>ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ (6) – Marie-Louise von Franz

>Συνέχεια από Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Μετάφραση από Αγγλικά: Βιργινία Μόσχου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (3η συνέχεια)

Μια άλλη πόλωση εμφανίζεται στην διαμάχη των πρώτων χριστιανικών αιώνων σχετικά με το δόγμα της ανάστασης, μία πόλωση ανάμεσα στην ιδέα ενός νέου πνευματικού αναστημένου σώματος και στην ιδέα της επαναφοράς στην ζωή του παλαιού υλικού σώματος. Σύμφωνα με την άποψη του Παύλου, το νεκρό άτομο, όταν ανασταίνεται, αποκτά ένα «πνευματικό σώμα», ανασταίνεται «μέσα στον Χριστό», και για το ζήτημα της αποκατάστασης του παλαιού σώματος δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά. Ως ένα μεγάλο βαθμό αυτή είναι ακόμη η πίστη της Ανατολικής Εκκλησίας σήμερα. Στηριζόμενη στα συνοπτικά ευαγγέλια, η Δυτική Εκκλησία έχει διατηρήσει κατ’ αρχήν μία σύνδεση με την ιδέα του νεκρού σώματος, του «πτώματος», με βάση την ιδέα ότι ο άνθρωπος, έχοντας πνεύμα, ψυχή και σώμα, είναι μία ολότητα, και επομένως πρέπει να αναστηθεί σαν ολότητα, όπως ήταν πριν.

Ένας σημαντικός συνήγορος της τελευταίας άποψης κατά τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους είναι ο Τερτυλλιανός (πρώτο μισό του τρίτου αιώνα), που τονίζει στο έργο του “De Carnis Resurrectione – Σχετικά με την ανάσταση του σώματος” (13) ότι ο κάθε ένας θα αναστηθεί σωματικά «ακριβώς με την ίδια του την σάρκα». (“Resurget igitur caro, et quidem omnis, et quidem ipsa, et quidem integra – Θα αναστηθεί λοιπόν η σάρκα, και μάλιστα ολόκληρη, και μάλιστα η ίδια, και μάλιστα άφθαρτη”). Αυτή η άποψη κυριαρχούσε για πολλούς αιώνες στις Δυτικές Εκκλησίες, όπως δείχνει το «Σύμβολο το ονομαζόμενο της Νίκαιας» (14). Το είδος των συγκεκριμένων μορφών που συχνά πήρε αυτή η αντίληψη κατά τους Μέσους χρόνους φαίνεται, για παράδειγμα, στις σοβαρές φιλονικίες σχετικά με το αν ο Χριστός ήταν περιτετμημένος ή όχι όταν αναστήθηκε, και στις συζητήσεις σχετικά με την ηλικία του αναστημένου σώματος, και για το αν διατηρούσε ή όχι όλες τις προηγούμενες ατέλειές του ή είχε «θεραπευθεί» από αυτές.

Εάν παραβλέψουμε τον υπερβολικά συγκεκριμένο χαρακτήρα αυτών των αντιλήψεων, που οπωσδήποτε μας φαίνεται απίθανος σήμερα, η προσκόλληση στην ιδέα του παλαιού σώματος μπορεί να κατανοηθεί απλώς σαν μία προσπάθεια για διατήρηση της καθολικής ατομικότητας των νεκρών, της απόλυτης ομοιότητας με την μορφή του προσώπου, που, ακόμη και κατά την διάρκεια της ζωής του, την ταυτίζει κανείς αυτόματα με το σώμα. Το μυστήριο της αδιαίρετης προσωπικότητας ήταν κάτι που προβαλλόταν φανερά πάνω στο σώμα.

Τώρα, το συνειδητό μας εγώ δεν είναι με κανένα τρόπο μόνο προσωπικό, ακόμη και αν το αντιλαμβανόμαστε σαν τέτοιο όταν λέμε «εγώ» (πολλές φορές, την ίδια στιγμή, υποδηλώνοντας το σώμα μας). Πολυάριθμες παρωθήσεις, ιδέες, αντιλήψεις, αντικειμενικοί στόχοι και ηθελημένες πράξεις του εγώ είναι τελείως συλλογικά, δηλαδή είναι όμοια, αν όχι ταυτόσημα, με αυτά άλλων ανθρώπων. Το ίδιο ισχύει και για το ασυνείδητο μισό της ψυχής˙ μόνο ένα μέρος των εκδηλώσεών της (όνειρα κλπ) αναφέρεται σε κάποια ατομική εμπειρία (αυτό το μέρος που ο Jung ονόμασε προσωπικό ασυνείδητο). Πολύ περισσότερα, όμως, ξεπηδούν από το συλλογικό ασυνείδητο και δεν μπορούν να αποδοθούν στο άτομο. Ακόμη και αυτό που είναι πιο ατομικό από όλα, που το καταλαβαίνουμε σαν «εγώ», σαν «δική μου» ατομικότητα, είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύπλευρο, που δεν μπορεί με κανένα τρόπο να περιγραφεί εξαντλητικά με οποιοδήποτε λογικό μέσον. Μια πιο συνειδητή αντίληψη αυτών των διαφορετικών στρωμάτων είναι αυτή η βαθμιαία διαδικασία ανάπτυξης μέσα από πολλά στάδια που ο Jung ονόμασε πορεία εξατομίκευσης. Μόνο όταν κάποιος ξέρει τον βαθμό στον οποίο είναι ένα αιώνια επαναλαμβανόμενο «ανθρώπινο ον» στην γενική έννοια, και κατά πόσο είναι περιορισμένος σαν ένα άτομο, ένα αδιαίρετο, μοναδικό ον, μπορεί να μιλήσει για συνειδητοποίηση του εαυτού του.

Στην πρώιμη Δυτική χριστιανική παράδοση, που ήταν συνδεδεμένη με την ιδέα της ανάστασης του παλαιού σώματος, προσκολλημένη, ας πούμε, στο νεκρό σώμα του νεκρού, μπορούμε να δούμε, από την άλλη μεριά, μια πρωτόγονη προσκόλληση σ’ αυτή την αρχέγονη ψυχική κατάσταση, κατά την οποία δεν μπορεί κανείς να ελευθερωθεί από την ιδέα ότι το νεκρό σώμα ήταν ακόμη ο ίδιος ο νεκρός. Από την άλλη μεριά, μου φαίνεται πως έχουμε, όπως αναφέρθηκε πριν, μία σπερματική ιδέα κρυμμένη εδώ, δηλαδή ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιαίρετο άτομο, που είναι πλασμένο για να επιβιώσει ως ολότητα. Εντούτοις, λίγοι μόνο από εμάς μπορούν σήμερα να πιστέψουν ακόμη σε μία συγκεκριμένη ανάπλαση του παλαιού σώματος (15).

Το παράλογο αυτής της αντίληψης, πάντως, θα έπαυε να υπάρχει, αν όπως τονίζει ο Jung την προσκόλληση στην έννοια «φυσικού-συγκεκριμένου», δηλαδή του υλικού, μια παραίνεση που θα ήταν χρήσιμο να ακολουθήσουμε σε όλες τις θρησκευτικές διακηρύξεις.
Ο Jung γράφει: «Το “φυσικό” δεν είναι το μόνο κριτήριο της αλήθειας• υπάρχουν επίσης φυσικές αλήθειες που δεν μπορούν ούτε να εξηγηθούν, ούτε να αποδειχθούν, ούτε να αμφισβητηθούν με κάποιο φυσικό τρόπο. Εάν, για παράδειγμα, υπήρχε μία γενική πίστη ότι ο ποταμός Ρήνος κύλησε κάποτε προς τα πίσω από τις εκβολές προς την πηγή του, τότε αυτή η πίστη θα ήταν καθ’ εαυτήν ένα γεγονός, αν και μία τέτοια διακήρυξη, εάν την κρίνουμε φυσικά, θα θεωρηθεί εντελώς απίστευτη. Πίστεις αυτού του είδους είναι ψυχικά γεγονότα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, και που δεν χρειάζονται απόδειξη.

Οι θρησκευτικές διακηρύξεις είναι αυτού του τύπου. Αναφέρονται όλες χωρίς εξαίρεση σε πράγματα που δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν φυσικά γεγονότα… Αν τα κατανοήσουμε σε αναφορά με ο,τιδήποτε φυσικό, δεν βγάζουν καθόλου νόημα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλά θαύματα, που είναι οπωσδήποτε αρκετά εκτεθειμένα στην αμφιβολία, και όμως δεν θα μπορούσε να επιδειχθεί η πραγματικότητα του πνεύματος ή το νόημα που βρίσκεται πίσω από αυτά.

Το γεγονός ότι οι θρησκευτικές διακηρύξεις συχνά έρχονται σε σύγκρουση με τα παρατηρημένα φυσικά φαινόμενα αποδεικνύει ότι, σε αντίθεση με την φυσική αντίληψη, το πνεύμα είναι αυτόνομο, και ότι η ψυχική εμπειρία είναι ως ένα ορισμένο βαθμό ανεξάρτητη από φυσικά δεδομένα. Η ψυχή είναι ένας αυτόνομος παράγοντας, και οι θρησκευτικές διακηρύξεις είναι ψυχικές ομολογίες που σε τελευταία ανάλυση βασίζονται σε ασυνείδητες, δηλαδή σε υπερβατικές διαδικασίες».(16)

Οι διακηρύξεις που αφορούν την ανάσταση του σώματος πρέπει προφανώς να κατανοηθούν με αυτή την έννοια, όχι σαν κάτι χονδροειδούς υλικής φύσης.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Σημειώσεις
(13) Corpus scriptorum latinorum academiae vindebonensis, τόμος 47, 59.

(14) Σύγκρινε G.R.S. Mead, “Το δόγμα του πνευματικού σώματος στην δυτική παράδοση”, σελ. 82 κ.ε.(14) Σύγκρινε G.R.S. Mead, “Το δόγμα του πνευματικού σώματος στην δυτική παράδοση”, σελ. 82 κ.ε.

(15) Σύμφωνα με τους Greshake and Lohfink, αυτή η ιδέα απορρίπτεται από τους περισσότερους καθολικούς θεολόγους σήμερα.

(16) Ψυχολογία και θρησκεία, παρ. 553-555.

Advertisements

>Marie Louise von Franz — Puer aeternus (12)

>

Συνέχεια από : Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010
Αιώνιος έφηβος και δημιουργικός – Genius Ewiger Jüngling und kreativer Genius
Μέρος πρώτο: “Ο μικρός πρίγκηπας” (Saint-Exupery)
2. Η συνάντηση στην έρημο (μέρος 2)

Νομίζω πως ο Saint-Exupery είναι ένας τέτοιος μικτός τύπος, ούτε αδύναμος ούτε δυνατός. Έχει μεγάλη δύναμη, θάρρος, ζωτικότητα και την ικανότητα να αντεπεξέρχεται σε δύσκολες καταστάσεις, αλλά μια γωνιά της προσωπικότητας του είναι πολύ αδύνατη και της λείπει ζωτικότητα. Αυτό είναι που προσωποποιεί ο αστεροειδής. Αυτή η γωνιά βέβαια είναι στην περίπτωσή του το ουσιαστικό. Και η συμπτωματολογία αυτή, να μην έχει καμιά ζωτική αντίδραση εκεί που θα ήταν απαραίτητη, είναι παρούσα σε όλο το βιβλίο. Μπορούμε να πούμε πως η θέληση για ζωή, σε σύγκριση με την ευφυΐα του και την χαρισματικότητά του, είναι πολύ μικρή. Η γη συμβολίζει την θέληση για ζωή και την κατάφαση της ζωής, και αυτό είναι ένα αδύνατο σημείο. Το πρόβλημα είναι αυτή η δυσαναλογία στην προσωπικότητα του. Δεν χαρακτηρίζει τόσο πολύ το γενικό πρόβλημα του Puer aeternus, αλλά είναι ειδικό πρόβλημα του Saint-Exupery. Συχνά όμως βρίσκεται η μια κατάσταση αναμεμιγμένη με την άλλη. Ενώ μπορεί να είναι κανείς ικανός με λίγη γη να τα αφομοιώσει όλα ψυχικά, έχει ίσως μεγάλη δυσκολία να τα εφαρμόσει στην πραγματικότητα. Τέτοιοι άνθρωποι αποδέχονται όλα όσα προκύπτουν από την ανάλυση με ηρεμία και ειλικρίνεια, αλλά όταν τους πιέσετε να κάνουν κάτι από αυτά στην πραγματικότητα, επέρχεται μέσα τους ένας τρομακτικός πανικός. Την στιγμή που εσωτερική γνώση θα έπρεπε να έρθει στη ζωή, καταρρέει η δύναμη, και βρίσκεστε ενώπιον ενός τρεμάμενου παιδιού που φωνάζει: “Όχι, αυτό δεν το μπορώ!” Αυτή είναι μια παρατραβηγμένη απεικόνιση του εσωστρεφούς, η δύναμη του οποίου βρίσκεται στο ότι μπορεί να αποδεχθεί την εσωτερική αλήθεια, ο οποίος όμως αποτυγχάνει, όταν πρόκειται για την πραγματική ζωή.

Είδαμε τις δυο ζωγραφιές με τους ελέφαντες που υπάρχουν στο βιβλίο, και είναι ενδιαφέρον να τις συγκρίνουμε. Παριστάνουν αντίθετες καταστάσεις: στην πρώτη ζωγραφιά ο ελέφαντας κυριαρχείται από το φίδι, στην άλλη είναι ο ελέφαντας το κυρίαρχο στοιχείο, για το οποίο δεν υπάρχει αρκετή γη, πράγμα που δείχνει πως η κατάσταση μπορεί να παρατηρηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες: δηλαδή, είτε η μεγαλύτερη προσωπικότητα μέσα στον Saint-Exupery, ο ήρωας, κυριαρχείται από το καταβροχθίζον ασυνείδητο-δηλ το μητρικό σύμπλεγμα-, είτε μπορούμε να πούμε πως η ηρωική προσωπικότητα στον Saint-Exupery δεν έχει αρκετή βάση για να πραγματωθεί. Αυτές είναι οι δυο πτυχές της αυτής τραγωδίας. Είναι ενδιαφέρον πως ο ίδιος ο μικρός πρίγκηπας λέει: “Ένας Βόας σφιγκτήρας είναι πολύ επικίνδυνος και ένας ελέφαντας πολύ βαρύς.” Ο Saint-Exupery βρίσκεται μεταξύ σκύλας και Χάρυβδης, γιατί δεν ξέρει πως να προσλάβει ούτε το μεγαλείο ούτε την αδυναμία του. Με κανένα από τα δυο δεν τα καταφέρνει.

Τα baobab είναι τόσο μεγάλα στην ζωγραφιά, και φαίνεται πως θα μπορούσαν να κατακλύσουν ολόκληρο τον πλανήτη, ώστε μπορούμε να πούμε πως η μητέρα φύση κατακυριεύει την ανθρώπινη περιοχή του πολιτισμού και της συνείδησης. Αν παρατηρήσετε από κοντά την ζωγραφιά θα δείτε πως οι ρίζες είναι ζωγραφισμένες σαν φίδια. Νομίζω δεν είναι τυχαίο πως στην πρώτη ζωγραφιά είχε έρθει ένα βόας(Boa), και γι’ αυτό τα δέντρα ονομάζονται baobab. Πρέπει να είναι λογοπαίγνιο. Φαίνεται πως συσχέτισε αυτά τα δυο πράγματα: τόσο ο βόας σφιγκτήρας όσο και τα δέντρα είναι υπερβολικά μεγάλα(καταπιεστικά). Θα έπρεπε να δούμε την αρνητική πλευρά των δέντρων. Πως θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την παρουσία τους στην ζωγραφιά αυτή;

Θα πρέπει να θυμηθούμε τον Γκιλγκαμές, ο οποίος έπρεπε να κόψει κέδρους στο δάσος της Ίσταρ. Το δέντρο συμβολίζει εκεί την δύναμη της Ίσταρ, η οποία είναι μεταξύ άλλων και η θεά των δέντρων, η οποία ονόμασε τους Τσουμπούμπα κατοίκους των δέντρων. Το δέντρο στην περίπτωση αυτή συνδέεται με την αρνητική μητέρα. Με την πρώτη ματιά φαίνεται πως το δέντρο προσφέρεται να ερμηνευθεί ως σύμβολο της ζωής. Αν διαβάσετε το δοκίμιο του Γιουνγκ Το φιλοσοφικό δέντρο24, θα δείτε πως το δέντρο ερμηνεύεται γενικά ως σύμβολο της ζωής, της εσωτερικής αύξησης, της διαδικασίας εξατομίκευσης και της ωρίμασης. Αλλά αυτή η ερμηνεία δεν ταιριάζει εδώ. Το δέντρο συνδέεται συχνά με τις μητρικές θεότητες, που τιμούνται ως δέντρα. Δεν είναι μόνο η Ίσταρ αλλά και γερμανικές θεότητες όπως η Ιδούνα και ελληνικές όπως η Δήμητρα και άλλες.

Αλλά υπάρχει ακόμα μια πιο στενή σχέση: πχ ο Άττις στο δέντρο ή ο Όσιρις , που μέσα στο φέρετρο του κρέμμεται σε ένα δέντρο. Αυτό είναι το δέντρο το οποίο στην μυθολογία λέγεται γενικά η μητέρα θάνατος. Το φέρετρο στο δέντρο και ο νεκρός μέσα στο φέρετρο, σημαίνει πως δόθηκαν πίσω στην μητέρα, στο δέντρο, την μητέρα θάνατο. Στην γιορτή του Άττιδος στην Ρώμη περιέφεραν ένα έλατο με το άγαλμα του στην άκρη του δέντρου. Συνήθως ήταν μόνο το ακρωτηριασμένο κορμί του ως άγαλμα. Στα Σύμβολα της μεταμόρφωσης, ο Γιουνγκ αναφέρει ένα παλιό ποίημα, όπου λέγεται πως ο χριστιανικός σταυρός θεωρείται μια τρομερή μητριά, που σκότωσε τον Χριστό. Αυτός λοιπόν θα ήταν ο πρώτος συνειρμός, το ότι δηλ το δέντρο, το φέρετρο, είναι η μάνα, και έχει να κάνει με τον θάνατο του θεού Puer aeternus. Πως μπορεί αυτό να ερμηνευθεί; Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντίφαση: σε πολλές περιπτώσεις, το δέντρο συμβολίζει την διαδικασία εξατομίκευσης, και εδώ το ίδιο σύμβολο εξισώνεται με τον θάνατο, με ένα καταστροφικό στοιχείο.

Το δέντρο στην ζωγραφιά είναι τερατώδες, υπερβολικά μεγάλο για το αστέρι, πράγμα που δείχνει πως το πρόβλημα με την μητέρα είναι πολύ μεγάλο και πολύ καταστροφικό. Πως το συνδέουμε με την διαδικασία εξατομίκευσης, μια διαδικασία εσωτερικής αύξησης, στην οποία είναι κανείς δεσμευμένος και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Όταν πείτε όχι σ’ αυτήν και δεν την αποδεχθείτε, μεγαλώνει εναντίον σας, και είναι η ίδια σας η ανάπτυξη που σας σκοτώνει. Αν αρνηθείτε την αύξηση, σας σκοτώνει, πράγμα που για ένα νηπιώδες πρόσωπο, που δεν έχει μεγάλη δυνατότητα, σημαίνει πως δεν συμβαίνουν και πολλά πράγματα. Αν όμως το εν λόγω πρόσωπο έχει μέσα του μια μεγαλύτερη προσωπικότητα, δηλ την δυνατότητα αύξησης-τότε επέρχεται μια ψυχική διαταραχή. Για τον λόγο αυτό λέμε πως μια νεύρωση είναι κατά κάποιο τρόπο θετικό σύμπτωμα. Δείχνει πως κάτι θέλει να αυξηθεί, πως το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι εντάξει στην προκείμενη κατάσταση. Αν η αύξηση δεν γίνει αποδεκτή, τότε αυξάνεται εναντίον σας, με τό δικό σας κόστος, και τότε επέρχεται αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε αρνητική εξατομίκευση. Η διαδικασία εξατομίκευσης, η εσωτερική ωρίμαση και η εσωτερική αύξηση, συνεχίζεται ασυνείδητα καταστρέφοντας την προσωπικότητα, αντί να την θεραπεύει. Με αυτή την έννοια, το δέντρο του θανάτου, η μητέρα-θάνατος και το δέντρο της ζωής, είναι ουσιαστικά συνδεδεμένα. Η εσωτερική δυνατότητα αύξησης μιας προσωπικότητας είναι επικίνδυνη, γιατί πρέπει κανείς να πεί σε αυτήν ναι και να πάει μπροστά, αν δεν θέλει να θανατωθεί από αυτήν. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Είναι μια μοίρα την οποία πρέπει να αποδεχθεί κανείς.

Aμέθυστος

>ΜΕΤΑΝΟΙΑ- ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΟΓΗΣΗ

>Απο το βιβλίο του Γ. Πατρώνου «Θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα» εκδ. Δόμος

Κέντρο στην αρχαία Εκκλησία η μετάνοια, σε εμάς η εξομολόγηση.

Ο όρος «εξομολόγησις» δέν απαντάται πουθενά, ούτε στα ιερά Ευαγγέλια, ούτε στις πράξεις των αποστόλων, αλλά ούτε και στις Επιστολές, που είναι ποιμαντικού και πνευματικού χαρακτήρος και θα έπρεπε η πράξη της εξομολόγησης να επιβεβαιώνει με την εξωτερίκευση των αμαρτιών τη μετάνοια, σύμφωνα με τις σημερινές πεποιθήσεις.

Αντιθέτως στα Ιερά κείμενα της πίστεως μας τονίζεται μόνον το θέμα της μετάνοιας και της επιστροφής. Χωρίς μετάνοια είναι ανέφικτη οποιαδήποτε αλλαγή και ασφαλώς απραγματοποίητη κάθε μορφή πνευματικής ζωής. Στην Π.Δ. οι Προφήτες εκήρυτταν μετάνοια και καλούσαν τους πλανημένους σε επιστροφή. Στην Κ.Δ. η μετάνοια σχετίζεται με την έλευση της Βασιλείας του Θεού και θεωρείται βασική προυπόθεση εισόδου σε αυτήν. Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. «Μετανοείτε ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών»

Πρίν απο το Βάπτισμα προηγείται η μετάνοια και η μετάνοια είναι εκείνη που ανοίγει την θύρα της χάριτος.

Η πνευματική ζωή, υπο τις προυποθέσεις αυτές, δέν είναι μια «κρυφή» ατομική υπόθεση όπως συνήθως κατανοείται όταν συσχετίζεται με το θέμα της εξομολογήσεως. Είναι ένα γεγονός Εκκλησιολογικό, κοινωνίας προσώπων, και απαιτεί διαφάνεια και άνοιγμα προς τους άλλους.

Γίνεται έτσι εύκολα κατανοητό, γιατί στην Εκκλησία των πρώτων αιώνων η εξομολόγηση γινόταν δημόσια και μάλιστα σε ώρα λειτουργικής σύναξης όλων των πιστών. Η εξομολόγηση ήταν μια πράξη μετάνοιας, συμφιλίωσης και επανένταξης στην Εκκλησιολογική κοινότητα των πιστών. Ήταν μυστήριο Εκκλησιολογικό και όχι ενέργεια ψυχολογικής εκτόνωσης και πνευματικής καθοδήγησης.

Η εξομολόγηση, δηλ. η«ανακοίνωση» των αμαρτιών δέν απαιτεί την ριζική μετάνοια και μεταστροφή αλλά κάποιο ψύχο-παιδαγωγικό στοιχείο. Για αυτό και τα αποτελέσματα δέν είναι μεταμορφωτικά, όχι μόνο απο τη συχνή προσέλευση στην εξομολόγηση αλλά και απο τη συχνή μετοχή και στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Συνεχίζεται.

Αμέθυστος

>Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

>http://www.ecclesia.gr/greek/press/ekklisia/EKKLISIA_2001_Aprilios/11egik27.pdf

Στην παραπάνω διεύθυνση μπορούμε να βρούμε την απόφαση της ιεράς συνόδου περί αυτοκτονίας για την οποία  αδιαφόρησε και κατήργησε ο Πατρών.

Αμέθυστος

>Ένας Μητροπολίτης στο ύψος των περιστάσεων…

>πηγή : Romfea.gr

Παράδειγμα προς μίμηση αποτελεί η απόφαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ. Χρυσοστόμου, να δώσει άδεια ώστε να ψαλεί νεκρώσιμη ακολουθία στο 17χρονο Αποστόλη που βρέθηκε κρεμασμένος στην Περιοχή του Προφήτη Ηλία στην Πάτρα.

Παρότι οι Εκκλησιαστικοί κανόνες απαγορεύουν την μνημόνευση του αυτόχειρα ανεξάρτητα από τον λόγο της αυτοκτονίας, ο κ. Χρυσόστομος απέδειξε ότι ο Χριστός είναι αγάπη.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Romfea.gr» ο πατέρας του παιδιού αμέσως μετά την εύρεση του γιού του, επισκέφθηκε τον Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσόστομο στο γραφείο να τον ενημερώσει για το θλιβερό συμβάν και να ακούσει δύο λόγια παρηγοριάς.

Αμέσως ο κ. Χρυσόστομος έδωσε κουράγιο στον πονεμένο πατέρα, δίνοντας εντολή μετά από λίγο σε έναν ιερέα να τελέσει νεκρώσιμη ακολουθία στον 17χρονο Απόστολο ο οποίος απαγχονίστηκε.

Οι πληροφορίες αναφέρουν, ότι ο Μητροπολίτης Πατρών παρέστη και ο ίδιος συμπροσευχόμενος στο ιερό του ναού, και μετά το πέρας της ακολουθίας βγήκε στην ωραία πύλη και μίλησε στα χιλιάδες παιδιά τα οποία είχαν κατακλύσει τον ναό.

Ο κ. Χρυσόστομος απευθυνόμενος στους γονείς τα αδέλφια και στους φίλους του 17χρονου, αναφέρθηκε με λόγια παρηγοριάς, τονίζοντας ότι «πρέπει να αγαπάνε την ζωή, να έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και στην Εκκλησία, και όποια δυσκολία συναντήσουν στην ζωή τους, δεν πρέπει να απογοητεύονται και να πανικοβάλλονται.»

Με την κίνηση αυτή ο Μητροπολίτης Πατρών έδωσε ένα μήνυμα ζωής κυρίως στα παιδιά, τα οποία σήμερα είναι απογοητευμένα από τον τρόπο ζωής που έχουν μέσα σε μια δύσκολη κοινωνία.

Τέλος, πληροφορίες αναφέρουν, ότι σήμερα όλη Πάτρα αναφέρθηκε στην απόφαση του Επισκόπου της, την οποία σχολίασαν με θετικότατα σχόλια.

Μερικοί έκαναν λόγο για ένα πραγματικό ποιμενάρχη που ξέρει να διαχωρίζει τους τύπους από την ουσία, που ξέρει και θέλει να βρίσκεται στο πλευρό των πονεμένων ανθρώπων.

Σχόλιο : Φυσικά ο επίσκοπος φέρθηκε σάν Θεός. Εξάλλου είναι ο αντιπρόσωπος Του. Είναι υπεράνω κανόνων. Τώρα φυσικά όλοι πιστεύουμε ότι μέ τήν απόφασή του έχει δεσμεύσει τό Θεό. Στήν αρχαία εκκλησία όπου διακρίνονταν η φύσις τού Θεού από τή φύση τού ανθρώπου δέν τελούνταν η ακολουθία γιατί ο σκοπός ήταν να αφήσουν αυτόν πού διέπραξε αυτή τή μέγιστη αμαρτία στήν αγάπη καί τή φιλανθρωπία τού Θεού. Ο επίσκοπος συνεπής καί στή συμμετοχή του στούς διαλόγους μοιράζει αγάπη. ΔΥΟ ΚΟΥΠΙΑ ΕΧΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΏΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ. Η ΑΥΤΟΝΟΜΗΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Καθώς και τα παρηγορητικά του λόγια δέν περιέχουν τίποτε χριστιανικό.

Αμέθυστος

>ΜΕΤΑΝΟΙΑ- ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΟΓΗΣΗ

>Απο το βιβλίο του Γ. Πατρώνου «Θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα» εκδ. Δόμος
Σε αυτό το θέμα επικεντρώνεται σήμερα όλη η προσπάθεια για τη βίωση απο τους πιστούς μιας αληθινής Ορθόδοξης Πνευματικότητας.

Το να έχουμε θετικά αποτελέσματα απο το μυστήριο της εξομολογήσεως είναι πολύ φυσικό. Και τα θετικά αποτελέσματα οφείλονται στο λυτρωτικό και χαρισματικό στοιχείο του Μυστηρίου της Μετανοίας.

Η ύπαρξη όμως αρνητικών αποτελεσμάτων οφείλεται στον ανθρώπινο παράγοντα και στην ανίερη αντιμετώπιση απο μερικούς πνευματικούς εξομολόγους, της αγωνίας των πιστών για λύτρωση και σωτηρία.

Το θέμα αυτό είναι πολύ εύκολο να επισύρει επικρίσεις και αντιρρήσεις, διότι πρέπει να πιστεύουμε όλοι μας πώς μέσα στους πνευματικούς και εκκλησιαστικούς χώρους όλα έχουν καλώς και πώς δέν επιτρέπεται να εγγίζει κανείς κριτικά τις ιδιαίτερες πνευματικές σχέσεις εξομολόγων και εξομολογουμένων. Αυτός ο χώρος και ιδιαιτέρως της πνευματικής καθοδήγησης θεωρείται ώς άβατο, ώς «ταμπού» για τους τρίτους και αυτή η σχέση επενδύεται συνήθως με πολλή μυστικοπάθεια, και με μεγάλη δόση μυστηριακότητας και μεταφυσικότητας.

Ο καθοδηγητικός λόγος του πνευματικού, ταυτίζεται συνήθως με τη θεία θέληση και δέν επιδέχεται σχολιασμό και αμφισβήτηση.

Στον καθοδηγούμενο πιστό καλλιεργείται η πεποίθηση, ότι όλα όσα διαμείβονται σε αυτή τη σχέση έχουν το στοιχείο του «αλάθητου», αφού στηρίζονται στην επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Χρειάζεται επομένως η πλήρης υποταγή και υπακοή. Γιατί δέν πρόκειται για ανθρώπινες αντιλήψεις και συμβουλές αλλά για «εντολές» του Θεού.

Είναι μια πολύ επικίνδυνη πνευματικά υπόθεση να ταυτίζει κάποιος τον δικό του προσωπικό λόγο με τις εντολές του Θεού.

Συνεχίζεται .

Αμέθυστος

>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (20)

>Συνέχεια από : Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Κεφάλαιο 10ο
Ο Λούκιος ξαναβρίσκει τον εαυτό του

 Ως επόμενο μένει να συζητηθή το θέμα (μοτίβο) των διαφόρων χρωμάτων: το ένδυμα της θεάς λάμπει άλλοτε λευκό, άλλοτε κιτρινωπό, άλλοτε ροδόχρου, και είναι όλα σκεπασμένα από έναν μαύρον (μέλαναν) μανδύα. Το μαύρο θα αντιστοιχούσε στο «nigredo» των αλχημιστών, ακολουθούμενο απ’ το «albedo», τη λευκότητα, μετά απ’ το «rubedo», το κοκκινόχρωμο, και τελικά απ’ το «citrinitas», το κίτρινο ή χρυσαφί ως το τέταρτο χρώμα. Όλ’ αυτά τα χρώματα είχαν αποδοθή στην αρχαιότητα στον κάτω κόσμο. Ήταν τα χρώματα του άλλου κόσμου, και αντιστοιχούν γι’ αυτό επίσης στις τέσσερις βαθμίδες στο αλχημιστικό συμβάν. Μαύρο είναι το πρώτο χρώμα, που συναντά κανείς αναλύοντας την prima materia (πρώτη ύλη), αλλά ακόμα και στο βαθύτερο προχώρεμα στο ασυνείδητο μένει το μαύρο να επικρατή. Αυτό επαληθεύεται και στον Λούκιο, γιατί έχει ζήσει μέχρι τώρα μόνον το «nigredo», ένα στάδιο της θλίψης και της σύγχυσης

Και οι γιρλάντες από λουλούδια και καρπούς συναντώνται στα κείμενα της αλχημείας. Εμφανιζόταν γενικά στο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο «nigredo» και το «albedo» ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμικτων χρωμάτων, ένα βίωμα του κόσμου των φυτών και των ζώων. Το μαύρο, το λευκό και το κόκκινο δεν είναι μόνον τα τυπικά χρώματα στο αλχημιστικό συμβάν. Ήταν πολύ πρωτύτερα τα χρώματα, που χρησιμοποιούνταν ειδικά στη διακόσμηση των φερέτρων και σε όλα, όσα είχαν να κάνουν με τη λατρεία των νεκρών. Στην ελληνο-ρωμαϊκή όπως επίσης και στην αιγυπτιακήν εποχή ήταν τα χρώματα του άλλου κόσμου. Το μαύρο και το άσπρο δεν είναι από μιαν ορισμένην άποψη χρώματα, και γι’ αυτό μπορεί να πη πράγματι κανείς, ότι παραπέμπουν στον άλλον κόσμο. Είναι οι απώτατοι αντίθετοι πόλοι έξω απ’ το «παιχνίδι των χρωμάτων της ζωής». Έτσι ήταν π.χ. στη Σπάρτη το λευκό το χρώμα της λύπης (του πένθους) και του θανάτου, όπως το μαύρο σε μας˙ στην Κίνα επίσης το άσπρο το χρώμα του θανάτου. Συνδέονται έτσι σ’ ολόκληρη τη γη το μαύρο και το άσπρο με τον άλλον κόσμο, με όλα, όσα βρίσκονται πέρα απ’ την ορατήν ανθρώπινη, γήινη ζωή, ενώ το κόκκινο θεωρούνταν περισσότερο ως σύμβολο για την ουσία της ζωής. Βρίσκουμε το κόκκινο χρώμα σε αιγυπτιακούς τάφους, κι ακόμα και παλιότερα, στους προϊστορικούς καιρούς, βάφονταν ή επιχρίονταν συχνά τα πτώματα ή και ολόκληρο το εσωτερικό των τάφων με κόκκινο, το οποίο έπρεπε πιθανώς να συμβολίζη τη μυστική συνέχιση της ζωής στον άλλον κόσμο και την ιδέα, πως οι νεκροί δεν είναι νεκροί, αλλά έχουν ακόμα τη δική τους ζωή.

Αυτά τα τέσσερα χρώματα της αλχημείας παρομοιάστηκαν απ’ τον Γιουνγκ με τα τυπικά στάδια κατά την κάθοδο του μοντέρνου (σύγχρονου) ανθρώπου στο ασυνείδητο, όπου το μαύρο θα αντιστοιχούσε στην πρώτην πραγματοποίηση (συνειδητοποίηση) του ασυνείδητου, εκείνην της σκιάς, όταν συσκοτίζεται η προηγούμενη συνειδητή στάση (διάθεση). Αυτό είναι ένα στάδιο, στο οποίο εμφανίζεται ως επί το πλείστον το πρόβλημα της σκιάς, γιατί το «nigredo» αντιστοιχεί από ορισμένην άποψη στη συνάντηση με τη σκιά. Η σκιά αντοπροσωπεύει σ’ αυτό το στάδιο ολόκληρο το ασυνείδητο και κάθε τι, το οποίο είχε παραμείνει απ’ την προηγούμενη συνειδητή στάση «στη σκιά». Γι’ αυτό και προξενεί πολύ συχνά η πρώτη συνάντηση με τη σκιά μια βαθειά θλίψη, ένα αίσθημα της σύγχυσης, την καταστροφή της προηγούμενης συνειδητής στάσης, το να είσαι χαμένος στο σκοτάδι. Ακολουθεί μετά η πολύχρωμη όψη με τα λουλούδια και τα ζώα της, το οποίο σημαίνει, πως μετά το στάδιο του συμβιβασμού με τη συνάντηση της σκιάς αρχίζει να επανέρχεται το θετικό αίσθημα της ζωής.

Αυτή είναι όμως μόνο μια προσωρινή όψη. Ακολουθεί μετά το επόμενο βήμα, το πρόβλημα της πραγματοποίησης του animus και της anima, κατά την οποία κρατείται κανείς σε μεγάλη απόσταση απ’ την εξωτερική πραγματικότητα. Η ολοκλήρωση αυτών των δύο δυνάμεων σημαίνει σκληρή εργασία στον εαυτό σου για πολλά χρόνια. Σ’ αυτό το στάδιο διαμένει κανείς ούτως ειπείν για πολύ ακόμα στη χώρα του θανάτου, γιατί μπορείς να επεξεργαστής το πρόβλημα της anima και του animus μόνο σε μια περίοδο μεγάλης ενδοσκόπησης. Ακόμα κι όταν θά ’πρεπε να εμφανιστούν τα δύο με τη μορφή της μεταβίβασης, που σημαίνει σε προβαλλόμενη μορφή, μπορείς να τα πλησιάσης μόνο σε υποκειμενική εσωτερική όψη. Αυτό είναι ένα στάδιο της απομάκρυνσης απ’ την εξωτερική πραγματικότητα, στο οποίο πρέπει να κρατήση κανείς ασφαλισμένες τις εξελίξεις στο αποστακτήριο του ίδιου του τού εσωτερικού (της ψυχής) και να αντανακλάση εντελώς ο ίδιος του ο εαυτός – με την κυριολεκτική σημασία της λέξης.

Στο στάδιο του μαύρου και άσπρου της αλχημείας πρέπει να εργαστή σκληρά ο αλχημιστής, και στην ανάλυση συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τον αναλυτή. Το εγχείρημα, να συνειδητοποιηθούν αυτές οι δυνάμεις, είναι ένα δύσκολο έργο, όταν έχη ωστόσο πραγματοποιηθή, λένε οι αλχημιστές, πως η σκληρή δουλειά έχει παρέλθει. Πρέπει μετά μόνο να εξακολουθήση κανείς και να θερμαίνη την ίδια του την ουσία με μιαν ήπια, αδύνατη φωτιά χωρίς περαιτέρω ένταση. Τότε εμφανίζεται από μόνη της η «rubedo». Όταν εμφανιστή, μπορεί ν’ ανοίξη κανείς το αποστακτήριο, και θα εξέλθη – εκφρασμένο στην αλχημιστική γλώσσα – ο ήλιος ή η πέτρα των σοφών και θα αναλάβη την κοσμοκρατορία.

Σε λιγότερο ποιητική γλώσσα θα σήμαινε αυτό την έναρξη της πραγματοποίησης του Ταυτού, που αναλαμβάνει σ’ αυτήν τη στιγμή την καθοδήγηση του συμβάντος, έτσι ώστε δεν πρέπει να μοχθή περαιτέρω το Εγώ. Η αποσυρθείσα αντανακλαστική ενδοσκόπηση μπορεί τώρα επίσης να χαλαρώση, γιατί κατά την πραγματοποίηση του Ταυτού είναι εξίσου σημαντικό να γνωρίζης, αν θά ’πρεπε να πραγματοποιήση κάποιος κάτι εσωτερικά ή να μεταβιβάση πιο πέρα τη δυναμική του στην εξωτερική πραγματικότητα. Γίνεται κανείς ο υπηρέτης μιας παλλόμενης αρχής (Prinzip), που εκδηλώνεται άλλοτε ενδο- και άλλοτε εξωσκοπικά. Μπορεί να λάβης μια διαταγή απ’ το Ταυτό, να πράξης κάτι στον εξωτερικό κόσμο, ή μιαν υπόδειξη, να πραγματοποιήσης κάτι σε σένα τον ίδιον. Ο αποστακτήρας έχει γίνει γι’ αυτό περιττός, επειδή το Ταυτό δεν είναι πια κάτι, το οποίο κομματιάζεται: Απ’ τη στερότητα του αγγείου έχει προέλθει τώρα η στερεότητα της «πέτρας των σοφών», που σημαίνει μια μόνιμη εσωτερική εμπειρία του Ταυτού, η οποία δίνει βαθειά εσωτερική σταθερότητα στην προσωπικότητα, που καθιστά κάθε τεχνητή εξωτερική στερέωση ή παγίωση περιττή. Σε πολλά αλχημιστικά κείμενα είναι το αγγείο κι αυτό, που παρασκευάζεται μέσα του, η πέτρα των σοφών, ένα και το αυτό. Πρόκειται για ένα σύμβολο για το σταθερό κέντρο της εσώτατης προσωπικότητας. Αυτό δεν ταυτίζεται με το Εγώ, αλλά πραγματοποιεί πολύ περισσότερο το Εγώ σε μιαν ε ξ υ π η ρ ε τ ι κ ή λειτουργία. Γι’ αυτό και ονομάζεται η πέτρα των σοφών στην αλχημεία ανάμεσα στα άλλα και βασιλιάς, ο μεγάλος κυρίαρχος, που εκτείνεται σε δύναμη πολύ πιο πέρα απ’ το σύμπλεγμα του Εγώ.

Στο ένδυμα της Ίσιδας υπαινίσσεται η τρίχρωμη ωραιότητα όλες αυτές τις δυνατότητες, και έχει άλλωστε πράγματι αναλάβει εκείνη αυτήν τη χρονική στιγμή τη συνέχιση του συμβάντος. Παρ’ όλο που διαβάζει κανείς συχνά σε περιλήψεις των ιδεών του Γιουνγκ, ότι στο γεγονός της εξατομίκευσης μπορεί να προκύπτη κατ’ αρχάς μια πραγματοποίηση της σκιάς, μετά της anima ή του animus και μετά του Ταυτού, ισχύει αυτό μόνον cum grano salis (κατά μεγάλη προσέγγιση). Στην πραγματικότητα συναντά κανείς κατ’ αρχάς ο λ ό κ λ η ρ ο το ασυνείδητο, το Ταυτό με τον animus και την anima και τη σκιά. Αλλ’ είναι τα στοιχεία της σκιάς γενικώς εκείνα, τα οποία μπορούν (είναι σε θέση) να πραγματοποιήσουν, απ’ την ισχυρή εντύπωση, που διατηρούν, οι άνθρωποι. Αυτό και μόνον αρκεί, για να γίνη κατανοητό, τί μπορεί να κάνη κανείς σαφές (διαφανές) και πραγματικό. Όλα τ’ άλλα μένουν συνήθως καθαρά αφηρημένα˙ μόνο μετά την εργασία στη σκιά αρχίζεις να ξεχωρίζης κάτι περαιτέρω. Ένας άντρας μπορεί να δη μερικά θηλυκά στοιχεία πίσω απ’ αυτό, το οποίο αναγνωρίζει τώρα ως ασυνείδητο μέρος της προσωπικότητάς του, κι η γυναίκα θα μπορούσε να αναγνωρίση ορισμένα τυπικά αρσενικά στοιχεία στον εαυτό της. Σ’ αυτό το στάδιο αναγνωρίζει κανείς τη θηλυκή ή αρσενική, αντίθετη ως προς το φύλο όψη της ίδιας του ασυνείδητης προσωπικότητας. Σ’ αυτήν τη βαθμίδα περιέχουν οι μορφές του animus και της anima ξανά ούτως ειπείν ολόκληρο το ασυνείδητο, έτσι ώστε πρόκειται εδώ στον Λούκιο για μια συνάντηση με την αρχετυπική, απόλυτα ταυτισμένη με το Ταυτό anima.

Θα δούμε, ότι ο Απουλήιος καλείται μόνον, αφού έχει εισέλθει μέσω μιας αφιέρωσης στα μυστήρια της Ίσιδας και έχει ζήσει έναν ορισμένο χρόνο στη Ρώμη κατά συνηθισμένον τρόπο ως αφιερωμένος και υπηρέτης της θεάς, για δεύτερη φορά μέσω ονείρων σε περαιτέρω μύηση. Πρέπει να βιώση αυτήν τη φορά τον θεό Όσιρι στον εαυτό του ή το μέρος του ασυνείδητου, που αποκαλύπτεται ως πυρήνας ολόκληρης της προσωπικότητας: το Ταυτό. Στην παρούσα όμως χρονική στιγμή είναι η Ίσιδα και το Ταυτό ένα. Ενσαρκώνει εκείνη προσωρινά την αποστολή του ασυνείδητου. Όλες οι μελλοντικές δυνατότητες εξέλιξης του Λούκιου περιέχονται σ’ αυτήν, έτσι ώστε του ζητά εντελώς δίκαια, να την υπηρετήση μ’ έναν απεριόριστον τρόπο.

Θα αφιερωθή αργότερα στη λατρεία του Όσιρι, όπως αναφέρθηκε, ο Λούκιος. Καθώς παριστάνουν η Ίσις κι ο Όσιρις τις θηλυκές και αρσενικές όψεις, θα αντιστοιχούσε αυτό στην εμπειρία του «rubedo». Επιστρέφει κατόπιν ως νομικός στη Ρώμη και μεριμνά για το αξίωμά του ως λαϊκός (αρχάριος) ιερέας στα μυστήρια. Στη διάρκεια της υπηρεσίας του για τη θεά μένει στην περιοχή του ναού, που σημαίνει κλεισμένος στον εαυτόν του, όταν όμως έχει γίνει αρκετά στέρεη η εσωτερική περιοχή, δεν υφίσταται καμμιά ανάγκη γι’ αυτό το εξωτερικό πλαίσιο πια. Έχει κανείς τώρα εσωτερική στερεότητα απέναντι στην πρόσκρουση του εξωτερικού κόσμου και μπορεί να επιστρέψη με φαινομενικά μη αντανακλώμενον τρόπο ξανά στην ζωή.

Στο τέταρτο ή κίτρινο στάδιο δίνουν οι αλχημιστές πολύ αξιοσημείωτες υποδείξεις, καθώς το ονομάζουν multiplicatio και το παρομοιάζουν με τον κόκκο του σταριού, ο οποίος πολλαπλασιάζεται πεθαίνοντας χίλιες φορές. Με την πέτρα των σοφών μπορεί να μετατρέψη κανείς κάθε μη ευγενές μέταλλο σε χρυσό. Ο λάπις διαθέτει μιαν μετατρεπτικήν ακτινοβολία, που επενεργεί ακόμα και έξω στον κόσμο (Kosmos). Αυτό θα σήμαινε σε συμβολική μορφή: με την πραγματοποίηση τού Ταυτού βρίσκεται κανείς σε απόλυτην αρμονία μ’ ολόκληρον τον κόσμο, σε μια συγχρονιστική συμφωνία με το εντός και το εκτός. Ένα στάδιο, το οποίο μπορούν να επιτύχουν οι περισσότεροι άνθρωποι μόνο για μερικά και λίγα λεπτά και το οποίο χαρακτηρίζουν ως το να είσαι ένα με το Ταό οι Κινέζοι.

Αυτό υπενθυμίζει την περίφημη βουδιστική σειρά εικόνων του ζεν «Το βόδι κι ο βοσκός του», με τις οποίες παρίστανε ο Κινέζος ζωγράφος την εσωτερικήν πορεία της εξέλιξης σε συμβολική μορφή. Προκύπτει πρώτα η απελευθέρωση, μετά η σύλληψη και κατόπιν η εξημέρωση του βοδιού. Αυτό θα αντιστοιχούσε στο «nigredo» κι ανήκει στο «ζωϊκό» στάδιο της αυτοαγωγής και τα προβλήματά του. Ακολουθεί μετά η εικόνα της πανσέληνου και του μαθητή που την προσκυνά. Έχει λησμονήσει το βόδι κι επίσης το καμτσίκι, με το οποίο ώφειλε να το εξημερώση, κι ολόκληρο το πρόβλημα της ορμής έχει εξαφανιστή. Η επόμενη εικόνα είναι ο στρογγυλός δίσκος της σελήνης, το στάδιο της φώτισης, που υπερβαίνει κατά πολύ το Εγώ. Αυτή η φώτιση είναι (ο) «Βούδας». Δεν μπορεί να προστεθή τίποτα πια. Και εμφανίζεται μετά ένα ανθισμένο κλαδί κερασιάς. Δεν μπορεί να αναγνωρίση κανείς εντελώς, τί έρχεται να δηλώση, μόνον, ότι πρόκειται πιθανώς για μιαν επιστροφή στην ζωή. Η τελευταία εικόνα δείχνει έναν ηλικιωμένον άντρα με χοντρή κρεμασμένη κοιλιά, που πηγαίνει χαμογελώντας στον δρόμο του. Ο υπηρέτης του είναι κοντά του και κρατάει το πιάτο ενός ζητιάνου, και μερικά κλαδιά λουλουδιών κερασιάς βρίσκονται πίσω του. Πηγαίνει στην αγορά, ζητιανεύοντας, και λέει το κείμενο: «Έχει λησμονήσει τον βούβαλο˙ έχει λησμονήσει την ίδια του τη μεγάλη εμπειρία˙ έχει λησμονήσει ακόμα κι αυτόν τον ίδιον, αλλά όπου πάντως και να πηγαίνη, ανθίζουν τα κλαδιά της κερασιάς.» Αυτό θα αντιστοιχούσε στο κίτρινο ή χρυσό στάδιο της αλχημείας. Υπάρχει τότε μια ενότητα με τον Κόσμο. Φαινομενικά ένα στάδιο πλήρους ασυνειδησίας, πρόκειται όμως στην πραγματικότητα ακριβώς για το αντίθετο. Θα επιθυμούσα να συστήσω σ’ αυτήν τη συνάφεια τα δύο τελευταία κεφάλαια του «Mysterium Coniunctionis» του Γιουνγκ για τον unus mondis (έναν κόσμο), επειδή περιγράφεται εκεί η ίδια εμπειρία από αλχημιστική και ψυχολογική όψη.

Η θεά στο κείμενό μας κρατά στο δεξί χέρι ένα σείστρο από ορείχαλκο, ένα χρησιμοποιούμενο στη λατρεία της Ίσιδας όργανο, για να εκδιώκη τους κακούς δαίμονες και πνεύματα (σ.σ.: Υπάρχουν παραλληλισμοί σ’ αυτό: στην Αφρική διώχνει κανείς δαίμονες που προξενούν θύελλες ή μιαν έκλειψη ηλίου με όσον το δυνατόν περισσότερο θόρυβο). Θα μπορούσε να το παρομοιάση κανείς με το χρησιμοποιούμενο στην καθολική (λατινική) (θεία) λειτουργία κουδούνι, που το χτύπημά του στρέφει την προσοχή των πιστών στην ιερή πράξη και ενεργεί επίσης, για να κρατήση σε απόσταση κάθε τι βέβηλο. Κρατά στο αριστερό χέρι ένα χρυσό αγγείο, το πιο κεντρικό και πιο σημαντικό σύμβολο, που αντιστοιχεί στη σημασία του στην προαναφερθείσα στα νερά της Στυγός υδρία. Το χρυσό αγγείο μοιάζει με μιαν υδρία, κι η θεά το κρατά στο αριστερό της χέρι. Είναι ένα σύμβολο του Όσιρι. Σε ρωμαϊκές λατρείες συνδέονται όλα, όσα έχουν να κάνουν με τον κάτω κόσμο, με το αριστερό χέρι. Πασπαλίζονταν έτσι τα ιερά ζώα της θυσίας πάντοτε με το αριστερό χέρι με αλεύρι, όταν ήταν αφιερωμένα στους κάτω θεούς. Σε αντίθεση μ’ αυτό ήταν όλα, όσα είχαν να κάνουν με τους θεούς ψηλά, συνδεδεμένα με το δεξί. Η θεά στον Απουλήιο κρατά συνεπώς κάτι στο χέρι, που δηλώνει συμβολικά το ασυνείδητο ακόμα επόμενο βήμα εξέλιξης, την πραγματοποίηση του Ταυτού, που υπερβαίνει ακόμα την πραγματοποίηση της anima. Μοιάζει με το μυστηριώδες περικάλυμμα ενός περιεχομένου, που δεν το γνωρίζει κανείς ακόμα. Κρατά τη δυνητική ισχύ του Όσιρι στο χέρι της και λέει: «Κοίτα, η προσευχή σου με έχει αγγίξει. Εγώ, η μητέρα-φύση των πάντων, κυβερνήτις των στοιχείων, πρωτότοκο παιδί του χρόνου, ύψιστη των θεοτήτων, βασίλισσα των πνευμάτων, πρώτη των ουρανίων˙ εγώ, που ενώνω εγώ σε μένα μόνον τη μορφή όλων των θεών, ανδρών και γυναικών, και διατάζω μ’ ένα νεύμα πάνω απ’ τους φωτεινούς λειμώνες του ουρανού, τους ιαματικούς ανέμους της θάλασσας και την πολυθρήνητη σιωπή του κάτω κόσμου. Η μοναδική θεότητα, την οποίαν τιμά με τόσο παντοειδή μορφή, τόσο διαφορετικά έθιμα και πολλών ειδών ονόματα ολόκληρη η οικουμένη: εμένα ονομάζουν οι πρωτότοκοι όλων των ανθρώπων, οι Φρύγες, pessinuntische μητέρα των θεών˙ εγώ ονομαζόμουν στους Αθηναίους, τους πρώτους κάτοικους της Αττικής, κεκροπική Αθηνά, στους νησιώτες Κύπριους Αφροδίτη της Πάφου, στους βελοφόρους Κρήτες δικτυακή Άρτεμις, στους τρίγλωσσους Σικελούς Περσεφόνη της Στύγας, στους Ελευσίνιους θεά των όλων Δήμητρα. Άλλοι με ονομάζουν Juno, άλλοι Bellona, άλλοι Εκάτη, κι άλλοι Ραμνούσια. Αυτοί όμως, τους οποίους φωτίζει ο ανατέλλων ήλιος με τις πρώτες του αχτίνες, οι Αιθίοπες των δύο χωρών, κι οι κάτοχοι της πιο αρχαίας σοφίας, οι Αιγύπτιοι, τιμώντας με μέ τα πιο κατάλληλα και ιδιαίτερα έθιμα, μου δίνουν το αληθινό μου όνομα: βασίλισσα Ίσις. Σου εμφανίζομαι από οίκτο για τη δυστυχία σου˙ έρχομαι σε σένα με εύνοια και χάρι. Ανάστειλε λοιπόν τη ροή των δακρύων σου, παύσε τη λύπη σου, τον θρήνο σου. Η μέρα της θεραπείας σου είναι εδώ, με την ισχύ της παντοδυναμίας μου˙ άνοιξε μόνον τη θλιμμένη σου ψυχή στη θεϊκή μου προσταγή!

Η μέρα, που ακολουθεί αυτήν τη νύχτα, είναι για μένα από παμπάλαιο έθος αγιασμένη. Οι θύελλες του χειμώνα έχουν παρέλθει, η ορμή της θάλασσας έχει κοπάσει˙ ξεκινά η ναυσιπλοΐα: Οι ιερείς μου μού αφιερώνουν ένα νεοξυλουργημένο πλοίο και μου θυσιάζουν τους πρώτους καρπούς από κάθε φορτίο. Πρόσμενε την ιερήν τους πομπή ούτε με άτολμη ούτε με ανόσια καρδιά. Με την προσταγή μου θα πρέπη να κρεμάση ο αρχιερέας ένα στεφάνι τριαντάφυλλα με το δεξί χέρι στο κρόταλο. Συνωστίσου μόνο χωρίς αναβολή μέσα απ’ το πλήθος, βάδισε μέ εμπιστοσύνη στην προστασία μου και με θάρρος κατά μήκος της πομπής, μέχρι να βρεθής τόσο κοντά στον αρχιερέα, ώστε να μπορής να του αρπάξης με το πρόσχημα ενός χειροφιλήματος απαρατήρητος μερικά τριαντάφυλλα: θα αποβάλης αμέσως τη μορφή αυτού του ρυπαρού, προ πολλού μισητού σε μένα ζώου. Μη φοβηθής στην εκτέλεση της εντολής μου καμμιά δυσκολία, γιατί αυτήν τη στιγμή, που στέκομαι εδώ μπροστά σου, παρίσταμαι εκεί στον αρχιερέα μου στο όνειρο και του αποκαλύπτω, τί πρόκειται να συμβή και πώς πρέπει να συμπεριφερθή σ’ αυτό. Με την προσταγή μου θ’ ανοίξη μπροστά σου ο λαός που συρρέει τον δρόμο.»

Η λιτανεία της Ίσιδας με τα δεδομένα της και τη σημασία της είναι μέρος του ελληνο-ρωμαΐκού παλιρροΐκού ημερολογίου και επίσης του μεγάλου ετήσιου ημερολογίου, που υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων στην Αίγυπτο και που θα μπορούσε να το παρομοιάση κανείς με το δικό μας εκκλησιαστικό ημερολόγιο. Ορισμένες περίοδοι του έτους έχουν την ιερή σημασία τους, έτσι ώστε να είναι υφασμένος ο χρόνος και ψυχολογικά στη θρησκευτική άσκηση της λατρείας. Τον χειμώνα έβγαζαν τα πλοία στην περιοχή της Μεσογείου στη στεριά, η ναυσιπλοΐα σταματούσε πρακτικά και αναλαμβάνονταν πάλι σε μιαν ορισμένην ημερομηνία την άνοιξη με μια λιτανεία του σύνολου πληθυσμού κοντά στη θάλασσα, όπου και πρόκειται για την περιγραφείσα εδώ γιορτή (5 Μαρτίου).

Η θεά Ίσις ήταν η προστάτισσα της ναυσιπλοΐας και των ναυτικών, όπως είναι πάντα ακόμα σε καθολικές χώρες η Παρθένος Μαρία. Ως «stella maris» («αστέρι της θάλασσας») έχει κληρονομήσει η Παρθένος Μαρία λειτουργία και κύρος απ’ την Ίσιδα. Ο Λούκιος θα εύρισκε στη διάρκεια αυτής της λιτανείας τα τριαντάφυλλα, του υπόσχεται η θεά. Υφίσταται ωστόσο ακόμα δύο ειδών κίνδυνος: μια φορά, ότι θα λακτίζονταν καθώς θά ’τρωγε τα τριαντάφυλλα που κρατούσε ο ιερέας μακριά από ερεθισμένους ανθρώπους ή ότι θα στέκονταν μετά την επαναμεταμόρφωσή του σε ανθρώπινη μορφή ξαφνικά γυμνός. Η Ίσις όμως το έχει προβλέψει κι αυτό και ειδοποιήσει τον ιερέα σ’ ένα όνειρο, ότι ο Λούκιος έπρεπε να λάβη γρήγορα ενδύματα και να μην προέκυπτε άρα ούτε ερεθισμός ούτε σκάνδαλο για την ασυνήθιστη, δημοσίως συμβαίνουσα μεταμόρφωση.

Αμέθυστος