>ΕΥΑΓΡΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ – Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

>ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΘΕΙΑΣ
ΚΕVΙΝ CORRIGAN

Συνέχεια από : Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Αριστοτελης

Ο Αριστοτελης αναπτύσσει στό έπακρο αυτό τον όρο. Γιά τον Αριστοτέλη είναι απαραίτητο να προσδιορίζουμε τι εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε κατηγορήματα για σωματικές ή γιά ψυχοσωματικές συνθέσεις και όταν τα χρησιμοποιούμε για την ψυχή, διαφορετικά διατρέχουμε τον κίνδυνο να πούμε πώς η ψυχή κοκκινίζει ή χλωμιάζει.

Ένα πάθος μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα. Συνήθως ομιλούμε γιά ποιοτική αλλαγή, αλλά στην περίπτωση τής σκέψεως ή τού στοχασμού το πάθος δέν είναι πιά μιά ποιοτική αλλοίωσις ή κάποιο άλλο είδος ποιοτικής αλλαγής διότι τότε το παθος σχετίζεται με τον Αριστοτελικό όρο τής ενέργειας. Έτσι εάν οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι απαθές, τότε αυτό θα έπρεπε να είναι η νόησις, η ενέργεια τού Νού, η οποία διαθέτει ένα είδος διπλασιασμού: από το ένα μέρος, ενέργεια και απάθεια, στό άλλο μέρος όμως δεκτικότητα ή «την ικανότητα να δέχεται την φορμα ενός αντικειμένου (περί ψυχής 429α 15-18)»

Ο Αριστοτελης στοχεύει με όλες αυτές τίς διακρίσεις σε μιά σφαίρα τής ανθρώπινης ζωής στήν οποία η απάθεια είναι ουσιώδης,συγκεκριμένα στην σφαίρα τής ψυχής σάν ενέργεια σκέψης , μεταμορφούμενη από την ενέργειά της μάλλον παρά από την δεκτική της λειτουργία. Αυτή η ενέργεια είναι απαθής με την έννοια πώς, παρότι κάθε δραστηριότης εξαρτάται από την σωματική μας ύπαρξη, είναι μιά δραστηριότης αυτο-κατευθυνόμενη μάλλον παρά μιά παθογενής κίνηση από κάποια εξωτερική επηρροή η οποία καταλήγει στην ψυχή. Το να είμαστε ζώα με λόγο λοιπόν σημαίνει να διαθέτουμε σε κάποιο περιορισμένο βαθμό μιά τέτοια απάθεια (Ηθ. Νικομάχεια).

Ο Αριστοτελης πιστεύει πως ένα τέτοιο κατόρθωμα μιάς τέτοιας αυτο-εξαρτήσεως είναι δύσκολο, αλλά πώς είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μιά σύνθεση ζωής υψηλοτέρου επιπέδου στην οποία η ψυχή θάχει μεταμορφωθεί από το νού σέ μιά φόρμα μάλλον, παρά σε μιά σύνθεση.

Τονίζει πώς αυτή η σύνθετη ζωή από Νού- Ψυχή είναι μιά ενέργεια η οποία πρέπει να καταχωρηθεί στό επίπεδο κάτι θεϊκού στον άνθρωπο. Μέσα από αυτή την προοπτική, αυτή η σύνθεση είνα μιά ζωή υψηλοτέρου επιπέδου και με μιά ακόμη μάλλον όμως αμφιβαλλόμενη έννοια. Αμφιβαλλόμενη ως πρός το ότι ό,τι είναι θείο σε μάς, φαίνεται να βρίσκεται πέρα από μάς και παρόλα αυτά την ίδια ώρα να προσδιορίζει ποιοί αληθινά είμαστε σάν αυτο-οργανωμένοι ηθικοί φορείς, καθώς αυτή είναι η πιό αυθεντική και αγαθή πλευρά τού ανθρώπου.
Σέ μιά τέτοια ζωή τί είναι πιό σημαντικό η ευχαρίστηση ή η καθαρή νόηση;

Όπως ο Σωκράτης στήν Πολιτεία 9,581c, ο Αριστοτέλης αποφαίνεται πώς η ζωή κατά τον Νούν, είναι ευτυχέστερη και γλυκύτερη γιά τον καθένα μας. (Ηθ.Νικομάχεια 1178α 6-8). Η ζωή τού θεού είναι η καθαρότερη ευχαρίστηση, και ο θεός βρίσκεται πάντοτε σε κείνο τό επίπεδο στό οποίο απολαμβάνουμε γιά ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα όμως.

Είναι γεγονός πώς οι ανθρώπινες πράξεις είναι ευχάριστες διότι εξαρτώνται από την ζωή τού θεού(Μεταφ.1072b 13-18). Ο Αριστοτέλης μιλά στη συνέχεια για την θεία νόηση και την ανθρώπινη σκέψη. Η τελευταία γίνεται σκεπτόμενη , νοητική, μέσω τής συμμετοχής στό νοητικό αντικείμενο (σχέσης), ακουμπά το αντικείμενό της με σκέψεις σαν να είναι δικό της και τοιουτοτρόπως το κατέχει ή το έχει, αλλά το θείο στοιχείο στη σκέψη είναι η ενεργητική κατοχή μάλλον παρά η δεκτικότης(1072 b 22-8).

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Advertisements

>Πέτρε θύσον και φάγε αλλά πρώτα διάβασε την ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

>    “ και εγένετο φωνή προς αυτόν Αναστάς Πέτρε θύσον και φάγε” (Πραξ 10)

TO ANTIAIΡEΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ ΕΟΡΤΑΣΕ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ.
Τό εγκόλπιο είναι…ορθόδοξο! Διαθέτει και… εγκεκριμμένο πνευματικό!  ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΟΜΩΣ; Τί σόϊ Χριστιανοί είναι αυτοί οι άνθρωποι πού ευτελίζουν τόσο ποταπά τον Απόστολο ΠΈΤΡΟ; Αύριο όμως θα κατηγορήσουν τόν πάπα πού υβρίζει τόσο χυδαία το Αγιο Πνεύμα στό πρόσωπο τού Αποστόλου Πέτρου.
Αμέθυστος

>Η ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΕΓΚΟΛΠΙΟΥ

>Υπάρχει μιά δαιμονικής εμπνεύσεως επίθεση τα τελευταία χρόνια εναντίον τής ορθοδοξίας η οποία οφείλεται μέν στό ότι το σύνολο τής Δύσεως είναι πλέον Βουδιστικό, αφού επέτρεψε να ολοκληρωθεί η Βουδιστική εισβολή η οποία ξεκίνησε σάν τιμωρία, μετά την πτώση τής Κων/πόλεως. Υπάρχουν αναρτήσεις σχετικές στό blog μας πού εκθέτουν τα γεγονότα λεπτομερέστερα.

Η επίθεση αυτή συνίσταται στό να θεωρείται ολόκληρη η ορθόδοξη ζωή και διδασκαλία Ινδουϊστική ή Βουδιστική.

Η θεοσοφική σχολή έμπλεξε κατ`αρχάς τον Νεοπλατωνισμό στό λαβύρινθό της διότι υπονοείτο ότι όλη η Ελληνική φιλοσοφία είχε ρίζα ινδουιστική. Χρειάστηκαν φοβερές, τιτάνειες προσπάθειες γιά να αποδειχθεί και να αφαιρεθεί η λάσπη.

Σειρά πήρε η ορθοδοξία. Η συνεπέστερη προπαγάνδα εναντίον τής ορθοδοξίας με όπλο τόν Βουδισμό γίνεται από το αποκρυφιστικό περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ. Σ`αυτό είχε κάνει καρριέρα και ο Μέσκος.

Ξαφνικά όμως μπήκε στο προπαγανδιστικό παιχνίδι ένας διανοητής πρώτου μεγέθους, ο Ράμφος ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο πεντακοσίων σελίδων γιά να αποδείξει πώς η νοερή προσευχή τής Φιλοκαλίας είναι διαλογισμός όπως πραγματοποιείται στόν Βουδισμό και στούς Σούφι.

Σήμερα κι όλας στό blog μας ξεκινήσαμε την αναίρεση αυτού τού βιβλίου, καθώς δυνάμεθα, παρότι υπάρχουν ήδη αναιρέσεις στά μαθήματά του και σε παληότερες αναρτήσεις μας.

Αυτή τη δαιμονική τακτική ακολουθεί και το αντιαιρετικό εγκόλπιο ιδίως εις βάρος τής Γερόντισσας Γαβριηλίας χωρίς καμία υποχρέωση λογικής καθώς υποστηρίζεται από αγαθούς και ανίδεους χριστιανούς και από δυστυχισμένους ιερείς οι οποίοι υποδύονται τόν υπερορθόδοξο.

ΟΙ ΔΟΥΛΟΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

====================

Εμπειρίες Θεού και εμπειρίες «νέας εποχής»- με αφορμή την επίθεση στη γερ.Γαβριηλία

Όποιος έχει μια επαφή με την θρησκειολογική γραμματεία γνωρίζει καλά ότι σε διάφορα θρησκεύματα αναφέρονται παρόμοιες διηγήσεις υπερφυσικών φαινομένων.

Έτσι έχουμε διηγήσεις αορασίας σε όλες σχεδόν τις παραδόσεις.Έχουμε διηγήσεις αορασίας και στη Ορθόδοξη Παράδοση , ήδη από τα χρόνια του μοναχισμού της Νιτρίας μέχρι τους αόρατους ερημίτες του ιερού Άθωνα.

Έχουμε περιστατικά ακαΐας σε πολλούς λαούς από τους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής μεχρι του Αβορίγινες της Ωκεανίας.Έχουμε όμως και περιστατικά ακαΐας τόσο σε βίους μοναχών του Γεροντικού όσο και σε πολλά μαρτυρολόγια.

Έχουμε περιστατικά ανθρώπων που περπατούν πάνω στο νερό ή ίπτανται , τόσο στην δική μας Παράδοση (γεροντικά, Λαυσαϊκό, Βίος οσ.ΜαξίμουΚαυσοκαλυβίτου κλπ) όσο και σε άλλες.παραδόσεις (ινδουισμό, ταοϊσμό, παγανισμό κλπ)

Υπάρχουν διηγήσεις αυτόματων θεραπειών πληγών σε αγίους , υπάρχουν τέτοια φαινόμενα και στους σούφι, σε ινδουιστές, σε ανιμιστές και παγανιστές.

Έχουμε περιστατικά γλωσσολαλίας στην Παράδοση μας , υπάρχουν φαινόμενα γλωσσολαλίας και σε άλλες παραδόσεις.

Ο π.Πορφύριος μιλούσε με τα βράχια ή άκουγε τα βράχια να τού μιλούν , κάτι φαινομενικά παρόμοιο κάνουν και οι σαμάνοι και κάποιοι βουδιστές μοναχοί.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι γέροντες της Ορθόδοξη Παράδοσης , οι άγιοι και οι μάρτυρες της έχουν την ίδια πηγή εμπειριών με τους μοναχούς, ιερείς ή πιστούς άλλων παραδόσεων;

Αν η αγία Παρασκευή ήταν απλωμένη πάνω σε καυτά σίδερα και δε καιγόταν, σημαίνει ότι και ο αναστενάρης που δεν καίγεται μοιράζεται την ίδια εμπειρία με την μάρτυρα του Χριστού;

Αν η γερόντισσα Γαβριηλία βίωνε ένα θεραπευτικό χάρισμα του Αγίου Πνεύματος με τρόπο που μοιάζει με κάποιες μυστικιστικές εμπεριές απωανατολικής προέλευσης , αυτό σημαίνει ότι τα βιώματα της έχουν την ίδια πηγή με αυτή των απωανατολιτών και των μαθητών τους;

Καιγόταν η καρδιά των μαθητών από την παρουσία του Χριστού κατά την πορεία προς Εμμαούς. Καίγεται και η δική μας καρδιά μας από επίγειες αγάπες, και εμπαθείς επιθυμίες ή ακόμα και από νομιζόμενο θείο ζήλο.

Ο π.Πορφύριος όταν έλαβε τη Χάρη του Θεού έτρεχε σαν τρελός στα βουνά στα δάση, στις ερημιές.Παρόμοιες συμπεριφορές βρίσκει κανείς και σε νατουραλιστικές θρησκείες.

Η διάκριση των πνευμάτων είναι το υψηλότερο των χαρισμάτων κατά τους αγίους Πατέρες.

Γιατί έτσι διακρίνεται το κτιστό από το Άκτιστο, το θεϊκό από το ανθρώπινο ή το δαιμονικό.

Όταν δεν υπάρχει αυτή η διάκριση, και ο άνθρωπος τη δεί κάπως ιεροεξεταστικά την ιστορία, τότε μπορεί να αποδοθούν ενέργειες της Χάριτος τού Θεού σε πονηρά πνεύματα και αυτό είναι η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος. Αυτό έκαναν οι Ιουδαίοι εναντίον τού Χριστού.

Μπορεί να υπάρξει και το αντίθετο δηλαδή να αποδοθούν ενέργειες πλάνης στον Θεό, από τους φορείς τους, όπως συμβαίνει με τους φωτισμένους, τους αναστενάρηδες κλπ οι οποίοι αν και τους επισημαίνεται το σφάλμα τους επιμένουν, και δε κάνουν υπακοή στην Εκκλησία και τους αγίους της.

Ή ακόμη να υπάρξουν μπερδέματα ανθρωπίνων ταλέντων ή χαρισμάτων με υπερβατικές καταστάσεις.

Για όλα αυτά οι πατέρες μάς προειδοποιούν , όπως γράφει ο π.Σωφρόνιος Σαχάρωφ, να ακολουθούμε την οδό «Μη δέχεσαι και μην απορρίπτης», γιατί ο κίνδυνος της βλασφημίας του αγίου Πνεύματος είναι τόσο σοβαρός όσο και ο κίνδυνος της «νέας εποχής».

(η φωτογραφία απεικονίζει τον στίχο 3 του τρίτου κεφαλαίου του προφήτη Αμώς, γραμμένο με κινεζικά καλλιγραφικά στοιχεία :

Αμ. γ,3; Ει πορεύσονται δύο επί το αυτό , εάν μη γνωρίσωσι εαυτούς;

Αμ. γ,3 Είναι δυνατόν να βαδίζoυν μαζή δύo άνθρωπoι, εάν πρoηγoυμένως δεν έχoυν γνωρισθή

πηγή : misha / http://misha.pblogs.gr/2010/20100601.html

Αμέθυστος

>ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΣΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

>B.Lonergan, M.Schmaus, J.Alfaro.

Ο μοντερνισμός, μέσω τής φωνής τού Alfred Loisy, έθετε στόν νεοσχολαστικισμό, ταμπουρωμένο πίσω από αμυντικές θέσεις το κατεπείγον τών ερωτήσεων: «Δέν είναι αλήθεια πώς ο θεολογικός όρος τού προσώπου είναι μεταφυσικός και αφηρημένος, ενώ στην σύγχρονη φιλοσοφία έγινε πραγματικός και ψυχολογικός; Όσα έχουν ειπωθεί γύρω από τον ορισμό της αρχαίας φιλοσοφίας δέν είναι ανάγκη να εξηγηθούν σήμερα σε σχέση με την σύγχρονη φιλοσοφία;»

Μιά απάντηση πού επαναλαμβάνεται συχνά ανάμεσα στούς καθολικούς είναι η ακόλουθη: Αυτό πού δηλώνουμε να είναι αναλογικά στο θεό, είναι ένας τρόπος υπάρξεως, ένα πρόσωπο-όν και όχι ένα πρόσωπο συνείδηση. Όμως τό πρόσωπο δέν είχε ορισθεί από την ίδια τη σχολαστική «ατομική ουσία φύσει λογική» ή «διακεκριμένη ύπαρξη διανοητικής φύσεως»; Μπορεί λοιπόν να υπάρξει λογική ή διανόηση χωρίς συνείδηση;

Άρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται ανοίγματα ανάμεσα σε θεολόγους έμπειρους στήν ιστορία τού δόγματος ή πιό λεπτούς στό στοχαστικό επίπεδο. Ο A.D.Ales π.χ., διαισθάνθη πώς ένα τυφλό κλείσιμο ήταν αδιανόητο και πώς ίσως το αρχαίο δόγμα τού Αυγουστίνου τής ψυχολογικής αναλογίας, πού έγινε δεκτό ακόμη κι από τον Θωμισμό, θα μπορούσε να εναρμονισθεί με τον μοντέρνο ορισμό του προσώπου σαν αυτοσυνειδησία. «Ο πατήρ, ο Υϊός και το Άγιο Πνεύμα δέν αντιτίθενται ανάμεσά τους σαν ξεχωριστά πεδία συνειδήσεως, έγραφε ο A.D.Ales. Δεν υπάρχουν τρία διαφορετικά πεδία συνειδήσεως αλλά ένα μόνον το νοητό Είναι τού Θεού. Πάνω σ`αυτή τη μοναδική πραγματικότητα διασταυρώνονται τρία βλέματα, το βλέμμα τού Πατρός το οποίο γνωρίζεται σάν πηγή της θεότητος, το βλέμα τού Υϊού το οποίο γνωρίζεται σάν γενηθέν εκ τού Πατρός και το βλέμμα τού Αγίου Πνεύματος πού γνωρίζεται σάν αποδέκτης της θεότητος από τον Πατέρα και από τον Υϊό. Μπορούμε οπωσδήποτε να μιλήσουμε γιά μιά μοναδική και ουσιώδη συνείδηση τού θείου Είναι, διότι ο θεός είναι ο πρώτος πού γνωρίζει τον εαυτό Του.

Γιά να αποδώσουμε όμως την πρέπουσα αξιοπρέπεια στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, πρέπει να ξεχωρίσουμε επιπλέον τρείς προσωπικές συνειδήσεις, καθότι είναι ξεκάθαρο πώς το βλέμμα με το οποίο ο Πατήρ αποκτά συνείδηση τού εαυτού Του είναι η προσωπική ενέργεια με την οποία αντιτίθεται στόν Υϊό και στο Άγιο Πνεύμα και πώς το βλέμμα με το οποίο ο Υϊός …κ.ο.κ»

Χρειάστηκε όμως να περιμένουν μέχρι τα μισά τού αιώνος μας οι καθολικοί γιά να ξανανοίξει με διαύγεια γι’ αυτούς η συζήτηση γύρω από το πώς είναι δυνατόν να εννοηθεί το πρόσωπο στόν Θεό στό φώς της μοντέρνας αρχής της αυτοσυνειδησίας. Αυτό τό πέτυχε ο B.Lonergan και το αποτέλεσμα πού επετεύχθη θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε έναν καλό συμβιβασμό.

Είναι αλήθεια παρατηρεί ο Lonergan, πώς κατά τον μεσαίωνα δέν συζητήθηκε σχεδόν καθόλου το θέμα της αυτοσυνειδήσεως. Παρ’όλα αυτά όμως οι καθολικοί πιστοί δέν σκέφτηκαν ποτέ τους να λατρέψουν έναν θεό και κάποια θεία πρόσωπα χωρίς αυτοσυνειδησία. Ποιός θα μπορούσε να αναφερθεί στην φιλανθρωπία κάποιου πού θα εστερείτο συνειδήσεως; Καί ποιός θα μπορούσε να λάβει στ’ αλήθεια συγχώρεση απ’Αυτόν ο οποίος δεν γνωρίζει αυτό πού κάνει; Καί καταλήγει: Όταν ομιλούμε για την Τριάδα ομιλούμε για τρία συνειδητά υποκείμενα με μία συνείδηση.

(Συνεχίζεται)

ΣΧΟΛΙΟ:

Μέ την εσωτερικότητα τού Αυγουστίνου και την ιεραρχία στό θεό τού Ακινάτη. Με τήν αναλογία σάν τον μοναδικό νόμο της μεταφυσικής και της δυνατότητος σχέσεως θεού και ανθρώπου φθάσαμε στό θάνατο τού θεού τού Νίτσε. Η σύγχρονη φιλοσοφία ελεύθερη από τον θεό πλέον φτάχνει έναν άνθρωπο αυτόνομο και αυτάρκη ο οποίος με τον νόμο της αναλογίας ξανά ξαναδημιουργεί έναν θεό κατ’ εικόνα και καθ’ όμοίωσίν του. Ακριβώς τό είδωλο το οποίο είχε γκρεμίσει ο Νίτσε. Μπορεί ο χρόνος να κινείται πλέον σε ευθεία γραμμή, όμως η ειδωλολατρεία συνεχίζει να κινείται με την κυκλική αιώνια επανάληψη τού ιδίου. Καί όλα αυτά επειδή εγκατελείφθη ο νούς.


Αμέθυστος

>ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑΣ – MARIE-LOUISE VON FRANZ

>Η ερμηνεία του τέταρτου οράματος

(Συνέχεια από : Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

Το τελευταίο όραμα ξεκινά με την Περπέτουα να βρίσκεται στη φυλακή και να περιμένει να έρθει ενώπιον των θηρίων. Με αυτό αποδίδεται η κατάσταση στην οποία πράγματι βρίσκεται. Το όνειρο σαν να λέει πως η σύγκρουση που παριστάνεται ακολούθως είναι η «νεότερη πραγματικότητα». Πρέπει όμως αυτή η φυλάκιση μέσα στο όνειρο να θεωρηθεί και ως εσωτερική κατάσταση.

Στις λατρείες της Ίσιδος και του Σεράπιδος και πιθανόν σε άλλες υπήρχε μια ιδιαίτερη χρήση των λεγόμενων κατόχων της θεότητος1. (πρόταση που εξηγεί τι σημαίνει κατοχή και κάτοχος) Κάτοχος (αυτός που κατέχεται)2. από την άλλη το ρήμα κατέχεσθαι εκ θεού σημαίνει (μαζί με τα ρήματα θεοφορείσθαι ή κορυβανθιάν και τις έννοιες μανία και βακχεία) μια κατάσταση κατοχής και εκστασης3—και κάτοχος σημαίνει από ένα θεό κατεχόμενος όπως και κατοχή. (Ας παραβάλει κανείς την έκσταση της Περπέτουα κατά τη διάρκεια του πραγματικού της μαρτυρίου!) Τέτοιοι κάτοχοι υπήρχαν ήδη κατά το 2ο π. Χ αι, πχ στο Serapeum(Memphis)4. Ήταν πιθανόν μια εθελούσια κατάσταση φυλάκισης (κατοχής) όπου οι ιδιώτες εισέρχονταν πρόσκαιρα ή για πάντα5. οι κάτοχοι ονομάζονταν και δούλοι ή θεραπευταί θεού, δηλ αναλάμβαναν και χαμηλές ιερατικές ή ναϊκές λειτουργίες. Μερικοί μάλιστα από αυτούς έφεραν αλυσίδες και δεν άφηναν τον περίβολο του ναού για χρόνια. Άλλοι προσεύχονταν και έκαναν αυστηρή άσκηση6. Πολλοί από αυτούς ερμήνευαν και ελάμβαναν υπ όψιν τα όνειρά τους, από τα οποία εξαρτιόταν πιθανόν τόσο η απελευθέρωση , όσο και η μύηση στα μυστήρια ή την ιεροσύνη. Η κατοχή μπορούσε να διαρκεί 10 και περισσότερα χρόνια. Στο άδυτον της Ίσιδος μπορούσε να μπει μόνο εκείνος που η θεά τον είχε καλέσει με ένα όνειρο. Δεν φαίνεται εύλογο να απορριφθεί, το ότι σε όλες αυτές τις συνήθειες πρέπει να αναζητηθούν οι πρόδρομοι του χριστιανικού μοναχισμού, που έχει την αρχή του στην Αίγυπτο7. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το ότι ο Παύλος αποκαλεί τον εαυτό του «δέσμιο» του Ιησού Χριστού, ή ότι βρίσκεται στα δεσμά του Ευαγγελίου8.

Η ψυχολογική σημασία μιας τέτοιας φυλάκισης είναι με τα παραπάνω ξεκάθαρη. Κάθε φυλάκιση (κατοχή) σημαίνει ένα περιορισμό της ελευθερίας κινήσεως και μια απομόνωση από το περιβάλλον, ένα αποχωρισμό—μια κατάσταση εσωστρέφειας, εκούσια ή ακούσια, που κάτω από περιστάσεις μπορεί να προκληθεί μέσω οξείας κατοχής ή μακροχρόνιου θαυμασμού ενός ασυνείδητου περιεχομένου. Αυτή η κατάσταση εσωστρέφειας οδηγεί στην αναζωογόνηση των ασυνείδητων εικόνων(και συνεπώς των ονείρων), που κάτω ορισμένες περιστάσεις σχηματίζουν την μύηση στη διαδικασία των μυστηρίων. Η φυλακή είναι γι αυτό συχνά στα όνειρα σύγχρονων ανθρώπων εναρκτήριο σύμβολο της διαδικασίας εξατομίκευσης9, όπου η εκφοβίζουσα πλευρά του ασυνείδητου υπερτερεί.

Η μύηση στα αρχαία μυστήρια γινόταν με την καθοδήγηση πνευματικού οδηγού. Με πλήρη αντιστοιχία στο όραμα της Περπέτουα χτυπάει την πόρτα της φυλακής ο διάκονος Πομπόνιους. Είναι ντυμένος με γιορτινό μανδύα και πολύχρωμα παπούτσια. Την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί μέσω σκοτεινών και πολύπλοκων δρόμων στο αμφιθέατρο. Ο διάκονος ήταν τότε βοηθός του επισκόπου στην ενορία του. Εδώ πρόκειται για μια στην Περπέτουα γνωστή, πραγματική προσωπικότητα. Με χρηματισμό κατάφερε να διευκολύνει την ζωή των μαρτύρων στη φυλακή και ήταν ένα πνευματικό στήριγμα γι αυτούς. Στο όνειρο προφανώς ανέλαβε τη λειτουργία μιας χριστιανικής μορφής animus (και ίσως να μην είναι απίθανο, πως η Περπέτουα πρόβαλε την εσωτερική χριστιανική της τοποθέτηση στον διάκονο της περιοχής, αφού μόνο 20 μέρες προηγουμένως είχε βαπτισθεί). Αυτός είναι τώρα ο ψυχοπομπός της(την κρατάει κατευθείαν από το χέρι) και πνευματικός «πατέρας», είναι σύμβολο της χριστιανικής της πεποίθησης. Η λειτουργία του είναι η ίδια με αυτήν του Σατούρους στο πρώτο όραμα. Αν υπάρχει έστω και μια διαφορά ως προς εκείνον, τότε βρίσκεται πιθανότερον στο ότι ο Σατούρους ενσαρκώνει μια μετρημένη, θαρραλέα εσωτερική στάση απέναντι στο μαρτύριο, ενώ ο Πομπόνιους είναι περισσότερο «διδάσκαλος», δηλ αντιπροσωπεύει την χριστιανική πεποίθηση ως διδασκαλία10. Χαρακτηρίζεται ως ένας ήδη μυημένος(κάτι που τον εξυψώνει ξεκάθαρα από την πραγματική του εμφάνιση και υποδεικνύει την προβολή):γιατί αυτός φοράει γιορτινό χιτώνα και πολύχρωμα παπούτσια. Ο γιορτινός χιτώνας παίζει σημαντικό ρόλο στα αρχαία μυστήρια, ως ουράνιο ένδυμα, το μεταμορφωμένο «ουράνιο σώμα» που ντύνεται ο μύστης. Έτσι πχ ο Απουλήιος12 κατά την τρίτη μύηση υπενθυμίζεται μέσω ενός ονείρου να ανανεώσει την μύηση του, αφού «το ένδυμα της θεάς, που ξεντύθηκε στην επαρχία και εκεί το άφησε σε ένα ιερό», δεν μπορούσε να το ξαναφορέσει. Στην Αίγυπτο φορούσε ο αναστημένος ένα κόσμημα κεφαλής του θεού ήλιου Ρα, ένα ηλιακό διάδημα• οι μύστες του Μίθρα ελάμβαναν ένα μανδύα κεντημένο με ζώα σε κύκλο13. σημαίνει την μεταμόρφωση του αναστημένου μετά το θάνατο, τον πλήρη φωτισμό από την γνώση, την ένωση με την θεότητα και ταυτόχρονα μια μετασωμάτωση, μια πλήρη αλλαγή ουσίας14. στην αναπαράσταση του χριστιανικού παραδείσου φέρουν οι μακάριοι άσπρα φορέματα—όπως ένας πατέρας της Εκκλησίας λέει—ως σύμβολο χαράς και αγνότητος15. ο διάκονος Πομπόνιους είναι εδώ επίσης ένας ήδη μεταμορφωμένος μύστης, ένα πνεύμα του επέκεινα, δηλ μια μορφή που αναδύεται από το ασυνείδητο, και ταυτόχρονα μια προεικόνιση της επερχόμενης εξέλιξης της Περπέτουας, με την έννοια μιας εκ θεμελίων αλλαγής στάσης. Λέει αυτός: «Περπέτουα, σε περιμένουμε έλα!» Κατόπιν είναι στο επέκεινα, στον παράδεισο ή στη χώρα των νεκρών, και της φέρνει το μήνυμα ότι την περιμένουν εκεί, και ταυτόχρονα είναι αυτός εκείνος που πρέπει να την οδηγήσει εκεί. Ο άνιμους είναι πράγματι η φιγούρα που μεταφέρει το περιεχόμενο του ασυνείδητου, ένας ψυχοπομπός στην πορεία προς το ασυνείδητο. Το πόσο πολύ ο Πομπόνιους δεν σημαίνει μια συγκεκριμένη μορφή, αλλά ακριβώς μια ασυνείδητη πνευματική δύναμη, δείχνεται ιδιαιτέρως στα λόγια του στο αμφιθέατρο, όπου την αφήνει: «μη φοβάσαι είμαι εδώ μαζί σου και θα αγωνιστώ μαζί σου.» τότε όμως εξαφανίζεται, και στην θέση του έρχεται ο γιγάντιος εκείνος «ξιφομάχος», που της υπόσχεται τον κλάδο από το δέντρο της ζωής. Με την λειτουργία του σε αυτό το μέγεθος μεταβαίνει στην πιο αρχετυπική μορφή, η οποία(όπως θα φανεί) είναι ξεκάθαρα σύμβολο μιας απόλυτης στάσης πίστεως ή ενός «θεϊκού πνεύματος».

Κατόπιν οδηγεί ο Πομπόνιους την Περπέτουα δύσβατου, ανώμαλου εδάφους, πότε με κόπο και ασθμαίνοντας, φτάνει στο αμφιθέατρο. Αυτή η περιπλάνηση σε στροβιλώδη μονοπάτια θυμίζει εκ νέου την οδύνη του Δεινοκράτη στον Άδη, ή την περιπλάνηση του Ζώσιμου στην αρχή του οράματος του16. Εδώ προφανώς εμφανίστηκε ένας αποπροσανατολισμός, μια κατάσταση απελπισίας και λύπης, που προήλθε από την εσωστρέφεια, που συμβολίζεται από την φυλακή. πρόκειται λοιπόν για αμφιβολία και εναντίωση στο μαρτύριο, μια ανθρώπινη κατάσταση πλήρως κατανοητή, που μάλλον αυξάνει την αξία της αυτοθυσίας της Περπέτουα, γιατί αποδεικνύει ότι δεν ήταν καμιά αφύσικα φανατική γυναίκα, αλλά ένας κανονικός άνθρωπος, που τον χτυπά μια ασυνήθιστη μοίρα. Σε αυτό τον αποπροσανατολισμό της συνείδησης αναλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο ο διάκονος τα ινία, ως οδηγών χριστιανικός άνιμους και σύμβολο της χριστιανικής πεποίθησης. Την παίρνει στο αμφιθέατρο. Το αμφιθέατρο είναι μια κυκλική μορφή, τεχνικά μιλώντας ένας μαγικός κύκλος ή μανταλα17. Αυτή ως σύμβολο του «εαυτού»18, που περικλείει το συνειδητό και το ασυνείδητο της προσωπικότητος σε μια ολότητα, περιλαμβάνει φυσικά και τις δυο αντίθετες τοποθετήσεις: του ειδωλολάτρη Αιγύπτιου και τους χριστιανούς νέους που την βοηθούν, όπως και το συνειδητό τμήμα της προσωπικότητος, το εγώ, δηλ την Περπέτουα, που βρίσκεται μεταξύ των δυο. Αυτά τα συστατικά της προσωπικότητος, συμπεριλαμβανόμενα στην μαντάλα, αποτελούν μια τετράδα• ως τέταρτος εμφανίζεται ο ξιφομάχος που συνενώνει την κατάσταση σε ένα. Η στρογγυλή οριοθέτηση του κέντρου έχει στην τελετουργική μαντάλα πάντα τον σκοπό να προλάβει ένα ξέσπασμα ή διάλυση, δηλ αποσύνθεση, όπως και μια ανάμιξη του εξωτερικου19. Εντός αυτής της περίφραξης λαμβάνει κατά κάποιο τρόπο χώρα η τελική αναμέτρηση. Και επειδή η τεχνητή μαντάλα αποσκοπεί σε μια συμφιλίωση των αντιθετων20, έτσι βρίσκεται στην ανάδυση αυτού του συμβόλου ήδη μια προεικόνιση μιας πιθανής λύσης της σύγκρουσης, που έγκειται στο ότι η Περπέτουα θα απαχθεί σε τέτοιου είδους υπερπροσωπική έννοια του γεγονότος(σύγκρινε την έκσταση της κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης), ώστε καταφέρνει να αντέξει την εξόντωση της γήινης ύπαρξης της.

Το αμφιθέατρο ήταν πράγματι ιστορικά ένα τελετουργικό κυκλικό οικοδόμημα, και τα γινόμενα παιχνίδια αποτελούσαν τελετουργίες προς τιμήν των ειδωλολατρικών θεοτήτων. Γι αυτό με το δίκιο ο Τερτυλλιανός το ονομάζει «ναό των δαιμόνων»21. Εκεί λοιπόν συρρέει ο λαός για να δη τον αγώνα της αγίας εναντίον του Αιγύπτιου. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως εκείνη η εσωτερική, χριστιανική κατευθύνουσα αρχή οδηγεί μέσα στην Περπέτουα σε μια συγκέντρωση της σύγκρουσης(που προσωποποιείται στο «λαό») , γύρω από την οποία όλες ξεχωρισμένες δυνάμεις του συλλογικού ασυνείδητου συγκεντρώνονται σε ένα υπερπροσωπικό μέσω, στο οποίο η τελική σύγκρουση των αντίθετων εξωτερικεύεται (λύνεται). Η Περπέτουα περιμένει κατόπιν τα ζώα, δηλ ερμηνευμένο στο επίπεδο του υποκείμενου—είναι της γνώμης πως ο αγώνας κατευθύνεται εναντίον του ασυνείδητου με τη μορφή ζωωδών ενστίκτων, που παρομοίως έχει ήδη αναπαρασταθεί με τον δράκο, όμως το όνειρο δείχνει πως η σύγκρουση είναι κατά βάση πολύ πιο περίπλοκη. Έρχεται ένας τεράστιος τρομακτικός αιγύπτιος με ένα σπαθί εναντίον της. αυτός ο αιγύπτιος συμπεριλαμβάνει μια παράξενη και πολύπλοκη πραγματικότητα: η Αίγυπτος σημαίνει για τον κόσμο της ύστερης αρχαιότητας την χώρα πηγή της σοφίας, ίσως παρόμοια όπως η Ινδία για τον σύγχρονο Ευρωπαίο. Ήδη στον Ηρόδοτο είχε η Αίγυπτος και οι ιερείς της αυτή την σημασία, και ο Πλάτων φρόντιζε να παρουσιάζει τις πιο σημαντικές του ιδέες και μύθους ως μυστική σοφία Αιγυπτίων ιερέων. Σύμφωνα με τον Εκαταίο από τη Μίλητο ήταν οι Αιγύπτιοι «οι αρχαιότεροι και ευλαβέστεροι άνθρωποι» στον κόσμο. Οι Έλληνες σαν να προέβαλλαν το ασυνείδητο τους στην Αίγυπτο απ όπου όλες οι μυστικές αποκαλύψεις προέρχονταν και όπου βρίσκονταν η αρχαϊκή θρησκευτικότης, που την έχασαν στο διαφωτισμένο τους συνειδητό. Σε μια σάτιρα λέει ο Λουκιανος22, «οι παλιότεροι φιλόσοφοι ήταν οι Ινδοί βραχμάνοι ή γυμνοσοφιστές. από αυτούς πήγε η φιλοσοφία κατευθείαν στους Αιθίοπες και από εκεί στους Αιγύπτιους». Ιδιαιτέρως οι κυνικοί έβλεπαν το ιδανικό τους πραγματοποιημένο σε εκείνους τους σοφούς της Ινδίας και Αιγύπτου. Γι αυτό ήταν η Αίγυπτος η κατ εξοχήν χώρα κάθε σκοτεινής μαγείας, και ιδιαιτέρως η εκεί λατρεία των ζώων είχε εντυπωσιάσει πολύ βαθιά τους Έλληνες φιλοσόφους και σοφιστές. Στο έργο Ασκληπιός ΙΙΙ του corpus hermeticum λέει ο Ερμής: δεν ξέρεις Ασκληπιέ ότι η Αίγυπτος είναι απεικόνιση του ουρανού, ή ακόμη καλύτερα, μεταφορά και στα κάτω πραγματοποίηση όλων όσα στον ουρανό κυβερνούν και γίνονται?και αν θέλει κανείς να το πει καλύτερα, η χώρα μας είναι ο ναός όλου του κοσμου23». Θεωρούνταν λοιπόν η Αίγυπτος από τους ειδωλολάτρες ως η χώρα των μεγάλων μυστηρίων, η ευλαβέστερη χώρα της πρώτης σοφίας και της μαγείας, και έτσι έπρεπε για τους χριστιανούς να είναι επιτομή κάθε κακού, του «ομιχλώδους σκοτεινού πλανημένου ειδωλολατρικού πνεύματος». Ιδιαιτέρως η λατρεία των ζώων θεωρήθηκε αποκρουστική24. αλλά και στους πχ γνωστικούς(peraten) σήμαινε η Αίγυπτος τον κόσμο της προσκαιρότητος, και το πέρασμα από την Ερυθρά Θάλασσα δρόμο προς την αθανασια25. και επίσης στην αλληγορική ερμηνεία της Βίβλου από τους πατέρες της Εκκλησίας, ερμηνεύεται η έξοδος των Ιουδαίων από την Αίγυπτο ως έξοδος από το πνευματικό σκοταδι26» (τέτοια δεν πρέπει να ήταν άγνωστα στην Περπέτουα, που προερχόταν από οικογένεια μορφωμένων.)

Η Αίγυπτος αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ανάλογο του δράκου του πρώτου οράματος, τη στιγμή που και οι δυο όπως το καταθέτει ο Hugo Rahver27, έγιναν στη συμβολική γλώσσα των πατέρων απεικονίσεις του διαβόλου. Αυτό υποστηρίζεται από τον λόγο στον Ιεζεκιήλ κθ3,λβ2, όπου ο Θεός αποκαλεί τον Φαραώ (μεσώ του προφήτου) ως «τον μεγάλο δράκοντα που κείτεται μεταξύ των ποταμών» ή ως τον δράκοντα της θαλάσσης». έτσι έγινε σύμβολο του διαβόλου ο Αιγύπτιος βασιλιάς(που βυθίστηκε στην Ερυθρά Θάλασσα)28. αντίθετα, ψυχολογικά περιέχει η εικόνα του διαβόλου ως δράκου και Αιγύπτιου μια διαφορά, τη στιγμή που η τελευταία ενσαρκώνει ένα περιεχόμενον πιο κοντά στη συνείδηση, πιο πνευματικό. Και με αυτό αποκαλύπτεται στο όραμα της Περπέτουα ότι η κεντρική σύγκρουση δεν έγκειται μόνο στην υπέρβαση της ζωώδους ενστικτώδους σφαίρας, αλλά σημαίνει ένα αγώνα εναντίον του πνεύματος της ειδωλολατρίας, εναντίον του ειδωλολατρικού βιώματος του πνεύματος που είναι προβεβλημένο στη φύση, και εναντίον του πνεύματος της παλιάς παράδοσης, του πνεύματος της γης, από το οποίο προσπάθησε ο Χριστός να ελευθερωθεί. Εμφανίζεται σε αυτήν την συσχέτιση στα 4 οράματα μια βαθμιαία ανάπτυξη της ειδωλολατρικής αντίθετης τοποθέτησης στο ασυνείδητο: στην αρχή ενσαρκώνεται ως κατώτερο ψυχρόαιμο ζώο, μετά, ήδη ανθρώπινο, ως άρρωστο παιδί, και τελικά ως ενήλικος πολεμιστής στη μορφή του Αιγύπτιου. Η σύγκρουση πλησιάζει όλο και περισσότερο στο συνειδητο29, ταυτόχρονα όμως η απειλή παίρνει όλο και μεγαλύτερη σημασία και λαμβάνει όλο και πνευματικότερες μορφές. Στην τελευταία αυτή μορφή όμως ήταν η ειδωλολατρεία το πιο επικίνδυνο για την χριστιανική ομολογία. Γι αυτό λέει και ο Παυλος30: Εφ στ 11—14, Εβρ β2. με αυτό εννοεί το στον κόσμο και στη φύση προβεβλημένο πνεύμα, την ειδωλολατρική εμπειρία του πνεύματος. Ο χριστιανικός διάβολος έχει σε μεγάλο βαθμό αναλάβει την κληρονομιά του αγαθού δαίμονος των ειδωλολατρών, που ως κύριος της μαύρης αιγυπτιακής γης και Όσιρις, σύζυγος της Ίσιδος, ήταν τιμημένος. Η πνευματική πλευρά του δαίμονος του οράματος της Περπέτουα τονίζεται και σε μια ομιλία που αποδίδεται στον Αυγουστίνο, στην οποία λέει ως προς το σημείο αυτό: εκεί είναι εκείνος ο Αιγύπτιος, που ήταν ο ωραίος πρωινός αστήρ στον ουρανο32-όπου υποδεικνύεται ξεκάθαρα η κάποτε φωτεινή πλευρά αυτού του θεϊκού αντίπαλου του Χριστού. Το πόσο πολύ η παρατήρηση των ονείρων ενός και μόνο ανθρώπου της πρωτοχριστιανικής εποχής απεικονίζει τις προηγηθείσες μελέτες του Γιουνγκ σε αυτόν τον τόμο, την σκιά του Χριστού και την απόρριψη της-δεν χρειάζεται να το τονίσω στην θέση αυτή.

Το ότι ο Αιγύπτιος στο όνειρο κυλιέται στη σκόνη και ότι η Περπέτουα κατά τη νίκη της πάνω του τον πατάει στη γη, δείχνει ταυτόχρονα και μια παρούσα γηινότητα, –το με την γη να είναι δεμένο-εκείνου του πνεύματος33. η βασίλεια του αέρος, εναντίον των δαιμόνων της οποίας παλεύει ο Παύλος, είναι σύμφωνα με τον Φίλωνα Αλεξανδρείας μαυρη34, και ήδη στην επιστολή Βαρνάβα(4,10, 20.1) λέγεται ο διάβολος ο μαυρος35, και η μαυρίλα των Αιγυπτίων, ειδικά των στη Ρώμη παρουσιαζόμενων ιερέων της Ίσιδος, που γιόρταζαν τα μυστήρια, και το χρώμα του δέρματος τους χτύπαγε έντονα στο μάτι, υποστήριζε την αντίληψη του διαβόλου ως Αιγύπτιου, ως ένα σύμβολο σκοτεινών χθόνιων μυστηρίων της αρχαιότητος που τελειωνε36.

Αν η Περπέτουα υπέκυπτε, τότε θα την σκότωνε ο Αιγύπτιος με το ξίφος του, αυτή όμως τον νικά, με το να τον πατήσει στο κεφάλι, και αυτό αποδεικνύει την πνευματική λειτουργία του εχθρου37. επίσης κατά τη διάρκεια του αγώνα αυτός προσπαθεί να φτάσει στα πόδια της, δηλ ψυχολογικά να διαταράξει το σημείο όπου στέκεται, να την τρελαίνει με την αμφιβολία για την πεποίθηση της. την πνευματική ουσία αυτού του σκοτεινού Αιγύπτιου , που είναι ταυτόχρονα μορφή παράλληλη προς το φίδι, αποδεικνύει και μια θέση από τον Ωριγένη, που ονομάζει την ειδωλολατρική πεποίθηση πνευματικό αιθιοπα38: οποίος τώρα λαμβάνει μέρος στον υπερφυσικό άρτο, και με αυτό δυναμώνει την καρδιά του, θα γίνει υιός Θεού. Όποιος όμως λαμβάνει μέρος στον δράκο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά νοητός Αιθίοψ, με το να μεταλλάσσεται σε φίδι μέσω της μίμησης του δρακου39.(ας προσεχθεί ότι η Περπέτουα καταπατά τον Αιγύπτιο ακριβώς όπως τον δράκο!40).

Επειδή ο Αιγύπτιος ρίχνεται στα πόδια της Περπέτουα υπονοείται έτσι στο όνειρο ότι φέρεται σε σχέση με τον πατέρα της. αυτός την πίεζε σκληρά με τους όρκους του, και φαινόταν πως την επηρέαζε εσωτερικά, γιατί η Περπέτουα είπε μια φορά: ευχαρίστησα το Θεό και ξεκουράστηκα λόγω της απουσίας του. Της είπε μεταξύ άλλων: κόρη λυπήσου τα άσπρα μου μαλλιά, λυπήσου τον πατέρα σου, αν είμαι άξιος να λέγομαι πατέρας σου, αν σε μεγάλωσα με αυτά τα χέρια μου, αν σε προτίμησα από τα αδέλφια σου(!), μη με εκθέσεις στη ντροπή των ανθρώπων!σκέψου τα αδέλφια σου, τη μητέρα σου την θεία σου, που δε θα ζήσει περισσότερο από σένα! απόβαλε τους ερεθισμούς του θυμού(ή υπερηφάνειας)(depone animos41) μη μας καταστρέψεις όλους. Αυτά είπε, διηγείται η Περπέτουα, ο πατέρας λόγω της πίστης του, και μου φιλούσε τα χέρια και ρίχτηκε στα πόδια μου42, και έκλαιγε, και δεν με έλεγε πια κόρη αλλά κυρία (domina!).

Αυτή η συγκλονιστική παράγρφος ρίχνει ένα καθαρό φως στην εξάρτηση της Περπέτουα από τη μοίρα. Η σχέση με τον πατέρα της φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα καλή και στενή. Ο πατέρας όμως σημαίνει για ένα θηλυκό ον την πρώτη εικόνα ενός άνδρα, την πρώτη ενσάρκωση του άνιμους, και καθορίζει ως τέτοια την πνευματική της διάθεση, την σχέση εν γένει με τα πνευματικά πράγματα. έτσι η Περπέτουα ήταν μοιραία μέσω της σχέσης με τον πατέρα της προορισμένη να υποφέρει ένα ξεκαθάρισμα των πνευματικών προβλημάτων της εποχής της. ο πατέρας της φαίνεται το ίδιο έντονα και σε μεγάλο βαθμό να κρεμιέται από την Περπέτουα και να έχει μια προβολή η άνιμα πάνω της(γι αυτό και την λέει domina)• όταν αντιτίθεται στα λόγια του ρίχνεται πάνω της ουρλιάζοντας για να της βγάλει τα μάτια. Και η Περπέτουα είναι πολύ συνδεδεμένη μαζί του, και γι αυτό υποφέρει βαθιά από τα επιχειρήματα του εναντίον του χριστιανισμού. Και όταν αυτός απομακρύνεται από μια τέτοια σκηνή λέει γι αυτόν:νικημένος έφυγε μαζί με τα διαβολικά του επιχειρήματα (cum argumentis diabolicis). Γι αυτό δικαιολογείται μια ψυχολογική εξίσωση του Αιγύπτιου που ρίχνεται στα πόδια της και που τον θεωρεί διάβολο, με την μορφή του πατέρα. Και ο Αυγουστίνος αναγνώρισε αυτή την σχέση, και λέει ότι ο διάβολος χρησιμοποίησε τον πατέρα και τον καθοδήγησε με πλανεμένα λόγια για να ρίξει την Περπέτουα με τα αισθήματα της ευσεβείας43. είναι λοιπόν το πνεύμα του πατέρα, δηλ της παράδοσης που μέσα στην Περπέτουα εναντιώνεται στην καινούργια ομολογία. όταν το όνειρο στη θέση του πατέρα τοποθετεί την γενικότερη εικόνα του Αιγύπτιου, είναι αυτή μια έκφραση για το ότι δεν πρόκειται μόνο για ένα αγώνα εναντίον του ατομικού πατέρα, αλλά εναντίον αυτού το οποίο εσωτερικά για την Περπέτουα σημαίνει, εναντίον μιας γενικής πνευματικής δύναμης, ενός ειδωλολατρικού άνιμους που πρέπει να τον υπερβεί. Η απειλή είναι να την διατρήσει με το σπαθί, δηλ να την διαπεράσει πνευματικά και να μπει μέσα της, και όταν ρίχνεται στα πόδια της, δεν το κάνει όπως ο πατέρας της για να την εξορκίσει, αλλά για να την φέρει σε πτώση, και να διαταράξει την στάση της.

Τώρα την αγία ξεντύνουν ωραίοι νέοι που την διευκολύνουν και την τρίβουν με λάδι σαν προετοιμασία για ένα ελληνικό αγώνα. Τότε μεταβάλλεται σε άνδρα. Αυτή η αποκάλυψη της αρσενικής της φύσης τη στιγμή εκείνη, φαίνεται πως εν μέρει συσχετίζεται με προσωπικές υποθέσεις:την εποχή γύρω από το 200μ.Χ ήταν οι διώξεις των χριστιανών στην Αφρική περισσότερο τοπικά καθορισμένες και πολύ ενισχυμένες μέσω της προκλητικής στάσης των εκεί χριστιανων44. και η Περπέτουα, ως μια 22χρονη νέα γυναίκα με ένα μικρο γιο, δε θα χρειαζόταν να υποφέρει αυτή την μοίρα αν δεν είχε λάβει μια ομολογιακή στάση ισχυρώς αρσενική-επιθετική, και δεν είχε ενεργώς αναμιχθεί στον αγώνα των πνευμάτων. Και προφανώς αναζήτησε τον μαρτυρικό θάνατο ως ένδειξη ομολογίας, όπως δείχνει και ο λόγος της κατά το βάπτισμα: και το πνεύμα με διέταξε στο νερό να μην ζητήσω κάτι άλλο πάρα τον βασανισμό της σαρκός. Γι αυτό ίσως η κατοχή της μπορεί να κατανοηθεί και ως ένα είδος κατάληψη. Οπωσδήποτε το όνειρο δείχνει ότι στην αντιπαράθεση που τώρα ξεσπά, παίρνει μια ανδρική πολεμική στάση, και ταυτίζεται πλήρως με τις χριστιανικές μορφές του άνιμους, που στα προηγούμενα όνειρα μόνο ως πρόσωπα-τμήματα είχαν εμφανιστεί. Γίνεται miles Christi, όπως συχνά η μύηση στα μυστήρια , ακόμα και στον ειδωλολατρικό κόσμο ερμηνεύτηκε ως sacramentum-στρατιωτικός ορκος45. στα μυστήρια του Μίθρα πχ λέγονταν οι μυημένοι ενός συγκεκριμένου βαθμού milites-στρατιωτες46. η υπηρεσία στα μυστήρια θεωρούνταν ως μια υπηρεσία στον πόλεμο για τον Θεό, και από αυτές τις αντιλήψεις προέκυψε και η έννοια militia Christi στον Παυλο47. ο Παύλος ονομάζει τον εαυτό του στρατιώτη και μιλά για τα όπλα του φωτός.

Η απόθεση του ενδύματος έχει για την Περπέτουα ακόμα πιο βαθιά σημασία. Στο Corpus Hermeticum(VII, 2,3) λέει: ψάξτε ένα που κρατώντας σας από το χέρι σας οδηγεί στο δρόμο(εδώ θα ήταν ο Πομπόνιους) προς τις πύλες της γνώσεως, όπως το φωτίζον είναι φως καθαρό από κάθε σκοτάδι, όπου κανείς πια δεν είναι μεθυσμένος, αλλά όλοι νηφάλιοι είναι, και στην καρδιά του βλέποντος προς εκείνον που θέλει να ιδωθεί. Γιατί δεν μπορεί κανείς να το ακούσει ή να τον διαβάσει ή να τον δει με τα μάτια, αλλά μόνο με το πνεύμα και την καρδιά. Πρώτα όμως πρέπει να ξεσκίσεις το ένδυμα σου που φοράς (το ύφασμα της αγνωσίας) το οχύρωμα της κακίας, τα δεσμά που φοράς, την σκοτεινή περιβολή, τον ζώντα θάνατο, το ορατό πτώμα, τον σκαμμένο τάφο…γιατί αυτό είναι το εχθρικό ένδυμα, που σε περιορίζει στα κάτω στον εαυτό σου, ώστε να μην μπορείς κοιτάξεις το κάλλος και την αληθεια48. Όπως ο μύστης από τη μια λαμβάνει το φωτεινό ουράνιο ένδυμα κατά τη μύηση, έτσι πρέπει προηγουμένως να αποθέσει και να ξεσκίσει το ένδυμα της γήινης του σωματικότητος(σώμα-σήμα) και της «αγνωσίας»49. στις απόκρυφες, επηρεασμένες από τους γνωστικούς ωδές του Σολομώντος(11)50 λέει: άφησα την ανοησία να κείτεται στη γη, με το να την ξεντυθώ και να την πετάξω από μένα. Το (πνεύμα) με ανανέωσε με το ένδυμα του και με δημιούργησε με το φως του. Ωδή 25: σκεπάστηκα από το σκέπασμα του πνεύματος σου και έβγαλα τα ενδύματα από γούνα.

Έτσι σημαίνει αυτή η απόθεση του ενδύματος μια απόξεση της ασυνείδητης ζωώδους φύσης, του ασυνείδητου εγκλωβισμού στην τρέλα, και μάλιστα υπό τις περιστάσεις της γήινης πραγματικής ύπαρξης, μέσω της οποίας η Περπέτουα γίνεται κατά κάποιο τρόπο, πλήρως ένα πνεύμα(από εκεί και η αρσενικότητα της). στο excerpta ex Theodoto που σώζονται στο Κλήμεντα Αλεξανδρείας λέγεται επίσης, ότι το αρσενικό συνενώνεται κάθε φορά κατευθείαν με τον λόγο, ενώ το θηλυκό αντίθετα, μετά από μια διαδικασία εξανδρισμού, πάει στο πληρωμα52 μαζί με τους αγγέλους, γι αυτό λέγεται ότι η γυναίκα μεταμορφώνεται σε άνδρα και η Εκκλησία σε άγγελο. Αυτό σημαίνει την σωτηρία του ψυχικού στο πνευματικό. Την άρση και την ένωση των αντίθετων των φύλων στο επέκεινα επισημαίνει και ο λόγος επίσης που παραδίδεται από τον Κύριλλο Αλεξανδρειας53: όταν έχετε καταπατήσει με τα πόδια το περίβλημα της ντροπής (πρβλ την αποβολή του ενδύματος στην Περπέτουα) και όταν τα δυο ένα και το εξωτερικό όπως το εσωτερικό και το αρσενικό όπως το θηλυκό, ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό54. Αυτή η σκέψη βασίζεται στην προϋπόθεση ότι ο άνθρωπος δεν συνενώνει μόνο φυσιολογικά αλλά και ως ψυχική ολότητα μέσα του τα φύλα, αφού το ασυνείδητο κάθε φορά περιέχει την αντίθετη ποιότητα(γι αυτό ο ερμαφρόδιτος έγινε σύμβολο της ολότητος στην ερμητική φιλοσοφία)55. στην περίπτωση της Περπέτουα δεν λαμβάνει χώρα μια πραγματική ένωση των αντιθέτων, αλλά μια κατευθείαν ανάστροφη, κάτι που αντιστοιχεί στην πλήρη εξαφάνιση της προηγούμενης συνείδησης του εγώ, και στην θέση της, στην έκσταση εμφανίζεται ένα άλλο πνευματικό συνειδητό. Ταυτίζεται με τον άνιμους. Αυτή η περίσταση όμως δεν πρέπει να θεωρηθεί από την μοντέρνα οπτική γωνία και να αξιολογηθεί ως καθαρά αρνητική, γιατί πρέπει να ληφθεί υπ όψιν ότι η χριστιανική διδασκαλία περί Τριάδος αντιστοιχεί σε μια πατριαρχική κοινωνια56. μια γυναίκα λοιπόν, για την οποία τα πνευματικά γεγονότα της εποχής της έχουν αποκτήσει σημασία, δεν μπορούσε σχεδόν καθόλου να αποφύγει τον κίνδυνο να υποστεί αυτή την διαδικασία μεταβολής στο αρσενικό. Εδώ συνέβη αυτή στη μορφή μιας σχεδόν πλήρους εξαφάνισης του εγώ-θα μπορούσε να μιλήσει κανείς στην περίπτωση αυτή για ένα βιασμό από τον εαυτο57, όπου όμως ο εαυτός εμφανίζεται με μοναδική καθαρότητα, και όπου το εγώ βιώνει ένα νόημα του γεγονότος58. ο Αυγουστίνος συνέλαβε διαισθητικά σε εκπληκτικό βαθμό αυτές τις ψυχολογικές καταστάσεις και τις εξέφρασε στη γλώσσα της εποχής του: με παραπομπή στην προς Εφεσίους δ13 λέει: αισθανόταν ότι απέναντι του στέκεται μια αρσενική γυναικα59, ήθελε να την πειράξει μέσω ενός άνδρα (για τον σκοπό αυτό διάλεξε τον πατέρα της που την κατέκλυσε με τα επιχειρήματα του). Και στο de anima IV18,26 λέει 60: στο όνειρο είδε η Περπέτουα τον εαυτό της μεταμορφωμένο σε ένα άνδρα να παλεύει με ένα Αιγύπτιο. Ποιος αμφισβητεί ότι η ψυχή της ήταν σε αυτή(αρσενική) την σωματομορφή, όχι το πραγματικό της σώμα, που είχε μείνει ως το τέλος εντελώς θηλυκό και κειτόταν αναίσθητο, ενώ η ψυχή της πάλευε με εκείνη την μορφή του ανδρικού σώματος?» Μια επιπλέον παράλληλη σε αυτή την μεταμόρφωση της Περπέτουα σε άνδρα προσφέρει η μοναστική προφήτις Μαξιμίλα, η οποία στις από το πνεύμα εμπνευσμένες προφητείες της, μιλά για τον εαυτό της στην ανδρική μορφη61. επειδή εμφανίστηκε στο προσκήνιο το χριστιανικό σύμβολο από τα βάθη του συλλογικού ασυνείδητου ως ένα καινούργιο δημιουργικό περιεχόμενο, αποτραβήχτηκαν οι τότε άνθρωποι στο ασυνείδητο. Και στην Περπέτουα επίσης εμφανίζονται τα χριστιανικά σύμβολα στο ασυνείδητο(ο ποιμήν στο επέκεινα και η πηγή της ζωής στον κάτω κόσμο) και η σύγκρουση γι αυτήν δεν βρίσκεται μόνο μεταξύ μιας καινούργιας προς τον χριστιανισμό στραμμένης συνείδησης και του ακόμα ειδωλολατρικού ασυνείδητου, αλλά και το χριστιανικό σύμβολο εμφανίζεται στο ασυνείδητο, και εκεί συγκρούονται τα αντίθετα. Το ίδιο φαινόμενο δείχνεται και στον συγγραφέα του ποιμένος του Ερμά, με αντίστροφη μορφή: αυτός οδηγείται στη νέα διδασκαλία μέσω μιας γυναίκας, μέσω της συνάντησης της άνιμα. Όλη η περίοδος γύρω από την στροφή στον χριστιανισμό χαρακτηρίζεται από το γεγονός της ανάδυσης του συλλογικού ασυνείδητου και γι αυτό περιέχει τόσες πολλές αναλογίες με την εποχή μας.

Οι νεαροί που τρίβουν την Περπέτουα με λάδι μετά την μεταμόρφωση της, είναι βοηθητικές φιγούρες, όπως ο Πομπόνιους, όμως διασπασμένες σε μια πολλαπλότητα, κάτι που είναι τυπικό για την μορφή του άνιμους62.

Το λάδι, ειδικά ως μυρωμένη αλοιφή(unguentum) παίζει σε όλες τις πρωτόγονες τελετές ένα μεγάλο ρόλο, ως με δύναμη φορτισμένο υγρό, φάρμακο, μέσο ομορφιάς, συντηρητικό των νεκρών, που θα πρεπε να τους παρέχει αφθαρσία με την συγκεκριμένη και συμβολική εννοια63. με αυτήν άλειφαν τα αγάλματα των θεών για να τα κρατήσουν ζωντανά. Και η καθ. Εκκλησία επίσης χρησιμοποιεί το μυρωμένο από τον ιερέα ευλογημένο λάδι (μύρον) ιδιαιτέρως για την τελευταία επάλειψη, ως μια πνευματική ενδυνάμωση. έτσι λέγεται στον πατέρα της Εκκλησίας Κυριλλο64: το από τον ιερέα ευλογημένο λάδι δεν είναι πια απλό λάδι, αλλά όπως το ψωμί γίνεται σώμα Χριστού, έτσι και το λάδι ενεργητικό (πραγματικά ενεργό) χάρισμα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος (ενεργητικόν χάρισμα),γίνεται αρχέτυπος του Αγίου Πνεύματος, που συχνά γίνεται κατανοητό ως τροφοδοτούσα, χορτάζουσα μυρωδια66. στους εκκλησιαστικούς κανόνες του Ιππόλυτου, οι κατηχούμενοι χρίονται από τον επίσκοπο με την χειροτονία, ως μια μετάδοση του πνεύματος67. έτσι λέει ο Honorius από την Atun68: γυμνοί από κάθε φαυλότητα-χρισμένοι με το μύρο της Εκκλησίας-πρέπει να πολεμήσουμε εναντίων του διαβόλου!(και εδώ είναι η απόθεση του ενδύματος, μια απόθεση της κακίας και της αγνωσίας, δηλ της ασυνειδητότητος). Ιδιαιτέρως κοντά βρίσκεται το σημείο αυτό του οράματος σε ένα κομμάτι του σλαβονικού βιβλίου του Ενώχ(ΧΧΙΙ,8) όπου ο Ενώχ πριν πάει στον ύψιστο ουρανό, ξεντύνεται τα γήινα του ρούχα από τον άγγελο Μιχαήλ, αλείφεται με μια ωραία αλοιφή, και ντύνεται τα ενδύματα της δόξας του Θεού. Αυτή η αλοιφή ήταν περισσότερο από ένα μεγάλο φως…και έλαμπε σαν τις ακτίνες του ηλιου69.

έτσι σημαίνει αυτό χρίσμα της Περπέτουας μια πνευματική ενδυνάμωση και φωτισμό μεσώ εκείνης της μορφής του άνιμους.(στο ελληνικό κείμενο είναι ένας αστραποβόλος νέος με άλλους ωραίους νέους). Η αστραποβολία σημαίνει κάτι σαν φωτισμό, δηλ ένα πολλαπλασιασμό της συνειδησης70. αυτοί οι άνιμοι σαν να συμπυκνώνονται στη μορφή του ξιφομάχου. Αυτός είναι τόσο ψηλός, που σχεδόν ξεπερνούσε το ανώτατο χείλος του θεάτρου, και φέρει μια ράβδο στο ένα χέρι, στο άλλο ένα χλωρό κλαδί με χρυσά μήλα, που τον υπόσχεται ως μισθό της νίκης. Και αυτός όπως και ο Πομπόνιους είχε ένα χαλαρό χιτώνα, με μια πλατιά πορφυρή λωρίδα μεταξύ δυο άλλων στη μέση, πάνω από το στήθος, και με χρυσό και άργυρο στολισμένα παπούτσια. Επειδή ο Πομπόνιους υποσχέθηκε βοήθεια στη Περπέτουα, μπορεί να υποτεθεί ότι αυτός μεταμορφώθηκε στη μορφή αυτή, ή σχημάτιζε ένα προστάδιο της.

Η ράβδος δείχνει καθαρά ότι και αυτός ο δαίμων είναι ένας οδηγός. Η ράβδος κατά τα άλλα ανήκει ειδικά στον Ερμή, τον αγγελιαφόρο των των θεών και ψυχοπομπό, είναι μια χρυσή ράβδος, που είναι και μαγικό ραβδί του μαγου71. η ποιμενική θεότητα φέρει επίσης ράβδο• και το κοινό με τον ξιφομάχο είναι το υπερφυσικό υψος72. πρόκειται βασικά για την ίδια μορφή. Το ραβδί την κάνει κατευθύνουσα αρχή. Ο Ονόριους από την Αουτούν ερμήνευσε την επισκοπική ράβδο ως auctoritas doctrinae.73. χαρακτηρίζει τον ξιφομάχο ως προσωποποίηση της ορθής πίστεως, ως μια αρχή που δίνει κατεύθυνση, αποφασίζει στη διαμάχη και με απόλυτη έννοια κρίνει την ψυχή στη ζωή και το θάνατο. Αυτή η κρίση παίζει ένα περίεργο ρόλο και στον Παύλο. Σύμφωνα με αυτόν ο πνευματικός τα κρίνει όλα, αλλά ο ίδιος δεν ανακρίνεται από κανένα74. αυτό το απόλυτο αλάθητο του πνευματικού στηρίζεται στο ότι έχει πνεύμα Χριστού: ημείς δε νουν Χριστού εχομεν75. ΚορΑβ15,16. αυτός ο νους του Θεού κρίνει απόλυτα. Και για τον αιγυπτιακό αγαθό δαίμονα λέγεται στους μαγικούς παπύρους: εσύ που κάθεσαι στη κεφαλή του κόσμου, και κρίνεις τα πάντα, περιβεβλημένος από τον κύκλο της πίστεως και της αληθειας76.

Ο ξιφομάχος επομένως φέρει το σύμβολο της ατράνταχτης και γι αυτό αποφασιστικής για την σύγκρουση πεποίθησης. Είναι με αυτή την έννοια πραγματικά το πνεύμα της αληθείας που θα σκηνώσει εν ημίν. Απέναντι σε μια τέτοια «άγια» πεποίθηση δεν υπάρχει κανένα άλλο ανθρώπινο κριτήριο, αφού επιτρέπει στο (άτομο) να αφήσει να το σκοτώσουν.

Τα χρυσά παπούτσια του ξιφομάχου υποδεικνύουν ένα παρόμοιο ψυχικό παράγοντα. Τα παπούτσια σημαίνουν, ως τμήμα της ενδυμασίας που υποδεικνύουν την τοποθέτηση ως προς το περιβάλλον, ένα κομμάτι εσωτερικής τοποθέτησης ή στάσης, που στρέφεται ειδικά στη γη, δηλ στην πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει τα παπούτσια ως εικόνα για την στάση απέναντι στη γήινη πραγματικότητα. Η φράση, απόθεση των παιδικών παπουτσιών, συμβολίζει πχ την απόθεση μιας νηπιώδους τοποθέτησης απέναντι στην πραγματικότητα. Στη λαϊκή τέχνη έχουν τα παπούτσια συχνά ερωτική σημασια77, και μάλιστα ως μια υποθετική θηλυκή αρχή. Εξ άλλου σε πολλά έθιμα είναι σύμβολο δύναμης, όπως ξεκάθαρα το προδίδει η έκφραση, να μπει κανείς κάτω από τις παντοφλες78. μ αυτά συμβολίζουν τα παπούτσια του ξιφομάχου μια ψυχική στάση, που απέναντι στη πραγματικότητα συμπεριφέρεται υποδεκτικά (θηλυκά) και ταυτόχρονα μια βέβαιη σταθερότητα που ήρθε στο τέλος. Δείχνουν ότι ο ξιφομάχος ενσαρκώνει όχι μόνο μια κατευθύνουσα αρχή, αλλά και ένα σταθερό σημείο μπορεί να δώσει.

Συν τοις άλλοις ο ξιφομάχος φοράει ένα λευκό φόρεμα με τρεις πορφυρές λωρίδες πάνω από το στήθος. Ο Shewring το ερμήνευσε έτσι, ως ένα πορφυρό υποκάμισο που φαινόταν μεταξύ δυο εξωτερικών λωρίδων του χιτώνα(toga). Άσπρο και κόκκινο είναι χρώματα των ιερέων του αφρικάνικου Άρη(σατουρν) και εν γένει πολλών αρχαίων και αιγυπτιακών μυστηριων80, και στην αλχημεία σχηματίζουν τα δυο ανώτατα επίπεδα: albedo και rubedo(το nigredo εδώ παρουσιάζεται ξεχωριστά με τον Αιγύπτιο).

(Συνεχίζεται)
 
Αμέθυστος

>Εἰς μνήμην Παπαδιαμάντη

>ΠΗΓΗ : Τo κάλλος θα σώση τον κόσμο /http://radiofloga.blogspot.com/

Γιαλαμᾶς Ἀσημάκης.

Ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, ὁ ἅγιος τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων, ὅπως ἔχει ἀποκληθεῖ, ἔγραφε τὰ διηγήματά του στὶς ἐφημερίδες, ποὺ ἐργαζόταν. Διηγήματα – συναξάρια τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ νησιοῦ του, φτωχῶν βιοπαλαιστῶν τῶν περισσοτέρων τῆς ζωῆς, ὅπως τὴ θυμόταν ἀπὸ τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια.

Τὶς ἀναμνήσεις του ἔγραφε ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιὰ ἀνάμνησή μου θὰ διηγηθῶ κι ἐγὼ σχετικὴ μὲ αὐτόν. Δὲν τὸν γνώρισα. Εἶχε πεθάνει ἀρκετὰ χρόνια, πρὶν ἐγὼ ἐπιδοθῶ στὴ δημοσιογραφία. Γνώρισα ὅμως ἕναν, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει. Ἕνα παλιὸ δημοσιογράφο. Τώρα δὲ ζεῖ οὔτ᾿ αὐτός. Τότε, ποὺ τὸν γνώρισα, ἦταν κιόλας γέρος.

– Ναί, τὸν θυμᾶμαι, τὸν Παπαδιαμάντη, μοῦ εἶπε μία μέρα. Τὸν θυμᾶμαι πολὺ καλά. Ἕνα διάστημα ἐργαζόμουν στὴν ἐφημερίδα ποὺ ἐργαζόταν κι αὐτός. Ἐκεῖ ἔγραφε τότε καὶ τὰ διηγήματά του, τὶς ἑορτές.

Ἐγὼ ἤμουν νεαρὸς συντάκτης κι ἔγραφα οἰκονομικὲς εἰδήσεις. Ἀγαποῦσα πολὺ τὴ λογοτεχνία καὶ τὸν Παπαδιαμάντη τὸν ἔβλεπα μὲ σεβασμό. Λογάριαζα μάλιστα, νὰ τοῦ δώσω, νὰ διαβάσει μερικὰ διηγήματα, ποὺ εἶχα γράψει, γιὰ νὰ μοῦ πεῖ τὴ γνώμη του.

Δίσταζα ὅμως, νὰ τὸν ἐνοχλήσω, γιατὶ τὸν ἔβλεπα, νὰ εἶναι καταβεβλημένος. Δὲν ἦταν καὶ τόσο καλὰ στὴν ὑγεία του, ἐκείνη τὴν ἐποχή. Περίμενα, νὰ τὸν δῶ, νά ῾ναι καλύτερα, γιὰ νὰ τοῦ δώσω τὴ λογοτεχνική μου ἐργασία.

Τελικά, ὅμως αὐτὸ δὲν ἔγινε ποτέ, γιατὶ συνέβη κάτι, ποὺ μὲ ἔφερε στὴ θέση ἐνόχου ἀπέναντί του. Δὲν ἔφταιγα ἐγώ. Οἱ περιστάσεις δημιούργησαν αὐτὴν τὴν κατάσταση, ποὺ μ᾿ ἔθλιψε κι ἐμένα.

Νά, τί ἀκριβῶς συνέβη.

Ἔρχονταν Χριστούγεννα καὶ τὴν παραμονὴ ἑτοιμαζόταν τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο τῆς ἐφημερίδας. Ὁ ἀρχισυντάκτης ἦταν στὸ τυπογραφεῖο καὶ «ἔκλεινε τὶς σελίδες», ὅπως λέγαμε τότε στὴ δημοσιογραφικὴ γλῶσσα. (Παρένθεση. Τώρα ὁ τρόπος τῆς ἔκδοσης τῶν ἐντύπων ἔχει ἀλλάξει ἄρδην. Ἡ τεχνολογία ἔχει κάνει καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τομέα τεράστιες προόδους. Τότε οἱ ἀράδες τῶν κειμένων χύνονταν σὲ σελίδες πάνω σ᾿ ἕνα μεγάλο μάρμαρο. Κλείνω τὴν παρένθεση καὶ συνεχίζω τὴ διήγηση τοῦ παλιοῦ γνωστοῦ μου δημοσιογράφου).

– Ὅλο τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο ἦταν ἕτοιμο, σελιδοποιημένο. Δηλαδή, ὅλες οἱ σελίδες του ἦσαν ὁλοκληρωμένες ἐπάνω στὸ μάρμαρο, ἕτοιμες νὰ σταλοῦν στὸ πιεστήριο, ὅταν κατέφθασα ἐγὼ μὲ μιὰ οἰκονομικὴ εἴδηση σημαντική. Τώρα δὲν τὴ θυμᾶμαι ἀκριβῶς. Ἦταν κάτι σχετικὸ μὲ μετοχὲς καὶ μὲ τιμὲς συναλλαγμάτων. Εἶχα γράψει ἐκτενῶς τὸ θέμα σὲ μερικὰ χειρόγραφα. Μόλις τὰ εἶδε ὁ ἀρχισυντάκτης, μοῦ εἶπε:

– Ποῦ νὰ τὰ βάλω τώρα ὅλ᾿ αὐτά;

Τί νὰ τοῦ ῾λεγα; Δέ μοῦ ῾πεφτε λόγος.

– Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ φέρω τὴν εἴδηση, τοῦ εἶπα.

– Ναί, ἀλλὰ τὴν ἔφερες ἀργά, μοῦ ἀπάντησε ὁ ἀρχισυντάκτης.

– Ἄργησε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ χρηματιστηρίου καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιολογήθηκα ἐγώ.

Καὶ εἶχε πράγματι ἐκδοθεῖ ἀργά. Ὁ ἀρχισυντάκτης ξανακοίταξε τὰ χειρόγραφά μου, κοίταξε καὶ τὶς σελίδες ἐπάνω στὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ τυπογραφείου καὶ μοῦ εἶπε:

– Δὲ βλέπεις; Ὅλη ἡ ὕλη εἶναι ἕτοιμη. Τί νὰ πετάξω γιὰ νὰ βάλω τὴ δική σου εἴδηση.

– Δὲν ξέρω, ἀπάντησα.

Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσει, ὅτι ἤθελα νὰ τὸν πιέσω μὲ τὴν παρουσία μου, νὰ βάλει τὴ δική μου εἴδηση, πετώντας κάτι ἄλλο, χαιρέτησα κι ἔφυγα.

Πέρασε ἡ ἀργία τῶν Χριστουγέννων καὶ ξαναπῆγα στὴ δουλειά μου. Μόλις μπῆκα στὰ γραφεῖα στὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδας, μοῦ εἶπε ὁ κλητῆρας:

– Σᾶς θέλει ὁ κύριος διευθυντής. Σᾶς ζήτησε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὸ πρωί.

Ἀνησύχησα. Τί νὰ μὲ ἤθελε; Πῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν στὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ. Ἐκεῖνος, μόλις μπῆκα, μὲ ρώτησε ἀπότομα, κοιτώντας με αὐστηρά:

– Γιατί δὲν ἔφερες τὴν οἰκονομικὴ εἴδηση;

– Τὴν ἔφερα, ἀπάντησα ἐγὼ ἀμέσως.

– Τὴν ἔφερες; Ἔκανε ὁ διευθυντὴς συνοφρυωμένος.

– Μάλιστα, τὴν ἔφερα.

– Καὶ γιατί δὲν μπῆκε;

Τί νὰ τοῦ ῾λεγα; Δὲν τὸν θεώρησα σωστό, νὰ τοῦ φανερώσω αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης. Γι᾿ αὐτὸ σήκωσα τοὺς ὤμους καὶ τοῦ ἀπάντησα:

– Δὲν ξέρω.

– Σὲ ποιὸν τὴν ἔδωσες τὴν εἴδηση; ρώτησε ὁ διευθυντής.

– Στὸν κύριο ἀρχισυντάκτη, ἀπάντησα μὲ κάποιο δισταγμό.

Δὲν ἤθελα πάλι νὰ ἐκθέσω τὸν ἀρχισυντάκτη, ἀλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν μποροῦσα ξεφύγω. Ὁ διευθυντὴς χτύπησε τὸ κουδούνι, νά ῾ρθει ὁ κλητήρας. Ἄνοιξε τὴν πόρτα κι ἐμφανίστηκε ὁ κλητήρας.

– Ἦρθε ὁ ἀρχισυντάκτης; τὸν ρώτησε ὁ διευθυντής.

– Ὄχι ἀκόμα, κύριε διευθυντά.

– Ὅταν ἔρθει, πές του, ὅτι τὸν θέλω.

– Μάλιστα.

Ὁ κλητήρας ἔφυγε κλείνοντας τὴν πόρτα καὶ ὁ διευθυντὴς στράφηκε σὲ μένα.

– Μὴ φύγεις, μοῦ εἶπε. Κάθισε, ὥσπου νά ῾ρθει ὁ ἀρχισυντάκτης.

Καὶ μοῦ ῾δειξε ἕνα κάθισμα.

Δὲν εἶχα προφθάσει νὰ καθίσω, καλὰ – καλά, καὶ ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ γραφείου. Μπῆκε ὁ ἀρχισυντάκτης καὶ χαιρέτησε:

– Καλημέρα.

– Καλημέρα, τοῦ ἀπάντησε βιαστικὰ ὁ διευθυντὴς καὶ μπῆκε ἀμέσως στὸ θέμα.

– Δὲ μοῦ λές, σὲ παρακαλῶ, εἶπε στὸν ἀρχισυντάκτη. Γιατί δὲν μπῆκε ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση, ποὺ ἔφερε ὁ συντάκτης;

Κι ἔδειξε ἐμένα, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχα σηκωθεῖ ὄρθιος.

– Τὴν ἔφερε ἀργά, κύριε διευθυντά, δικαιολογήθηκε ὁ ἀρχισυντάκτης.

Ὁ διευθυντὴς κοίταξε ἐμένα.

– Ἄργησε νὰ βγεῖ ἡ ἀνακοίνωση τοῦ χρηματιστηρίου, δικαιολογήθηκα κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου.

Ὁ διευθυντὴς ξαναστράφηκε στὸν ἀρχισυντάκτη.

– Δηλαδή, τὸν ρώτησε, εἶχαν πάει οἱ σελίδες στὸ πιεστήριο;

– Ὄχι, ἀλλ᾿ ὅλη ἡ ὕλη ἦταν ἕτοιμη, ἐξήγησε ὁ ἀρχισυντάκτης.

– Τότε κακῶς δὲν μπῆκε ἡ εἴδηση, ξέσπασε ὁ διευθυντής.

– Μὰ ἔπρεπε νὰ πετάξω κάποιο ἄλλο κομμάτι, ποὺ εἶχε ἤδη στοιχειοθετηθεῖ, εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης.

– Ἂς πετοῦσες, φώναξε ὁ διευθυντής.

– Ποιὸ νὰ πετοῦσα;

– Ποιὸ νὰ πετοῦσες;

Ὁ διευθυντὴς ἔπιασε τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο τῆς ἐφημερίδας, ποὺ εἶχε μπροστά του, κι ἔδειξε τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη.

– Νά, αὐτὸ νὰ πετοῦσες, εἶπε, χτυπώντας τὸ χέρι του πάνω στὸ διήγημα.

Ὁ ἀρχισυντάκτης τὸν κοίταξε μὲ ἔκπληξη, ἀλλὰ καὶ μὲ λύπη, γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ γινόταν στὸ κείμενο τοῦ θαυμάσιου ἐκείνου λογίου καὶ ἀγαθότατου ἀνθρώπου.

– Τὸ διήγημα τοῦ κυρίου Παπαδιαμάντη; Ρώτησε μὲ τόνο φωνῆς, ποὺ ἐκδήλωνε τὰ αἰσθήματά του ἐκείνης τῆς στιγμῆς.

– Μάλιστα, τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐπανέλαβε ἀμείλικτος ὁ διευθυντής.

Ὁ ἀρχισυντάκτης κατέβασε τὸ κεφάλι.

– Θὰ ἦταν κρῖμα, εἶπε.

– Γιατί κρῖμα; Ρώτησε νευριασμένος ὁ διευθυντής.

– Γιατί ἔχει γίνει παράδοση πιά, νὰ δημοσιεύεται κάθε Χριστούγεννα ἕνα διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη.

– Ἔ, καλά! Ἂς μὴ δημοσιευότανε καὶ μία χρονιά, δὲ χαλάει ὁ κόσμος.

– Μὰ κουράστηκε ὁ ἄνθρωπος, νὰ τὸ γράψει.

– Θὰ τοῦ τὸ πληρώναμε.

– Χωρὶς νὰ δημοσιευτεῖ; Δὲ θὰ δεχότανε ποτέ. Δὲν τὸν ξέρετε τὸν κύριο Παπαδιαμάντη;

– Ὄχ, ἀδελφέ! Πολὺ τὸ ρίξαμε στὶς αἰσθηματικότητες. Ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι ἦταν μεγάλη παράλειψη, ποὺ δὲ δημοσιεύτηκε ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση. Ἦταν σπουδαία εἴδηση κι ἐνδιαφέρει πολὺν κόσμο. Τὸ διήγημα ποιὸν ἐνδιαφέρει;

– Διαβάζεται καὶ τὸ διήγημα, παρατήρησε κάπως δειλὰ ὁ ἀρχισυντάκτης.

– Μπορεῖ νὰ διαβάζεται, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει ἄμεσα κανέναν βροντοφώναξε ὁ διευθυντής. Ἐγὼ βγάζουμε ἐφημερίδα, δὲν κάνουμε φιλολογία. Ἂς τὸ καταλάβουμε…

Αὐτὰ εἶπε κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του σὲ κάτι χειρόγραφα, ποὺ εἶχε μπροστά του, σημεῖο ὅτι δὲν ἤθελε πιὰ καμιὰ κουβέντα. Ὁ ἀρχισυντάκτης κι ἐγὼ χαιρετίσαμε καὶ βγήκαμε ἀπὸ τὸ γραφεῖο…

Ἀγαποῦσε καὶ ὁ ἀρχισυντάκτης τὴ λογοτεχνία κι ἐκτιμοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη. Κι ὅταν βγήκαμε ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ, στράφηκε καὶ μὲ κοίταξε. Στὸ βλέμμα του ὑπῆρχε θλίψη καὶ ἀπογοήτευση.

– Τί λὲς ἐσὺ γι᾿ αὐτά; μὲ ρώτησε.

– Τί νὰ πῶ; ἀπάντησα.

Ἡ θέση μου ἦταν λεπτή, ἤμουν καὶ νέος καὶ δίστασα νὰ πῶ ἐλεύθερα τὴ γνώμη μου.

– Νὰ πετοῦσα τὸ διήγημα, εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης καὶ κούνησε θλιβερὰ τὸ κεφάλι του.

Τότε κι ἐγὼ ξεσπάθωσα.

– Κι ἐγὼ στὴ θέση σας τὸ ἴδιο θά ῾κανα, εἶπα ζωηρά. Δὲ θὰ πετοῦσα ποτὲ τὸ διήγημα.

Ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ ξανακοίταξε κι ἕνα πικρὸ χαμόγελο ἀχνοφάνηκε στὰ χείλη του.

– Ἄκουσες ὅμως τὸν διευθυντή; μοῦ εἶπε. Τὸ διήγημα δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση. Τὸ χρῆμα.

Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου.

– Καὶ τὸ πνεῦμα; ἔκανε ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ φανερὸ πόνο καὶ ἀγανάκτηση. Δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν τὸ πνεῦμα;

Δὲν ἀπάντησα. Κοιτοῦσα σιωπηλὸς τὸν ἀρχισυντάκτη, ποὺ φαινόταν ταραγμένος.

– Ἄκουσε, νεαρέ, μοῦ εἶπε καὶ ἡ ἔξαψή του ὅλο καὶ μεγάλωνε. Ὕστερα ἀπὸ χρόνια, οὔτε σὺ δὲ θὰ θυμᾶσαι τὴ σπουδαία εἴδηση, ποὺ ἔφερες. Κανεὶς δὲ θὰ τὴ θυμᾶται. Τὸ διήγημα ὅμως τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ μείνει. Σημείωσε αὐτό, ποὺ σοῦ λέω. Ποτὲ δὲ θὰ ξεχαστεῖ αὐτὸ τὸ διήγημα. Ποτέ, ὅσο ὑπάρχει ἡ φυλή μας καὶ ἡ γλῶσσα μας, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι.

Εἶχε φουντώσει καὶ τὰ μάτια του ἔλαμπαν.

– Ναί, εἶπα κι ἐγὼ σιγανὰ καὶ διακριτικά. Εἶναι ὡραῖο διήγημα.

– Τὸ διάβασες; μὲ ρώτησε ὁ ἀρχισυντάκτης.

– Μάλιστα, τὸ διάβασα. Εἶναι πραγματικὰ ἔξοχο.

– Ἀριστούργημα! εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ βαθιὰ φωνὴ μισοκλείνοντας τὰ μάτια.

Ἔπειτα, ἔδειξε πρὸς τὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ καὶ πρόσθεσε:

– Κι αὐτὸς ἐκεῖ μοῦ λέει, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ πετάξω! Νὰ χαθεῖ ἕνα τέτοιο διήγημα! Γιατὶ θὰ χανόταν. Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν κρατάει ἀντίγραφο. Κι οὔτε θὰ καθόταν, νὰ τὸ ξαναγράψει.

– Ναί, θὰ ἦταν κρῖμα, νὰ χαθεῖ, συμφώνησα κι ἐγώ.

Ἐκεῖ σταμάτησε ἡ κουβέντα μας. Ὁ ἀρχισυντάκτης προχώρησε πρὸς τὸ γραφεῖο τῆς σύνταξης.

Δὲν ξέρω, ἂν ἔφθασε τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Παπαδιαμάντη. Πάντως ἐγὼ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα αἰσθανόμουν σὰν ἔνοχος ἀπέναντί του καὶ ποτὲ δὲν τόλμησα νὰ τοῦ δώσω τὰ διηγήματά μου γιὰ νὰ μοῦ πεῖ τὴ γνώμη του.

Ὅσο γιὰ τὰ λόγια, ποὺ μοῦ εἶπε τότε ὁ ἀρχισυντάκτης, ἀποδείχτηκαν προφητικά. Σήμερα ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, οὔτε κι ἐγὼ θυμᾶμαι τὴν οἰκονομικὴ εἴδηση, ἐνῷ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι πασίγνωστο. Ἔχει μπεῖ στὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα.

Κάποτε ἂν σοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, γράψε αὐτὸ τὸ περιστατικό, ποὺ σοῦ διηγήθηκα, μοῦ εἶπε τελειώνοντας ὁ παλιὸς δημοσιογράφος, καὶ ἀφιέρωσέ το στὴ μνήμη τοῦ Παπαδιαμάντη.

Αὐτὸ ἔκανα…

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=50341281295008985798&PHPSESSID=89b923b4e700297fe0c0c98a4ae8c297
 
Αμεθυστος

>H KAΘOΛIKH ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΤΡΙΑΔΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

>Συνέχεια από : Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Ο M.J Scheeben, στρατολογείται με το μέτωπο όσων απορρίπτουν το πρόσωπο μειωμένο σε αυτοσυνειδησία, προσπαθώντας να επιστρέψει στίς πατρίστικες πηγές τού καθολικισμού και ιδιαιτέρως στόν Άγιο Θωμά τον Ακινάτη.

Ο Scheeben «ο πιό μεγάλος δογματικός τής νεο-σχολαστικής» κατά τον Μπάρτ, γνωρίζει πολύ καλά πώς στόν καιρό του ευνοείται η φιλοσοφική επεξεργασία τού Τριαδικού δόγματος. Εάν το δόγμα δέν έμπαινε στην κυριαρχία τού στοχασμού, λέγεται θα έπρεπε να θεωρηθεί καθαρά και μόνο υπερβατικό και επομένως θα έμενε αντικείμενο της απλής πίστεως. Πιστεύοντας πώς δοξάζεται με αυτόν τον τρόπο το Τριαδικό δόγμα, γίνονται προσπάθειες να βρεθούν τα ίχνη του παντού. Μάλιστα γίνονται δηλώσεις τού τύπου πώς δέν είναι δυνατόν να υπάρξει αληθινή φιλοσοφία η οποία δέν θα θεμελιώνεται πάνω στό Τριαδικό δόγμα και δέν θα ανακεφαλαιώνεται σ`αυτό.

Οπωσδήποτε ο Scheeben δέν αρνείται πώς το Τριαδικό δόγμα διαδραματίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο γιά τη φιλοσοφία και χρησιμεύει ανάμεσα στά άλλα να αποφεύγεται ο πανθεϊσμός. Διαμαρτύρεται όμως πώς είναι τόσο αναγκαίο στην φιλοσοφία για να εξηγήση ορθολογικώς την καταγωγή τού κόσμου και την σχέση του με τον Θεό. «Όσο πιό καθαρά γνωρίζουμε τον κόσμο στον οποίο ο θεός ενυπάρχει και είναι προσωπικός τόσο πιό αποφασιστικά μπορούμε να τόν ξεχωρίσουμε από τον κόσμο στήν δική του προσωπικότητα. Καί όταν φτάσουμε να γνωρίσουμε πώς ο θεός ξεδιπλώνει στό εσωτερικό του μιά άπειρη δημιουργικότητα, τότε κατανοούμε καλύτερα τήν ad extra ελευθερία του. Εάν ωφελείται η φιλοσοφία από το δόγμα τής Τριάδος, αυτό δέν συμβαίνει επειδή αντλεί από την πηγή της, δηλ. από την νόηση, αλλά επειδή λαμβάνει φώς από την πίστη.

Σύμφωνα λοιπόν με την πιό αυθεντική καθολική παράδοση ο Scheeben επαναλαμβάνει πώς η Τριάδα είναι ένα απόλυτο μυστήριο. Η νόηση όχι μόνο δέν μπορεί από μόνη της να ανακαλύψει την ύπαρξη αλλά ακόμη και μετά την αποκάλυψη δέν μπορεί να εξαντλήσει την ουσία της. Πώς είναι δυνατόν να γίνει κατανοητό με ποιόν τρόπο ένας και μοναδικός θεός είναι τρία πρόσωπα; Τί σημαίνει ακριβώς να είναι κάτι πρόσωπο; «ποτέ δέν θα κατορθώσουμε να καθορίσουμε με ακρίβεια αυτή την έννοια, πώς δηλ. πραγματοποιήται στην αποκαλυφθείσα τάξη εάν πρίν από όλα δέν έχουμε καθορίσει την γενική έννοια τής υποστάσεως. Πολύ συχνά αδιαφορήσαμε γιαυτό στην σύγχρονη Γερμανική θεολογία. Πιστέψαμε πώς η σωστή ιδέα τής προσωπικότητος, προέκυψε μόνον τόν τελευταίο καιρό σαν το πιό αστραφτερό προϊόν τού επιστημονικού μας κινήματος και αγκαλιάσθηκε με τέτοιο ενθουσιασμό πού δέν μάς επέτρεψε να την αναλύσουμε με την ησυχία μας.» Ο Scheeben παρατηρεί πώς στην εποχή του για προσωπικότητα εννοείτε η υπεροχή τού πνεύματος στην τυφλή φύση, το σύνολο τής καθαρής συνειδήσεως τού εαυτού και της ελευθερίας πού συνεπάγεται.

Παρόλα αυτά , εάν στόν τομέα τής θεολογίας θέλουμε να δεχθούμε και να εξηγήσουμε κατά κάποιο τρόπο τα τρία πρόσωπα στό θεό, στη μοναδική θεία φύση, όπως επίσης στο Χριστό το ένα και μοναδικό πρόσωπο στίς δύο φύσεις, τότε πρέπει να θεωρήσουμε το πρόσωπο όχι αναφορικά με τη φύση ή τον υλικό ζωντανό και ορατό κόσμο αλλά αποκλειστικώς αναφορικά με την νοητή φύση, την διανοητική. Όχι σε αντίθεση με μιά ξένη εξωτερική ουσία πού ονομάζεται φύση, αλλά ερευνώντας την ιδιαίτερη εσωτερική ουσία τού προσώπου. Έ λοιπόν, μόνο ξεκινώντας από την έννοια τής υποστάσεως μπορούμε να φτάσουμε σέ μιά συνεπή και υγιή έννοια τού προσώπου.

Ξαναπροτείνοντας τίς σχολαστικές αναλύσεις, ο Scheeben δηλώνει πώς η υπόσταση είναι «ο ατομικός και πραγματικός αντιπρόσωπος και κάτοχος τής φύσεως, το υποκείμενο στό οποίο ανήκει και έχει δοθεί η φύσις με όλα της τα μέρη, και τίς δραστηριότητες». Η υπόστασις ισοδυναμεί στην «substantia ind ividua» (ατομική υπόσταση) τού Βοήθιου. Το πρόσωπο λοιπόν είναι μιά ειδική υπόστασις ιδιαιτέρως τέλεια, πού διαφέρει από τις άλλες υποστάσεις στό ότι, η φύσις τής οποίας είναι υπόστασις και την οποία κατέχει και αντιπροσωπεύει , δέν είναι οποιαδήποτε φύσις, αλλά μιά φύσις πνευματική. Γιά να έχουμε λοιπόν πρόσωπο, χρειάζονται δύο πράγματα. Ότι η υπόσταση κατέχει στ`αλήθεια και αυτόνομα μία φύση και ότι αυτή η φύση είναι με την σειρά της πνευματική. Θεμελιώνοντας το πρόσωπο στην οντολογία, ο Scheeben, δέν μπορεί να το ανεχθεί μειωμένο σε καθαρή αυτοσυνειδησία. Στην ουσία τού προσώπου δέν ανήκουν, κατά την κρίση του, ούτε η αυτογνωσία, ούτε η πραγματική χρήση τής ελευθερίας, παρά μόνον η φυσική ροπή πρός αυτά, η οποία περιέχεται στην πνευματική φύση.

Mέχρις εδώ ο λόγος αφορούσε το πρόσωπο μέσα στην κτιστή φύση. Τί σημαίνει όμως πρόσωπο στόν Θεό; Εάν πρόσωπο σημαίνει την ανεξαρτησία και τον αυτοέλεγχο μιάς πνευματικής φύσεως, μόνον ο θεός διαθέτει την προσωπικότητα με το απόλυτο νόημα της λέξεως. Aλλά εάν το απόλυτο είναι ένα μόνο, τότε δέν πρέπει να συμπεράνουμε ότι υπάρχει μία μόνον απόλυτη προσωπικότης και επομένως ένα και μόνον θείο πρόσωπο;

Γιά άλλη μιά φορά με την βοήθεια τού Ακινάτη ο Scheeben απαντά πώς στον Μοναδικό θεό υπάρχουν εμμενείς παραγωγές και πώς λόγω αυτών τών προόδων στό εσωτερικό τού Θεού, δημιουργείται η Τριάδα τών προσώπων. Μέσα στό θεό γεννάται ο Λόγος σύμφωνα με μία διανοητική παραγωγή πού ανομάζεται Γένεσις κσι εκπορεύεται το Πνεύμα σύμφωνα με μιά παραγωγή αγάπης πού ονομάζεται ακριβώς εκπόρευσις. Ο πατήρ, ο Υϊός και το Πνεύμα είναι μ`αυτόν τον τρόπο ο καθένας, ένας ιδιαίτερος κάτοχος τής Θείας φύσεως και επειδή είναι κάτοχος μιάς πνευματικής φύσεως, ΠΡΟΣΩΠΟ. Πολεμώντας πάντοτε τον Εγιαλισμό και την διαλεκτική τού αυτοσυνειδήτου πνεύματος, ο Scheeben διευκρινίζει πώς το πρώτο τριαδικό πρόσωπο, ο Πατήρ, όχι μόνον εκφράζεται μέσω τού λόγου του, αλλά απευθύνεται σ`αυτόν όπως σε ένα άλλο υποκείμενο. Οι εσωτερικές πρόοδοι της θεότητος είναι αληθινές υποστάσεις και πρόσωπα δικρινόμενες η μία από την άλλη. Aπό εδώ συνεπάγεται πώς στον θεό τα πρόσωπα λόγω τής προελεύσεώς των υπάρχουν το ένα απέναντι από το άλλο όχι μόνο υποστατικά αλλά και προσωπικά. Δέν υπάρχει καμία άλλη αιτία πού να διαφοροποιεί την δεύτερη υπόσταση από την πρώτη παρά μόνον το γεγονός πώς προοδεύει από την αυτοσυνειδησία αυτής τής ίδιας και ήδη μέσα σ`αυτή την αυτοσυνειδησία λαμβάνεται σάν διακεκριμένη. Κατά τόν ίδιο τρόπο και η τρίτη υπόσταση διαφοροποιέιται από τις άλλες δύο όχι λόγω κάποιας άλλης αιτίας παρά μόνο διότι παράγεται από την αμοιβαία τους αγάπη, καθώς σ`αυτή την αγάπη αυτή η τρίτη υπόσταση επιθυμείται σάν διακεκριμένη από αυτές.

Ένα από τα λάθη τών συγχρόνων καθολικών θεολόγων, παρατηρεί ο Scheeben, υπήρξε το πέρασμα από τις εμμενείς θεϊκές παραγωγές στίς εξωτερικές (ad extra).

Ένας εξ αυτών ο Gϋnther προσπάθησε να παρουσιάσει όλες τίς θεϊκές εξωτερικές πράξεις σάν τήν ανάπτυξη και τήν ολοκλήρωση τών εσωτερικών (ad intra). Παρότι δέν ομολογείτε ένας πανθεϊσμός, καταλήγει στόν πανθεϊσμό κάθε φορά πού πχ υπολογίζεται ο κόσμος αναγκαία συνέπεια τού θείου είναι. Σε μιά ξεχωριστή σφαίρα σε σχέση με τόν κόσμο, ο οποίος από αυτές δημιουργήθηκε και σώθηκε, τα θεϊκά πρόσωπα είναι ταυτόχρονα απόλυτα και σχετικά. Είναι απόλυτα καθώς διαθέτουν μία και μοναδική απόλυτη φύση και μ`αυτή ταυτίζονται. Είναι όμως και σχετικά, καθώς απευθύνονται αυσιαστικώς τό άνα στό άλλο. Η σχετικότης τών θείων προσώπων, όχι μόνον δέν αφαιρεί τήν απολυτότητά τους αλλά ουσιαστικά την συμπεριλαμβάνει. Αυτά τα πρόσωπα είναι σχετικά στην διαφορετικότητα τών υποστατικών χαρακτήρων και απόλυτα στην αξιοπρέπεια πού υψώνει την υπόσταση σε πρόσωπο. Καί στίς δύο πλευρές διαφέρουν ουσιαστικώς από όλες τις υποστάσεις και τα δημιουργημένα πρόσωπα. Έτσι η έννοια τής υποστάσεως και τού προσώπου μπορεί να αναφερθεί και να εφαρμοστεί στο θεό μόνον αναλογικά.

Αμέθυστος