ποτέ προηγουμένως δεν είχε γίνει. Και μας εθέωσε και θα μας θεοποιεί όχι μόνον δια της σαρκός Του. διότι αυτή δεν χωρίζεται. Πρόσεχε τώρα και απάντησέ μου με σύνεσι καθώς θα σε ρωτώ (Σοφ. Σειράχ 5, 12). Εάν οι βαπτισμένοι ενδύονται τον Χριστόν (Γαλ. 3, 27), τι είναι αυτό που ενδύονται; Ο Θεός. Και αυτός που εφόρεσε τον Θεόν δεν καταλαβαίνει νοερώς και δεν βλέπει τι εφόρεσε; Αυτός που είναι γυμνός και ενδύεται καταλαβαίνει το ένδυμα και το βλέπει. Και αυτός που είναι γυμνός εις την ψυχήν, όταν ενδύεται τον Θεόν δεν τον καταλαβαίνει; Εάν δεν αισθάνεται ο ενδυόμενος τον Θεόν, τι τέλος πάντων εφόρεσε; Λοιπόν, για σένα ο Θεός δεν είναι παρά ένα τίποτε! Διότι αν ήτο κάτι, αυτοί που θα τον εφορούσαν, θα Τον καταλάβαιναν. Διότι, όταν δεν ενδυόμεθα τίποτε, δεν καταλαβαίνομε τίποτε. Ενώ, όταν ενδυόμεθα κάτι εμείς οι ίδιοι, ή κάποιοι άλλοι μας ενδύουν, το καταλαβαίνομε πολύ καλά, εάν βέβαια οι αισθήσεις μας λειτουργούν σωστά. Διότι μόνον οι νεκροί δεν καταλαβαίνουν όταν τους ενδύουν και φοβούμαι μήπως και αυτοί που τα ισχυρίζονται αυτά είναι πράγματι νεκροί και γυμνοί. Και έτσι απαντήθηκε το ζητούμενο.

Πηγή: ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ , ΛΟΓΟΣ ΗΘΙΚΟΣ E’ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1999

Αμέθυστος

>Γνήσιες & νόθες εμπειρίες

>

πηγή : sapfiros

Όταν κάποιος αφήσει τον εαυτό του να οδηγηθεί από προσωπικές εμπειρίες μπορεί να καταλήξει σε πλάνη. Μια τέτοια περίπτωση αναφέρει ο π. Σωφρόνιος κάνοντας λόγο για τους «θεολόγους-φιλοσόφους» που κινούνται στο χώρο του ορθολογισμού. Στην προσπάθειά τους να βρουν την αλήθεια, ανεβαίνουν σε μια σφαίρα υπέρ-λογική που όμως κινείται στο χώρο της διανόησης. Η σφαίρα αυτή δεν είναι βέβαια ο θείος κόσμος, περικλείεται στα όρια της ανθρωπινής κτιστής φύσεως και αυτή της η ιδιότητα την κάνει εφικτή στο λογικό, σύμφωνα με τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Αναμφιβόλως η υπέρβαση του στενού ορθολογισμού, που υπόκειται σε νόμους, αποτελεί ένδειξη διανοητικής καλλιέργειας. Όμως δεν είναι ακόμα η «αληθινή πίστη» και η αυθεντική θεωρία του Θεού.

Υπάρχει ένα φυσικό φως του νου του ανθρώπου, ο οποίος κτίστηκε «κατ’ εικόνα» του Θεού. Ο άνθρωπος που συγκεντρώνει όλη του την προσοχή στο «νου», απομακρύνοντας τις σκέψεις του τελείως από τον εξωτερικό κόσμο με οποιεσδήποτε τεχνικές, αποκτά επίγνωση ότι είναι αδύνατο να αντιληφθεί ολόκληρο το είναι στα περιορισμένα πλαίσια των λογικών συλλογισμών, ανεβάζει τη «θεωρία» πάνω από την τυπική λογική και βλέπει την ωραιότητα του νου, που κτίστηκε «κατ εικόνα Θεού». Αισθάνεται τότε ένα «μυστικιστικό δέος» και νομίζει πως αποκτά εμπειρία μυστικής κοινωνίας με τον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα μένει στα όρια της κτιστής ανθρωπινής φύσεως.

«Οι κατηγορίες που χρησιμοποιεί ο νους-λογικό σε παρόμοιες καταστάσεις βγαίνουν έξω από τα όρια των χωροχρονικών διαστάσεων και δίνουν στον θεατή τους το αίσθημα μιας αιώνιας σοφίας. Αυτό είναι το τελευταίο όριο που μπορεί να φθάση ο Διανοούμενος νους μέσα από το δρόμο της φυσικής αναπτύξεως και αυτογνωσίας του, που είναι δυνατό να πάρη τη μορφή μιας φωτόμορφης αυτοθεωρίας. Αυτή η εμπειρία, ανεξάρτητα από το πως θα ερμηνευθή και ποια δογματική διατύπωση θα λάβη, είναι ουσιαστικά εμπειρία πανθεϊστικής τάξεως» (π. Σωφρόνιος)

Υπάρχει Λοιπόν στον άνθρωπο και ένα «φυσικό φως» του νου, που κτίστηκε «κατ’ εικόνα του Θεού», που όμως μπορεί να χαρακτηρισθεί και σαν «σκότος», γιατί εκεί δεν υπάρχει αληθινή εμπειρία του Θεού. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος λαμβάνει την προειδοποίηση να προσέξει μήπως το «φως» που είναι μέσα του γίνει σκότος (Λουκ. ια’ 35)

«Πράγματι η πρώτη κοσμική προϊστορική καταστροφή, η πτώση του Εωσφόρου, που έγινε άρχοντας του σκότους, ήταν αποτέλεσμα αυτοερωτικής θεωρίας της ωραιότητάς του, θεωρίας που κατέληξε σε αυτοθέωση» (π. Σωφρόνιος)

Όλα τα συστήματα και οι ομάδες, που προπαγανδίζουν διάφορες τεχνικές αυτογνωσίας και αυτοεξελίξεως, και υπόσχονται υπερβατικές και «εξωσωματικές» εμπειρίες, κινούνται στο ίδιο επίπεδο της πλάνης. Μ’ αυτές τις τεχνικές ο άνθρωπος εισέρχεται στο «γνόφο» της απεκδύσεως από καθετί ορατό και νοητό. Τότε ο νους δοκιμάζει μια ιδιόμορφη ευχαρίστηση και αν στρέψει το βλέμμα του στον εαυτό του, μπορεί να αισθανθεί κάτι που μοιάζει με φως. «Αυτό όμως δεν είναι το άκτιστο φως της Θεότητας, αλλά ένα φυσικό ιδίωμα του νου, που κτίστηκε κατ’ εικόνα του Πρώτου νου, δηλαδή του Θεού» (π. Σωφρόνιος)

Γίνεται φανερό πως ο άνθρωπος οδηγείται μ’ αυτό τον τρόπο σε ακραίες νοητικές καταστάσεις, οι οποίες περικλείουν κινδύνους για την ψυχική υγεία και πνευματική ισορροπία του ανθρώπου. Ψυχίατροι που μελέτησαν το θέμα με βάση κλινικές καταστάσεις, στις οποίες κατέληξαν νεαρά κυρίως μέλη τέτοιων ομάδων, βεβαιώνουν πως ο κίνδυνος είναι όχι απλώς υπαρκτός αλλά και μεγάλος. Όμως αφήνουμε αυτή την πλευρά του ζητήματος να εξετασθεί από άλλους, ειδικούς, και υπενθυμίζουμε πως η Γραφή δεν αποκλείει και την περίπτωση δαιμονικών καταστάσεων (Β’ Κορ. ια’ 14).

Πρέπει εδώ να θυμηθούμε πως και στην περίπτωση των Πρωτοπλάστων ο αντίδικος υποσχέθηκε «γνώση» και πνευματικές εμπειρίες που θα αποκτούσε ο άνθρωπος με αυτονομημένες διαδικασίες, ανεξάρτητα από τη θεία βούληση. Αλλά εκτός από τις εμπειρίες που είναι κτιστής τάξεως ή και δαιμονικής φύσεως, υπάρχουν ακόμη και οι καταστάσεις υποκειμενικής μορφής. Πρόκειται για «πνευματικές εμπειρίες», που κατασκευάζονται σε διάφορες ομάδες, που χρησιμοποιούν ειδικές τεχνικές.

Μέσα σε ατμόσφαιρα υποβολής δημιουργείται η σφοδρά επιθυμία αποκτήσεως τέτοιων εμπειριών. Ταυτόχρονα ασκείται ισχυρή ψυχολογική πίεση που προέρχεται από την «πεποίθηση» πως οι εμπειρίες αυτές αποτελούν απαραίτητο εξωτερικό σημείο της «σωτηρίας» και επομένως η έλλειψη των αποτελεί απόδειξη ανωριμότητας και πνευματικής πτώχειας. Με αυτό τον τρόπο τα άτομα οδηγούνται αναγκαστικά σε παρόμοιες υποκειμενικές καταστάσεις, αντίστοιχες με τις «εμπειρίες», που υπόσχεται η κάθε ομάδα. Και σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος το άτομο να πέσει σε υπέρμετρη υπερηφάνεια και να γίνει θύμα δαιμονικών επιρροών. Είναι λοιπόν ανάγκη να εξετάσουμε κατά πόσον υπάρχουν κριτήρια, που να μας βοηθούν να κρίνουμε αν μια εμπειρία αποτελεί καρπό της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος και είναι συνεπώς γνήσια ή αν δεν έχει σχέση με το Πνεύμα του Θεού.

Η Γραφή μας παρακινεί να είμαστε προσεκτικοί στα διάφορα «πνεύματα» και στις «εμπειρίες» που προκαλούν, και να μην πιστεύουμε «παντί πνεύματι», αλλά να δοκιμάζουμε τα πνεύματα «ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Α’ Ιω. δ’ 1). Ποιο είναι το «μέτρο» γνησιότητος ενός «πνεύματος»; «Εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεου, παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησουν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστί και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ουκ εστί και τούτο εστί το πνεύμα του αντίχριστου ο ακηκόατε ότι έρχεται, και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη» (Α’ Ιω. δ’ 2-3).

Η διαχωριστική γραμμή είναι το πρόσωπο του Χριστού, όχι η «κατάσταση Χριστού» η «χριστική κατάσταση», αλλά το μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Έξω από το πρόσωπο αυτό δεν υπάρχει σωτηρία και γνήσια πνευματική εμπειρία (Ματθ. α’ 21. Πράξ. δ’ 12. Γ 43. Α’ Τϊμ. β’ 5-6). Όσοι τοποθετούν τον Χριστό δίπλα σε άλλα ονόματα εξωχριστιανικής θρησκευτικής προελεύσεως, δεν κινούνται στο χώρο της χριστιανικής πίστεως και επομένως οι εμπειρίες τους δεν έχουν αξία για τον χριστιανό.

Ένα δεύτερο «μέτρο» της γνησιότητος των πνευματικών εμπειριών είναι για το χριστιανό η διδαχή του Χριστού, η οποία δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με τη διδαχή οποιωνδήποτε «Δασκάλων», γιατί είναι όντως «καινή» (Μαρκ. α’ 27) και οδηγεί τους πιστούς στην κυριότητα του Χριστού (Α’ Κορ. ιβ’ 3) και στην υιοθεσία (Ρωμ. η’ 14-17. Γαλ. γ’ 26-27), δηλαδή στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει’ ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον Πατέρα και τον Υιόν έχει. Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν…» (Β’ Ιω. 9-10).

Πηγή της θεολογίας είναι το Άγιο Πνεύμα και κριτήριο της γνησιότητος της εμπειρίας του Αγίου Πνεύματος είναι η συμφωνία της διδαχής των «παλαιών θεοφόρων Πατέρων», διδάσκει η Εκκλησία, γιατί η χριστιανική πίστη παρεδόθη «άπαξ τοις αγίοις» (Ιούδα 3), δηλαδή στην Εκκλησία (Ματθ. ιστ’ 18. Ιω. ιδ’ 16.26. ιστ’ 13), που είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15)

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν θεολογούσαν, δεν παρουσίαζαν ατομικά τους βιώματα, ξεχωριστά από τη ζωή του σώματος της Εκκλησίας, τα βιώματά τους εταυτίζοντο με την εμπειρία της Καθολικής Εκκλησίας και θεολογούσαν εκφράζοντας την εμπειρία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και οι εμπειρίες των ανθρώπων που δεν φρονούν «τα του Θεού» (Ματθ. ιστ’ 23), δηλαδή δεν έχουν το ίδιο φρόνημα «μετά πάντων των αγίων», το οποιο υπήρχε και «εν Χριστώ Ιησού» (Φιλ. β’ 5), δεν είναι γνήσιες χριστιανικές εμπειρίες.

Δεν είναι μόνο το να δέχεται κανείς τη διδαχή του Χριστού και την όλη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά πρέπει να μένει «εν τη διδαχή του Χριστού» (Β’ Ίω. 9-10). Στη διδαχή του Χριστού ανήκει και η βασική διάκριση μεταξύ κτιστού και Ακτίστου, δημιουργήματος και Δημιουργού. Ο άνθρωπος και ο κόσμος δεν είναι «απόρροια» της ουσίας του Θεού, αλλά δημιούργημά Του. Στο Θεό έχουν την πηγή τους όλες οι αληθινές πνευματικές εμπειρίες, δεν είναι αποτέλεσμα «αυτογνωσίας» ή οποιωνδήποτε «τεχνικών».

Όπως αναφέραμε και προηγουμένως ο π. Σωφρόνιος γράφει ότι: «Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του Θεού Δημιουργού. Η κτιστή αυτή εικόνα του Θεού δεν μπορεί να γίνη κοινωνός της Θείας ουσίας που είναι απολύτως άμέθεκτη, είναι όμως επιδεκτική να μετάσχη στην άκτιστη θεότητα με την κοινωνία της χάρης. Και παρ’ όλο που ο άνθρωπος δεν μετέχει στη Θεία ουσία, όμως με τη χάρη γίνεται κοινωνός Θείας ζωής. Η χάρη-Θεότητα αγιάζει τον άνθρωπο, τον θεώνει, δηλαδή τον κάνει Θεό» (π. Σωφρόνιος, βλ. και Β’ Πέτρ. α’ 4).

«Όποιος πιστεύει πως μπορεί να οδηγηθεί σε γνήσιες πνευματικές εμπειρίες σαν αποτέλεσμα δικών του προσπαθειών, δεν ακολουθεί τη διδαχή του Χριστού. Οι ανθρώπινες προσπάθειες αξιολογούνται μόνο σαν έκφραση της ελευθέρας προαιρέσεως του άνθρωπου, σαν «συνεργία» του ανθρώπου στην συνειδητή αποδοχή της χάριτος του Θεού. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος είναι εκείνη που καρποφορεί, γιατί το «Άγιο Πνεύμα οδηγεί στη βασιλεία του Χριστού (Α’ Κορ. ιβ’ 3). «Όπου είναι παρών ο βασιλεύς, βέβαια εκεί είναι και σημεία βασιλικά. Και σημεία του Θεού οπού πρέπει να έχη η ψυχή εκείνη οπού βασιλεύεται από τον Θεόν, είναι η ευθύτης, η πραότης, η αλήθεια, η ταπεινοφροσύνη, η αγαθωσύνη, η δικαιοσύνη και κάθε ευλάβεια, ακόμη και η ανεξικακία, η φιλανθρωπία, η συμπάθεια, η αγάπη η ανυπόκριτος, η μακροθυμία, η καρτερία, η υπομονή. Διατί τα ενάντια τούτων φαίνονται εις εκείνους όπου δεν βασιλεύει ο Θεός» (Συμεών ο Νέος Θεολόγος).

Όπου δεν υπάρχει αληθινή ταπείνωση, εκεί δεν υπάρχουν γνήσιες πνευματικές εμπειρίες. Όπου υπάρχει υπεροψία, εκεί βασιλεύει το πνεύμα της πλάνης, όχι το πνεύμα της αληθείας (Ιακ. δ’ 6. Α’ Πέτρ. ε’ 5). Το πνεύμα της πλάνης είναι υπερήφανο. Η ταπεινή ψυχή παρακαλεί τον Θεό να της δώσει κατάνυξη και συναίσθηση της αμαρτωλότητός της, ακόμη και εάν ο Κύριος την ανεβάζει καθημερινά και της δείχνει ποικιλοτρόπως την αγάπη Του.

«Ποία είναι τα σημεία όπου φανερώνουν εκείνον όπου έλαβε την χάριν του Θεού;» ερωτά ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και απαντά: «Το να είναι τινάς αόργητος, αμόλυντος από σαρκικας ηδονάς, να είναι πράος, και ήμερος, το να έχη την ταπείνωσιν, μαζί με την ανεξικακίαν, την συμπάθειαν την αγάπην εις τον πλησίον σταθεράν και την πίστιν εις τον Θεόν αδίστακτον και σταθεράν».

Οι άνθρωποι του Θεού διέθεταν φρόνημα ταπεινό. Ο Δαβίδ λέγει για τον εαυτό του: «εγώ δε ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού» (Ψαλμ. κα’ 7/κβ’ 6), «λυπήσου την αμαρτία μου διότι είναι πολλή» (Ψαλμ. κδ’/κε’ 11). Ο απόστολος Παύλος είχε θαυμαστές πνευματικές εμπειρίες (Β’ Κορ. ιβ’ 1-6) και όμως έλεγε για τον εαυτό του πως ήταν ο πρώτος μεταξύ των αμαρτωλών (Α’ Τιμ. α’ 15) και «έκτρωμα» (Α’ Κορ. ιε’). Οι θείες εμπειρίες δίδονται στον άνθρωπο όχι όταν τις επιδιώκει ή όταν έχει αυτές κυρίως σαν στόχο του, αλλά όταν η ψυχή του κατεβαίνει «στον «Άδη της μετανοίας» και αισθάνεται αληθινά πως είναι «έκτρωμα», χειρότερη από όλη την κτίση. Εμπειρίες που κατακτώνται με τη βία της διανοίας ή με τη χρησιμοποίηση οποιωνδήποτε τεχνικών διαλογισμού, δεν είναι αληθινές πνευματικές εμπειρίες, δεν είναι θείας προελεύσεως, αλλά «κατά το δοκούν». Και όταν αυτό το «δοκούν» εκλαμβάνεται σαν αλήθεια, δημιουργείται στην ψυχή του άνθρωπου μια κατάσταση που παρεμποδίζει ακόμα και τη δυνατότητα να ενεργήσει η χάρη, αποκλείει δηλαδή τη δυνατότητα της αληθινής πνευματικής εμπειρίας.

Όποιος, λοιπόν, λέγει ο Ισαάκ ο Σύρος, δουλωμένος από τα πάθη, τρέχει «αναζητώντας δια της διανοίας» πνευματικές εμπειρίες, θα κατακλεισθεί από «ψευδή σχήματα της πλάνης», που θα φαίνονται αληθινά, όμως θα αποτελούν ανακάτεμα «σχημάτων αληθείας» με «σχήματα πλάνης».

Τα χαρίσματα του Άγιου Πνεύματος, δηλαδή οι αληθινές πνευματικές εμπειρίες, δεν είναι αποτελέσματα εξαναγκασμού. Ο Θεός μπορεί να εμφανισθεί στον άνθρωπο σε κάθε χρονική στιγμή και με κάθε πνευματικό ή φυσικό τρόπο, λέγει ο π. Σωφρόνιος.»Ο ίδιος όμως, πέρα από κάθε εξαναγκασμό ευρισκόμενος, ποτέ δεν παραβιάζει το αυτεξούσιο της εικόνος Του. «Αν όμως η κτιστή ελευθερία στρέφεται αυτοερωτικά προς τον εαυτό της, θεωρεί τον εαυτό της σαν την άκτιστη θεία αρχή, παρ’ όλο το φαινομενικό ύψος αυτής της θεωρίας, που περιγράψαμε παραπάνω, ο άνθρωπος παραμένει κλειστός για την ενέργεια της θείας χάρης».

Το Πνεύμα «όπου θέλει πνεί και την φωνήν αυτού ακούεις, άλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και που υπάγει, ούτως εστί πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος» (Ίω. γ’) διανέμει στον καθένα τις δωρεές Του «καθώς βούλεται» (Α’ Κορ. ιβ’ 11. Εβρ. β’ 4). Δεν μπορεί ο άνθρωπος να λάβει τις δωρεές του Θεού εξαναγκαστικά, χρησιμοποιώντας οποιεσδήποτε τεχνικές. Οι εμπειρίες που είναι αποτέλεσμα ανθρωπίνων διαδικασιών είναι καρποί «αυτοερωπκής στροφής» του ανθρώπου προς τον εαυτό του. Είναι το είδωλο του άνθρωπου που εκλαμβάνεται σαν θεός.

Κλείνοντες το κεφάλαιο για τη θεογνωσία υπογραμμίζουμε πως εδώ δεν πρόκειται για διανοητική γνώση, αλλά για μετοχή στη ζωή του Τριαδικού Θεού, μέσω του Ιησού Χριστού. Αυτό δεν αποτελεί κοινωνία «κατ’ ουσίαν», αλλά «κατά χάρη», είναι κοινωνία με τη θεία ενέργεια, που όμως προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό. Πρόκειται για ανεξιχνίαστο μυστήριο που μόνο με τη δημιουργία του κόσμου από το μηδέν μπορεί να παρομοιασθεί, όπως δηλαδή ο τρόπος αυτής της δημιουργίας είναι απρόσιτος στη διάνοια του άνθρωπου, έτσι και η κοινωνία ανάμεσα στο κτιστό και στον Άκτιστο μένει ακατανόητο μυστήριο για τον άνθρωπο. Αυτό που ό άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται, επειδή διέσπασε την κοινωνία με τον Θεό, του αποκαλύπτεται σαν καρπός αγάπης και πρόνοιας του Θεού για τον αποστάτη άνθρωπο. Με τον αποκαλυμμένο νόμο του Θεού ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό και να πάρει το δρόμο της επιστροφής προς την αληθινή θεογνωσία.

Ο γραπτός λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, αποτελεί πραγματικό φάρμακο για τον άνθρωπο και τον προφυλάσσει από την πνευματική ασθένεια της αίρεσης, που οδηγεί στην απώλεια. Αυτή η θεία αποκάλυψη παραδόθηκε «άπαξ» στην Εκκλησία και διατηρείται σαν μοναδικός θησαυρός μέσα στην Εκκλησία. Η Αγία Γραφή δεν μας προσφέρει απλώς κάποιες αλήθειες της θείας αποκάλυψης, αλλά προβάλλει και συγκεκριμένα παραδείγματα θεοπτίας. Αυτές οι πνευματικές εμπειρίες δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά δωρεά του Θεού. Δεν είναι το αποτέλεσμα της αναζητήσεως του Θεού από μέρους του άνθρωπου, αλλά αντίθετα το αποτέλεσμα της αναζητήσεως του άνθρωπου από μέρους του Θεού.

Οι γνήσιες πνευματικές εμπειρίες δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού, με τη βοήθεια οποιωνδήποτε τεχνικών. Εκείνο που ο άνθρωπος πρέπει να κάνει, είναι να καθαρίσει τον «τόπο», δηλαδή ολόκληρη την ύπαρξή του, από κάθε μολυσμό. Ο μολυσμένος νους δεν μπορεί να γίνει δέκτης των δωρεών του Θεου. Η αμαρτία είναι σκότος και εμποδίζει τον άνθρωπο να οδηγηθεί στη γνώση της αληθείας, στη θεογνωσία. Απαραίτητη προϋπόθεση της θεολογίας είναι η κάθαρση από τα πάθη, η ταπείνωση και η άσκηση της αρετής. Η έπαρση, η υπερηφάνεια, ακυρώνει κάθε προσπάθεια για αληθινή θεογνωσία. Η ταπείνωση πρέπει να είναι διαρκής κατάσταση για όποιον αναζητάει την αληθινή θεογνωσία και την κοινωνία με τον Θεό. Αυτή η κοινωνία, το μυστήριο δηλαδή της σωτηρίας, συντελέσθηκε αμετάκλητα σε ότι αφορά τον Θεό. Όμως ο άνθρωπος μένει τρεπτός και επομένως πρέπει ν’ αγωνίζεται ολόκληρη τη ζωή του να κρατήσει τη χάρη του Θεού. Ο Θεός δέχεται αυτόν τον αγώνα κάθε ταπεινής ψυχής και προσφέρει τη χάρη Του.

Αν ο πιστός σταματήσει αυτόν τον αγώνα ή θεωρήσει πως η εμπειρία της παρουσίας του Θεού είναι αποτέλεσμα δικών του και μόνον προσπαθειών, οδηγείται στην πλάνη.

Τότε θα θεωρήσει καταστάσεις που κινούνται στη διανοητική σφαίρα ή στο χώρο της κτιστής πραγματικότητας ως υπερβατικές εμπειρίες. Αυτό περικλείει μεγάλους κινδύνους για την ψυχική ισορροπία του άνθρωπου και «ανοίγουν» την πόρτα για δαιμονικές επιδράσεις. Γι’ αυτό και ο χριστιανός δεν πρέπει να απολυτοποιεί οποιεσδήποτε πνευματικές εμπειρίες και να αγρυπνεί, ώστε να μένει ενωμένος με τη διδαχή του Χριστού και με την εν Χριστώ ζωή, διατηρώντας πάντοτε το ταπεινό φρόνημα, που προσελκύει τη χάρη του Κυρίου.

π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

από το βιβλίο (Το νόημα της ζωής στο φως της Ορθοδοξίας)

ΠΗΓΗ:http://www.egolpion.com/                                       
 
Aμέθυστος

>Συμεών ο Νέος Θεολόγος Ο Λόγος σαρξ εγένετο

>

Έκδοση Ι. Μονής Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής.
Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: Βίβλος των Ηθικών Λόγος Α΄.
Κεφάλαιο γ’: Περί της του Λόγου Σαρκώσεως καί κατά τίνα τρόπον δι’ υμάς εσαρκώθη.

Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας το κρυμμένο προ των αιώνων (Εφεσίους 3:9), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:

Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυό μαζί έναν άλλον άνθρωπο. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας – δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί – και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος άνθρωπος.

Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία. Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος. Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.»

(Α’ Κορινθίους 15:47-48). Και πάλι: «Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.» (Α’ Κορινθίους 15:23).

Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ’ αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του. Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του – την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει – και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν. Έτσι χαρίζει σ’ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (κατά Ιωάννην 1:12) γι’ αυτό και έγιναν και πάντοτε θα γίνονται και ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται. Άκουσε και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ’αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α’ Κορινθίους 15:49).

Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την τήν θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό. Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο. Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι’ αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες.

Αλλά γιατί μαζί με την ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι’ αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, έπειτα δε οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέτρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.

Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο γινόταν και σε κάθε άγιο και γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του, τρώγοντας δε την πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει: «Είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του» (Εφεσίους 5:30) και αλλού: «από τον πλούτο της θεότητός του όλοι εμείς λάβαμε αλλεπάλληλες δωρεές» (κατά Ιωάννην 1:16 και Κολασσαείς 2:9). Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ’ αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι και οι παλαιοί και οι τωρινοί πνευματικά βλέποντες δεν βλέπουν σχήμα ή είδος ή ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος. Όμως αν και φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλά όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στην φωτιά παίρνει την λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ’ αυτήν γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων: Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στην χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα. Αλλά όταν η ψυχή βγει από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά. Άλλα όμως διατηρούνται για πολλά χρόνια χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φτάσουν στην τέλεια αφθαρσία και να ανακαινιστούν την τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών. Για ποιό λόγο; Διότι δεν έπρεπε να αναστηθούν και να αφθαρτωθούν τα ανθρώπινα σώματα, πριν από την ανακαίνιση των κτισμάτων, αλλά όπως ακριβώς πρώτα πλάστηκε η φύση άφθαρτη και έπειτα ο άνθρωπος, έτσι πάλι πρώτα η κτίση πρέπει να μεταποιηθεί από την φθορά στην αφθαρσία και μετά μαζί μ’ αυτήν ν’ αλλάξουν και να ανακαινιστούν τα φθαρτά σώματα των ανθρώπων, ώστε ο άνθρωπος πνευματικός πια και αθάνατος να κατοικήσει σε τόπο άφθαρτο, αιώνιο και πνευματικό. Και ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε τον Απόστολο Πέτρο που το βεβαιώνει: «Θα έρθει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης την νύχτα και τότε οι ουρανοί θα διαλυθούν από την φωτιά και τα στοιχεία της φύσεως θα καούν και θα λυώσουν» (Β’ Πέτρου 3:10,12), όχι για να εξαφανιστούν, αλλά για να αναχωνευθούν και να αναστοιχειωθούν σε καλύτερη και αιώνια κατάσταση. Από που γίνεται φανερό αυτό; Από τα λόγια που προσθέτει στην συνέχεια ο Απόστολος: «Καινούριους ουρανούς και καινούρια γη προσδοκούμε κατά την επαγγελία σου» (Β’ Πέτρου 3:13). Τίνος την επαγγελία; Ασφαλώς του Χριστού πού είπε: «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» (κατά Ματθαίον 24:35). Παρέλευση του ουρανού εννοεί την αλλαγή του, γι’ αυτό λέει ότι αν και ο ουρανός θα αλλάξει, όμως οι δικοί του λόγοι θα μένουν αναλλοίωτοι και σταθεροί. Αυτό προανήγγειλε και ο προφήτης Δαυίδ: «Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις και θα αλλάξουν, εσύ όμως θα παραμείνεις ο ίδιος και τα έτη της ζωής σου δεν θα εκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τι θα μπορούσε να γίνει σαφέστερο από αυτά τα λόγια;

Κεφάλαιο ι’: Ότι και πάντες οι Άγιοι τον Λόγον του Θεού εν εαυτοίς συλλαμβάνουσι τη Θεοτόκω παραπλησίως και γεννώσιν αυτόν και γεννάται εν αυτοίς και γεννώνται υπ’ αυτού και πως υιοί και αδελφοί και μητέρες αυτού χρηματίζουσιν.

Ο Υιός του Θεού και Θεός, αφού εισήλθε στα σπλάχνα της Παναγίας Παρθένου και έλαβε σάρκα απ’ αυτήν, γεννήθηκε, όπως είπαμε, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ασυγχύτως. Τι σημαντικότερο έγινε ποτέ για μας; Όλοι μας πιστεύουμε σ’ αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας και γι’ αυτό δεχόμαστε τον περί αυτού λόγο με εμπιστοσύνη. Αν τον ομολογούμε λοιπόν και μετανοούμε από τα βάθη της ψυχής μας για τις προηγούμενες αμαρτίες μας, τότε ο λόγος της ευσεβείας, τον οποίο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σαν σπόρος, όπως ακριβώς ο Λόγος του Πατρός εισήλθε στην γαστέρα της Παρθένου. Θαύμασε το μέγα τούτο και εκπληκτικό μυστήριο και δέξου το με κάθε πληροφορία και πίστη.

Συλλαμβάνουμε λοιπόν αυτόν τον Λόγο όχι σωματικά, όπως τον συνέλαβε η Παρθένος και Θεοτόκος, αλλά πνευματικά μεν πραγματικά όμως. Και έχουμε μέσα στις καρδιές μας αυτόν που τον ίδιο που συνέλαβε και η Αγνή Παρθένος, όπως λέει ο θείος Παύλος: «Ο Θεός που είπε να λάμψει φως μέσα στις καρδιές μας προς φωτισμόν της γνώσεως του Υιού του» (Β’ Κορινθίους 4:6), σαν να λέει: Αυτός όλος γεννήθηκε αληθινά μέσα μας. Και ότι είναι έτσι το φανερώνει με όσα παραθέτει στην συνέχεια: «Έχουμε δε τον θησαυρόν αυτόν μέσα σε πήλινα σκεύη» (Β’ Κορινθίους 4:6), ονομάζοντας θησαυρό το Άγιο Πνεύμα. Και σε άλλο σημείο ονομάζει το Πνεύμα Κύριο: «Γιατί το Πνεύμα» λέει «είναι ο Κύριος» (Β’ Κορινθίους 4:6), ώστε όπου ακούς Υιόν Θεού να εννοείς μαζί και το Πνεύμα και αν πάλι ακούσεις για το Άγιο Πνεύμα να εννοείς μαζί με αυτό και τον Πατέρα, επειδή και γι’ αυτόν λέει: «Πνεύμα ο Θεός» (κατά Ιωάννη 4:24), διδάσκοντάς σε παντού το αχώριστο και ομοούσιο της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή όπου είναι ο Υιός εκεί είναι και ο Πατήρ, και όπου ο Πατήρ εκεί και το Πνεύμα, και όπου το Άγιο Πνεύμα εκεί όλη η τρισυπόστατη Θεότητα, ο ένας Θεός και Πατήρ μαζί με τον Υιό και το Πνεύμα τους ομοουσίους, «αυτός που είναι ευλογητός στους αιώνες, αμήν» (Ρωμαίους 1:25).

Έτσι όταν πιστεύσουμε ολόψυχα και μετανοήσουμε θερμά θα συλλάβουμε όπως ειπώθηκε τον Λόγο του Θεού στις καρδιές μας, καθώς τον συνέλαβεν η Παρθένος, προσφέροντας του κι εμείς τις ψυχές μας παρθενικές και αγνές. Και όπως εκείνη δεν την κατέφλεξε το πυρ της θεότητας, επειδή ήταν αγνή και υπεράμωμη, έτσι ούτε και εμάς μας κατακαίει, όταν του προεφέρουμε τις καρδιές μας αγνές και καθαρές, αλλά γίνεται εντός μας δροσιά από τον ουρανό και πηγή ύδατος και ρείθρον αθάνατης ζωής. Ότι δεχόμαστε και εμείς παρόμοια το άστεκτον πυρ της θεότητας, άκουσε τον Κύριο που το λέει: «Πυρ ήλθα να βάλω στην γη» (κατά Λουκάν 12:49). Τι άλλο εννοεί, παρά το ομοούσιο προς την θεότητά του Πνεύμα, με το οποίο συνεισέρχεται και συνθεωρείται μέσα μας και ο ίδιος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα;

Επειδή ο Λόγος του Θεού μια φορά σαρκώθηκε από την Παρθένο και γεννήθηκε από αυτήν σωματικά, ανέκφραστα και υπέρ λόγον και δεν είναι δυνατόν να σαρκωθεί πάλι ή να γεννηθεί σωματικά από τον καθένα από μας, τι προνοεί; Μας μεταδίδει για τροφή εκείνη την άχραντη σάρκα που προσέλαβε από την πανάχραντη Θεοτόκο, κατά την σωματική του γέννηση. Αν την μεταλαμβάνουμε άξια, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωθέντα Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της Παρθένου τον καθήμενο στα δεξιά του Θεού, ο οποίος λέει: «εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του» (κατά Ιωάννη 6:56), χωρίς όμως να προέρχεται ή να γεννιέται σωματικά από εμάς, αλλά ούτε και να μας αποχωρίζεται ποτέ. Διότι εμείς δεν τον αισθανόμαστε σαν σάρκα, αν και βρίσκεται μέσα μας όπως ακριβώς ένα βρέφος, αλλά υπάρχει ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος ανέκφραστα με την φύση μας και την ουσία μας και θεοποιώντας μας, επειδή γίναμε σύσσωμοι και μ’ αυτόν δηλαδή σάρκα από την σάρκα του και οστούν από τα οστά του. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και φρικτότερο μυστήριο της ανέκφραστης οικονομίας και συγκαταβάσεως του, που δίσταζα να το γράψω και έτρεμα να το επιχειρήσω.

Ο Θεός όμως πάντοτε θέλει να αποκαλύπτεται και να φανερώνεται η αγάπη του σ’ εμάς, ώστε και εμείς κάποτε κατανοώντας την μεγάλη του αγαθότητα και αισθανόμενοι ντροπή να προθυμοποιηθούμε να τον αγαπήσουμε. Γι’ αυτό και εγώ παρακινήθηκα από το Άγιο Πνεύμα που φωτίζει τις καρδιές μας και σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια γραπτώς, όχι για να σας αποδείξω ότι ο άνθρωπος είναι όμοιος μ’ αυτήν που γέννησε τον Κύριο – μη γένοιτο – αυτό είναι αδύνατο. Διότι άλλη είναι η ένσαρκη και άφραστη γέννηση του Θεού Λόγου από την Παρθένο και άλλη που συντελείται σε μας πνευματικώς. Εκείνη γεννώντας ένσαρκο τον Υιό και Λόγο του Θεού απεργάστηκε στην γη το μυστήριο της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους μας και την σωτηρία όλου του κόσμου, που είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και Θεός, αυτός που ένωσε στον εαυτό του τα διεστώτα και εξάλειψε την αμαρτία του κόσμου. Ενώ αυτή (που συντελείται σε μας) γεννώντας εν Αγίω Πνεύματι τον Λόγο της γνώσεως του Θεού, απεργάζεται ακατάπαυστα στις καρδιές μας το μυστήριο της ανακαινίσεως των ανθρώπινων ψυχών και την κοινωνία και ένωση με τον Θεό Λόγο, αυτήν υπαινίσσεται και το θείο λόγιο: «Δι’ αυτού συλλάβαμε και εγεννήσαμε με πόνο το πνεύμα της σωτηρίας, το οποίο κυοφορήσαμε πάνω στην γή» (Ησαϊας 26:18).

Λοιπόν δεν σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια για να αποδείξω ότι ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Χριστό κατά τον ίδιο τρόπο που τον γέννησε η Παναγία, αλλά για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη του σ’ εμάς και ότι αν το θέλουμε όλοι μπορούμε να γίνουμε μητέρα και αδελφοί του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, καθώς και ο ίδιος το διακηρύττει: «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί που ακούνε τον λόγο του Θεού και τον εκτελούν» (κατά Λουκάν 8:21). Έτσι θα γίνουμε ίσοι με τους μαθητές και αποστόλους του, όχι κατά την αξία, ούτε κατά τις περιοδίες και τους κόπους που υπέφεραν, αλλά κατά την χάρη του Θεού και την δωρεά την οποία εξέχεε σ’ όλους που τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν, χωρίς να στραφούν ποτέ πίσω.

Είδες πως όλους εκείνους που ακούνε και πράττουν τον λόγο του τους ανύψωσε στην αξία της μητέρας του και τους αποκαλεί αδελφούς και συγγενείς του; Όμως μόνο εκείνη υπήρξε η κυρίως μητέρα του, επειδή όπως ανέφερα τον γέννησε ανερμηνεύτως και χωρίς άνδρα, ενώ όλοι οι άγιοι τον συλλαμβάνουν και τον κατέχουν κατά χάριν και δωρεάν. Και από μεν την άμωμη μητέρα του δανείστηκε την παναμώμητη σάρκα του και σε αντάλλαγμα της δώρισε την θεότητα – ω τι παράξενη και ασυνήθιστη συναλλαγή – ενώ από τους αγίους δεν παίρνει σάρκα, αλλά αντίθετα αυτός τους μεταδίδει την θεωμένη σάρκα του. Ας εξετάσουμε λοιπόν το βάθος αυτού του μυστηρίου.

Η χάρη του Πνεύματος στον Χριστό, δηλαδή το πυρ της θεότητος, προέρχεται από την θεία του φύση και ουσία. Όμως το σώμα του δεν έχει την ίδια προέλευση, αλλά προέρχεται από την πάναγνη και αγία σάρκα της Θεοτόκου, την οποία προσέλαβε κατά το ιερό λόγιο: «ο Λόγος έγινε σάρκα» (κατά Ιωάννην 1:14). Έκτοτε ο Υιός του Θεού και της αχράντου Παρθένου μεταδίδει στους αγίους, από μεν την φύση και την ουσία του συναίδιου Πατρός του την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, καθώς και μέσω του προφήτη λέγει: «Θα συμβεί τούτο κατά τις έσχατες ημέρες, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο» (Ιωήλ 3:1), εννοώντας κάθε πιστό, από δε την φύση και ουσία εκείνης που κυρίως και αληθώς τον γέννησε την σάρκα, την οποία έλαβε από αυτή.

Και όπως από την πληρότητά του λάβαμε όλοι εμείς, έτσι ακριβώς μεταλαμβάνουμε από την άμωμη σάρκα της Παναγίας μητέρας του, την οποία και εκείνος προσέλαβε και όπως έγινε υιός και Θεός της ο Χριστός και Θεός μας γενόμενος και αδελφός μας, έτσι ακριβώς και εμείς – ω τι ανέκφραστη φιλανθρωπία – γινόμαστε υιοί της Θεοτόκου μητέρας του και αδελφοί του Χριστού, επειδή χάρη στον υπεράμωμο και υπεράγνωστο γάμο που τελέστηκε μ’ αυτήν και σ’ αυτήν γεννήθηκε ο Υιός του Θεού και απ’ αυτόν πάλι όλοι οι άγιοι. Πράγματι, όπως από την συνουσία και την σπορά του Αδάμ πρώτη η Εύα γέννησε και από εκείνη και μέσω εκείνης γεννήθηκαν όλοι οι άνθρωποι, έτσι και η Θεοτόκος, αφού δέχτηκε αντί σποράς τον Λόγο του Θεού συνέλαβε και γέννησε μόνο τον προ αιώνων μονογενή του Πατρός και μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενή. Και μολονότι η ίδια έπαψε να συλλαμβάνει και να γεννά, ο Υιός της γέννησε και γεννά καθημερινά όσους πιστεύουν σ’αυτόν και τηρούν τις άγιες εντολές του. Ασφαλώς έπρεπε η πνευματική μας αναγέννηση και ανάπλαση να γίνει δια του αντρός, δηλαδή του δευτέρου Αδάμ και Θεού, επειδή η γέννησή μας στην φθορά έγινε δια της γυναικός Εύας.

Και πρόσεχε την ακρίβεια του λόγου: ανδρός θνητού και φθαρτού η σπορά φθαρτούς υιούς και θνητούς δια γυναικός γέννησε και γεννά, αθανάτου και αφθάρτου Θεού ο αθάνατος και άφθαρτος Λόγος αθάνατα και άφθαρτα τέκνα γέννησε και διαρκώς γεννά, αφού πρώτα αυτός γενννήθηκε από την Παρθένο εν αγίω Πνεύματι βεβαίως.

Γι’ αυτό λοιπόν είναι δέσποινα και βασίλισσα και κυρία και μητέρα όλων των αγίων η μητέρα του Θεού, ενώ όλοι οι άγιοι είναι και δούλοι της αφού είναι μητέρα του Θεού και παιδιά της αφού μεταλαμβάνουν από την πανάχραντη σάρκα του Υιού της. Πιστός ο λόγος: η σάρκα του Υιού της είναι σάρκα της Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας και εμείς απ’ αυτήν την θεωμένη σάρκα του Κυρίου, ομολογούμε και πιστεύουμε ότι μεταλαμβάνουμε ζωήν αιώνια, εκτός αν αναξίως και εις κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.

Πράγματι όλοι οι άγιοι είναι συγγενείς προς την Παναγία μητέρα του Θεού κατά τρεις τρόπους: Πρώτον επειδή προέρχονται από τον ίδιο πηλό μ’ αυτήν και την ίδια πνοή, δηλαδή την ψυχή. Δεύτερον επειδή έχουν κοινωνία και μετουσία με αυτήν δια της προσλήψεως της σαρκός της από τον Χριστό. Και τρίτον επειδή, λόγω της εν Πνεύματι αγιωσύνης που ενυπάρχει σε αυτούς, καθένας συλλαμβάνει εντός του και κατέχει τον Θεό των όλων, όπως ακριβώς και εκείνη τον είχε εντός της. Διότι αν και τον γέννησε σωματικώς, όμως πάντοτε τον είχε όλον και πνευματικώς μέσα της και εξακολουθεί να τον έχει και τώρα και πάντοτε αχώριστον από αυτήν.

Σ’ αυτόν πρέπει η δόξα και το κράτος στους αιώνες

Αμήν.

Πηγή : MYRIOBIBLOS

Αμέθυστος

>Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ

>

πηγή : Άσμα άσμάτων  http://asma-asmaton.blogspot.com/

Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος γεννήθηκε στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μικρά Ασία) το 948 ή το 958 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου).

Η ζωή του αγίου Συμεών συμπίπτει σε μεγάλο μέρος με τη βασιλεία του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025). Γνώρισε τον άγιο Συμεών τον Ευλαβή (917-987), γέροντα μοναχό της Μονής του Στουδίου. Συνεχίζει να εργάζεται όπως και πριν μέσα στον κόσμο, αλλά επισκέπτεται συχνά τον πνευματικό του πατέρα.

Ο Συμεών ο Στουδίτης στην αρχή του έδωσε ένα ελάχιστο πρόγραμμα ασκητικής ζωής, και για ανάγνωσμα τον “Πνευματικό Νόμο” του Μάρκου του Μοναχού. Τότε έζησε και την πρώτη του εμπειρία.

Τον πλημμύρισε το άκτιστο φως και τον γέμισε χαρά, έτσι που έχασε τον εαυτό του και τον γύρω του κόσμο. Αυτή όμως η πρώτη καρποφόρα περίοδος, που ο άγιος Συμεών απέδιδε στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα, δεν κράτησε πολύ.

Τελικά μπαίνει δόκιμος στη Μονή του Στουδίου σε ηλικία 27 ετών. Λίγο αργότερα ο ηγούμενος τον κάλεσε και του ζήτησε να εγκαταλείψει τον πνευματικό του πατέρα. Ο Συμεών αρνήθηκε και εγκατέλειψε την Μονή του Στουδίου. Μπήκε ως δόκιμος στο γειτονικό μοναστήρι του αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου. Έγινε σύντομα μοναχός, χειροτονήθηκε ιερέας και μετά τρία χρόνια σε ηλικία 31 χρονών εκλέχθηκε ηγούμενος από τους μοναχούς του αγίου Μάμαντος με τη συγκατάθεση του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη.

Μετά τα πρώτα εύκολα βήματα στην πνευματική ζωή, που τον οδήγησαν γρήγορα στην θεωρία του ακτίστου φωτός, πορεύεται τον δύσκολο δρόμο της ασκήσεως με υπομονή. Μετά από μεγάλο και τραχύ διάστημα ασκητικού αγώνα αξιώθηκε να δει πάλι το άκτιστο φως. Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται από την αντίδραση των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν το νόημα των πνευματικών του αγώνων.

Παρά τις πολυάριθμες εμπειρίες δεν έχει γνωρίσει ακόμη τον Θεό και αισθανόταν βαθιά ανικανοποίητος. Τελικά μέσα στο άκτιστο φως βιώνει προσωπική συνάντηση και κοινωνία με τον Χριστό. Στη συνέχεια αυτή η κατάσταση γίνεται μόνιμη.

Τονίζει ότι αρχίζουμε να συμμετέχουμε στην ανάσταση του Χριστού ήδη από τον παρόντα κόσμο. Ήδη από εδώ αρχίζουμε να βλέπουμε τον Χριστό.

Η διδασκαλία δεν απευθυνόταν σε ερημίτες και αναχωρητές μοναχούς. Απευθυνόταν σε συνηθισμένους μοναχούς ενός κοινοβίου της πρωτεύουσας και σε έναν ευρύτερο κύκλο πιστών.

Ο άγιος Συμεών ταλαιπωρήθηκε πολύ λόγω της επίθεσης που δέχτηκε από τον πρώην μητροπολίτη Νικομηδείας Στέφανο. Ο Στέφανος ήταν πολιτική προσωπικότητα και παράγοντας της διπλωματίας, “ανήρ ελλόγιμος και επί σοφία και αρετή διαβόητος και πειθοί μαλάξαι ικανός γνώμην σκληράν και ατίθασσον”.

Συνέβη κάποτε να συναντηθούν οι δύο άνδρες στο Πατριαρχείο και ο σύγκελος Στέφανος επωφελήθηκε από την ευκαιρία, για να θέσει μια δύσκολη θεολογική ερώτηση στον Συμεών, ελπίζοντας να τον παγιδέψει και να δείξει έτσι την άγνοια του. “Πως χωρίζεις τον Υιόν από του Πατρός, επινοία ή πράγματι;” Ο άγιος υποσχέθηκε να δώσει γραπτή την απάντηση του. Στην απάντηση του ανασκευάζει τις προϋποθέσεις της ερωτήσεως του Στεφάνου, εξηγώντας την πραγματική έννοια των τριαδικών διακρίσεων στο Θεό, που είναι μέσα στις διακρίσεις Του αδιαίρετος και ένας κατά τη φύσι Του. Επίσης στηλιτεύει όλους εκείνους –και εδώ αναφέρεται στο σύγκελλο- που τολμούν να θεολογούν, χωρίς να έχουν μέσα τους το Πνεύμα του Θεού:

εκπορευθέν το Πνεύμα,


το Πανάγιον, εκ του Πατρός αφράστως
και απεστάλη δι’ Υιού τοις ανθρώποις·
ου τοις απίστοις ουδέ τοις φιλοσόφοις,
ου τοις ρήτορσιν ουδέ τοις φιλοδόξοις,
ου τοις μαθούσι συγγραφάς των Ελλήνων,
ου τοις τας γραφάς αγοούσι τας έσω,
ου τοις εξασκήσασι σκηνικόν βίον,
ου τοις λαλούσι τορνευτώς και πλουσίως,
ου τοις λαχούσι μεγάλων ονομάτων,
ου τοις τυχούσι φιλείσθαι παρ’ ενδόξων …

Η σύγκρουση ήταν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους θεολογίας και κατανόησης της πνευματικής ζωής.

Γράφει σχετικά ο Π. Κ. Χρήστου: “Ο Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος έζησε σ’ εποχή αξιοσημείωτης ακμής όλων των τομέων του δημόσιου βίου στο Βυζάντιο, πολιτικού, οικονομικού, πολιτιστικού, εκκλησιαστικού· σύμφωνα με την χρονολογία μου από το 958 έως το 1036. … Το Βυζάντιο είχε τώρα την άνεση να οργανώσει επάνω σε νέες βάσεις την ανώτατη παιδεία που επρόκειτο ν’ αποβεί πρότυπο για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, τα οποία θα εμφανίζονταν λίγο αργότερα, να δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας και των επιστημών, να οργανώσει συστηματικά την κοινωνική μέριμνα … Ηγούμενος ακόμη, ο ευγνώμων μαθητής είχε συστήσει εορτασμό για τον διδάσκαλο (τον Συμεών τον Ευλαβή, τον Στουδίτη), ευθύς μετά τον θάνατό του. Τον εγνώριζε καλά από τα παιδικά του χρόνια κι επίστευε ότι δεν είναι σωστό να κρύβει τα θεία χαρίσματά του, ότι έχει χρέος να τα διακηρύσσει. Συνέταξε λοιπόν το συναξάρι του, εφιλοπόνησε εγκώμια και συνέθεσε ύμνους σ’ αυτόν. Ο εορτασμός συνεχίστηκε απρόσκοπτα μερικά έτη, αλλ’ έπειτα άρχισε η αντίδρασις. Το έναυσμα γι’ αυτήν Έδωσε ο Στέφανος, μητροπολίτης Νικομηδείας, ένας αξιόλογος ιεράρχης με σοβαρή μόρφωση και σημαντικές ικανότητες, αλλά δεμένος σφικτά με μια συμπεριφορά που συνδύαζε κοσμική συμβατικότητα με παραδοσιακή αυστηρότητα. Δεν ήταν διατεθειμένος ν’ ανεχθεί νεωτερισμούς σαν αυτόν που ήθελε να εισαγάγει ο Συμεών.

Το θέμα που τους εχώριζε δεν ήταν τόσο ασήμαντο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Δεν επρόκειτο για την καθιέρωση της μνήμης ενός επί πλέον αγίου, αλλά περί μιας θεμελιώδους αρχής της χριστιανικής πίστεως· αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στην Εκκλησία και σήμερα, όπως άλλοτε, ή έπαυσε η ενέργεια του· αν η πνευματική τελείωσις είναι κατάστασις που μπορεί να την κατακτήσουν και σήμερα οι πιστοί, όπως άλλοτε, ή είναι μια παρωχημένη υπόθεσις.

Ένας άλλος Συμεών, ο Μεταφραστής, λίγες δεκαετίες ενωρίτερα είχε διασκευάσει επί το λογιώτερο και ευσεβέστερο τους βίους αγίων και τους είχε εκδώσει στην μνημειώδη συλλογή του, το “Μηνολόγιο”. Παρατηρώνταν υψηλός βαθμός σεβασμού προς τους αγίους αυτήν την εποχή· αλλά οι άγιοι ήσαν όλοι παλαιοί. Η γενική εντύπωσις ήταν τότε ότι η αγιότης είναι προνόμιο των παλαιών εποχών και δεν μπορεί να αναδειχθούν τώρα νέοι άγιοι. Και αυτήν την γνώμη εκπροσωπούσε ο Στέφανος Νικομηδείας. … Το κήρυγμα του Συμεών είναι ότι η τελειότης μπορεί να αποκτηθεί σε κάθε εποχή και ότι η αγιότης είναι προνόμιο όλων των εποχών και όλων των ανθρώπων· διότι το Πνεύμα ενεργεί και σήμερα. … Είναι αξιοσημείωτη η επιμονή του Συμεών στην προσπάθεια ανανεώσεως της λειτουργικής ζωής …” (Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, “Άγιος Συμεών ο Θεολόγος του φωτός”, Π. Κ. Χρήστου, σελ. 9 και 12).

Η σύγκρουση κράτησε περίπου 6 χρόνια και τελείωσε στις 3 Ιανουαρίου 1009 με την εξορία του αγίου Συμεών. Τον εγκατέλειψαν μόνο χειμωνιάτικα χωρίς να του δώσουν ούτε τα αναγκαία για την διατροφή του. Ο σύγκελος έπεισε τον Πατριάρχη να δώσει εντολή να γίνουν έρευνες στο μοναστήρι με την ελπίδα ότι θα εύρισκε μεγάλα χρηματικά ποσά.

Οι άνθρωποι του μπήκαν στο μοναστήρι του αγίου Μάμαντος, σπάζοντας τα πάντα και αρπάζοντας τα βιβλία και τα ρούχα του αγίου, χωρίς να βρουν κανένα θησαυρό. Τελικά ο άγιος Συμεών ανακλήθηκε από την εξορία και βρήκε στην Κωνσταντινούπολη το πλήθος των θαυμαστών του. Ο Πατριάρχης τον δέχθηκε με τιμή. Με την πατριαρχική διαιτησία τελείωσε γύρω στα 1010-1011 η σύγκρουση με τον σύγκελλο Στέφανο.

Το μίσος κατά της διδασκαλίας του Συμεών ήταν μεγάλο. Η αντίθετη παράταξη είχε τις απόψεις της, που τις θεωρούσε παραδοσιακές και ρεαλιστικές. Η θέση τους ήταν ότι η εποχή τους ήταν εντελώς διαφορετική από την εποχή των Αποστόλων και πως ήταν αδύνατο να μιμηθούνε τότε την αγιότητα τους· αυτός που διδάσκει κάτι τέτοιο ή αλαζόνας είναι ή τρελός. Για τον άγιο Συμεών όμως αυτές οι ιδέες ήταν μια σοβαρή παραμόρφωση του Ευαγγελίου και αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την αυθεντική ευαγγελική ζωή που είχε ατονήσει. Πρώτα πρέπει κανείς να δει τον Θεό και μετά να μιλάει γι’ Αυτόν.

Εγκαταστάθηκε οριστικά πια στον τόπο της εξορίας του, εκούσια αυτή τη φορά και ολοκλήρωσε την επισκευή του μοναστηριού της αγίας Μαρίνας. Η φήμη του ως χαρισματούχου, ως ανθρώπου προικισμένου με προφητικά χαρίσματα που έκανε θαύματα, εξαπλώνεται όλο και πιο πολύ και τραβά κοντά του πλήθος ανθρώπων.

Μετά από δεκατρία χρόνια ζωής στην εξορία ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος κοιμήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1021 ή του 1036 (κατά τον Π.Κ.Χρήστου). Όπως μας διηγείται ο βιογράφος του είχε προβλέψει την ημερομηνία του θανάτου του και τη μεταφορά των λειψάνων του, που έγινε μετά 30 χρόνια.

Πώς και πυρ υπάρχεις βλύζον,
πώς και ύδωρ είς δροσίζον,
πώς και καίεις και γλυκαίνεις,
πώς φθοράν εξαφανίζεις;


Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους,
πώς το σκότος φως εργάζη,
πώς ανάγεις εκ του άδου,
πώς θνητούς εξαφθαρτίζεις;


Πώς προς φως το σκότος έλκεις,
πώς την νύκτα περιδράσση,
πώς καρδίαν περιλάμπεις,
πώς με όλον μεταβάλλεις;


Πώς ενούσαι τοις ανθρώποις,
πώς υιούς Θεού εργάζη,
πώς εκκαίεις σου τω πόθω,
πώς τιτρώσκεις άνευ ξίφους;

πηγή : ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
http://o-nekros.blogspot.com/2010/10/blog-post_20.html

Αμέθυστος

>Περί Εξομολογήσεως – Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

>

Περί Εξομολογήσεως
http://d1.scribdassets.com/ScribdViewer.swf?document_id=32728134&access_key=key-15bflaekgq1ar08nu0c7&page=1&viewMode=slideshow

Αρχαίο κείμενο

Πατάμε fullscreen και αλλάζουμε τις σελίδες απο το 1 εώς το 15, βγαίνουμε με exit screen.

Αμέθυστος

>ΕΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

>

Ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε ένα πρώτο πλατύσκαλο στην προσπάθειά μας να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα της πίστεώς μας σήμερα, στο μέτρο που μας επιτρέπουν οι δυνάμεις μας. Μπορούμε να βγάλουμε τα πρώτα συμπεράσματα πλέον, να θέσουμε τα βασικά
ερωτήματα!

Είναι Χριστιανική ακόμη η Ορθοδοξία;
Πόσο Χριστιανική είναι σήμερα η Ορθόδοξη θεολογία;
Εάν οι Ορθόδοξοι είχαμε γεννηθεί στην Ιταλία δεν θα είμαστε σήμερα με το ίδιο πάθος Καθολικοί;
ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ;
Το ύδωρ το ζων που ποθεί μέχρι θανάτου η ψυχή μας το βρίσκουμε πλέον στο πηγάδι της Εκκλησίας;
Υπάρχει άραγε σήμερα Χριστιανός να ‘χει κραυγάσει επεπόθησεν η ψυχή μου του επιθυμείσαι σαν τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο;

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ξεκινά τον πρώτο θεολογικό του Λόγο με δύο αφορισμούς. Ας τους ακούσουμε γι’ άλλη μια φορά!

Το περί Θεού λέγειν ή φθέγγεσθαι και τα κατ᾿ αυτόν ερευνάν και τα ανέκφορα ποιείν έκφορα και τα πάσιν ακατάληπτα ως καταληπτά υπεμφαίνειν τολμηρώς αν είη και αυθαδούς ψυχής ένδειγμα.

1) Οι αυθάδεις ψυχές, όσα τα προς αιρετικούς πάλαι λαληθέντα παρά των θεσπεσίων θεολόγων και γραφή παραδοθέντα αποστηθίζουσι τε και πολυπραγμονούσιν, ουχ ίνα πνευματικήν τινα ωφέλειαν καρπώσωνται, αλλ᾿ ινά θαυμάζωνται παρά των ακουόντων εν πότοις και συνεδρίοις και θεολόγοι επιφημίζωνται. Ο και μάλλον λυπεί με, εννοούντα το φρικτόν του εγχειρήματος και το τοις τολμητίαις αποκείμενον κρίμα.

2) Τί λένε δε οι τολμηρές ψυχές των θείων κατατολμώντες;
Κατά τούτο φησί, μόνον μείζων ο Πατήρ του Υιού, καθ’ ο αίτιος έστι της υπάρξεως του Υιού.
Μείζονα του Υιού τον Πατέρα πώς φης (λέγεις);
Ότι δη, φησί, μείζων ή πρώτος ο Πατήρ του Υιού εκ του Πατρός γαρ.
(Λέγω λοιπόν ότι ο Πατήρ είναι ανώτερος ή πρώτος του Υιού, διότι από του Πατρός).

Ταύτα της καινής κενοφωνίας αυτών και ασυνέτου θεολογίας!

Ο Ιούδας πρόδωσε τον Κύριο, πέταξε τα αργύρια και κρεμάστηκε! Τί ύψος, τι εξέλιξη προδοσίας να ζούμε όλοι μας σήμερα, ξοδεύοντας ευφραινόμενοι σαν Μαχαραγιάδες τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας μας!

Αμέθυστος