>Hannah Arendt – HEIDEGGER (τελευταίο)

>

ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Hannah Arendt

Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ!

Κεφάλαιο Τέταρτο: HEIDEGGER
(συνέχεια από προηγούμενη ανάρτηση)

Μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας φιλοσοφίας ο εαυτός βρίσκεται στην ακόλουθη κατάσταση : Καθότι όν-μέσα-στον κόσμο ο ανθρωπος δέν έχει δημιουργηθεί μόνος, αλλά έχει εγκαταλειφθεί. Πετάχτηκε στο είναι του και προσπαθεί να εξέλθη απο την συνθήκη της εγκαταλείψεως μέσα απο το «πρόγραμμα» (ent wurf) με μία προκαταβολή (vorlaufen) του θανάτου καθώς είναι η οριακή του δυνατότης. Όμως « μέσα στην δομή της εγκαταλείψεως όπως και σε εκείνη του προγράμματος βρίσκεται ουσιαστικά ένας μηδενισμός». Ο άνθρωπος δέν ήρθε τεχνικώς στη ζωή και δέν εξέρχεται απο αυτή συνήθως με δική του ευθύνη. (Στον Χαϊντεγκερ η αυτοκτονία δέν παίζει ακόμη κανένα ρόλο όπως στον Καμύ, διότι για τον Χαϊντεγκερ δέν απομένει στον άνθρωπο ούτε η ελευθερία της αυτοκτονίας) . Με άλλα λόγια, ο υπαρκτός χαρακτήρας του ανθρώπου εξαρτάται ουσιαστικώς απο αυτό που δέν είναι, απο τον εκμηδενισμό του. Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει ο εαυτός για να γίνει ένας εαυτός είναι να αναλάβει με αποφασιστικότητα το μοιραίο της υπάρξεως του, το οποίο γίνετε μέσα στην ύπαρξη του η μηδενική βάση του δικού του μηδενός.

Στην απόφαση να γίνει αυτό που δέν μπορεί να υπάρξει, εφόσον βασίζεται στον δικό του εκμηδενισμό, δηλαδή ένας εαυτός, ο άνθρωπος αναγνωρίζει πώς η ύπαρξη αυτή καθαυτή είναι μια ενοχή. Το είναι του ανθρώπου είναι τέτοιο ώστε, ακόμη και όταν διαβρώνεται συνεχως μέσα στον κόσμο, παρόλα αυτά καταλαβαίνει διαρκώς την κλήση της συνειδήσεως απο το βάθος του είναι του. Το να ζεί λοιπόν κάποιός υπαρκτικά σημαίνει να «θέλει να αποκτήσει συνείδηση και αυτό αυτομάτως τον κάνει ένοχο». Σε αυτή την απόφαση οικοδομείται ο εαυτός.

Ο ουσιαστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου εαυτού είναι ο απόλυτος εγωισμός του, ο απόλυτος χωρισμός του απο όλους τους ομοίους του. Γι ‘αυτόν τον λόγο εισήχθη σάν κάτι ουσιώδες ο προκαταβολικός θάνατος, διότι με τον θάνατο ο άνθωπος πραγματοποιεί το απόλυτο Principium Individuationis (Αρχή τής εξατομικεύσεως). Mόνον αυτό αρπάζει τον άνθρωπο απο τον δεσμό του με τους ομοίους του, οι οποίοι καθότι ουδέτεροι και απρόσωποι, τον εμποδίζουν να είναι ο εαυτός του. Ο θάνατος είναι οπωσδήποτε το τέλος της υπάρξεως, είναι όμως ταυτόχρονα και η εγγύηση πώς τίποτα δέν είναι πιο σημαντικό εκτός απο μένα. Με την εμπειρία του θανάτου σαν απολύτου εκμηδενισμού έχω την δυνατότητα να αυτοβεβαιωθώ πώς είμαι ένας εαυτός και να απαλλαγώ μια για πάντα, με τον τρόπο της βασικής ενοχής, απο την κοινή κοσμική ζωή στην οποία έχω εμπλακεί.

Σε μια τέτοια απόλυτη απομόνωση γίνεται φανερό πώς ο εαυτός είναι μια έννοια ακριβώς αντίθετη απο την έννοια του ανθρώπου. Καθώς λοιπόν μετά τον Καντ η ουσία του ανθρώπου τοποθετήθηκε στο γεγονός πώς κάθε μοναχικός άνθρωπος αντιπροσώπεύει την ανθρωπότητα, και καθώς επίσης μετά την Γαλλική Επανάσταση και τά Δικαιώματα του ανθρώπου αποτέλεσε δομικό στοιχείο της εννοίας του ανθρώπου το γεγονός πώς η ανθρωπότης μπορεί να δοξασθεί σε κάθε άτομο, ο εαυτός καταλήγει να είναι η έννοια του ανθρωπου που του επιτρέπει να υπάρχει ανεξαρτήτως της ανθρωπότητος και να μήν αντιπροσωπεύει κανέναν πέρα του εαυτού του, πέρα απο τη μηδενικότητα του. Όπως στον Κάντ η κατηγορική προσταγή επιμένει στο γεγονός πώς κάθε πράξη  πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη όλης της ανθρωπότητος, έτσι και η εμπειρία της ένοχης μηδενικότητος, επιμένει στην εκμηδένιση της ανθρωπότητος σε κάθε άνθρωπο. Σαν συνείδηση ο εαυτός πήρε την θέση της ανθρωπότητος, και το να είμαι ο εαυτός μου, πήρε την θέση του αγώνος να είμαι άνθρωπος.

Στην συνέχεια ο Χαιντεγκερ, στις παραδόσεις του προσπάθησε να προσφέρει, κάπως καθυστερημένα έστω, στους απομονωμένους εαυτούς του, μια κοινή βάση, χρησιμοποιώντας έξω-λογικές μυθολογίες, τύπου «Λαός και Γή». Είναι όμως ξεκάθαρο πώς τέτοιες συνθεσεις απομακρύνουν απο την φιλοσοφία και ανοίγουν τις πόρτες σε κάθε φυσιοκρατική δεισιδαιμονία. Εάν ο εαυτός δέν μπορεί να αποτελέσει μέρος της εννοίας του ανθρώπου που κατοικεί την Γή μαζί με τους ομοίους του, δεν απομένει τίποτε άλλο απο μια τεχνιτή επανασυμφιλίωση, κατά την οποία προσφέρεται στούς εξατομικευμένους εαυτούς μια καθαρώς ετερόκλητη βάση σε σχέση με την έννοιά τους. Αυτό δέν μπορεί να οδηγήσει παρά μόνον σε ένα αποτέλεσμα : στην οργάνωση τών εαυτών σε έναν «Υπέρ-εαυτό» έτσι ώστε να κατορθώσει να μεταφέρει στην πράξη την βασική ενοχή τής υπαρξεως, η οποία γεννιέται στην απόφαση.

Αμέθυστος

Σχόλιο :

Μόσχος Εμμ. Λαγκουβάρδος είπε…

Ότι κάποιος «έχει στο στόχαστρο τον εκπροτεσταντισμό» δεν σημαίνει ότι είναι εναντίον του «εκπροτεσταντισμού» για τους εξής λογους:

1) Γιατί ενδέχεται να μην γνωρίζει ο ίδιος ότι είναι υπέρ του «εκπροτεσταντισμού».

Δεν βλέπω σε πολλούς την αγωνία για την πίστη τους. Ο πιστός που αγωνιά γα την ορθόδοξη πίστη του α)μετέχει στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και β) μελετά τους βίους και τα έργα των αγίων της Εκκλησίας και

2) Γιατί ο προτεσταντισμός όπως και ο οικουμενσμός και οι περισσότεροι «ισμοί» (καθολικισμός, βουδισμός, ινδουϊσμός, αθεϊσμός,ναζισμός, φασισμός, κομμουνισμός, εθνικισμός κ.α.) εμφανίζονται με δύο αντίθετους τρόπους. Π.Χ. ο οικουμενισμός εμφανίζεται με το ενδυμα του οικουμενισμού ή με το ένδυμα του αντι-οικουμενισμού. Πώς συμβαίνει αυτό;

Συμβαίνει γιατί το πνεύμα της Νέας Εποχής είναι το πνεύμα «της διαρκούς αλλαγής» αντί της «ουσίας». «Ουσία» σύμφωνα με τις θρησκείες (ταοϊσμός, βουδισμός κλπ) και με τον ανατολικό μυστικισμό που επικρατεί σχεδόν παντού (εκτός από την Ορθοδοξία) είναι η διαρκής αλλαγή. Στην Ορθόδοξη πίστη η πίστη μας είναι απαρασάλευτη. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αυτός εις τους αιώνας.

Για τον ανατολικό μυστικισμό και για τη σύγχρονη σκέψη που χωρίς να το ξέρει τον αντιγράφει ισχύει η διαρκής αλλαγή: (What is, is, what is not, is not, what is not, is, what is, is not).

Advertisements

>Hannah Arendt – HEIDEGGER (συνέχεια)

>

ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Hannah Arendt

Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ!

Κεφάλαιο Τέταρτο: HEIDEGGER

(συνέχεια από προηγούμενη ανάρτηση)

Το Dasein λοιπόν χαρακτηρίζεται από το γεγονός πως δεν είναι(υπάρχει) απλώς, αλλά γι’ αυτόν «περιμένει το Είναι του». Το όνομα αυτής της βασικής δομής είναι φροντίδα (sorge), η οποία βρίσκεται στην βάση όλης της καθημερινής φροντίδος (Besorgen). Αυτό το αναλαμβάνω την φροντίδα έχει χαρακτήρα στοχαστικό στην πραγματικότητα: μόνον φαινομενικώς κατευθύνεται προς αυτό με το οποίο ασχολείται κάθε φορά. Στην πραγματικότητα κάνει τα πάντα σκοπεύοντας κάτι (um-willen). Το Είναι με το οποίο ασχολείται το Dasein (η χρονική ύπαρξη-το όν) είναι η ύπαρξη η οποία βρίσκεται μονίμως μπρος στον κίνδυνο του θανάτου και στο τέλος μοιραίως πεθαίνει κιόλας! Το Dasein είναι σταθερά σε σχέση με μια ύπαρξη απειλούμενη! Από αυτή την απειλούμενη ύπαρξη γίνονται κατανοητές οι συμπεριφορές και προωθείται ταυτόχρονα μια ανάλυση του Είναι (της ουσίας του ανθρώπου).

Πέρα από τον Νίτσε, ο οποίος προσπάθησε με ειλικρίνεια να φέρει τον άνθρωπο στην θέση ενός αληθινού “Κυρίου του Είναι”, η φιλοσοφία του Χάϊντεγκερ είναι η πρώτη κοσμική φιλοσοφία με έναν απόλυτο τρόπο. Το Είναι του ανθρώπου ορίζεται σαν Είναι-μέσα-στον κόσμο (in-der-weltsein) και αυτό που απαιτείται από ένα τέτοιο Είναι-μέσα-στον κόσμο, είναι να παραμείνει. Αυτό ακριβώς όμως του απαγορεύεται. Γι’ αυτόν δε τον λόγο ο βασικός τρόπος του Είναι-μέσα-στον κόσμο είναι η ερημία, το γεγονός ότι αισθάνεται άπατρις, με την διπλή σημασία της στερήσεως μιας κατοικίας και του φόβου. Στην αγωνία, η οποία βασικώς είναι αγωνία απέναντι στον θάνατο, βρίσκει έκφραση το να μην αισθάνεται σαν στο σπίτι σου, μέσα στον κόσμο.

Το Dasein (η χρονική ύπαρξη-το όν) θα μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια ο εαυτός του, μόνον εάν μπορούσε να αποτραβηχθεί εις εαυτόν από το δικό του Είναι-μέσα-στον κόσμο, πράγμα αδύνατον όμως, διότι είναι από την ουσία του πτώση (Abfall) από τον εαυτό του. «Το Dasein είναι, πριν απ’ όλα, πάντοτε ξεπεσμένο (abgefallen) από τον εαυτό του, αδύνατον να είναι ταυτόχρονα και ένα αυθεντικό ον και ριγμένο μέσα στον κόσμο. Ο άνθρωπος έχει την βεβαιότητα ότι είναι ο εαυτός του μόνον με το γεγονός του θανάτου, ο οποίος θα τον οδηγήσει έξω από τον κόσμο. Αυτός ο εαυτός είναι το ΠΟΙΟΣ του χρονικού-Είναι, του όντος (με την έκφραση “εαυτός” απαντούμε στην ερώτηση γύρω από το ΠΟΙΟΣ του Dasein)».

Επαναφέροντας απευθείας το χρονικό-Είναι στον εαυτό του, χωρίς να περάσουμε από τον άνθρωπο, εγκαταλείπεται στην πραγματικότητα η ερώτηση γύρω από το νόημα του Είναι και αντικαθίσταται από μια άλλη ερώτηση πάνω στο νόημα του εαυτού, προφανώς πιο βασικού για την συγκεκριμένη φιλοσοφία. Σ’ αυτή την ερώτηση όμως, δεν φαίνεται να είναι δυνατόν να δοθεί κάποια απάντηση, διότι, στην απόλυτη απομόνωσή του, ένας εαυτός δεν έχει νόημα. Ταυτοχρόνως δε ένας εαυτός χωρίς απομόνωση, ριγμένος στην ουδέτερη και απρόσωπη καθημερινότητα του υπάρχειν (man) δεν είναι πλέον ένας εαυτός. Σ’ αυτόν τον ιδεατό εαυτό ο Χάϊντεγκερ οδηγήθηκε σαν συνέπεια εκείνης της θέσεως η οποία μεταμόρφωσε τον άνθρωπο σε εκείνο, που στην προηγούμενη οντολογία, ήταν ο Θεός. Ένα τέτοιο υπέρτατο ον είναι δυνατόν να συλληφθεί με την σκέψη μόνον σαν Ατομικότης και σαν Μοναδικότης, χωρίς τίποτε όμοιο, ίσο (άνισο). Επομένως, αυτό που φαίνεται στον Χάϊντεγκερ σαν «πτώση» είναι όλοι εκείνοι οι τρόποι της ανθρώπινης υπάρξεως οι οποίοι προέρχονται από το γεγονός πως ο άνθρωπος δεν είναι Θεός και πως ζει με τους ομοίους του σ’ έναν κόσμο.

Στον Χάϊντεγκερ ο μυστικός ενθουσιασμός να θέλουμε να είμαστε ένας εαυτός (υπόσταση) διαψεύδεται από μόνος του: Δεν έγινε ποτέ μέχρι σήμερα τόσο ξεκάθαρο όπως στην φιλοσοφία του πως αυτό το πράγμα (να γίνουμε ένας εαυτός) πιθανώς να είναι το μοναδικό πράγμα που ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι!

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Hannah Arendt – HEIDEGGER

>ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Hannah Arendt

Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ!

Κεφάλαιο Τέταρτο: HEIDEGGER

Η προσπάθεια του Χάϊντεγκερ να ξαναθεμελιώσει μιαν οντολογία, παρά τον Καντ και ενάντια στον Καντ, έφερε μια βαθειά αλλαγή στην παραδοσιακή ορολογία της φιλοσοφίας. Αυτός είναι ο λόγος που με μια πρώτη ματιά ο Χάϊντεγκερ παρουσιάζεται πάντα σαν πιο επαναστατικός από τον Γιάσπερς και ο λόγος που αυτή η λάμψη της ορολογίας του έθεσε σε κίνδυνο τη σωστή αξιολόγηση της φιλοσοφίας του. Δηλώνει απερίφραστα πως επιθυμεί να ξαναθεμελιώσει μιαν οντολογία, εννοώντας πως έχει πρόθεση να εκμηδενίσει την κατεδάφιση της αρχαίας έννοιας του Είναι που ξεκίνησε με τον Καντ! Δεν υπάρχει λόγος να μην πάρουμε στα σοβαρά ένα τέτοιο σχέδιο, ακόμη και αν υποχρεωνόμαστε να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως είναι αδύνατον να θεμελιωθεί μια οντολογία με την παραδοσιακή έννοια, χρησιμοποιώντας περιεχόμενα τα οποία προέρχονται από την επανάσταση εναντίον της Φιλοσοφίας.

Ο Χάϊντεγκερ δεν οριστικοποίησε ποτέ του την οντολογία του, καθώς το δεύτερο μέρος του «Είναι και Χρόνος» δεν εμφανίστηκε ποτέ. Στην ερώτηση για το νόημα του Είναι έδωσε μια πρόχειρη απάντηση και μάλιστα ακατανόητη: Το νόημα του Είναι είναι η Χρονικότης. Αυτό –μαζί με την ανάλυση της υπάρξεως (δηλαδή του Είναι του ανθρώπου) η οποία καθορίζεται από τον θάνατο– οδηγεί στο συμπέρασμα πως το νόημα του Είναι, είναι η μηδενικότης. Ήταν λογικό λοιπόν ότι η προσπάθεια του  Χάϊντεγκερ, να ξαναθεμελιώσει την μεταφυσική, θα ολοκληρωνόταν όχι με το δεύτερο μέρος που είχε υποσχεθεί, το οποίο θα έπρεπε να ορίσει το νόημα του Είναι γενικώς ακολουθώντας την ανάλυση της υπάρξεως του ανθρώπου, αλλά με μια μικρή πραγματεία με τίτλο «Τι είναι μεταφυσική;», στην οποία εκτίθεται με μια κάποια συνέπεια, παρόλα τα κόλπα και τα γλωσσικά σοφίσματα, πως κατά τον Χάϊντεγκερ το νόημα του Είναι είναι το ΤΙΠΟΤΑ.

Η ιδιαίτερη γοητεία που εξάσκησε  στην μοντέρνα φιλοσοφία η σκέψη του ΤΙΠΟΤΑ, δεν δείχνει αναγκαστικά Μηδενισμό. Ας αξιολογήσουμε το πρόβλημα του Τίποτα μέσα στα δικά μας δεδομένα, μιας φιλοσοφίας δηλαδή εναντίον της φιλοσοφίας, εννοημένης σαν καθαρός στοχασμός, σαν μια προσπάθεια να γίνουμε «Κύριοι του Είναι» και γι’ αυτό να θέσουμε φιλοσοφικά το θέμα με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να κατορθώσουμε να περάσουμε αμέσως στην πράξη: Αυτή η σκέψη λοιπόν τότε, πως το ΕΙΝΑΙ κατά βάθος είναι το ΤΙΠΟΤΑ, παρουσιάζει ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Πάνω σ’ αυτή τη βάση ο άνθρωπος μπορεί να φανταστεί πως η σχέση του με το Είναι που του δωρίστηκε, δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνη του Δημιουργού πριν από την δημιουργία του κόσμου – δημιουργημένου όπως είναι γνωστό από το Μηδέν. Στον ορισμό του Είναι σαν Τίποτα βρίσκεται επιπλέον, η προσπάθεια να εγκαταλειφθεί ο ορισμός του Είναι σαν κάτι δεδομένο και η μεταμόρφωση των ανθρωπίνων πράξεων που μέχρι τώρα ήταν όμοιες με τις θεϊκές, σε πράξεις θεϊκές καθ’ εαυτές.

Αυτός είναι ο κρυφός λόγος για τον οποίον στον Χάϊντεγκερ το ΤΙΠΟΤΑ γίνεται ξαφνικά ενεργό και αρχίζει να «εκμηδενίζει» (nichten). Το Τίποτα επιδιώκει, τρόπον τινά, να εκμηδενίσει το ΕΙΝΑΙ και να μπει στην θέση του σαν «εκμηδενιστής». Εάν το Είναι, το οποίο δεν δημιούργησε ΕΓΩ, εξαρτάται από ένα ον που δεν είμαι Εγώ και ούτε καν γνωρίζω, τότε μάλλον αυτό σημαίνει πως για τον άνθρωπο, το μόνο περιβάλλον στο οποίο θα μπορούσε να αισθανθεί πραγματικά ελεύθερος δεν είναι το ΕΙΝΑΙ, αλλά το ΤΙΠΟΤΑ. Εφόσον δεν κατόρθωσα να είμαι ο δημιουργός του κόσμου, ο προορισμός μου δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από εκείνον του καταστροφέα του κόσμου. Αυτή είναι πάντως η φιλοσοφική βάση του μοντέρνου μηδενισμού, το γεγονός της καταγωγής του από την παληά οντολογία: Αυτή είναι και η τιμή της προσπάθειας να εισάγουμε με την βία τις νέες ερωτήσεις και τα καινούργια περιεχόμενα στο πλαίσιο της παληάς οντολογίας!

Παρόλα αυτά λίγο ενδιαφέρει το τελικό αποτέλεσμα της Χαϊντεγκεριανής έρευνας. Είχε το μεγάλο προνόμιο να συνδεθεί απευθείας με την διατύπωση του προβλήματος που εμφανίστηκε με τον Καντ και με το οποίο δεν ασχολήθηκε κανείς μετά από αυτόν. Ανάμεσα στα συντρίμμια της προκατασκευασμένης αρμονίας μεταξύ του Είναι και της σκέψης, ανάμεσα στην ουσία και στην ύπαρξη, ανάμεσα σ’ αυτό που υπάρχει και σ’ αυτό που μπορεί να συλληφθεί με την νόηση ο Χάϊντεγκερ ισχυρίζεται πως βρήκε ένα ον στο οποίο ουσία και ύπαρξη είναι αμέσως ταυτόσημα: Τον άνθρωπο. Η ουσία του είναι η ύπαρξή του. «Η ουσία του ανθρώπου δεν είναι το πνεύμα, αλλά η ύπαρξη». Ο άνθρωπος δεν έχει καμμία ουσία: Δίνεται ολότελα στο γεγονός πως υπάρχει. Δεν μπορούμε να θέσουμε στον άνθρωπο το ερώτημα του «τί πράγμα», όπως συμβαίνει με τα πράγματα, αλλά μόνον το ερώτημα του «ποιος».       

Καθότι λοιπόν ταυτότης ουσίας και υπάρξεως, ο άνθρωπος φαίνεται να προσφέρει ένα νέο κλειδί στο πρόβλημα του Είναι. Για να γίνει κατανοητή η γοητεία αυτού του σχεδίου, πρέπει να θυμηθούμε πως για την παραδοσιακή μεταφυσική, ο θεός ήταν το ον στο οποίο συνέπιπταν ουσία και ύπαρξη, στο οποίο σκέψη και πράξη ήταν ταυτόσημες και πως ερμηνευόταν γι’ αυτό σαν ουράνια βάση του γήϊνου Είναι.

Ήταν ακριβώς μια προσπάθεια να γίνει ο άνθρωπος άμεσα, ο «Κύριος του Είναι». Ο Χάϊντεγκερ το ονομάζει «πρωτείο όντικο-οντολογικό του Dasein». Είναι ένας ορισμός που δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε πως ο άνθρωπος τοποθετείται ακριβώς στην θέση στην οποία υπήρχε παραδοσιακά ο θεός.

Ο Χάϊντεγκερ ονομάζει το ΕΙΝΑΙ του ανθρώπου Dasein (υπάρχω τώρα). Αυτή η ορολογία τού επιτρέπει να αποφύγει την χρησιμοποίηση του όρου «άνθρωπος». Ο σκοπός είναι να μειωθεί ο άνθρωπος σε μια σειρά τρόπων του Είναι φαινομενολογικά επιδείξιμων. Χάνοντας τοιουτοτρόπως όλες εκείνες τις ανθρώπινες πλευρές για τις οποίες ο Kant είχε δώσει μερικά πρόχειρα σκίτσα: Όπως η ελευθερία, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου και η νόηση. Χαρακτήρες οι οποίοι πηγάζουν όμως από τον ανθρώπινο αυθορμητισμό και δεν μπορούν να αποδειχθούν φαινομενολογικώς, επειδή είναι αυθόρμητοι. Επειδή είναι κάτι διαφορετικό από τυπικές λειτουργίες του Είναι και επειδή ο άνθρωπος σ’ αυτούς τους χαρακτήρες βλέπει να εμφανίζεται κάτι διαφορετικό από τον εαυτό του.

Η οντολογική σύλληψη του Χάϊντεγκερ κρύβει μια λειτουργικότητα αρκετά όμοια με τον ρεαλισμό του Χόμπς. Εάν ο άνθρωπος μειώνεται μόνον στο γεγονός πως αυτός είναι, πως δεν είναι τίποτε άλλο από τους τρόπους υπάρξεώς του ή από τις λειτουργίες του στον κόσμο (ή στην κοινωνία, για τον Χομπς) τότε τόσο η Χαϊντεγκεριανή λειτουργικότης όσο και ο ρεαλισμός του Χομπς τελικώς διαγράφουν ένα ανθρωπολογικό μοντελό, στο εσωτερικό του οποίου ο άνθρωπος θα λειτουργούσε ακόμη καλύτερα, διότι θα ήταν «απελευθερωμένος» από κάθε αυθορμητισμό.

Αυτός ο λειτουργικός ρεαλισμός, στον οποίο ο άνθρωπος εμφανίζεται σαν ένα συνοθύλευμα τρόπων υπάρξεως, είναι από την Αρχή του αυθαίρετος, καθώς η επιλογή των τρόπων δεν καθοδηγείται από καμμία ιδέα του ανθρώπου. Στη θέση του ανθρώπου έχει μπει ο «εαυτός» (selbst), καθώς το Dasein (η χρονική ύπαρξη, το Είναι του ανθρώπου) έχει σαν ιδιαιτερότητα ότι γι’ αυτόν «περιμένει το Είναι του».

Αυτός ο στοχασμός του Dasein μπορεί να γίνει κατανοητός «υπαρξιακά», και αυτό είναι όλο όσο απομένει από την δύναμη και την ανθρώπινη ελευθερία.

Μετά τον Χάϊντεγκερ φιλοσοφία σημαίνει πλέον την προσπάθεια κατανοήσεως της ιδίας υπάρξεως: «Η δική μας μελέτη της καθαυτής φιλοσοφικής έρευνας πρέπει να γίνει υπαρξιακά κατανοητή σαν μια δυνατότης υπάρξεως του υπάρχοντος Dasein». Η φιλοσοφία είναι η πιο υψηλή δυνατότης υπάρξεως του Dasein. Πράγμα που δεν είναι τίποτε άλλο από μία επαναβεβαίωση του πρωτείου του «βίου θεωρητικού» του Αριστοτέλη, της στοχαστικής στάσεως αξιολογημένης σαν την πιο υψηλή δυνατότητα του ανθρώπου. Αυτό είναι ακόμη πιο βαρύ σε συνέπειες, καθώς στην φιλοσοφία του Χάϊντεγκερ ο άνθρωπος, εφόσον διαθέτει ουσία και ύπαρξη ταυτόσημες, γίνεται ένα είδος summum ens, ενός «Κυρίου του Είναι». Μετά την αποκάλυψη πως εκείνο το Είναι που μέχρι τώρα ήταν ταυτισμένο με τον Θεό, είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο άνθρωπος, συμπεραίνεται πως ένα τέτοιο Είναι είναι ανίκανο και πως δεν υπάρχει κανείς «Κύριος του Είναι», οπότε δεν απομένει τίποτε άλλο από κάποιους αναρχικούς τρόπους υπάρξεως!

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Hannah Arendt – ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ (KIERKEGAARD)

>Hannah Arendt

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: KIERKEGAARD

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ.

Με τον Κίρκεγκαρντ ξεκινά ουσιαστικά η μοντέρνα φιλοσοφία της υπάρξεως. Δεν υπάρχει ούτε ένας φιλόσοφος της υπάρξεως στον οποίο να μην είναι εμφανής η επιρροή του! Είναι γνωστό πως ξεκινά απο μια κριτική στον Hegel (και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, από την σιωπή του για τον Σέλλινγκ, του οποίου γνώριζε την ύστερη φιλοσοφία μέσα από τα μαθήματά του). Στο Εγελιανό σύστημα που απαιτούσε να συλλάβει και να εξηγήσει το «Όλον», αντιθέτει τον «μοναδικό», το ανθρώπινο άτομο που δεν έβρισκε ούτε θέση ούτε νόημα στο όλον, που βρισκόταν κάτω από την επιρροή του πνεύματος του κόσμου. Με άλλους όρους, ο Κίρκεγκαρντ ξεκινά από την συνθήκη της αλλοτριώσεως του ατόμου σ’ έναν κόσμο τόσο ξεκαθαρισμένο από την νόηση. Σε σχέση μ’ έναν κόσμο τόσο φωτισμένο η μοναδικότης βρίσκεται σε συνεχή αντίφαση, καθώς η υπαρξίς της – δηλαδή το απλό γεγονός της τυχαίας της υπάρξεως (το γεγονός πώς ακριβώς εγώ, και όχι ένας άλλος, είμαι και ακριβώς εγώ είμαι αντί να μην υπάρχω) – δεν μπορεί να προβλεφθεί απο την νόηση ούτε μπορεί να μειωθεί σε κάτι που απλώς σκεπτόμαστε.

Έτσι, το μόνο πράγμα για το οποίο μπορώ να είμαι σίγουρος μ’ έναν αναμφίβολο τρόπο είναι αυτή ακριβώς η ύπαρξη που είμαι σε κάθε στιγμή και την οποία δεν μπορώ να κατανοήσω νοητικώς. Το καθήκον του ανθρώπου λοιπόν είναι να «γίνει υποκειμενικός», να γίνει ένα όν που υπάρχει συνειδητά και το οποίο συλλαμβάνει σταθερά τις παράδοξες συνέπειες που έχει η ζωή του στον κόσμο. Όλα τα βασικά προβλήματα της φιλοσοφίας, π.χ. της αθανασίας της ψυχής, της ελευθερίας του ανθρώπου, της ενότητος του κόσμου, όλες δηλαδή οι απορίες, των οποίων ο Kant είχε αποδείξει τον αντινομικό τους χαρακτήρα στις αντινομίες του Καθαρού λόγου, μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνον σαν «υποκειμενικές αλήθειες», δεν μπορούν όμως να γίνουν κατανοητές από μια αντικειμενική οπτική γωνία.

Ο Σωκράτης γίνεται το πρωτότυπο του «υπαρξιακού» φιλοσόφου με εκείνον τον λόγο «εάν υπάρχει μια αθανασία…..». «Μήπως αμφιβάλει και αυτός;» συνεχίζει ο Κίρκεγκαρντ, σε μια από τις πιο μεγάλες ερμηνείες που υπάρχουν μέσα στο έργο του, τόσο γεμάτο από τέτοιες στιγμές.

«Καθόλου, πάνω σ’αυτό το «εάν» αφιέρωσε όλη του τη ζωή, αντιμετώπισε τον θάνατο. Η Σωκρατική αγνωσία ήταν μ’ αυτόν τον τρόπο η έκφραση του γεγονότος πως η αιώνια αλήθεια σχετίζεται με κάποιον υπαρκτό και πρέπει να γίνει γι’ αυτόν τον λόγο, γι’αυτόν, το παράδοξο όλης του της ζωης όσο αυτή διαρκεί».

Γι’ αυτό η καθολικότης, η οποία είχε απασχολήσει την φιλοσοφία μέσα στα πλαίσια της καθαρής γνώσεως, πρέπει να έλθει σε πραγματική σχέση με τον άνθρωπο. Αυτή η σχέση θα παραμείνει πάντοτε μια μοναδικότης. Μέσα στο εσωτερικό αυτού του παραδόξου το άτομο μπορεί να συλλάβει το καθόλου, μπορεί να αποτελέσει περιεχόμενο της υπάρξεώς του και να ζήσει γι’ αυτό μια παράδοξη ύπαρξη, όπως ακριβώς ο Κίρκεγκαρντ μας περιγράφει τον εαυτό του. Στην παράδοξη ύπαρξη ο άνθρωπος φτάνει να πραγματοποιήσει πρακτικώς την αντίφαση σύμφωνα με την οποία, εάν η καθολικότης θέλει να γίνει πραγματικότης και γι’ αυτό να απαιτήσει σημασία για τον άνθρωπο, τότε τοποθετείται σαν μοναδικότης. Στην συνέχεια ο Κίρκεγκαρντ ερμήνευσε μια τέτοια ύπαρξη μέσα από την κατηγορία της «Εξαιρέσεως», η εξαίρεσις δηλαδή σε σύγκριση με την γενική μεσαία καθημερινή ύπαρξη, στην οποία ο άνθρωπος πραγματοποιείται μόνον επειδή ο θεός τον κάλεσε για να φανερώσει σ’ αυτόν το παράδειγμα της παράδοξης ζωής του ανθρώπου μέσα στον κόσμο!

Στην εξαίρεση ο άνθρωπος, καθότι Μοναδικότης, πραγματοποιεί τις καθολικές δομές της υπάρξεως. Είναι χαρακτηριστικό όλης της φιλοσοφίας της υπάρξεως πως με τον όρο «υπαρκτικό» (existentiell) περιλαμβάνει κατά βάθος αυτό που ο Κίρκεγκαρντ εννοούσε με την κατηγορία της εξαιρέσεως. Στην υπαρκτική στάση το πρόβλημα είναι η πραγματοποίηση (σε αντίθεση με τον απλό στοχασμό) των καθολικών δομών της ζωής.

Το πάθος της υποκειμενικότητος ανάβει στο Κίρκεγκαρντ με την αγωνία απέναντι στον θάνατο, απέναντι σ`ένα γεγονός στο οποίο είμαι στα σίγουρα μόνος, μια μοναδικότης χωρισμένη από την μεσαία καθημερινή ζωή. Η σκέψη του θανάτου γίνεται «πράξη», διότι σ’ αυτή ο άνθρωπος γίνεται υποκειμενικός, χωρίζει από τον κόσμο και την καθημερινή ζωή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Από μια ψυχολογική οπτική γωνία ετούτη η εσωτερική στοχαστική τεχνική βασίζεται απλώς στην προϋπόθεση ότι, μαζί με την σκέψη πως μια μέρα δεν θα υπάρχω πλέον, θα σβύσει και το ενδιαφέρον γι’ αυτό που υπάρχει. Είναι ένα χαρακτηριστικό της μοντέρνας φιλοσοφίας πως αυτή η προϋπόθεση έγινε αποδεκτή χωρίς καμία εξέταση, από ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Πάνω σ’ αυτή την προϋπόθεση δεν βασίζεται μόνον η μοντέρνα «εσωτερικότης» αλλά και εκείνος ο λίγο φανατικός τρόπος -ο οποίος ξεκινά και αυτός από τον Κίρκεγκαρντ- να ληφθεί στα σοβαρά η «στιγμή» και να θεωρηθή σαν η μοναδική βεβαίωση της υπάρξεως, δηλ. της πραγματικότητος.

Αυτή η καινούρια σοβαρότης απέναντι στη ζωή με αφετηρία της τον θάνατο δεν εμπλέκει αναγκαίως ένα Ναί στη ζωή ή στην ύπαρξη τού ανθρώπου σαν ανθρώπου. Μόνον ο Νίτσε και μετά απ’ αυτόν ο Γιάσπερς βάσισαν ξεκάθαρα την φιλοσοφία τους πάνω σ’ ένα τέτοιο Ναί. Αυτός δε είναι και ο λόγος για τον οποίο, ξεκινώντας από τους φιλοσοφικούς τους στοχασμούς, υπάρχει η δυνατότης μιας θετικής προόδου πρός την φιλοσοφία. Ο Κίρκεγκαρντ και ακολουθώντας την γραμμή του ο Χάϊντεγκερ, ερμήνευσαν πάντοτε τον θάνατο σαν την αυθεντική «αντίρρηση» προς το είναι του ανθρώπου, σαν την απόδειξη του «μηδενισμού» του- ιδιαιτέρως εκεί όπου η Χαϊντεγκεριανή ανάλυση του θανάτου και όλων των πλευρών της ανθρώπινης ζωής που συνδέονται μαζί του υπερέχει της αντιστοίχου αναλύσεως τού Κίρκεγκαρντ.

Είναι ξεκάθαρο όμως πως η χαρακτηριστική εσωτερική πράξη του Κίρκεγκαρντ, το ότι «γίνεται υποκειμενικός», οδηγεί κατευθείαν έξω από την φιλοσοφία. Αυτή η πράξη αφορά την φιλοσοφία μόνον στο μέτρο που μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε τους φιλοσοφικούς λόγους της επαναστάσεως του φιλοσόφου εναντίον της φιλοσοφίας. Παρομοίως, παρότι ανήκει στο άλλο άκρο, είναι και η περίπτωση του Μάρξ, ο οποίος περιορίζει με την σειρά του τις φιλοσοφικές του θέσεις στην ομολογία πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και επομένως πρέπει να σταματήσει να τον ερμηνεύει. Και οι δυό τους έχουν κοινή την επιθυμία να περάσουν κατευθείαν στην πράξη και το ότι δεν συνέλαβαν ποτέ τους την ιδέα, αφού ξεκίνησαν να αμφιβάλλουν για την σκοπιμότητα του στοχασμού και να απελπίζονται γύρω από την δυνατότητα κάθε γνώσεως καθαρά στοχαστικής, να ξαναρχίσουν την φιλοσοφία από νέες βάσεις. Σαν αποτέλεσμα ο Κίρκεγκαρντ κατέφυγε στην ψυχολογία με τον σκοπό να περιγράψει την εσωτερική πράξη και ο Μάρξ σε μια πολιτική επιστήμη σχετική με την εξωτερική πράξη. Όμως μέ αυτή τη διαφορά. Ότι ο Μάρξ δέχθηκε τελικώς την σιγουριά της Εγελιανής φιλοσοφίας, τροποποιώντας την πολύ λιγότερο από ότι νομίζουμε για να την «επαναφέρει με το κεφάλι ψηλά». Ότι ο Μαρξ αντάλλαξε την Εγελιανή αρχή τού πνεύματος με την Μαρξιστική αρχή της ύλης, υπήρξε πολύ λιγότερο σημαντικό για την φιλοσοφία από το γεγονός πως ξανασιγούρεψε την ενότητα του κόσμου και του ανθρώπου με δογματικό τρόπο, καθαρά υποθετικό και γι’ αυτό καθόλου πειστικό για τους μοντέρνους ανθρώπους.

Ο Κίρκεγκαρντ είναι πιό σημαντικός από τον Μαρξ για την εξέλιξη και τη συνέχεια της φιλοσοφίας διότι δεν σταμάτησε να απελπίζεται με την φιλοσοφία. Από αυτόν προήλθαν όλα τα καινούρια περιεχόμενα, τα οποία είναι συγκεκριμένα: ο θάνατος, καθώς εξασφαλίζει την αρχή της εξατομικεύσεως (principium inviduationis), καθώς ο θάνατος παρότι είναι ότι πιό καθολικό υπάρχει με συναντά αναπόφευκτα μόνο. Η τύχη, καθώς εξασφαλίζει την πραγματικότητα σαν απλό δεδομένο, η οποία με νικά και με πείθει μέσα από το απρόβλεπτο γεγονός της και την αδυναμία της σκέψης να την συλλάβει . Η ενοχή, καθώς είναι κατηγορία κάθε ανθρώπινης πράξεως και η οποία πράξη είναι αόριστη όχι λόγω τού κόσμου, αλλά από μόνη της, καθότι αναλαμβάνω πάντοτε ευθύνες πού ξεπερνούν τον ορίζοντά μου και έτσι αποφασίζοντας, είμαι πάντοτε αναγκασμένος να εγκαταλείπω κάτι. Η ενοχή λοιπόν είναι ο τρόπος μέσω τού οποίου εγώ ο ίδιος γίνομαι πραγματικός, μέσω του οποίου σχετίζομαι με την πραγματικότητα.

Τα νέα περιεχόμενα της φιλοσοφίας αναδύονται ξεκάθαρα για πρώτη φορά με τον Γιάσπερς στην «ψυχολογία των οραμάτων του κόσμου» και με την μορφή των «οριακών – καταστάσεων», καταστάσεων στις οποίες ο άνθρωπος βρίσκεται λόγω της αντινομικής δομής της υπάρξεώς του και οι οποίες μπορούν να δώσουν αυθεντικές ωθήσεις στην φιλοσοφική του δραστηριότητα. Από αυτό του το έργο ήδη, με το οποίο πρωτοεμφανίζεται φιλοσοφικά, ο Γιάσπερς προσπαθεί να βασίσει σ’ αυτές τις καταστάσεις έναν νέο τύπο φιλοσοφίας, και στά περιεχόμενα που προέρχονται από τον Κίρκεγκαρντ, προσθέτει ένα άλλο, το οποίο μερικές φορές ονομάζει πάλη, μερικές αγάπη, και το οποίο θα γίνει γι’ αυτόν στη συνέχεια, στην θεωρία της «επικοινωνίας», η νέα μορφή επικοινωνίας της φιλοσοφίας. Αντιτιθέμενος στον Γιάσπερς και χρησιμοποιώντας αυτά τα νέα περιεχόμενα, ο Χάϊντεγκερ προσπαθεί να ξαναδώσει ζωή στην συστηματική φιλοσοφία, ακριβώς δε με το παραδοσιακό της νόημα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Hannah Arendt (3)

>

Συνέχεια και τέλος δευτέρου κεφαλαίου

Διαλύοντας την αρχαία έννοια τού Είναι, ο Κάντ είχε κατά Νού να ξαναδώσει την αυτονομία στον άνθρωπο, αυτό που ονόμαζε την αξιοπρέπεια τού ανθρώπου. Είναι ο πρώτος φιλόσοφος πού θέλησε να κατανοήσει ολόκληρο τον άνθρωπο ξεκινώντας από τον νόμο του και να τον αφαιρέσει από την γενική οντολογική συνάφεια μέσα στην οποία δεν ήταν άλλο από ένα πράγμα ανάμεσα στα άλλα – ακόμη και όταν τίθεται αντιμέτωπος όπως η res cogitans στην res extensa. Συμφωνώντας με τον Λέσσινγκ, η ωριμότης του ανθρώπου υποδεικνύεται στη σκέψη και δεν είναι τυχαίο πως μία τέτοια φιλοσοφική δήλωση συμπίπτει με την Γαλλική Επανάσταση. Ο Κάντ είναι εξάλλου ο φιλόσοφος της Γαλλικής Επαναστάσεως. Για την εξέλιξη του ΧΙΧ αιώνος αποφασιστικής σημασίας το γεγονός πως δεν χάθηκε τίποτα από την νέα επαναστατική έννοια της Citoyen (ιθαγένεια), όπως και για την εξέλιξη της μετα-Καντιανής φιλοσοφίας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας το γεγονός πως δεν χάθηκε στα γρήγορα αυτή η έννοια του ανθρώπου, παρότι ήταν στην αρχή της αναπτύξεώς της ακόμη.

Η Καντιανή διάλυση της αρχαίας έννοιας του Είναι έμεινε στη μέση του δρόμου. Διέλυσε την αρχαία ταυτότητα Είναι και Σκέψης και μαζί μ’ αυτή, την ιδέα της προκαθορισμένης αρμονίας ανάμεσα στον άνθρωπο και στον κόσμο. Αυτό όμως που δεν διέλυσε, αλλά αντιθέτως διατήρησε, είναι η έννοια -και αυτή με τη σειρά της αρχαία και παραδοσιακώς δεμένη στην έννοια της αρμονίας- του Είναι σαν κάτι δοσμένο, στους νόμους του οποίου ο άνθρωπος υπόκειται. Ο άνθρωπος μπόρεσε να ανεχθεί μια τέτοια Ιδέα μόνο μέχρις ότου είχε, μέσα σ’ ένα αίσθημα ασφάλειας και συγγένειας με τον κόσμο, τουλάχιστον τη βεβαιότητα πως μπορεί να γνωρίσει το Είναι και το Γίγνεσθαι του κόσμου. Πάνω σ’ αυτό βρήκε στήριγμα –μέχρι τον ΧΙΧ αιώνα, δηλαδή μέχρι την αποθεώση του Ρομάντζου- η αρχαία έννοια, τυπικώς Δυτική της μοίρας. Χωρίς αυτή την αλαζονεία δεν θα ήταν δυνατή ούτε η τραγωδία ούτε η Δυτική φιλοσοφία. Ακόμη και ο Χριστιανισμός δεν αρνήθηκε στον άνθρωπο την δυνατότητα μιας κατανοήσεως του σχεδίου της Θείας Σωτηρίας, και εδώ λίγο μας ενδιαφέρει εάν αυτή την κατανόηση την οφείλει στην νόησή του, όμοια με την Θεία, και όχι τόσο στην Θεία αποκάλυψη. Σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος μυείται στα μυστήρια του κόσμου και εισέρχεται στο κοσμικό γίγνεσθαι.

Αυτό που ισχύει για την διάλυση της αρχαίας έννοιας του Είναι από μέρους του Κάντ ισχύει ακόμη περισσότερο για την νέα έννοια της ελευθερίας του ανθρώπου, στην οποία διαγράφεται ήδη η πιο μοντέρνα δουλεία του ανθρώπου. Κατά τον Κάντ ο άνθρωπος έχει βεβαίως την δυνατότητα να καθορίσει τις πράξεις του ξεκινώντας από την ελευθερία μιας καλής θελήσεως, αλλά αυτές οι πράξεις πέφτουν κάτω από την νομοθεσία της φυσικής αιτιότητος, ενός κράτους ξένου εντελώς προς τον άνθρωπο, ως προς την ουσία του. Έξω λοιπόν από την υποκειμενικότητα, δηλαδή από την ελευθερία, οι ανθρώπινες πράξεις εισέρχονται στη σφαίρα της αντικειμενικότητος, δηλαδή στην αιτιότητα, και χάνουν τον ελεύθερο χαρακτήρα τους. Ο άνθρωπος, ελεύθερος καθεαυτός, είναι παραδομένος χωρίς καμμιά ελπίδα στην τάξη της φύσεως η οποία του είναι ξένη, δηλαδή σε μια μοίρα που του αντιτίθεται και η οποία καταστρέφει την ελευθερία του. Εδώ εκφράζεται για άλλη μια φορά η αντινομική δομή της υπάρξεώς του, στο μέτρο που αυτή ξετυλίγεται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Ανακηρύσσοντας τον άνθρωπο μέτρο και κύριο του Είναι, ο Κάντ τον μειώνει ταυτόχρονα στο επίπεδο ενός σκλάβου του Είναι. Εναντίον αυτής της μειώσεως ακριβώς διαμαρτυρήθηκαν όλοι οι φιλόσοφοι από τον Σέλλινγκ κι ύστερα. Μ’ αυτή την υποβάθμιση του ανθρώπου, αμέσως μόλις εκλήθη στην ωριμότητα, ασχολείται η μοντέρνα φιλοσοφία μέχρι σήμερα. Φαίνεται σαν να μην έχει ανέβει ποτέ τόσο ψηλά ο άνθρωπος και την ίδια στιγμή, πως δεν έχει πέσει ποτέ του τόσο χαμηλά μέχρι τώρα.

Από τον Kant κι’ έπειτα όλη η φιλοσοφία διαθέτει από το ένα μέρος ένα στοιχείο αλαζονείας, από το άλλο, μια ιδέα της μοίρας. Ο ίδιος ο Μαρξ δηλώνοντας πως δεν ήθελε να ερμηνεύσει πλέον τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει, βρέθηκε στο όριο ακριβώς μιας νέας έννοιας του Είναι και του κόσμου, στην οποία Είναι και κόσμος δεν αναγνωρίζονται πλέον σαν δεδομένοι, αλλά σαν πιθανά ανθρώπινα προϊόντα! Όμως κατέφυγε πολύ σύντομα σε ένα αρχαίο και σίγουρο καταφύγιο, δηλώνοντας πως η ελευθερία ήταν η κατανόηση της ανάγκης, προσφέροντας μ’ αυτόν τον τρόπο στον άνθρωπο, ο οποίος με την βοήθειά του είχε χάσει επίσης την υπερηφάνειά του, μια αξιοπρέπεια την οποία κατά βάθος δεν ήξερε τι να την κάνει.

L’ amor fati του Νίτσε, η αποφασιστικότης (entschlossenheit) του Χάιντεγκερ, η επιμονή του Καμύ –ο οποίος θέλει να αποκτήσει εμπειρία της ζωής παρόλο τον παραλογισμό της ανθρώπινης κατάστασης (condition humaine), αποτέλεσμα του γεγονότος πως ο άνθρωπος δεν έχει πατρίδα- όλα αυτά δεν είναι παρά προσπάθειες να καταφύγουμε σε μια βεβαιότητα. Δεν είναι τυχαίο πως η ηρωική χειρονομία έγινε, μετά τον Νίτσε, η τυπική συμπεριφορά της φιλοσοφίας. Χρειάζεται στα σίγουρα μια κάποια δόσις ηρωισμού για να ζήσουμε στον κόσμο έτσι όπως τον άφησε ο Kant. Με την ηρωική τους πόζα, οι πιο σύγχρονοι φιλόσοφοι, δεν δείχνουν τίποτε άλλο, παρά ότι κατόρθωσαν να ακολουθήσουν μέχρι τέλους και σε πολλές κατευθύνσεις μάλιστα, την σκέψη του Καντ, αλλά ότι επίσης δεν κατόρθωσαν να προχωρήσουν ούτε ένα βήμα μπρος, ενώ δυστυχώς, άτακτα και απογοητευτικά οι περισσότεροι υποχώρησαν μερικά βήματα πιο πίσω. Διότι όλοι τους, με την μόνη μεγάλη εξαίρεση του Γιάσπερς, εγκατέλειψαν αργά ή γρήγορα την βασική έννοια του Κάντ, εκείνη της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Με την απαίτηση να έχει αποκτήσει «τον αληθινό Κύριο του Είναι», ο Σέλλινγκ ήθελε να ξαναπάρει μέρος στα πράγματα του κόσμου από τον οποίο ο ελεύθερος άνθρωπος είχε αποκλειστεί μετά τον Kant. Ο Σέλλινγκ καταφεύγει και αυτός ακόμη σ’ έναν φιλοσοφικό θεό, διότι δεχόταν από τον Κάντ «το γεγονός της πτώσεως», χωρίς να διαθέτει όμως την εκπληκτική διαθεσιμότητα του Κάντ να μένει εύκολα ευχαριστημένος μ’ αυτό το γεγονός. Καθότι αυτή η εκπληκτική για μας, διαθεσιμότητα του Κάντ, οφείλεται μόνον στο γεγονός πως είχε σταθερές ρίζες σε μία παράδοση στην οποία η φιλοσοφία ήταν στην ουσία της ταυτόσημη με τον στοχασμό – μία παράδοση την οποία ο Κάντ, σχεδόν ασυνείδητα συνεισέφερε στην καταστροφή της. Η «θετική φιλοσοφία» του Σέλλινγκ ψάχνει καταφύγιο δίπλα στον θεό, έτσι ώστε αυτός να αντιμετωπίσει «το δεδομένο γεγονός της πτώσεως» ή –με άλλα λόγια– έτσι ώστε ο θεός να χορηγήσει ξανά στον άνθρωπο μια πραγματικότητα, από την στιγμή που η πραγματικότης που διέθετε χάθηκε την στιγμή που βρέθηκε ελεύθερος.

Όταν ομιλούμε για φιλοσοφία της υπάρξεως γενικώς, αποσιωπούμε τον Σέλλινγκ και αυτό οφείλεται στο ότι κανείς φιλόσοφος δεν πήρε τον δρόμο προς την λύση των αποριών του Κάντ, ανάμεσα στην υποκειμενική ελευθερία και στην αντικειμενική ανελευθερία. Αντί να δοκιμάσουν μια «θετική φιλοσοφία», δοκίμασαν, με την μόνη εξαίρεση του Νίτσε, να ξαναερμηνεύσουν τον άνθρωπο έτσι ώστε να μπορέσει να βρει την θέση του σ’ έναν κόσμο που του αφαίρεσε την αξιοπρέπεια. Θέλησαν, το ναυάγιο του ανθρώπου, να αποτελεί μέρος του Είναι του και να μην αποτελεί μόνον την μοίρα του. Θέλησαν το ναυάγιο να μην έχει προκληθεί από μία εχθρική Φύση, καθώς καθορίζεται απολύτως από τον νόμο της αιτίας, αλλά να ‘χει γραφτεί στην ουσία του ανθρώπου. Γι’ αυτόν τον λόγο εγκατελείφθηκαν οι καντιανές έννοιες της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως ακριβώς εγκατελείφθη επίσης το σχέδιο της ανθρωπότητος σαν ρυθμιστικής Αρχής όλων των πολιτικών πράξεων και από εδώ ακριβώς προέρχεται ο βαρύς τόνος που χαρακτηρίζει, μετά τον Κίρκεγκαρντ, όλη την λιγότερη επιφανειακή φιλοσοφία. Κατά βάθος φαινόταν πιο ευχάριστο να είμαστε υποδουλωμένοι στην «κένωση» (verfallen), σαν στον νόμο της ανθρώπινης εσωτερικότητος, παρά να καταστραφούμε σ’ έναν αλλότριο κόσμο, καθορισμένο από τον νόμο της αιτιότητος.

(Συνεχίζεται)

—————————————————

Σχόλιο: Σ’ αυτό το σημείο νομίζουμε “αναγκαία” μια διευκρίνιση. Η Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία αποκάλυψε τον Νού και τον Λόγο. Η Ρωμαϊκή και Σχολαστική της “συνέχεια” εργάστηκε με την Νόηση και την πραγματικότητα! Ο Γερμανικός Ιδεαλισμός μείωσε την φιλοσοφία με την σειρά του στην έννοια και στο υποκείμενο, στην αναπαράσταση, στην σκέψη! Τέλος η σημερινή φιλοσοφία με τον υπαρξισμό και τον πραγματισμό μειώνει εκ νέου την φιλοσοφία στην λογική και στο τίποτα! Στο Μηδέν από όπου δημιουργηθήκαμε και στο οποίο ελεύθερα επιστρέφουμε, νομοτελειακά, εφόσον δεν κατορθώσαμε να χωρίσουμε καν το καλό από το κακό.

Αμέθυστος

>Hannah Arendt (2)

>

Η ΚΑΝΤΙΑΝΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΕΝΟΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η λέξη “ύπαρξη” με την μοντέρνα έννοια εμφανίζεται για πρώτη φορά, στον τελευταίο Σέλλινγκ. Γνώριζε επακριβώς εναντίον αυτού που επαναστατούσε όταν αντέκρουσε την «αρνητική φιλοσοφία», την φιλοσοφία της καθαρής σκέψης, με την «θετική φιλοσοφία», η οποία «προοδεύει από την ύπαρξη και την κατέχει μόνον στη μορφή του καθαρού “τί”»! Γνώριζε πως μ’ αυτόν τον τρόπο ο φιλόσοφος έλεγε αντίο στην «στοχαστική ζωή». Γνώριζε πως «η επανάσταση είχε ξεκινήσει από το Εγώ», διότι σε μια τέτοια φιλοσοφία της καθαρής σκέψης, η οποία δεν ήταν πλέον ικανή να «εξηγήσει το τυχαίο και την ουσιαστική πραγματικότητα των πραγμάτων», «η απόλυτη απελπισία τον είχε κατακυριεύσει». Όλο το μοντέρνο παράλογο, όλη η μοντέρνα εχθρότης προς το πνεύμα και την νόηση βασίζονται σ’ αυτή την απελπισία!

Η μοντέρνα φιλοσοφία ξεκινά με την αναγνώριση πως το τί πράγμα δεν είναι ικανό να εξηγήσει το τί, ξεκινά με το τρομακτικό σοκ μιας πραγματικότητος κενής καθ’ εαυτής! Όσο περισσότερο η πραγματικότης στερείται κάθε ποιότητος, τόσο γυμνό και αμεσολάβητο αποκαλύπτεται αυτό που είναι το μόνο ενδιαφέρον σ’ αυτή: Ότι αυτή είναι! Γι’ αυτόν τον λόγο από το ξεκίνημά της η μοντέρνα φιλοσοφία υμνεί το τυχαίο σαν το στοιχείο με το οποίο η πραγματικότης, ανυπολόγιστη, απρόβλεπτη και άρρητη, επιτίθεται κατευθείαν στον άνθρωπο. Γι’ αυτόν τον λόγο αρχίζουν να υπολογίζονται οι «οριακές καταστάσεις» (Γιάσπερς), αυτές που ωθούν τον άνθρωπο να φιλοσοφήσει: Ο θάνατος, η ενοχή, η μοίρα, το τυχαίο, διότι σε όλες αυτές τις εμπειρίες η πραγματικότης φαίνεται αναπόφευκτη, αμείωτη, στο επίπεδο της σκέψης. Εδώ ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την εξάρτησή του – εξάρτηση όχι από κάτι ιδιαίτερο ούτε καν από την θνητότητά γενικώς, αλλά εξάρτηση από το γεγονός πως υπάρχει.

Εξάλλου, επειδή ακριβώς η ουσία δεν έχει καμμία σχέση με την ύπαρξη, η μοντέρνα φιλοσοφία απομακρύνεται από τις επιστήμες οι οποίες ερευνούν το τί πράγμα των όντων. Με κιρκεγκαρντιανούς όρους, η αντικειμενική αλήθεια της επιστήμης είναι εντελώς αδιάφορη, καθώς παραμένει αδιάφορη απέναντι στο γεγονός της υπάρξεως. Αλλά και η υποκειμενική αλήθεια, η αλήθεια αυτού που υπάρχει, είναι ένα παράδοξο, καθώς δεν μπορεί ποτέ της να γίνει αντικειμενική και να έχει καθολική ισχύ. Εάν το Είναι και η σκέψη δεν είναι πια ταυτόσημα, ένα και το αυτό πράγμα, εάν μέσω της σκέψης δεν μπορώ να διευκρινίσω την ουσιώδη πραγματικότητα των πραγμάτων, από την στιγμή που η φύσις των πραγμάτων δεν σχετίζεται καθόλου με την πραγματικότητά τους, πολύ λίγο μπορεί να ενδιαφέρει το τι πράγμα είναι η επιστήμη: Σε κάθε περίπτωση η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την αλήθεια, τουλάχιστον την αλήθεια που τον ενδιαφέρει. Αυτή η απομάκρυνση από την επιστήμη έχει παρεξηγηθεί πάρα πολύ ιδίως λόγω του Κίρκεγκαρντ, σαν μια στάση η οποία προέκυψε από τον Χριστιανισμό. Τώρα όμως αυτή εδώ η φιλοσοφία η οποία έχει τόσο ενδιαφέρον για την πραγματικότητα, δεν ταράζεται και πολύ από το γεγονός πως στην προοπτική ενός άλλου πιο αληθινού κόσμου, η ενασχόληση με τα πράγματα του κόσμου τούτου μπορεί να απομακρύνει τον άνθρωπο από την σωτηρία της ψυχής του. Αυτό που επιθυμεί είναι ακριβώς αυτός εδώ ο κόσμος, ένας κόσμος που τώρα ακριβώς χάνει τον πραγματικό του χαρακτήρα.

Η ενότης Είναι και σκέψης προϋποθέτει την προαποφασισμένη σύμπτωση ουσίας και υπάρξεως, δηλαδή ότι όλα όσα είναι δυνατόν να γίνουν σκέψη υπάρχουν και οτιδήποτε υπάρχει, λόγω του ότι μπορεί να γνωσθεί, είναι ορθολογικό. Αυτή η ενότης διελύθη από τον Kant, τον αληθινό πατέρα, παρότι καλά κρυμμένο, της μοντέρνας φιλοσοφίας, ο οποίος έχει παραμείνει μέχρι σήμερα ο Μυστικός Βασιληάς της! Ο Kant είχε ήδη αφαιρέσει από τον άνθρωπο την αρχαία του βεβαιότητα, οικειότητα στο εσωτερικό του Είναι, φανερώνοντας τις αντινομίες της δομής της νοήσεως και αποδεικνύοντας, στις αναλύσεις του για τις συνθετικές κρίσεις, ότι με κάθε κρίση στην οποία έχει θέση κατηγορήματος κάτι από την πραγματικότητα εμείς υπερβαίνουμε την έννοια (l’ essentia) ενός συγκεκριμένου πράγματος. Ο ίδιος ο Χριστιανισμός δεν είχε φτάσει σε τέτοια σιγουριά, απλώς την είχε ξαναερμηνεύσει (την πραγματικότητα) εν’ όψει του “θείου σχεδίου της Σωτηρίας”. Τώρα πια δεν μπορούσαμε πλέον να είμαστε σίγουροι του νοήματος ή του Είναι του Χριστιανικού γήινου κόσμου και ούτε καν του Είναι του αιωνίως παρόντος κόσμου των αρχαίων: Κατεστράφη αυτός ο ίδιος ο παραδοσιακός ορισμός της αλήθειας σαν aequatio intellectus et rei (ισοδυναμίας νοήσεως και πράγματος).

Πριν από την Καντιανή εκθεμελίωση της Δυτικής έννοιας του Είναι, ο Καρτέσιος είχε ήδη θέσει το θέμα της πραγματικότητος με ένα νόημα εντελώς μοντέρνο, για να απαντήσει όμως με έναν εντελώς παραδοσιακό τρόπο. Η ερώτηση, εάν το Είναι καθ’ εαυτό είναι, είναι μοντέρνα, ακριβώς όπως η απάντηση, cogito ergo sum, είναι αδιάφορη, διότι –όπως είχε ήδη παρατηρήσει ο Νίτσε– δεν αποδεικνύει καθόλου την ύπαρξη του ego cogitans (του σκεπτόμενου Εγώ), αλλά στην καλύτερη περίπτωση αποδεικνύει την ύπαρξη της σκέψης. Με άλλα λόγια, από το Εγώ σκέπτομαι δεν γεννιέται ποτέ το αληθινά ζωντανό Εγώ, παρά μόνον ένα Εγώ που το σκέφτηκα. Αυτό ακριβώς είναι που γνωρίζουμε από τον Kant κι έπειτα!

Η Ιστορία της εκκοσμικεύσεως εξαρτάται, περισσότερο απ’ ότι συνήθως πιστεύουμε, από την Καντιανή καταστροφή της αρχαίας ενότητος ανάμεσα στην σκέψη και σ’ αυτό που είναι. Η Καντιανή ανασκευή της οντολογικής αποδείξεως της υπάρξεως του θεού διέλυσε την ορθολογική πίστη στον θεό, μια πίστη η οποία είχε βασιστεί στην Αρχή πως ό,τι μπορώ να ανάγω ορθολογιστικά πρέπει οπωσδήποτε και να υπάρχει, μια πίστη όχι μόνο πιο αρχαία του Χριστιανισμού, αλλά ριζωμένη ακόμη περισσότερο στην ευρωπαϊκή ανθρωπότητα από την εποχή της Αναγεννήσεως. Η λεγόμενη “απο-θέωση” (Entgotterung) του κόσμου, η γνώση δηλαδή πως δεν μπορούμε να αποδείξουμε την ύπαρξη του θεού με τη βοήθεια της νοήσεως, χτυπά καίρια τις αρχαίες φιλοσοφικές έννοιες, τουλάχιστον όσο και ο Χριστιανισμός. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο χωρίς θεό, ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνευθεί ξεκινώντας από την «κατάσταση της εγκαταλείψεώς του» (verlassenheit ) ή από την “αυτονομία” (Eigenstandigkeit). Για κάθε φιλόσοφο μοντέρνο –και όχι μόνον για τον Νίτσε– ο τύπος της προκατασκευασμένης ερμηνείας γίνεται η πέτρα δοκιμής της φιλοσοφίας του!

Ο Hegel είναι για μας ο τελευταίος των αρχαίων φιλοσόφων, διότι υπήρξε ο τελευταίος που κατόρθωσε να αποφύγει τέτοιου είδους ερωτήματα. Η μοντέρνα φιλοσοφία ξεκινά με τον Σέλλινγκ, διότι δηλώνει ξεκάθαρα πως γι’ αυτόν στο παιχνίδι είναι το άτομο, το άτομο που «θέλει να έχει έναν θεό πρόνοια», έναν θεό που «είναι ο Κύριος του Είναι». Διότι «δεν είναι η καθολικότης μέσα στον άνθρωπο που ζητά την ευτυχία, αλλά το άτομο». Αυτό που μετρά πραγματικά στον Σέλλινγκ είναι «το απελευθερωμένο άτομο από κάθε καθολικότητα», δηλαδή ο πραγματικός άνθρωπος. Στην εκπληκτική της σαφήνεια, αυτή η αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας (καθόλου εύκολο να διατυπωθεί μετά την απέχθεια που είχε εκφράσει ο Kant προς την αρχαία επιθυμία ευτυχίας) περιέχει κάτι παραπάνω από μια απελπισμένη επιθυμία επιστροφής στην σίγουρη αγκαλιά της πρόνοιας. Ο Kant δεν μπόρεσε να καταλάβει πως διαλύοντας την αρχαία έννοια του Είναι, έθεσε σε αμφιβολία την πραγματικότητα όλων όσων δεν είναι ατομικά και κατά βάθος υπονοούσε αυτό που λίγο αργότερα ο Σέλλινγκ δήλωνε ανοιχτά: «Δεν υπάρχει καθολικότης, μόνο ατομικότης, και η καθολική ουσία υπάρχει μόνον εάν αυτή είναι το απόλυτο άτομο».

Αυτή η θέση, η οποία προερχόταν απευθείας από τον Καντ, κατέστρεψε μ’ ένα μόνο χτύπημα το βασίλειο των ιδεών και των καθολικών αξιών τα οποία μπορούσε να συλλάβει ο άνθρωπος με την βοήθεια της νοήσεως, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που δυσκόλευε πλέον τον άνθρωπο να αρπαχτεί από κάτι, ούτε από την νόηση, ανεπαρκέστατη για την γνώση του Είναι, ούτε από τις Ιδέες, η ύπαρξη των οποίων δεν μπορούσε να αποδειχθεί, ούτε από την καθολικότητα, καθώς η καθολικότης δεν ήταν τίποτε άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ξεκινώντας από τούτη τη στιγμή, ο όρος “υπαρκτό” (existierend) χρησιμοποιείται εναντίον αυτού που είναι μόνον προϊόν σκέψης και στοχασμού: Το συγκεκριμένο ενάντια στο αφηρημένο, το ατομικό ενάντια στο καθολικό. Αυτό σημαίνει ούτε λίγο ούτε πολύ πως η Φιλοσοφία, αφού σκέφτηκε, από τον Πλάτωνα κι έπειτα, μόνον μέσω της έννοιας, άρχισε να αμφιβάλλει απέναντι σ’ αυτή την ίδια (την έννοια). Από κει κι’ έπειτα οι φιλόσοφοι δεν κατόρθωσαν να ξετινάξουν από πάνω τους εντελώς την ψεύτική συνείδηση κάνοντας Φιλοσοφία!

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Hannah Arendt (1)

>

Τί είναι η φιλοσοφία της υπάρξεως;

Η φιλοσοφία της υπάρξεως έχει μια ιστορία παληά τουλάχιστον εκατό ετών. Ξεκίνησε με τον τελευταίο Σέλλινγκ και τον Κίρκεγκαρντ, βρήκε στον Νίτσε μια ανάπτυξη κατά μήκος δυνατοτήτων που δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη μέχρι σήμερα, καθόρισε ουσιωδώς την σκέψη του Μπεργκσόν και την λεγόμενη “φιλοσοφία της ζωής”, μέχρι να κατακτήσει στην μεταπολεμική Γερμανία, με το Σέλερ, τον Χάιντεγκερ και τον Γιάσπερς, μια αξεπέραστη συνειδητοποίηση αυτού που παίζει αληθινά στην μοντέρνα φιλοσοφία.

Πρώτα απ’ όλα ο όρος “ύπαρξη” (existenz) δεν δείχνει παρά το Είναι του ανθρώπου, ανεξαρτήτως από όλες τις ποιότητες και τις ικανότητες του ατόμου, οι οποίες ερευνώνται ψυχολογικά. Αρμόζει μέχρις εδώ και για την φιλοσοφία της υπάρξεως αυτό που είχε επισημάνει με το δίκηο του ο Χάιντεγκερ σχετικά με την φιλοσοφία της ζωής, δηλαδή πως αυτή η έκφραση ήταν τόσο μικρής σημασίας όσο και εκείνη της “βοτανικής των φυτών”. Παρόλα αυτά δεν είναι τυχαίο που η λέξη “Είναι” αντικατεστάθη από την λέξη “ύπαρξη”. Σ’ αυτή την αλλαγή ορολογίας, κρύβεται στην πραγματικότητα ένα από τα βασικότερα προβλήματα της μοντέρνας φιλοσοφίας.

Η φιλοσοφία του Hegel που, με μια πρωτοφανή πληρότητα, είχε εξηγήσει όλα τα φυσικά και ιστορικά φαινόμενα και τα είχε οργανώσει σε ένα σύνολο με μια μυστηριώδη συνάφεια –και που δεν κατορθώσαμε να ορίσουμε με σιγουριά αν επρόκειτο για μια κατοικία ή για μια φυλακή– ήταν στην πραγματικότητα η «κουκουβάγια της Αθηνάς», η οποία ξεκινά το πέταγμά της μόνον όταν πέφτει το δειλινό. Αμέσως μετά τον θάνατο του Hegel, το σύστημά του φάνηκε σαν η τελευταία λέξη σύνολης της Δυτικής φιλοσοφίας, καθώς από τον Παρμενίδη ακόμη δεν αμφέβαλλε ποτέ της πως: Το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι, δηλαδή πως το Είναι και η σκέψη είναι ταυτόσημα. Αυτό που ακολούθησε τον Hegel ήταν μια επανάσταση των φιλοσόφων ενάντια στην ταυτότητα Είναι και σκέψης ή το χάσιμο της ελπίδας σ’ αυτή την ταυτότητα!

Όλες οι σημαντικές σχολές φιλοσοφίας που υπάρχουν σήμερα είναι σχολές επιγόνων! Όλες προσπαθούν να ξαναπετύχουν την ενότητα Είναι και σκέψης!

Μικρή σημασία έχει σ’ αυτή την προσπάθεια εάν δοκιμάζουν να πετύχουν αυτή την αρμονία ονομάζοντας κυρίαρχη την ύλη ή το πνεύμα. Όπως έχει μικρή σημασία επίσης πως, παίζοντας με τον όρο (Aspekt) “άποψις”, δοκιμάζουν να ιδρύσουν ένα όλον Σπινοζικού χρώματος.

Πρώτο κεφάλαιο

Η προσπάθεια ανοικοδομήσεως μέσω της Φαινομενολογίας

Ανάμεσα στους επιγόνους του Hegel, τα τελευταία εκατό χρονιά, τα πιο μοντέρνα και ενδιαφέροντα φιλοσοφικά ρεύματα είναι ο πραγματισμός και η φαινομενολογία. Πάνω απ’ όλα η φαινομενολογία άσκησε στην σύγχρονη φιλοσοφία μια τέτοια επιρροή που δεν μπορεί να είναι τυχαία, η οποία δεν εξαρτάται αποκλειστικώς από την μέθοδό της. Ο Χούσερλ έθεσε σαν στόχο να ξαναδέσει την αρχαία σχέση ανάμεσα στο Είναι και στην σκέψη, η οποία είχε εξασφαλίσει στον άνθρωπο μια κατοικία μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, μέσω μια παρακάμψεως δια μέσου της προθετικής δομής της συνειδήσεως. Επειδή κάθε πράξη της συνειδήσεως έχει από την φύση της ένα αντικείμενο, μπορούμε να είμαστε σίγουροι τουλάχιστον για ένα πράγμα, δηλαδή ότι εγώ “έχω” το αντικείμενο της συνειδήσεώς μου. Χωρισμένη τοιουτοτρόπως εντελώς από το πρόβλημα της πραγματικότητος, το θέμα του Είναι μπορεί να μπει σε παρένθεση: Σαν συνειδητό ον εγώ κατέχω όλο το Είναι και σαν συνείδηση Είμαι, μέσα στον ανθρώπινο κόσμο μου, το Είναι του κόσμου (το ειδωμένο δένδρο, το δένδρο σαν αντικείμενο της συνειδήσεώς μου δεν έχει ανάγκη να είναι το πραγματικό δένδρο, αυτό είναι ούτως ή άλλως το πραγματικό αντικείμενο της συνειδήσεώς μου).

Το μοντέρνο αίσθημα της αποξενώσεως (unheimlichkeit) ξεκίνησε μπροστά στα μοναχικά πράγματα, στα πράγματα που ελευθερώθηκαν από το λειτουργικό τους πλαίσιο. Σημείο αυτού του πράγματος είναι η λογοτεχνία και ένα μεγάλο μέρος της ζωγραφικής. Όπως κι αν θελήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτή την αποξένωση, κοινωνιολογικά ή ψυχολογικά, αυτή η αποξένωση έχει τη φιλοσοφική της βάση στο γεγονός πως, παρότι το λειτουργικό πλαίσιο του κόσμου μέσα στο οποίο συμμετέχω μπορεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει πως για παράδειγμα υπάρχουν γενικώς τραπέζια και καρέκλες, αυτό το πλαίσιο δεν είναι σε θέση να με βοηθήσει να συλλάβω γιατί αυτό το τραπέζι υπάρχει. Και είναι ακριβώς η ύπαρξη αυτού του τραπεζιού, ανεξαρτήτως των τραπεζιών πού εννοούνται γενικώς πού προκαλεί το φιλοσοφικό σόκ.

H Φαινομενολογία φάνηκε ικανή να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, το οποίο είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό θεωρητικό πρόβλημα. Η περιγραφή από τον Χούσερλ της συνειδήσεως συνελάμβανε εκείνα ακριβώς τα μοναχικά πράγματα, απελευθερωμένα από το λειτουργικό τους πλαίσιο, σαν περιεχόμενο οποιασδήποτε συνειδησιακής πράξεως. Φάνηκε δε ακόμη πως κατόρθωνε να τα ξανασυνδέει με τον άνθρωπο μέσω της «ροής της συνειδήσεως». Στην πραγματικότητα ο Χούσερλ ισχυριζόταν πως παρακάμπτοντας διά μέσου της συνειδήσεως και ξεκινώντας από την λεπτομερή κατανόηση όλων των πραγματικών περιεχομένων της συνειδήσεως (μιά καινούρια mathesis universalis), θα κατόρθωνε να ξαναοικοδομήσει τον κόσμο που είχε γίνει κομμάτια. Αυτή η ανοικοδόμηση τού κόσμου μέσω της συνειδήσεως θα εξισούτο με μιά δεύτερη δημιουργία, διότι σ’ αυτήν την αναδημιουργία θα αφαιρείτο ο τυχαίος χαρακτήρας του κόσμου, ο οποίος είναι ταυτοχρόνως και ο πραγματικός του χαρακτήρας, έτσι ώστε τελικώς ο κόσμος δεν θα φαινόταν σαν κάτι δοσμένο στον άνθρωπο αλλά σαν κάτι δημιουργημένο από αυτόν.

Σ’ αυτή την βασική επιδίωξη της φαινομενολογίας, βρίσκεται, η πιο χαρακτηριστική και μοντέρνα προσπάθεια να βρεθεί μια καινούρια βάση τού ανθρωπισμού. Το διάσημο γράμμα τού αποχαιρετισμού τού Hofmannsthal στον Stefan George, στο οποίο ο ίδιος καθοδηγείται πλέον από τα «μικρά πράγματα» ενάντια στις μεγαλόστομες λέξεις, διότι το Μυστικό της πραγματικότητος κρύβεται μέσα σ’ αυτά ακριβώς τα «μικρά πράγματα», είναι εσωτερικά παραπλήσιο στο αίσθημα της ζωής από το οποίο γεννήθηκε και η φαινομενολογία. Ο Χούσερλ και ο Hofmannsthal είναι στο ίδιο μέτρο κλασσικοί, εάν ο κλασσικισμός είναι η προσπάθεια αναπαραγωγής μαγικά μιας κατοικίας μέσα σ’ έναν κόσμο αποξενωμένο πλέον, μέσω μιάς απολύτως λεπτομερούς και συνεπούς μιμήσεως των κλασσικών, μιάς μιμήσεως δηλαδή εκείνης της ανθρώπινης συνθήκης δηλαδή του ανθρώπου ο οποίος αισθάνεται στό σπίτι του μέσα στόν κόσμο. Η πρόταση «στά ίδια τα πράγματα» του Χούσερλ δεν είναι λιγότερο μαγική των «μικρών πραγμάτων» τού Χόφμανσταλ. Εάν μπορούμε ακόμη να κερδίσουμε κάτι με την μαγεία -σε μιά εποχή πού διαθέτει σάν μοναδικό της πλεονέκτημα το ξεκαθάρισμα κάθε μαγείας- τότε θα έπρεπε να ξεκινήσει κάποιος στά σίγουρα με τα μικρότερα και ταπεινότερα πράγματα, με τα μικρότερα πράγματα και με τις λιγότερο λαμπερές και πομπώδεις λέξεις.

Χάρη σ’ αυτό το φαινομενικό κρύψιμο οι αναλύσεις της συνειδήσεως τού Χούσερλ (τίς οποίες ο Γιάσπερς δέν βρήκε τόσο σημαντικές γιά τήν φιλοσοφία, καθώς δέν διέθετε καμία συμπάθεια ούτε πρός την μαγεία ούτε πρός τον κλασσικισμό), επηρέασαν αποφασιστικά στήν νεότητά τους και τον Χάϊντεγκερ και τόν Σέλερ, παρότι ο Χούσερλ δέν κατόρθωσε να συμβάλλει αποφασιστικά στην τελική διαμόρφωση της φιλοσοφίας της υπάρξεως. Αντιθέτως δέ από την διαδεδομένη γνώμη πως η επιρροή τού Χούσερλ υπήρξε σημαντική μόνον από το μέρος της μεθοδολογίας, είναι γεγονός πώς ελευθέρωσε τήν μοντέρνα φιλοσοφία από τίς αλυσίδες τού ιστορικισμού, στην οποία μοντέρνα φιλοσοφία εξάλλου δεν ανήκε ούτε ο ίδιος. Ακολουθώντας τον Χέγκελ και κάτω από την επιρροή ενός δυνατού ενδιαφέροντος για την ιστορία, η φιλοσοφία διέτρεξε τόν κίνδυνο να μειωθεί σέ στοχασμό πάνω στους πιθανούς και δυνατούς νόμους της ιστορικής ροής. Δεν είχε δε καμία σημασία άν αυτοί οι στοχασμοί ήταν αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι, εάν στόχευαν να αναδείξουν αναπόφευκτη την πρόοδο, ή άν προέβλεπαν το τέλος της, Το πράγμα που μετρούσε ήταν πως και στίς δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος, με τα λόγια τού Herder, ήταν σάν ένα «μυρμήγκι πού δεν κάνει τίποτε άλλο από τού να έρπει πάνω στίς ρόδες τής μοίρας».

Η επιμονή τού Χούσερλ στά «ίδια τα πράγματα», πού σβύνει ένα τέτοιο κενό στοχασμό και οδεύει χωρίζοντας το περιεχόμενο ενός γεγονότος πού δίδεται φαινομενικώς από την γέννεσή του, είχε μιά βαθειά απελευθερωτική επιρροή λόγω τού ότι επέτρεπε να ξαναγίνει θέμα τής φιλοσοφίας αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος και όχι η ιστορική ροή ή η φυσική ή η βιολογική ή η ψυχολογική, στίς οποίες ο άνθρωπος είχε καταβροχθισθεί.

Υπήρξαν πολλές οι συνέπειες πού προήλθαν από αυτή την απελευθέρωση της φιλοσοφίας, κάτι αρνητικό κατά κάποιο τρόπο γιά το οποίο ο Χούσερλ δεν απέκτησε ποτέ συνείδηση, καθώς στερείται εντελώς ιστορικής αίσθησης.

Αυτή πάντως η απελευθέρωση απεδείχθη πιό σημαντική από τήν ίδια τήν φιλοσοφική πρόταση τού Χούσερλ, με την οποία προσπαθεί να μάς καθησυχάσει γύρω από ένα γεγονός γιά το οποίο η μοντέρνα φιλοσοφία δέν μπορεί βεβαίως να ησυχάσει, δηλαδή για το γεγονός πως ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να πει ναι σ’ ένα ον το οποίο ο ίδιος δεν δημιούργησε ποτέ του και σε σχέση με το οποίο ο ίδιος είναι ουσιαστικά ξένος. Με την μεταμόρφωση αυτού του ξένου όντος σε συνείδηση ζητά να ξανακάνει τον κόσμο ανθρώπινο, όπως ο Χόφμανσταλ με την μαγεία των μικρών πραγμάτων στόχευε να ξαναξυπνήσει την αρχαία τρυφερότητα για τον κόσμο. Αυτό όμως στο οποίο αυτός ο μοντέρνος ανθρωπισμός, αυτή η καλή βούληση προς ότι είναι ταπεινό, ναυαγεί, είναι η μοντέρνα επίσης ύβρις που βρίσκεται στην βάση του και η οποία πονηρά (στον Χόφμανσταλ) ή ανοικτά και αθώα (στον Χούσερλ) ελπίζει, μ’ αυτόν τον τρόπο τον τόσο τρυφερό και γαλήνιο, να μεταμορφώσει τον άνθρωπο σ’ αυτό που ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει, δηλαδή δημιουργός του κόσμου και του εαυτού του!

Σε αντίθεση με την υπερήφανη ταπεινότητα του Χούσερλ, η πιο πρωτότυπη μοντέρνα φιλοσοφία προσπαθεί με διάφορους τρόπους να δεχθεί το γεγονός πως ο άνθρωπος δεν είναι ο δημιουργός του κόσμου. Γι’ αυτόν τον σκοπό ερευνά όλο και περισσότερο προς τη διεύθυνση που διαγράφεται από τις καλύτερες προθέσεις της: να τοποθετήσει τον άνθρωπο εκεί, που με μια περίεργη άγνοια του εαυτού του, ο Σέλλινγκ τοποθέτησε τον θεό: στην θέση του «Κυρίου του Είναι».

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος