>Ερωτήματα, σκέψεις, προτάσεις για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην σημερινή Ελλάδα

>Σωτήρης Γουνελάς

Υπάρχει μια σειρά από γεγονότα των τελευταίων χρόνων που γεννούν όχι απλώς απορίες για την συνολική πολιτική κατάσταση της χώρας αλλά απαιτούν μια σε βάθος προσέγγιση και μελέτη μακριά από στερεότυπες αντιλήψεις και συνήθεις εκτιμήσεις. Εν μέσω μιας γενικής δημοσιογραφικής μονομέρειας εξαρτημένης από την προσκόλληση στην επικαιρότητα, όσο εφήμερη κι αν είναι, και η οποία εξάλλου, εξηγεί συνήθως τα πάντα πολύ «ρεαλιστικά» και πολύ «κοινωνικά» (όταν δεν τα εξηγεί «λαϊκιστικά») και μιας πολιτικής γλώσσας ξύλινης τις περισσότερες φορές, που επαναλαμβάνει αενάως τα ίδια, είμαστε υποχρεωμένοι όσοι υπηρετούμε το Λόγο (με κεφαλαίο και με μικρό λάμδα), παρακάμπτοντας την κυρίαρχη νοοτροπία να σκεφτούμε, να βρούμε και να περιγράψουμε την πραγματικότητα.

Δυστυχώς, εδώ και χρόνια, εν μέσω των πάμπολλων διαιρέσεων, εξειδικεύσεων και αποσπασματικών λόγων, γνώσεων και προτάσεων, η πραγματικότητα, είτε αναγόμενη στα νοητά, είτε περιοριζόμενη στα αισθητά και στην επεξεργασία τους (κατά το μάλλον και ήττον επιστημονική εντός και εκτός εισαγωγικών) παρουσιάζεται αναδιπλασιασμένη και σε εικονική πραγματικότητα, η οποία σε πολλές περιπτώσεις έρχεται να υπερκαλύψει την άλλη. Έτσι στους ποικίλους διχασμούς και μερισμούς που παρουσιάζει η ελληνική κοινωνία προστέθηκε και αυτός ο «δυϊσμός»: πραγματικότητα και εικονική πραγματικότητα. Ωστόσο, όταν λέμε πραγματικότητα δεν πρέπει να εννοούμε κάτι σαν σύνολο ή ανταλλαγή διαφόρων ατομικών απόψεων που κυκλοφορούν στον αέρα, μέσα από διαξιφισμούς ιδεολογικούς, συναισθηματικούς ή παθολογικούς, αλλά να την εννοήσουμε ως προερχόμενη από μια συνολική παιδεία, εμπειρία και καλλιέργεια χάρη στις οποίες μπορούμε να κρίνουμε και να διακρίνουμε, να «διαβάσουμε» τα γεγονότα, χωρίς να χαθούμε στις ερμηνείες τους, οι οποίες συχνά παρακάμπτοντας την λεγόμενη κοινή λογική προσκολλώνται σε συναισθηματική, κομματική, ιδεολογική, θεωρητική ή δημοσιογραφική μονομέρεια. Στις περιπτώσεις αυτές καταλήγουμε να μιλούμε για πράγματα που απλώς φανταζόμαστε, ανάλογα με την ηλικία, τη γενιά, τη συναισθηματική φόρτιση της σύνδεσης μας με το τάδε κόμμα, τον στενό ή ευρύ ορίζοντά μας, το οικογενειακό περιβάλλον ή το κοινωνικό στρώμα από το οποίο προερχόμαστε κλπ.

Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι τα τελευταία χρόνια οι αφορμές που τροφοδοτούν αυτή την φανταστική αίσθηση της πραγματικότητας για το μεγαλύτερο αριθμό ελλήνων προέρχονται από την εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία περιλαμβάνεται όχι μόνο η τηλεόραση αλλά και τα πάσης λογής θεάματα, ο κινηματογράφος και η μουσική-θέαμα. Αυτή η τελευταία κυρίως, αντλεί τα θέματά της από το αμερικανικό σύμπαν μιας ποπ και ροκ κουλτούρας και υποκουλτούρας που δεν φαίνεται να πολυσχετίζεται με την ιστορία της χώρας, την απώτερη κυρίως, τους μύθους του γένους, τις μνήμες, τους αγώνες και τις θυσίες, τα βιώματα και τις εμπειρίες μας. Πρέπει βέβαια να ειπωθεί αμέσως ότι το γενικό πρόσταγμα σε όλα έχει η διαφήμιση, πράγμα άλλωστε που δημιουργεί ολοκληρωτική και επιβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στη διαφήμιση και την κατανάλωση. Εν μέσω όλων αυτών, τον τελευταίο καιρό κυριαρχεί έντονα μια αντίληψη μόνιμης «επαναστατικότητας» απέναντι σε ο,τιδήποτε παγιωμένο μέσα από την ιστορία, πνευματική και άλλη, μια διάθεση ανατροπής και αμφισβήτησης κάθε «κατορθωμένης παράδοσης» στο όνομα των νέων τάσεων, της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, της ευρωπαϊκής Κοινότητας, σε συνδυασμό με μια επερχόμενη απαξίωση των παραδοσιακών προτύπων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα ζωής. Ισχύει στην περίπτωση αυτή η ρήση της Σιμόνης Βέιλ ότι «το όπιο του λαού» δεν είναι η θρησκεία (Μαρξ) αλλά η «επανάσταση».

Επόμενο είναι να δημιουργείται ειδικά στις νεώτερες γενιές μια χαοτική διανοητική κατάσταση, που προσπαθεί από τη μία να χωρέσει μέσαθέ της ό,τι κληρονομημένο φτάνει ξέπνοο ως τις μέρες μας, ό,τι γηγενές και παλαιότερο, αγκυροβολημένο στα μύχια της ψυχής και από την άλλη, έναν βομβαρδισμό συγκρουόμενων συναισθημάτων, αμφισβητήσεων, ερωτημάτων, αποριών και αδιεξόδων που άλλοτε με ελκυστική ενδυμασία, άλλοτε αποκρουστική και δυσάρεστη πολιορκούν τον σημερινό Έλληνα, του αποσπούν την προσοχή συχνά σε ανόητα πράγματα, τον εθίζουν σε μια ενασχόληση με ζητήματα πεζής καθημερινότητας που έρχονται και σκεπάζουν την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων.

Εν μέσω λοιπόν μιας τέτοιας κατάστασης ο Έλληνας διάγει αφηρημένο βίο. Από τη μία η υπόστασή του φέρει και μεταφέρει μνήμες και αλήθειες που έρχονται από χιλιόχρονες παραδόσεις (όχι αποκλειστικά ελληνικές), αφομοιωμένες πλήρως στα κατάβαθα της ψυχοσωματικής οντότητας, από την άλλη προσπαθεί να μιμηθεί τα ποικίλα παγκοσμιοποιημένα δρώμενα και βεβαίως να ενσωματωθεί στον νεώτερο ευρωπαϊκό και αμερικάνικο πολιτισμό. Γεννιέται έτσι μέσα από αυτή τη σύγχυση μια μετεώριση, μια ψυχική αδράνεια, μια αναποφασιστικότητα και εν τέλει μια αδιαφορία για το πρακτέο. Αυτά συνδυάζονται τέλεια με μια άκρως διαδεδομένη συμπλεγματική κατάσταση έναντι των ξένων που δεν επιτρέπει να λειτουργήσει ή χώρα παρά στη βάση μιας συναισθηματικής παθολογίας σε συνδυασμό με άκρατο ατομοκεντρισμό. Αποτέλεσμα: αδυναμία αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων, μετάθεση σε άλλη σφαίρα, αναβλητικότητα, συστηματική απόσειση ευθύνης, ωχαδερφισμός, φυγή στη διασκέδαση (μέγα πρόβλημα τα τελευταία χρόνια), αυτοκαταστροφικότητα, που θεωρείται απελευθέρωση λόγω άκριτης εισαγωγής ξένων προτύπων. Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαπίστωση: η ιθύνουσα τάξη (πολιτικοί, οικονομικοί παράγοντες, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες) δεν διαθέτει κοινό πνευματικό άξονα, κοινή παραδοχή ορισμένων σταθερών αληθειών, αλλά προσπαθεί πολλές φορές απεγνωσμένα να προσαρμοστεί απλώς (αν όχι και κατόπιν εντολής) σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι, σε μια «ροή» που ορισμένοι γάλλοι διανοούμενοι ταυτίζουν με την ίδια την ουσία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ούτε άξονας κοινός υπάρχει, ούτε κοινή παραδοχή. Ειδικά στον στίβο της πολιτικής (αν και θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και σε πολλούς άλλους), κυριαρχεί μια εγωτική ρύθμιση συμπεριφορών, ακόμη κι αν στοιχειωδώς κάποια «κοινή γραμμή» χαρακτηρίζει το εσωτερικό των κομμάτων. Αλλά ακόμη και αυτή η «κοινή γραμμή» σε περίοδο κρίσης φαίνεται να καταστρατηγείται λόγω ατομοκεντρικών βλέψεων και εξουσιαστικής μανίας.

Το πράγμα είναι πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο φαίνεται. Ούτε χρειάζονται βαθυστόχαστες αναλύσεις. Η καταπληκτική αδιαφορία για το περιβάλλον –όρος που δεν φαίνεται να αντικαθιστά επάξια τους όρους «φύση» ή «κτίση» οι οποίοι θεωρούνται παλαιάς κοπής– που οδήγησε στις καταστροφικές πυρκαγιές που γνώρισε η χώρα πρόσφατα και η αδυναμία επί εικοσαετία και πλέον να βρεθεί λύση στο θέμα των σκουπιδιών μιας τερατούπολης σαν την Αθήνα, με καθημερινά προβλήματα υπερπληθυσμού, αλλά και γενικότερα όλης της χώρας, είναι αρκετά για να δείξουν πώς αντιμετωπίζεται η πραγματικότητα στην Ελλάδα.

Αν προσθέσουμε και ένα είδος αναρχίζουσας τάσης που κατέχει τους νεοέλληνες, και που συνήθως την αποδίδουν σε ένα υπέρμετρο αίσθημα ελευθερίας, η εικόνα συμπληρώνεται. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να ζείς αναρχούμενος και περιφερόμενος απορρίπτοντας τα πάντα με την ευκολία προπαντός του εφηβισμού σου και άλλο να φροντίζεις με το πέρασμα του χρόνου να χαλιναγωγείς το αχαλίνωτο εγώ σου, να το στρέφεις στη δημιουργία ενός αληθινά ελεύθερου εαυτού, είτε βάσει αρχαιοελληνικών και χριστιανικών παραδόσεων, είτε της σύνθεσης τους με σύγχρονες θεωρίες και πραγματικότητες, ώστε όχι μόνο να γίνεις όντως άνθρωπος, αλλά να συμβάλλεις στην διαμόρφωση μιας κοινωνίας όπου τα μέλη της ελαχιστοποιούν τις άμετρες επιθυμίες τους και δεν αφήνουν τον «σκολιόν ίππον» του πλατωνικού Φαίδρου να ρυθμίζει τα πράγματα. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνηση. Εάν συνδέουμε τον αληθινό άνθρωπο με την ατομοκεντρική ελευθερία, όπως νοείται μέσα από την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, εάν αυτό το κάνουμε σε μια χώρα με τις καταβολές του αρχαίου και του ορθόδοξου χριστιανικού πολισμού, αλλά και την ανατολίτικη νοοτροπία, όση από αυτήν απομένει ακόμη, κλονίζουμε παμπάλαιες ισορροπίες βίωσης της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία μέχρι πρόσφατα στηριζόταν σε προσωπικές σχέσεις και δεν ήταν αποτέλεσμα απρόσωπων νομικίστικων ρυθμίσεων. Οι τελευταίες αυτές είναι αποτέλεσμα αφηρημένων διανοητικών αναζητήσεων στη δυτική Ευρώπη και διεργασιών που ανήκουν σε άλλη πνευματική ιστορία. Η ιστορία αυτή δεν έχει σχέση με την ελληνική ιστορία. Στην Ελλάδα δεν ζήσαμε ούτε Μεταρρύθμιση, ούτε Διαφωτισμό, ούτε Αντιμεταρρύθμιση, ούτε Αναγέννηση, ούτε θρησκευτικούς πολέμους, ούτε Γαλλική επανάσταση. Πώς μπορούμε με τόση ευκολία να παραθεωρούμε αν όχι να αποσιωπούμε την αληθινή όψη της ιστορίας μας και να αναγκάζουμε έναν λαό να υποταχτεί σε αφηρημένες γενικές συντεταγμένες του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού; Το ευρωπαϊκό μοντέλο ή καλύτερα καλούπι αρμόζει σε αυτούς τους λαούς που το γέννησαν και ανάμεσα σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα. Τα περί της αρχαίας Ελλάδας που γέννησε τη Δημοκρατία των Νεωτέρων χρόνων είναι μυθεύματα, γιατί απλούστατα η Δημοκρατία εκείνη ελάχιστη σχέση έχει με τα δημοκρατικά συστήματα των νεωτέρων κοινωνιών. Θα δώσω ένα παράδειγμα: ο Χέγκελ γράφει ότι ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα εγκλωβισμένο ανάμεσα στην «φτώχεια, τα βάσανα, την οργή, την ψυχρότητα, την αδιαφορία, τη φρενίτιδα των παθών» κ.λ.π. Και τα χαρακτηριστικά της ζωής του είναι «ανησυχία, κινητικότητα, ορέξεις και αγωνία και φόβος», όταν λοιπόν ισχύουν αυτά ο άνθρωπος γυρεύει μια περιοχή «υποστασιακότερης αλήθειας» όπου «η αντίθεση και αντίφαση εν γένει, όποια μορφή κι αν μπορεί να πάρει, δεν έχει …πια καμιά αξία και ισχύ» (όλες οι παραπομπές στον Χέγκελ του Παπαϊωάννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992, σσ. 108-109). Η περιοχή που αναζητά ο Χέγκελ και μετά από αυτόν η Ευρώπη (ακόμη κα μέσω Μαρξ) είναι το Κράτος, είναι μια Πολιτεία όπου το «εγώ» γίνεται «εμείς». Στην Ελλάδα, με βάση τις παραδόσεις της, η περιοχή αυτή είναι η Εκκλησία και μέσα από τα βιώματα που αποκτούμε εκεί βγαίνουμε έξω στην κοινωνία και μεταφέρουμε την κατάσταση της Εκκλησίας. Αυτή είναι η κανονική πραγματικότητα. Η αληθινή κοινωνία προσώπων, όπου ζυγίζεται η ελευθερία του ενός και του άλλου πάνω στο Πρόσωπο του Χριστού-Λόγου, με γνώμονα την «κένωση» και το σταύρωμα του εγώ και της ατομικής αυτοκαταξίωσης είναι η ορθόδοξη Εκκλησία, όσο λειτουργεί και πραγματώνει την Αλήθεια της ενανθρώπησης, η μάλλον του θεανθρώπου, όσο υλοποιείται η θεανθρωπία των μελών της. Εκεί στη Δύση για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, αυτή η κοινωνία προσώπων στην Εκκλησία από μια στιγμή και ύστερα χάθηκε, το σχίσμα Καθολικισμού-Προτεσταντισμού έσπρωξε τα πράγματα σε μια αποεκκλησιοποίηση που έβαλε στη θέση της Εκκλησίας των προσώπων την πολιτεία των ατόμων που βέβαια θέλουν(;) να γίνουν κοινωνία του «εμείς». Το σκέτο άτομο, είτε το λέει ο Χέγκελ είτε όχι, ειδικά στον ελληνικό χώρο, όταν του αφαιρέσεις κάθε παραδοσιακή δυνατότητα υπέρβασης, ενεργεί ανταγωνιστικά, τείνει να καταλάβει τη θέση του άλλου, τείνει να αυτοβεβαιωθεί, να ξεχωρίσει εις βάρος του άλλου. Ένας άνθρωπος για να καταστεί όντως ελεύθερος, με πνευματική έννοια πρώτιστα και δευτερευόντως με πολιτικοκοινωνική, χρειάζεται γενναία σπουδή, μελέτη, παίδευση, εμπειρία ζωής, υπακοή σε πανανθρώπινες αλήθειες, συντροφικότητα, μεγαλοψυχία, ευρυχωρία νου και καρδιάς. Αλλιώς η ελευθερία του είναι εξάρτηση του περιρρέοντος κοινωνικού χάους, του αποπροσανατολισμού, της μόνιμης αμφισβήτησης των πάντων, στο όνομα κατά βάθος μιας ακραίας ατομοκρατίας ή ενός διάχυτου μηδενισμού. Είναι κάτι σαν ιστορικό παράδοξο ότι η καθιέρωση της ατομοκρατίας στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες συνδυάστηκε με οργάνωση της κοινωνίας χωρίς μεταφυσικές αρχές και εμπειρίες, επομένως χωρίς υπέρβαση του ατομικοποιημένου εγώ, άρα χωρίς δυνατότητα αληθινής σχέσης με τον άλλο. Σε κοινωνίες σαν την ελληνική η οποία μέχρι προχθές στηριζόταν σε χριστιανική πίστη και κοινοτική νοοτροπία, σε σχέσεις προσώπων, ο επιζητούμενος εξευρωπαϊσμός ατομικοποιεί τον άνθρωπο επί τα χείρω, σχεδόν τον εξαγριώνει. Απαιτείται μια μελέτη σε βάθος της λειτουργίας των παθών σε λαούς μεσογειακούς, με άλλη ιστορία και άλλα ήθη για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι μέλει γενέσθαι όσον αφορά την ενσωμάτωσή μας στο αμερικανοευρωπαϊκό πρότυπο, με τα προβλήματα μάλιστα που εκρηκτικά παρουσιάστηκαν στις μέρες μας.

Έρχομαι στην περιβόητη Οικονομία της Αγοράς. Η προώθησή της στο κέντρο της ζωής μας συνεπάγεται: α) μια μόνιμη εξάρτηση των πάντων από τους οικονομικούς παράγοντες β) μια πίεση στους πολίτες να διαθέτουν χρήματα για να αγοράζουν γ) μια εδραίωση της κατανάλωσης ως καθημερινής μέριμνας και πραγμάτωσης δ) μόνιμη αγωνία εξεύρεσης χρημάτων ε) αντικατάσταση των πραγματικών αναγκών του ανθρώπου με πλαστές ανάγκες που προωθεί το σύστημα της Οικονομίας της Αγοράς, ένα σύστημα που σκοπεύει σχεδόν αποκλειστικά στο κέρδος και μέσα από το οποίο όλα μετατρέπονται σε εμπόρευμα στ) μια πολύ μεγαλύτερη ανάγκη ρευστού παρά την ύπαρξη «πλαστικού χρήματος» που λίγο πολύ αντιστοιχεί σε φανταστικό χρήμα, αφού αυτό το πλαστικό δεν νοείται παρά ως μόνιμη δανειοδότηση του πολίτη και συνακόλουθα συνεπάγεται σταθερό πλουτισμό των Τραπεζών ζ) τον σταθερό απανθρωπισμό του Έλληνα, ο οποίος παύει να συναισθάνεται, παύει να βλέπει τον άλλο ως συνάνθρωπο και αρχίζει να τον θεωρεί «παραγωγική μονάδα» ενταγμένη στο σύστημα, αφηρημένη ύπαρξη, αν όχι κάτι που ενοχλεί τη δική του σταθερή εξασφάλιση και το δικό του συμφέρον.

Οι εξαγγελίες των κομμάτων, οι προσπάθειες να κυβερνήσουν, οι συνεννοήσεις μεταξύ τους που έχουν υποτίθεται ως βάση το Σύνταγμα της χώρας, εγκλωβίζονται μέσα από αυτή τη σύγχυση και τον εσωτερικό διχασμό των Ελλήνων που τανύονται ανάμεσα στον γηγενή εαυτό τους (με όλα όσα συνεπάγεται ιστορικά, κληρονομικά, πνευματικά κλπ. συστατικά) και σε εκείνον που σχηματίζει το πλέγμα της παγκόσμιας κοινότητας και πρώτιστα της ευρωπαιοαμερικανικής. Αντανάκλαση αυτής της σύγχυσης και του διχασμού αποτελεί η κατάσταση στην παιδεία, όπου ο Έλληνας πληρώνει διαρκώς για μια παιδεία που χαρακτηρίζεται «δωρεάν». Πέρα από το οικονομικό ζήτημα το είδος της παιδείας που παρέχεται δικαιολογεί κάθε παραστράτημα, κάθε ανικανότητα μαθητών ή φοιτητών, βάζοντας στο πανεπιστήμιο κάθε χρόνο πλειάδα απροετοίμαστων μέσω του συστήματος των δεκάδων σχολών που ξεφύτρωσαν τα τελευταία χρόνια σε όλη την επικράτεια. Είτε αυτό έγινε για λόγους ψηφοθηρικούς και δημαγωγικούς, είτε για να καλυφθούν κοινωνικά κενά, το βέβαιο είναι ότι μια πανεπιστημιακή σχολή απαιτεί ειδική οργάνωση και στελέχωση και συγκεκριμένες ανάγκες, με πρώτη την ανάγκη μετοχής σε συγκεκριμένο πεδίο γνώσης και καλλιέργειας που λαμβάνει υπ’ όψιν της το έμψυχο υλικό υποψήφιων σπουδαστών, την κατάσταση της κοινωνίας, την ήδη ως τότε παρεχόμενη εκπαίδευση και τον τρόπο ένταξης της νέας σχολής εκεί, το γνωστικό επίπεδο σπουδαστών και καθηγητών και βέβαια το βαθμό απορρόφησης τους επαγγελματικά κλπ.

Φταίει ίσως ένας μόνιμος επαρχιωτισμός έναντι των ξένων, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας που αντιδιαστέλλει την Ελλάδα ως «καθυστερημένη» (λόγω Τουρκοκρατίας κυρίως) με τις ευρωπαϊκές χώρες ως «προηγμένες», τη στιγμή που το μοντέλο ανάπτυξης των χωρών αυτών έχει από χρόνια αμφισβητηθεί, αφού ο δυτικός πολιτισμός «αναπτυσσόμενος» επιφέρει τεράστια αλλοίωση στη φύση-κτίση, με τα αποτελέσματα που βλέπουμε όλοι στις μέρες μας. Άλλωστε, μεγάλοι διανοητές στα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα είχαν καταγγείλει την μονόπλευρη ανάπτυξη, τεχνικοοικονομική κυρίως, στους αντίποδες κάθε ουσιαστικής πνευματικής καλλιέργειας του ανθρώπου. Το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός μετά την Αναγέννηση παρήγαγε τον άνθρωπο-άτομο και την θετικιστική-ρασιοναλιστική γνώση, σημάδεψε μια ανεπανόρθωτη ίσως διακοπή κάθε Συνέχειας με την προηγούμενη ιστορία του κόσμου (μέσα και η βυζαντινή «οικουμένη») και μια σταθερή εκτροπή από κάθε πνευματικό άξονα και προπαντός τον χριστιανικό (Τα ζητήματα αυτά έχω αναπτύξει περισσότερο στο βιβλίο Ο αντιχριστιανισμός, Αρμός, 2009).

Η κατάσταση αυτή γεννά μια σειρά από ερωτήματα:

α) ενδιαφέρεται η τάξη των πολιτικών (και δη οι κεφαλές) να υπηρετήσουν όντως τον λαό, όχι προπαγανδιστικά, εξουσιαστικά, πελατειακά, ρουσφετολογικά, παραπλανητικά, αλλά εξηγώντας του τα πραγματικά προβλήματα και αναλαμβάνοντας τις ευθύνες της –κάνοντας δηλαδή μια σε βάθος αυτοκριτική που να δείχνει συνάμα το βαθύ πολιτικό διχασμό που σοβεί στη χώρα από την εποχή της διαμάχης βασιλικών-βενιζελικών;

β) Μπορούν τα αριστερά κόμματα και δη τα κομμουνιστικά να παραδεχτούν ότι δεν μπορεί στην Ελλάδα να μεταφερθεί το αντικληρικαλιστικό πνεύμα που επικράτησε στη Γαλλική Επανάσταση, αλλά χρειάζεται να συνδεθεί η σημερινή κατάσταση με το πνεύμα της ελληνικής Επανάστασης που κάθε άλλο ήταν παρά αντιεκκλησιαστικό και αντίχριστο;

γ) Μια τέτοια μετατόπιση θα εξασφάλιζε μια τουλάχιστον κοινή βάση διαλόγου όλων των πολιτικών, θα επανέφερε στοιχειωδώς τη σχέση ή την αναζήτηση σχέσης σε ιστορικά πνευματικό επίπεδο και παράλληλα θα αποσπούσε από τα δεξιά κόμματα την αποκλειστικότητα μιας δεδομένης σχέσης με την Εκκλησία.

δ) Δοθέντος ότι η «ανάπτυξη» των θεωρούμενων προηγμένων χωρών έφερε το περιβάλλον στο χείλος της καταστροφής, θα μπορούσε να αρχίσει μια μεγάλη συζήτηση για το είδος ανάπτυξης που πρέπει να εφαρμοστεί στην Ελλάδα, τη στιγμή μάλιστα που υπολειπόμαστε πολύ των άλλων και αυτό έχει τα θετικά του; Εννοείται ότι σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να αμφισβητηθεί ριζικά ο καταναλωτισμός των Ελλήνων και η απαράδεκτη σχέση του Έλληνα με το «περιβάλλον».

ε) Αφού η ευρωπαϊκή κοινότητα καλλιεργεί το δόγμα της πολυπολιτισμικότητας γιατί δεν «επενδύουμε» σ’ αυτό για να προωθήσουμε την ιδιαιτερότητα της πνευματικής μας παράδοσης που διαφοροποιείται από τη Δύση ιστορικά και πνευματικά, έστω και αν χρειάζεται να την «ανακαλύψουμε» εκ νέου; Πότε θα καταλάβουμε ότι έχουμε άλλες αφετηρίες από εκείνες των δυτικοευρωπαίων;

στ) Σε όποια ευρωπαϊκή χώρα κι αν πάς συναντάς μια σταθερή μέριμνα για ό,τι την αφορά ιστορικά ως χώρα, βλέπεις την περιποίηση των μνημείων της, των κοινόχρηστων χώρων, των δημόσιων κτιρίων, το ενδιαφέρον για το παρόν ως χώρο και ως χρόνο σε σύνδεση με το παρελθόν και με άνοιγμα στο μέλλον. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι εμείς είμαστε αρχαιότεροι εκείνων –πράγμα που άλλωστε αληθεύει– και ότι η παράδοσή μας συνδέει τον άνθρωπο όχι μόνο με το σήμερα, το παρελθόν και το μέλλον αλλά και με την αιωνιότητα (αρχαιοελληνική παράδοση και χριστιανική τουλάχιστον), αυτή η πλευρά, η «αιωνιότητα» δεν φαίνεται να μας απασχολεί ενεργητικά, όπως δεν φαίνεται να μας απασχολεί ενεργητικά και η παράδοση (όχι το φολκλόρ) με όλα όσα συνεπάγεται. Αυτό όμως σημαίνει ότι έχει σπάσει η αλυσίδα και οι σπασμένοι κρίκοι δημιουργούν αυτό το ασύνδετο των κομματιών (παρόν-παρελθόν-μέλλον) και την περιρρέουσα αρρυθμία.

Κατακλείδα: Μπορούμε σήμερα λήγοντος το 2010 να εξακολουθούμε να μιλούμε με τους όρους «Δεξιά» και «Αριστερά» στην Ελλάδα, τη στιγμή που οι απορρέουσες από αυτούς ιδεολογίες έχουν προ πολλού εξατμιστεί ή καταποθεί από τον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποιημένης Οικονομίας, που μονάχα απρόσωπες καταστάσεις γνωρίζει και αυτές διαχειρίζεται μηδενίζοντας τις αληθινά ψυχοσωματικές και πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων ή μετατρέποντάς τες σε ρηχά συναισθηματικά και σεξουαλικά σχήματα; Πουθενά δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς ριζικό επανασχεδιασμό και αποκατάσταση των διαστάσεων της πολιτικής, αποκατάσταση νοημάτων και σημασιών προτού είναι αργά και προτού η κατάσταση της χώρας εξελιχτεί εις βάρος της ζωής όλων μας. Είμαστε στα πρόθυρα μιας τέτοιας εξέλιξης.

πηγή: ( antifono.gr με ευγενική παραχώρηση από το περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ. 2/2010 )

Αμέθυστος.

Advertisements

>Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

>

Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Essex.

Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.

Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται μετά της καρδίας δια της ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας.

Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».

Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’ αυτήν.

Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’ υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’ εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλαιών χρόνων εις τους αρχαρίους ασκητάς άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής. Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.

Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας μετά της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον.

Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:

Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.

Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.

Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.

Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.

Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως τρυφερά φλοξ [φλόγα] εντός ημών, ως έμπνευσις άνωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν διά της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.

Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη διά της προφορικής προσευχής, έως ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.

Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’ Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται εις τεχνητόν γύμνασμα και καταλήγει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Έξοδος 20, 7 και Δευτερονόμιον 5, 11).

Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς [=ενν. δαίμονες ή λογισμούς] προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.

Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών, οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη οτιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.

Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακρά και ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.

«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν… ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων… Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» (Α΄ Τιμόθεον 4, 7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι διά τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημάς την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ενοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία [=όραση] του Θεού «καθώς εστί» [=όπως είναι]. Το πλήρωμα της χριστιανικής τελειότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α΄ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην… αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί… πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α΄ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).

Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού. Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς» προφέρουν οι μοναχοί, ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.

Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβαδίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της θεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).

Η ευλαβής άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α΄ Κορινθ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδηγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξαιρέτως τους ασκούντας αυτήν η νηπτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.

Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.

Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς [τις ίδιες] ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως.

Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.

Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ενυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την πρότινος εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τας γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της θεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γένεσις 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνων και σχεδόν άνευ δυσκολίας.

Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.

Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη, εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.

Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.

Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι ανέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ. 6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».

Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του Άθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.

Βιογραφικό του Γέροντα Σωφρόνιου δες εδώ.

Για τις πνευματικές εμπειρίες του (θετικές και αρνητικές, από την προσευχή και από τον υπερβατικό διαλογισμό, που άσκησε προηγουμένως γύρω στα 8 χρόνια) δες συνοπτικά εδώ
Δες επίσης: Νευροθεολογία: εγκέφαλος και πνευματική εμπειρία.

Πηγή : ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Αμέθυστος