>Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΡΩΣΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ VII

>

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ : ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011

FLORENSKIJ-Φλωρενσκι

Η αλήθεια στηρίζεται λοιπόν στην εξής αρχή: Τριάδα στην ενότητα και ενότης στην Τριάδα. Κάτι που δέν σημαίνει τίποτε για την σκέψη και τον συλλογισμό, που δέν έχει κανένα νόημα. Παρόλα αυτά ο καταστατικός κανόνας του ίδιου του συλλογισμού, δηλ. οι δύο νόμοι της ταυτότητος ή μή αντιφάσεως και της επαρκούς νοήσεως, μας υποχρεώνουν να σκεφθούμε πώς αυτός ο συνδυασμός έχει νόημα, πώς αυτός ακριβώς είναι το σημείο αναχωρήσεως όλης της γνώσεως. Ο συλλογισμός πρέπει να απαιτήσει την Τριάδα στην ενότητα, Τριάς ή Ενάς, αλλά δέν μπορεί να την κατανοήσει και για αυτό πρέπει να αποχωρήσουμε απο το επίπεδο των εννοιών για να εισέλθουμε στην σφαίρα της ζωντανής εμπειρίας.

Η διανοητική έμπνευση είναι ο τελευταίος κρίκος ο οποίος κλείνει όλη την αλυσσίδα των απαγωγών, των συμπερασμάτων, των αφαιρέσεων με την έννοια των μειώσεων. Χωρίς αυτή στριφογυρίζουμε στον κλειστό κύκλο των υποθέσεων και των προυποθέσεων της αξιόπιστης γνώσεως, οι οποίες είναι αναπόφευκτες αλλά ανεπιβεβαίωτες, έτσι ώστε ολόκληρη η αλυσσίδα που ρίχνεται πρός τον ουρανό μένει μετέωρη άν δέν κατορθώσει να πιαστεί εκεί πάνω. Ανάμεσα μέσα στην εννοιολογική γνώση (Υποθετική και επομένως προυποθετική) της αλήθειας και στην καθ’αυτή γνώση της διανοητικής εμπνεύσεως της αληθείας ( της ενυπάρχουσας αληθείας, που περιέχει στον εαυτό της την βάση της και για αυτό είναι απόλυτη) στέκεται μια άβυσσος η οποία δέν παρακάμπτεται και την οποία είναι αδύνατον να υπερπηδήσουμε. Η γέφυρα που οδηγεί κάπου, ίσως στο χείλος της αβύσσου, ίσως στην εδέμ της μονίμου πνευματικής χαράς ή πουθενά, είναι η ΠΙΣΤΗ. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να πεθάνουμε στην αγωνία πάνω στο δικό μας χείλος της αβύσσου ή να βαδίσουμε στο άγνωστο και να αναζητήσουμε την Νέα Γή, όπου κατοικεί η δικαιοσύνη. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε, αλλά πρέπει να αποφασίσουμε για το ένα ή για το άλλο. Για την αναζήτηση της Τριάδος ή για τον θάνατο μέσα στην τρέλλα. Διάλεξε: ή σκουλίκι ή τίποτα, tertium non datur.

Ίσως υπολογίζοντας το αναπόφευκτο αυτής της επιλογής γεννήθηκε στον Πασκάλ η ιδέα του στοιχήματος με τον Θεό. Απο το ένα μέρος υπάρχει το όλον, αλλά είμαστε ακόμη αναποφάσιστοι, απο το άλλο το τίποτα που φαντάζει κάτι σαν τρελλό, αλλά που σε όποιον γνωρίζει την αξία του το θεωρεί απολύτως ΤΙΠΟΤΑ χωρίς εκείνο το ΟΛΟΝ, και το οποίο γίνεται όλον όταν βρίσκουμε το όλον.

Αυτός ήταν ο γνωσιολογικός κύκλος του Φλωρένσκι. Θα βρούμε ευκαιρία να επανέλθουμε, αλλά έχουμε ήδη γευθεί την κυριαρχία της αναλογίας στην σκέψη του, η οποία ΑΝΑΛΟΓΙΑ, είναι ο όρος που καθοδηγεί τα πάντα σήμερα στη Δύση, ένας όρος άγνωστος και απαγορευμένος και στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία αλλά κυρίως στο Βυζάντιο, όπου οι Πατέρες ξεκινώντας απο τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο μέχρι τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, απέδειξαν το ανήκουστο του πράγματος.

Όπως και να έχει όμως η Ορθοδοξία κεντρίστηκε στο μεγάλο δέντρο του Αυγουστίνου, καθώς ήταν ο πρώτος διδάξας την αναλογία την οποία επέβαλλε ο Ακινάτης. Σήμερα ομιλούμε πλέον για Τριαδική οντολογία. Όπως μας την διδάσκουν οι Ζηζιούλας και Γιανναράς. Αυτή η Τριαδική οντολογία γνωρίζει ήδη μεγάλη ανάπτυξη στην Καθολική Θεολογία και σκοπός μας είναι να ρίξουμε μια κλεφτή ματιά σε αυτή την κυριαρχία.

Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΠΗΡΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΣΕΩΣ.

Τριαδική οντολογία είναι η δυνατότης ενός Τριαδολογικού φωτισμού της οντολογίας, και είναι στενά δεμένη με μια αναθεώρηση της φιλοσοφίας και της θεολογίας μέσω της Τριαδολογίας. Στη Δύση ξεκινα με τον Αυγουστίνο και στην Ανατολή με τον Φλωρένσκι και τον Μπουλγκάκοφ.

Οι Ρώσοι θεολόγοι επηρεάστηκαν τα μέγιστα απο την καταγγελία της Δυτικής φιλοσοφίας, του διαφωτισμού και του ορθολογισμού της, εκ μέρους του Σολόβιεφ και οι περισσότεροι συνέχισαν τον δρόμο που άνοιξε. Βεβαίως καταγγέλλοντας μόνον τον διαφωτισμό και τον Ορθολογισμό βρισκόμαστε αμέσως στην αγκαλιά του Αυγουστίνου, του Ακινάτη, του Νικόλα Κουζάνου, του Τζιοακίνο ντα Φιόρε. Οι οποίοι ανέπτυξαν την αναλογία του Ντε Τρινιτάτε του Αυγουστίνου στις συνέπειες του.

Επιστρέφοντας στον Φλωρένσκι, μπορούμε να πούμε πώς ταυτίζοντας το υποκείμενο της αλήθειας με την Σχέση των Τριών, δηλ. με την άπειρη ενέργεια των Τριών στην ενότητα τους, κατορθώνει να βεβαιωθεί πώς στο λογικό επίπεδο η αλήθεια είναι ο διαλογισμός του εαυτού της μέσω του άλλου στο Τρίτο : Πατήρ,Υιός και Άγιο Πνεύμα. Και πώς στο οντολογικό επίπεδο η αγάπη μεταφέρει το εγώ της στο εγώ του άλλου μέσω του Τρίτου, προτείνοντας με αυτόν τον τρόπο σε αυτήν την προοπτική, την ανώτερη μορφή του νόμου της ταυτότητος: Α=Α, διότι Α=ΟΧΙ-Α. Όπως έγραψε στα 1920 στο Symbolarium και αναφερόμενος ουσιαστικά στο χωρίο του Ιωάν.12,24—υπάρχει ένας μοναδικός καθολικός νόμος «Το μή όν δέν μπορεί να γίνει το όν παρα μόνον μέσω του ούκ όντος». Όπως λέει το κατα Ιωάννη: εάν μή ο κόκκος του σίτου πεσών εις την Γήν αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δέ αποθάνη, πολλήν καρπόν φέρει. Ο φιλών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν.

Πρόκειται κατά βάθος γιά τήν προσπάθεια νά ξεπεραστεί η αρχή τής στατικής ταυτότητος δείχνοντας πώς είναι δυνατόν, εάν η ουσία κατανοηθεί όχι σάν ένα νεκρό γεγονός, αλλά σάν ζωντανή ενέργεια, σχέση κενωτική-αγαπητική τών τριών θείων Υποστάσεων.

Ο Μπουλγκάκωφ αφιέρωσε στό πρόβλημα τής ανανεώσεως τής φιλοσοφίας, ένα από τά πιό σημαντικά φιλοσοφικά βιβλία : Η τραγωδία τής φιλοσοφίας (1920-21), όπου επαναλαμβάνει πώς η ανανέωση πρέπει νά αρχίσει από έναν αναστοχασμό τής αρχής τής ταυτότητος. Ακολουθώντας αυτή τήν ένδειξη, αφού αναλύσει τίς κυριώτερες αιτίες τής ανεπάρκειας τών οντολογικών μοντέλων ιδεαλιστικού τύπου, πανλογικού καί ουσιοκρατικού στό νά θεμελιώσουν τήν αρχή τής ταυτότητος, φτάνει νά ομολογήσει τό αναπόφευκτο ενός ανοίγματος της φιλοσοφίας στήν αποκάλυψη καί συγκεκριμένα στό δόγμα τής Τριάδος. Τό δόγμα αυτό μάς επιτρέπει να σκεφτούμε τήν ταυτότητα μέ ένα εξ’ολοκλήρου πρωτότυπο κλειδί : τής πνευματικής γέννησης, η οποία παραπέμπει σέ μιά ύπαρξη πού έζησε στήν σχέση ενός ολοκληρωτικού αδιαιρέτου καί μιάς ολοκληρωτικής διακρίσεως ταυτοχρόνως. Πίσω από αυτή τή δήλωση τού Μπουλγκάκωφ υπάρχει η βεβαιότης του πώς δέν είναι δυνατόν νά ικανοποιηθεί κάποιος από την έμπνευση πού εξέφρασε ο Φίχτε, ο οποίος προσπάθησε νά ξαναστοχαστεί τήν βαρειά καί στατική απολυτότητα τής ουσίας στό φώς τής αντιθέσεως «εγώ» / «μή-εγώ». Η λύση τού προβλήματος (τής ενότητος καί τής διακρίσεως) βρίσκεται στήν σχέση ανάμεσα στόν Πατέρα καί στόν Υϊό, τήν οποία μάς αποκάλυψε ο Ιησούς Χριστός (Ματθ. 11,27) : Πάντα μοί παρεδόθη υπό τού Πατρός μου καί ουδείς επιγιγνώσκει τόν Υϊόν ει μή ο Πατήρ, ουδέ τόν Πατέρα τις επιγιγνώσκει ει μή ο Υϊός καί ώ άν βούληται ο Υϊός αποκαλύψαι.

Πρόκειτα ακριβώς γιά τήν σχέση τής γεννήσεως η οποία ξεπερνά τήν αντίθεση ανάμεσα στό «εγώ» / «μή-εγώ», μέ τέτοιον τρόπο ώστε τό εγώ γεννά τό μή εγώ εις εαυτόν καί δι εαυτόν, σάν τή δική του δεύτερη υπόσταση. Αυτή είναι, λέει ο Μπουλγκάκωφ- η μοναδική οδός εξόδου από τόν εγκλεισμό τού εγώ στόν κύκλο τής φωτιάς τού εγώ, πού απαιτεί ελευθερία καί απολυτότητα.

Κάνοντάς το υποστατικό – δύο, διπλασιάζοντας τό εγώ…. αυτό τό δεύτερο διπλασιασμένο εγώ, τό εγώ – μή-εγώ, είναι ο Υϊός, ο οποίος φανερώνει στόν Πατέρα τόν ίδιο τόν Πατέρα.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Advertisements

>ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (9)

>

Συνέχεια απο : ΤΡΙΤΗ, 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
Βιβλία Α, α, Β, -Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

Mετά την απλή και όμορφη εισαγωγή του Enrico Berti, στα πρώτα βιβλία της Μεταφυσικής θα δοκιμάσουμε να παρουσιάσουμε μερικά κριτικά σχόλια αυτών των ίδιων βιβλίων, από διαφόρους «ειδικούς» της Μεταφυσικής και ιδιαίτερα του Giovanni Reale, για να πλατύνουμε τον ορίζοντά μας, γύρω από τη σημασία της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη!

Μια συμπερίληψη του βιβλίου Α θα πρέπει να φανερώσει την μέθοδο με την οποία ο Αριστοτέλης απέκτησε και δικαιολόγησε την έννοια της σοφίας ή πρώτης Φιλοσοφίας, που ήταν το αντικείμενο του βιβλίου αυτού. Όλα όσα είπε, δέν τα παρήγαγε από αφηρημένα σχήματα ή αξιώματα αλλά τα παρουσίασε σαν γεγονότα πιστοποιημένα από όλους, σαν πεποιθήσεις που όλοι μας μοιραζόμαστε. Φαίνεται και από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό: οιόμεθα (981 α 25), υπολαμβάνομεν, νομίζομεν, ηγούμεθα (981 κ 8,10) ή υπολαμβάνουσι πάντες και δοκεί πάσιν (983 α 8).

Όλα δε τα χαρακτηριστικά του σοφού και της σοφίας παρουσιάζονται σαν υπολήψεις: ας έχομεν περί του σοφού (982 α 6).

Έτσι λοιπόν στα δύο πρώτα κεφάλαια, υπολογίζονται οι γνώμες και οι πεποιθήσεις όλων των ανθρώπων, ενώ στα υπόλοιπα κεφάλαια υπολογίζονται οι γνώμες όλων των φιλοσόφων οι οποίοι ερεύνησαν και προσπάθησαν να ανακαλύψουν τις «πρώτες αρχές» των πραγμάτων.

Το δόγμα των τεσσάρων αιτίων

Τα δύο πρώτα αίτια, το ουσιαστικό και το υλικό, φτάνουν να περιγράψουν το είναι των πραγμάτων στατικά, αλλά εάν υπολογίσουμε τη δυναμική, την πρόοδο, δηλ. το γίγνεσθαι των πραγμάτων αυτών, τη γέννησι και τη φθορά τους, τότε τα δύο πρώτα αίτια δεν φθάνουν. Διότι εάν ρωτήσουμε «γιατί γεννήθηκε», «ποιός το γέννησε», «γιατί αναπτύσσεται και ωριμάζει», πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα δύο επόμενα αίτια για να απαντήσουμε: το ποιητικό αίτιο ή την πηγή της κινήσεως. Λέγεται και Επαρκές αίτιο∙ π.χ. ο πατέρας είναι επαρκής αιτία του Υιού, η Θέληση είναι επαρκής αιτία πολλών ανθρωπίνων πράξεων και το τελικό αίτιο (το ου ένεκα) που είναι ο σκοπός των πραγμάτων και των πράξεων. Μας δίνει Εκείνο ένεκα του οποίου κάθε πράγμα είναι ή γίνεται ή κατασκευάζεται. Αυτός ο σκοπός είναι το ΑΓΑΘΟΝ κάθε πράγματος.

Παρ’ όλα αυτά όμως οι τέσσερις αιτίες δεν επαρκούν για να εξηγήσουν το γίγνεσθαι των πραγμάτων στην ολότητά τους, καθολικά. Διότι ο κόσμος παρουσιάζει μια σταθερή διαδοχή και αλλαγή γεννήσεως και φθοράς. Ποιά είναι όμως η αιτία αυτής της γεννήσεως και φθοράς και ειδικώς αυτής της αρμονίας, της σταθερότητος, με την οποία ξεδιπλώνεται η γέννησις και η φθορά; Ποιά είναι η αιτία της συνέχειας του γίγνεσθαι και του είναι του κόσμου;

Λοιπόν, απαντά ο Αριστοτέλης, της γεννήσεως και της φθοράς καθολικώς, αιτία είναι ο ήλιος, ο οποίος γυρίζοντας σε πλάγιο κύκλο, πλησιάζοντας και απομακρυνόμενος σε σταθερό ρυθμό, σε σταθερό χρόνο, παράγει τον κύκλο των γεννήσεων και του θανάτου, αιτία της σταθερότητος και της αρμονίας με την οποία παράγονται οι αλλαγές, είναι ο πρώτος ουρανός ή το πρώτο κινούν, το οποίο έχει απολύτως ομοιόμορφη κίνηση.

Πέρα από αυτές τις αιτίες υπάρχει το «κινητό ακίνητον», το οποίο πρώτο από όλα τα όντα κινεί όλα τα πράγματα. Το οποίο είναι και ο Θεός. Η τελική αιτία όλων των πραγμάτων.

Οι αιτίες των πραγμάτων λοιπόν είναι: 1) οι τέσσερις πρώτες αιτίες, 2) οι κινήσεις του ήλιου και των ουρανών, 3) ο Θεός ή το κινητό ακίνητο.

Αλλά ο Αριστοτέλης συνεχίζει και εμβαθύνει την έρευνά του πάνω στις πρώτες αιτίες: ερωτά λοιπόν, οι τέσσερις αιτίες είναι ενδογενείς, ενυπάρχουν στα αιτιατά πράγματα ή είναι εξωτερικές; Στη Μεταφυσική Λ4. 1070 b 22, εξηγεί πώς οι τρεις αιτίες, η ουσιαστική , η υλική και η τελική είναι εμμενείς στα πράγματα των οποίων είναι αιτίες, ενώ μόνον η μία, η ποιητική αιτία, είναι εξωτερική ή οπωσδήποτε ξεχωριστή από το πράγμα. Έτσι π.χ. ο πατήρ, ο γεννήτωρ, είναι άτομο ξεχωριστό και άλλο από τον γεννηθέντα. Εξωτερικές επίσης είναι οι ποιητικές αιτίες, οι καθολικές, του ήλιου και των κινήσεων των πλανητών, όπως επίσης και η τελική – ποιητική αιτία του Θεού.

Θέτει επίσης και το ακόλουθο πρόβλημα! Οι αιτίες και οι αρχές είναι διαφορετικές για τα διαφορετικά πράγματα, ή είναι οι ίδιες; Στο Λ 4-5-, δίνει την απάντηση: κατά μια άποψη είναι διαφορετικές, όμως εάν μιλαμε καθολικά και με την αναλογική σημασία όλα τα όντα έχουν τις αυτές αρχές.

Οι αρχές είναι διαφορετικές διότι: α) οι διαφορετικές κατηγορίες δεν μπορούν να παραχθούν από ανώτερες κοινές αρχές, διότι πέρα από τις κατηγορίες δεν υφίσταται τίποτε άλλο κοινό, β) επειδή τα στοιχεία είναι διαφορετικά από εκείνο που παράγεται από αυτά και επειδή τα πράγματα προς εξήγηση είναι ή ουσίες ή ποιότητες ή κάποια από τις υπόλοιπες κατηγορίες, οι αρχές δεν μπορεί να είναι αυτές οι ίδιες οι κατηγορίες, γ) τέλος δεν είναι δυνατόν όπως ισχυρίζονται οι πλατωνικοί, να κάνουμε το ον και το ένα, τα στοιχεία όλων των πραγμάτων, διότι όλα τα όντα και ενότητες…

Οι αρχές των πραγμάτων τώρα είναι ίδιες διότι είναι ίδιες ως προς την αναλογία. Διότι υπηρετούν ακόμη και στις ιδιαίτερες περιπτώσεις, ανάλογη λειτουργία.

Το πρώτο κινούν, δηλ. ο Θεός ή το κινητό ακίνητο δεν είναι μόνον αναλογικώς, αλλά απολύτως ίδιο, ταυτόσημο, για όλα τα πράγματα και τό ίδιο ισχύει και για την κίνηση των ουρανών σαν αιτία του αρμονικού γίγνεσθαι!

Συνεχίζεται

Aμέθυστος