>MARIE-LOUISE VON FRANZ: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ (4)

>Κεφάλαιο 3ο (Α Μέρος)

(Συνέχεια από Πέμπτη 27 Μαΐου 2010)

Ο Λούκιος συναντιέται με την Βυρρένα, την Φώτιδα και τους αιγοεκδορείς

Ο Λούκιος ξυπνά το επόμενο πρωΐ, περίεργος να γνωρίση κάποια απ’ τα θαυμαστά πράγματα που πρέπει να βρίσκονται στη Θεσσαλία, όπου σύμφωνα με γενικές πληροφορίες εξασκείται ως επί το πλείστον η μαγεία. Θυμάται την αφήγηση του Αριστομένη για την πόλη, και όλα μοιάζουν «να έχουν μεταμορφωθή και μεταλλαχθή εδώ από την άθεη δύναμη της μαγείας και της γοητείας». Πέτρες, αγάλματα, γλυπτά και τείχη ζωντανεύουν και σκέφτεται, πως θα μπορούσαν και τα ζώα να μιλούν εδώ και να διηγούνται παράξενες ιστορίες.

«Γεμάτος επιθυμία», βρίσκεται ο Λούκιος «απροσδόκητα στην πλατεία της αγοράς».

«Δεν υπήρχε τίποτα στην Υπάτη, που να το είχα εκλάβει γι’ αυτό που πράγματι ήταν. Όλα και κάθε τι έπρεπε να είχε μετατραπή σε μιαν άλλη μορφή με τη μαγεία. Θεωρούσα ακόμα και τις πέτρες, που πάνω τους σκόνταφτα, σαν πρώην ανθρώπους. Τα πουλιά, που άκουγα να κελαηδούν, τα δέντρα μέσα στις αυλές, οι βρύσες στα στενά δρομάκια, μου φαίνονταν όλα εξίσου φτερωμένοι, καλυμμένοι με φύλλα, λειωμένοι σε νερό άνθρωποι. Ναι, περίμενα πως ζωγραφιές και αγάλματα θα περπατούσαν προς εμένα, οι τοίχοι θα μιλούσαν, τα βόδια και τα κτήνη θα προφήτευαν και πως θα αντηχούσαν απ’ τον ουρανό μεμιάς θεϊκά ρητά απ’ τον ηλιακό δίσκο».

Είναι φανερό, πως η αφήγηση του Αριστομένη, που δεν την είχε πάρει συνειδητά τόσο σοβαρά ο Λούκιος, τον είχε ωστόσο κάπου αγγίξει. Κάτι είχε ασυνείδητα εγκατασταθή σ’αυτόν, γιατί αυτή η παράσταση της Υπάτης είναι η κλασσική περιγραφή μιας «abaissement du niveau mental»: τίποτα δεν φαίνεται να είναι τότε πια εντελώς πραγματικό. Βρίσκεται σ’ έναν κόσμο ονείρου, κι ο εξωτερικός κι ο εσωτερικός κόσμος πλησιάζουν πολύ. Ο καθένας το γνωρίζει αυτό εξ ιδίας πείρας, όταν αισθάνεται μαγεμένος ή γοητευμένος. Οι αυτοβιογραφίες σχιζοφρενών ανθρώπων δίνουν κλασσικές περιγραφές, για το πώς αποξενώνεται ξαφνικά ο πραγματικός κόσμος. Είναι και τα δυό αυτά μια φυσική όσο και αφύσικη κατάσταση, που δείχνει, πως το ασυνείδητο και το συνειδητό έχουν προσεγγίσει πολύ το ένα το άλλο. Περιέχεται επίσης εδώ το μοτίβο της μεταμόρφωσης του ανθρώπου. ‘Όλα όσα πρόκειται να συμβούν αργότερα στον ήρωα, μέχρι τη μεταμόρφωσή του σε γάιδαρο, έχουν ήδη προπαρασκευασθή εδώ.

Με αρκετή έκπληξη έχει μόλις ανακαλύψει ο Λούκιος, πως ο οικοδεσπότης του Μήλος είναι ένας ηλικιωμένος, άπληστος, στενοκέφαλος αστός και η Παμφίλη μια σκοτεινή ολοφάνερα μάγισσα. Ανακαλύπτει όμως στο ίδιο σπίτι και την Φώτιδα, με την οποία και δημιουργείται αμέσως μια φυσιολογική νεανική σχέση. Σε αντίθεση με το γεγονός, ότι η σχέση του προς την Φώτιδα ακολουθεί την φυσιολογική για έναν Ρωμαίο της εποχής, και γενικά για τη νεότητα, διαδρομή, αποδεικνύεται ωστόσο η σχέση αυτή αργότερα ασυνήθιστα φτωχή σε αισθήματα. Μετά τη μεταμόρφωσή του σε γάιδαρο και μετά την εισβολή των ληστών στο σπίτι του Μήλου και της Παμφίλης δεν συλλογίζεται ποτέ ο Λούκιος, τί να είχε απογίνει η Φώτις. Ανησυχεί για τα χρήματά του και το άλογό του, όχι όμως και γι’ αυτήν, που αποδεικνύει μιαν εκπληκτική έλλειψη αισθημάτων. Είχε περάσει τελικά μιαν πολύ ωραία περίοδο μ’ αυτό το όμορφο κορίτσι, κι εκείνη του είχε χαρίσει γενναιόδωρα την αγάπη της (όπως κι αυτός την είχε κάνει ευτυχισμένη). Βλέπουμε από άλλες ιστορίες και την κοινωνιολογική τους ματιά, ότι η Φώτις δεν μπορούσε να περιμένη τίποτα το καλό μετά τη σύλληψή της απ’ τους ληστές. Ή θα την σκότωναν ή θα την έκαναν σκλάβα, και μπορούμε να συμπεράνουμε αργότερα απ’ το βιβλίο τί σήμαινε να είσαι σκλάβος.

Όμως ο Λούκιος δεν ρωτά ποτέ γι’ αυτήν, που δείχνει ξεκάθαρα, πως δεν αντιδρά εντελώς φυσιολογικά. Εκφράζοντάς το μοντέρνα θα λέγαμε, πως έχει ένα συναισθηματικό έλλειμμα, το οποίο καλύπτεται κατ’ αρχάς κομψά με την ερωτική σκηνή.

Γνωρίζουμε πως ο Λούκιος μεταμορφώθηκε κ α τ ά  λ ά θ ο ς σε γάιδαρο, γιατί επιθυμούσε να γίνη στην πραγματικότητα ένα πουλί ή μια φτερωτή ύπαρξη, αλλά η Φώτις χρησιμοποίησε λανθασμένη σκόνη. Αυτό πρέπει να ήταν μια ασυνείδητη εκδίκηση απ’ τη μεριά της! Αισθανόταν πιθανώς, πως κάτι έλειπε, πως εκείνος δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν ούτε κατά τον απλούστερο ανθρώπινο τρόπο. Του έπαιξε κι άλλο ένα παιχνίδι, όταν έπρεπε να φέρη απ’ τον κουρέα στο σπίτι τα μαλλιά του εραστή της Παμφίλης. Ο κουρέας την είχε τσακώσει και της τα είχε πάρει. Όταν συνάντησε λοιπόν επιστρέφοντας η Φώτις έναν άντρα, που ετοιμαζόταν να κουρέψη αιγοπροβιές για να φτιάξη ασκούς, άρπαξε σε αντικατάσταση μερικές τούφες. Όταν είχε εκτελέσει μετά μ’ αυτά αντί για τα μαλλιά του εραστή της τα μαγικά της η Παμφίλη, ήρθαν –όχι ο εραστής– αλλά μόνο αιγοεκδορείς μπροστά στην πύλη. Ο Λούκιος τους επιτέθηκε ηρωϊκά μέσα στη νύχτα, γιατί νόμιζε πως είχε, στα σκοτεινά, ληστές που είχαν εισβάλει στο σπίτι μπροστά του, κι έγινε έτσι περίγελως σε όλη την πόλη.

Διαπράττει έτσι άθελά της –με το αριστερό ας πούμε χέρι– δυό φορές ένα μικρό λάθος η Φώτις, που φέρνει τον Λούκιο σε δύσκολη θέση. Μια γυναίκα που ενεργεί έτσι, δεν είναι ευτυχισμένη. Δεν είναι κάπου αναπαυμένη απ’ τον άντρα, γιατί δεν θα του έπαιζε αλλιώς αυτά τα δυό αθέλητα παιχνίδια. Είναι ψυχρός, κι αυτή τον εκδικείται μ’ αυτά τα μικρά μαγικά κόλπα. Στέκεται λιγάκι, κατά κάποιον τρόπο, απ’ την πλευρά της μάγισσας, της κυρίας της, που δείχνει, πως είναι κι αυτή λίγο ψυχρή. Μια γυναίκα, που παίζει με μαγικά κόλπα, αποδεικνύει πως δεν αγαπά πραγματικά. Υπάρχει κάτι έτσι, παρ’ όλη την πρώτη θετική σκηνή, όπου πιστεύει κανείς πως εισέρχεται ο Λούκιος στα μυστικά της ζωής, είναι ευτυχισμένος και μπορεί να προστατευθή με την ερωτική σχέση με τη Φώτιδα απ’ τα κόλπα της Παμφίλης, κάτι μ’ έναν λεπτό τρόπο λανθασμένο. Συναρτάται ίσως μ’ αυτό το «ambaissement du niveau mental», στο οποίο και περιπίπτει μετά την πρώτη του επίσκεψη στο σπίτι του Μήλου και της Παμφίλης.

Κατακλυσμοί απ’ το ασυνείδητο, όπως περιγράφονται στην αρχή του κεφαλαίου, συμβαίνουν πάντα, όταν εκπίπτει κάπου στο συνειδητό μια φυσιολογική αντίδραση, γιατί δημιουργείται εκεί ένα σημείο εισβολής του ασυνειδήτου. Αν δεν θέλη να κατακλυσθή κάποιος απ’ το ασυνείδητο, πρέπει να προσέχη όλες τις μικρές λεπτομέρειες, όπως τη νωθρότητα και την άστοχη συμπεριφορά στην αισθηματική ζωή και την ελλειματική προσαρμογή στην πραγματικότητα, γιατί ανοίγουν την πύλη στον κατακλυσμό, παρ’ όλο που φαίνονται καθ’ εαυτές ασήμαντες.

Καθώς αυτές οι μικρές παραλείψεις είναι πολύ επικίνδυνες λοιπόν, επισημαίνω εδώ κάποια πράγματα, τα οποία ο αναγνώστης μόλις και τα παρατηρή: την απόκρυφη δηλαδή, ανεπαρκή ανθρώπινη σχέση ανάμεσα στον Λούκιο και την Φώτιδα, που επιτρέπει στον Λούκιο να βυθιστή στο ασυνείδητο και τα ξυπνητά όνειρα, έτσι που να μην είναι πια εντελώς αντάξιος της πραγματικότητας.

Στην πλατεία της αγοράς συναντά «συμπτωματικά» τη Βυρέννα, την αδελφή της μητέρας του. Δεν είναι βέβαια γνήσια αδελφή, την είχαν πάρει όμως στο σπίτι και είχε μεγαλώσει μαζί με τη μητέρα του, έτσι ώστε ο Λούκιος την ονομάζει θεία. Μας φαίνεται περίεργο, πως δεν πήγε να μείνη μαζί της. Αντί γι’ αυτό συναντιούνται τυχαία, κι εκείνη τον προσκαλεί στο όμορφο, πλούσιο σπίτι της. Εδώ ακολουθεί η περιγραφή ενός εντυπωσιακού ανάγλυφου στο αίθριο αυτού του σπιτιού, που παριστάνει τη θεά-μητέρα Άρτεμι στο λουτρό της στα δάση και τον Ακταίονα, που προσπαθεί να της ρίξη μια ματιά, μεταμορφώνεται όμως απ’ αυτήν σε ελάφι και κατασπαράσσεται απ’ τα ίδια του τα σκυλιά. Στο ανάγλυφο παριστάνεται η στιγμή κατά την οποία επιτίθενται τα σκυλιά στο ελάφι για να το κομματιάσουν. Αναγνωρίζουμε σ’ αυτήν την πλήρη αισθήματος και ρεαλιστική περιγραφή του ανάγλυφου απ’ τον Απουλήιο Λούκιο την τυπική ελληνιστική τέχνη. Το ανάγλυφο παριστάνει όμως κι ένα πολύ σημαντικό μοτίβο, έτσι ώστε να μπορούμε να χειριστούμε το περιεχόμενό του ως μιαν παρένθετη ιστορία. Γιατί προεξοφλείται σε συμβολική μορφή ολόκληρη η μοίρα του Λούκιου: κι α υ τ ό ς αμαρτάνει στη σχέση του με τη Φώτιδα απέναντι στους νόμους της αγνότητας, κι α υ τ ό ς αρπάζεται απ’ τα σκοτεινά πάθη του κάτω κόσμου και μεταμορφώνεται σ’ ένα ζώο – σ’ έναν γάιδαρο αντί για ένα ελάφι. Το ίδιο του το πρόβλημα παρουσιάστηκε ήδη πρόωρα μπροστά στα μάτια του πάνω στο ανάγλυφο.

Η Άρτεμις κι η ρωμαϊκή Ντιάνα είναι θεές, που συνενώνουν στον εαυτό τους διάφορες αντιθέσεις. Η Άρτεμις προστατεύει την αγνότητα των νέων και των κοριτσιών, είναι κυρία των άγριων ζώων. Θεωρείται η προστάτρια θεά αυτών που γεννούν, χθόνια μητέρα και παρθένος ταυτόχρονα. Είναι όμως απ’ την άλλη μεριά, όπως κι ο αδελφός της Απόλλων, και θεά του θανάτου, αφού μπορεί να εξαποστείλη αόρατα θανατηφόρα βέλη. Συνδέθηκε αργότερα με τη σελήνη κι έγινε θεά του κάτω κόσμου (όπως η Εκάτη), εφόσον οι παραστάσεις των διαφόρων θεών συγχωνεύτηκαν στην ύστερη αρχαιότητα.

Η όψιμη ιουδαιο-χριστιανική ιδέα, πως μόνον εμείς κατέχουμε τη μοναδική αληθινή θρησκεία και πως όλες οι άλλες θρησκείες είναι σκοτεινή και δεισιδαίμων ανοησία, δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Οι κατακτητές μιας χώρας φρόντιζαν να διερευνήσουν το όνομα του κυρίαρχου θεού-πατέρα και της θεάς-μητέρας και να ανακοινώσουν μετά, πως αυτά αντιστοιχούσαν στον δικό τους Δία ή την Άρτεμι ή την Δήμητρα. Ανακάλυπταν, πως εμφανίζονταν παντού οι ίδιοι τύποι θεών, η πατρική δύναμη και η γονιμοποιός δύναμη της μητέρας, και τους έδιναν γι’ αυτό ανάμεικτα ονόματα ή το όνομα της δικής τους θεότητας. Αναπτυσσόταν έτσι ένα είδος ανεκτικής στάσης, με αποτέλεσμα, να είναι ζωντανό σε κάθε χώρα ένα παράξενο μείγμα θεών και να αρχίζουν κάπως έτσι οι προσευχές: «Ω εσύ θεά-μητέρα, που σε ονομάζουν Ίσιδα οι Αιγύπτιοι και Δήμητρα οι Έλληνες…». Που σημαίνει, πως τιμόνταν η ίδια θεϊκή δύναμη με διαφορετικά ονόματα στις διάφορες χώρες. Και μ’ αυτήν την έννοια παριστά εδώ ολόκληρο τον μητρικό κόσμο η Άρτεμις.

Η θεά-μητέρα της καλλιτεχνικής ανάγλυφης σκηνής λούζεται, κι ο Ακταίων, ένας θνητός άντρας, που επιθυμούσε από σεξουαλική περιέργεια να τη δη να λούζεται γυμνή, κομματιάζεται απ’ τα ίδια του τα σκυλιά – τις σκοτεινές δυνάμεις του κάτω κόσμου. Τα σκυλιά πρέπει να συμβολίζουν τη διασπαστική όψη του ζωϊκού πάθους. Αυτό το μοτίβο παραπέμπει πράγματι πολύ βαθειά, γιατί όταν ξεπερνά ο άνθρωπος τα όριά του, και μεταβαίνει στους θεούς προς τα πάνω ή στο βασίλειο των ζώων προς τα κάτω, πρόκειται τελικά για ένα και το αυτό. Μεταμορφούμενος ο Ακταίων σε ελάφι, γίνεται αυτό που επιθυμούσε να είναι: θεϊκός και το αντικείμενο του ενδιαφέροντος της Αρτέμιδος, γιατί είναι το ελάφι που αυτή κυνηγά. Ακόμα κι ως θεότητα υφίσταται όμως τη μοίρα των νεαρών εραστών της Μεγάλης Μητέρας, διαμελίζεται δηλαδή και πρέπει να υπομείνη αυτό που παθαίνει πάντα μυθικά ο νεαρός εραστής της Μεγάλης Μητέρας. Μπορούμε λοιπόν να δούμε, πως η εικόνα που αντιμετωπίζει ο Λούκιος εισερχόμενος στο σπίτι της Βυρέννας, προεξοφλεί όλο του το πρόβλημα: σφετερίζεσαι έναν θεϊκό ρόλο˙ υπερβαίνεις την ανθρώπινη σφαίρα˙ εισέρχεσαι στο βασίλειο της Μεγάλης Μητέρας και στο βασίλειο της ζωϊκού βίου˙ πρέπει να πληρώσης με τον κλασσικό τρόπο γι’ αυτό.

Λείπει κάτι στην αντίδραση του Λούκιου μπροστά στο ανάγλυφο: χαίρεται μόνο αισθητικά με το θαυμάσιο καλλιτέχνημα και δεν ξεκλειδώνει το μήνυμά του. Το ότι δεν πρόκειται παρά για ένα γλυπτό, ένα ανάγλυφο, και καμμιάν ζωντανή παράσταση, έχει το νόημά του. Όταν ονειρεύεται κάποιος σήμερα ένα γλυπτό ή μιαν εικόνα, αυτό σημαίνει, πως το παριστώμενο δεν είναι ζωντανό μέσα του: το βλέπει μόνο διανοητικά ή αισθητικά, δεν το ζη όμως. Μπορούμε λοιπόν να πούμε, πως ο Λούκιος βλέπει εδώ τί πρόκειται να συμβή και σε ποιο συγκλονιστικό πρόβλημα θα περιέλθη, ότι δεν είναι όμως ακόμα πραγματικό γι’ αυτόν. Το βλέπει μόνο ως καλλιτεχνική παράσταση. Κι αυτό είναι τυπικό για έναν άντρα με μητρικό σύμπλεγμα, γιατί κρατιέται έτσι με μιαν τέτοια συμπεριφορά σε απόσταση απ’ την άμεση επαφή με την πραγματικότητα. Θα μπορούσε να περιγράψη κανείς την κατάσταση και με μιαν αποκρουστική παρομοίωση: ένας τέτοιος άντρας τριγυρίζει με ένα διαφανές πλαστικό κάλυμμα εδώ κι εκεί, που του επιτρέπει να βλέπη προς τα έξω, δεν του αφήνει όμως καμμιάν επιφάνεια τριβής με την πραγματικότητα και καμμιάν πραγματική επαφή με την ζωή˙ αυτή είναι η μυστική, μαγευτική δύναμη που εξασκεί το μητρικό σύμπλεγμα πάνω στον άντρα. Είναι πάντα αποκομμένος κατά κάποιον τρόπο απ’ την ζωή. Με την αισθητική και τη διάνοια έχουμε δυό λαμπρές δυνατότητες να σύρουμε αυτό το πλαστικό απομονωτικό στρώμα ανάμεσα σε μας και την πραγματικότητα, να αποσοβήσουμε την άμεση εμπειρία και μ’ αυτήν τον άμεσο πόνο, να χάσουμε όμως και κάθε επίτευξη μιας υψηλότερης συνειδητότητας. Όταν ανοίγη κανείς ως αναλυτής αυτόν τον σάκκο, το προστατευτικό περίβλημα, και πρέπει να μεταφέρη τον άντρα έξω απ’ την τεχνική του μήτρα, αυτός θρηνεί συνήθως απελπισμένος, καθώς αρχίζει τώρα η φάση της καυτής και παγωμένης πραγματικότητας και κάθε είδους άλλων θλίψεων, απ’ τους οποίους είχε προφυλαχθή τόσο κομψά μέχρι τώρα.

Ο Λούκιος παρατηρεί λοιπόν ακόμα τα πράγματα, χωρίς να προσβάλλεται άμεσα απ’ αυτό που συμβαίνει. Δεν αναρωτιέται π.χ., γιατί συναντά «συμπτωματικά» στο σπίτι της θείας του την παράσταση ενός άντρα, που ξεσχίστηκε σε κομμάτια ως συνέπεια της περίεργης εισβολής του στο βασίλειο της Μεγάλης Μητέρας. Το θεωρεί ένα όμορφο έργο τέχνης, που το περιγράφει με λογοτεχνικό τρόπο.

Η θεία Βυρέννα είναι εμφανώς ένας αντίθετος πόλος στην Παμφίλη και τον Μήλο, μια γνήσια κυρία. Τον προειδοποιεί αμέσως και φρονεί, πως δεν πρέπει να κατοικήση στο αρκετά αμφίβολο σπίτι, αλλά μαζί της. Είναι όμως κι αυτή μια μητρική μορφή. Επιθυμεί κι αυτή να κρατήση φυλακισμένο τον Λούκιο στο σπίτι της˙ στέκεται έτσι η μιά μητρική όψη απέναντι στην άλλη. Η Βυρέννα είναι σεβάσμια, μορφωμένη, σωστή, έτσι που να φαίνεται πως είναι μια θετική μητέρα, με την αρνητική όμως συνέπεια, πως θα επιθυμούσε φυσικά να προφυλάξη τον Λούκιο απ’ το να περιπέση σε συμφορά και στην πραγματική έτσι ζωή. Αν είχε εγκαταλείψει ο Λούκιος την Παμφίλη και είχε μείνει με την Βυρέννα, δεν θα είχε λάβη χώρα ολόκληρο το μυθιστόρημα. Γι’ αυτό και δεν είναι σωστή η συμβουλή της Βυρέννας, παρ’ όλο που εμφανίζεται ως μια σοφή γυναίκα, που προειδοποιεί τον νεαρό άντρα, να μην πέση στην παγίδα. Δόξα τω Θεώ, δεν κερδίζει! Είναι επίσης τυπικό γι’ αυτήν, ότι κατέχει στο σπίτι της μόνο ένα πέτρινο ανάγλυφο, που παραπέμπει στο ότι είναι μεν σοφή η γνώση της, όχι όμως και κοντά στην ζωή. Έτσι βρίσκεται ο Λούκιος πραγματικά «ανάμεσα στον διάβολο και τη βαθειά κυανή θάλασσα»: η αστική σοφία τον συμβουλεύει, να μην βρεθή μέσα σε κάθε λογής αμφίβολες και βρώμικες υποθέσεις, τότε όμως δεν θα έβγαινε ποτέ κι απ’ τον πλαστικό σάκκο, θα γινόταν αξιοπρεπής, όχι όμως και ζωντανός. Ο Λούκιος δεν αποδέχεται ευτυχώς αυτήν τη συμβουλή και επιστρέφει στην Φώτιδα στο σπίτι, όπου και τη συναντά στην κουζίνα του Μήλου να ετοιμάζη μιαν πολέντα (έναν χυλό από αλεύρι καλαμποκιού). Εξελίσσεται μια σχέση ανάμεσα στους δυό. Η Φώτις κατακτά τον Λούκιο, ή το αντίθετο. Το γεγονός ότι δεν κυριαρχεί εδώ κάποιο θερμό συναίσθημα, φαίνεται κατ’ αρχάς αργότερα.

Η επόμενη παρένθετη ιστορία, αφηγημένη απ’ τον Μήλο, αναφέρεται σ’ έναν μάντι με το όνομα Διοφάνης: αυτός είχε δώσει σ’ έναν έμπορο ευνοϊκές προβλέψεις για ένα επικείμενο ταξίδι, όταν εμφανίζεται ξαφνικά ένας νεαρός ευγενής, φίλος του Διοφάνη, και διηγείται με δυνατή φωνή στους παρευρισκόμενους τη μεγάλη δυστυχία που τον είχε βρη στο τελευταίο του ταξίδι και θα του είχε κοστίσει παραλίγο την ζωή. Οι ακροατές γελούν, ο έμπορος ζητάει πίσω τα χρήματά του, κι ο Διοφάνης ξεμασκαρεύεται ως ένας απατεώνας.

Θα ήταν φυσικά λάθος να πούμε, πως ένας που βλέπει καθαρά δεν αξίζει τίποτα, αν δεν μπορή να προβλέψη τίποτα για τον εαυτό του και να προφυλάξη αυτόν τον ίδιον και την οικογένειά του ή φίλους απ’ τη δυστυχία. Γιατί γνωρίζουμε, πως οι τηλεπαθητικές ικανότητες δεν ενεργοποιούνται με τη θέληση, και γι’ αυτό δεν μπορεί να προφυλαχθή κάποιος, που είναι εξαιρετικά προικισμένος απ’ αυτήν την άποψη, να την πάθη ο ίδιος.

Αν επιχειρήσουμε να δούμε το επεισόδιο του Διοφάνη στη συνάφεια της ιστορίας, αναγνωρίζουμε πως ένας άντρας που έχει την αξίωση, να μπορή να δη μέσα στο μέλλον, την παθαίνει ακριβώς ο ίδιος, κι αυτό επαληθεύεται ξανά στον Λούκιο. Γιατί πιστεύει, πως μπορεί μόνο να σπουδάση τη μαγική δύναμη, χωρίς να εμπλακή μαζί της˙ τη ώρα εκείνη βρίσκεται κιόλας με το ένα πόδι μέσα! Ακριβώς τότε, που θα χρησιμοποιούσε την επιστημονική του ακρίβεια και την παρατηρητική του ικανότητα, αυτές του λείπουν. Δεν μπορεί να παρατηρήση κανείς ψυχρά αποστασιοποιημένος και με αντικειμενική συγκέντρωση τα παραψυχολογικά φαινόμενα, γιατί τότε δεν συμβαίνει βέβαια τίποτα.

Τα συγχρονιστικά και παραψυχολογικά φαινόμενα είναι ακριβώς οριακά φαινόμενα. Για να μπορούν να γίνουν ορατά, πρέπει να έχη ελαττωθή η ένταση της εγωτικής μας συνείδησης. Γιατί τα φαινόμενα χρειάζονται αυτήν την ενέργεια, για να μπορέσουν κατ’ αρχάς να εμφανιστούν. Δεν μπορεί να έχη κανείς και τα χρήματα και το γλυκό˙ δεν μπορεί να κάνη κανείς τέτοια πειράματα με ένα φυσιολογικό, ορθολογικά τοποθετημένο, επιστημονικά παρατηρητικό Εγώ. Η παραψυχολογία αντιπαρατίθεται ακόμα σ’ αυτό το πρόβλημα, στη δική μας όμως περίπτωση είναι αλλιώς. Ο Λούκιος εξολισθαίνει στο «abaissement du niveau mental», χωρίς να το αντιλαμβάνεται καθόλου. Η ιστορία του Διοφάνη δείχνει, πως ο άνθρωπος που πιστεύει πως γνωρίζει καλά, είναι αυτός ακριβώς που πέφτει στην παγίδα.

Μιαν άλλη φορά διηγούνται οι προσκεκλημένοι για φαγητό στη Βυρέννα μουσαφίρηδες κάποια ακόμα επεισόδια. Ένας απ’ αυτούς, με το όνομα Θηλύφρων, διηγείται θαυμάσια την επόμενη παρένθετη ιστορία. Το όνομά του θα παρέπεμπε στο ότι αυτό το πρόσωπο έχει μια γυναικεία πνευματική στάση ή ότι ασχολείται στη σκέψη του συνέχεια με γυναίκες και με το θηλυκό. Ο άντρας μ’ αυτό το διδακτικό όνομα διηγείται λοιπόν την εξής ιστορία:

Έφτασε κάποτε, ως νεώτερος, μετά από ένα ταξίδι διαμέσου της Θεσσαλίας σε μιαν άσχημη ώρα στη Λάρισσα και βρισκόταν σε μεγάλη χρηματική ανάγκη. Εκεί εξασκούνταν εκείνη την εποχή τόση πολλή μαγεία, ώστε έπρεπε να φυλάγεται το πτώμα ενός μόλις πεθαμένου από έναν φύλακα, για να το προστατεύη απ’ τις μάγισσες, που αλλιώς θα παρεισέφρυαν και θα έκλεβαν μέρη του πτώματος για να τα χρησιμοποιήσουν στις μαγείες τους. Μαγικοί κανόνες μπορούσαν π.χ. να αρχίζουν: πάρε τα νύχια από έναν μόλις σκοτωμένο άνθρωπο – ή τη μύτη ή τα αυτιά κ.τ.λ. – , κι ανακάτεψέ τα με το αίμα, για να εκτελέσης αυτό ή εκείνο το μαγικό. Οι μάγισσες έπρεπε να εφοδιάζονται φυσικά μ’ αυτά τα «συμπληρώματα», κι έτσι κλέβονταν στα νεκροταφεία πτώματα από φρέσκους τάφους. Επιχειρούσαν επιπλέον οι μάγισσες να αποκτούν πτώματα πριν απ’ την καύση τους. Για να κερδίση χρήματα, ανέλαβε ο νεαρός Θηλύφρων την υποχρέωση, να αγρυπνήση τη νύχτα δίπλα σ’ έναν νεκρό. Του παρήγγειλαν, να είναι πολύ προσεχτικός, γιατί οι μάγισσες μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε ζώα, πουλιά και μερικές φορές μάλιστα σε μύγες. Οδηγείται σ’ ένα σπίτι, για να φυλάξη εκεί το πτώμα ενός άντρα, που του το δείχνει η χήρα εντελώς ακέραιο σε όλα του τα μέρη. Αν φαινόταν έτσι και το επόμενο πρωΐ, λέει στον νεαρό φρουρό, θα έπαιρνε τότε τα χρήματά του, αν όχι, θα τιμωρούνταν με τον ίδιο ακρωτηριασμό, που θα παρουσίαζε και το πτώμα.

Ο νεαρός άντρας τρίβει τα μάτια του και τραγουδά, για να μπορέση να μείνη ξύπνιος όλη τη νύχτα. Η νύχτα προχωρά, μέχρις ότου γλιστρά ξαφνικά γύρο στα μεσάνυχτα μια νυφίτσα μέσα στο δωμάτιο και τον τρομάζει τόσο πολύ, ώστε «εκπλήττεται με την αναίδεια ενός τόσο μικρού ζώου». Το διώχνει, κι αυτό γλιστράει πάλι μακριά. Μόλις όμως έχει εξαφανιστή, «αλλά ούτε μια στιγμή μετά, με προσέβαλε ένας τόσο βαθύς ύπνος, ώστε ούτε ο ίδιος ο δελφικός θεός δεν θα είχε μπορέσει να ξεχωρίση, ποιος ήταν στην εμφάνιση το πιο πολύ νεκρός, το πτώμα ή εγώ». Το πρωΐ ξύπνησε κι «έτρεξε γεμάτος από φόβους στο πτώμα, για να το εξετάση απ’ όλες τις πλευρές». Εμφανίζονται η οικονόμος του σπιτιού κι οι μάρτυρες και βρίσκουν το σώμα «ακέραιο σε όλα του τα μέρη».

Παίρνει έτσι ο νεαρός Θηλύφρων τα χρήματά του. Καθώς κάνει όμως μερικές αγενείς παρατηρήσεις, τον διώχνουν απ’ το σπίτι. Κατά τη νεκρική τελετή εμφανίζεται ξαφνικά μεσ’ απ’ το πλήθος ένας ηλικιωμένος άντρας που κλαίει και θρηνεί και λέει, πως ο άνθρωπος που ετοιμάζονταν τώρα να κάψουν, είχε δηλητηριασθή απ’ τη γυναίκα του. Αυτό προκαλεί μεγάλη οχλαγωγία, και το πλήθος κραυγάζει, πως θά ’πρεπε να καή και η γυναίκα. Εκείνη ορκίζεται ωστόσο πως είναι αθώα. Για να βρεθή η αλήθεια, προσάγει τότε ο ηλικιωμένος άντρας τον Τσάχτλας, έναν Αιγύπτιο, μεγάλο μάγο και γητευτή, που έχει τη δύναμη, να ξυπνά τους νεκρούς στην ζωή.

Στην αρχαιότητα πίστευαν σ’ αυτήν τη δυνατότητα˙ η μάγισσα του Έντορ ήταν ως γνωστόν επίσης ικανή, να εγείρη νεκρούς στην ζωή και να προσκαλή πνεύματα απ’ τον κάτω κόσμο, για να φέρουν στο φως την αλήθεια. Όπως περιγράφει η Αλεξάνδρα Ντέιβιντ-Νηλ, αυτό το μπορούν και οι λάμας στο Θιβέτ. Ένας λάμα, που έφτασε πολύ αργά, για να δη ακόμα ζωντανό τον φίλο του, ξάπλωσε πάνω στο πτώμα και το θέρμανε με την ίδια του την αναπνοή, έτσι ώστε ο νεκρός ξαναζωντάνεψε. Οι δυό τους χόρεψαν για λίγο μαζί κι είχαν έτσι την τελευταία τους επαφή. Παρόμοια εξασκούνται και στην Αφρική. Στην ιστορία μας καταφέρνει ο Αιγύπτιος να ξαναφέρη τον νεκρό στην ζωή, κι αυτός επιβεβαιώνει, πως τον είχε δηλητηριάσει η γυναίκα του. Σαν απόδειξη για την εγκυρότητα των λόγων του βεβαιώνει, πως γριές μάγισσες είχαν κόψει απ’ τον νεαρό Θηλύφρονα μύτη κι αυτιά, μπερδεύοντάς τον με τον νεκρό, και τα είχαν αντικαταστήσει με κερί, ενόσο φρουρούσε αυτός το πτώμα. Ο Θηλύφρων πιάνει τότε με το χέρι τη μύτη του και τ’ αυτιά, κι αυτά πέφτουν. Καταλαβαίνει τότε, πως είχε ακρωτηριασθή και δεν είχε αντιληφθή τίποτα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Advertisements

>Η Μονή Αγίας Αικατερίνης στο όρος Σινά

>

κάντε κλίκ επάνω στην εικόνα

Τίς αληθινές Πατρίδες δεν μπορούν να μάς τις πάρουν!!!

Αφιερωμένο στόν αδελφό μας Σταύρο.

Πηγή : Τρελο-Γιάννης

Αμέθυστος

>ΕΙΝΑΙ Ο ΖΗΛΟΣ ΜΑΣ ΓΝΗΣΙΟΣ;

>

Η πρώτη βαθμίδα αμαρτίας είναι να κάνης το καλό, αλλά όχι με καλό τρόπο. Και ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει επτά περιπτώσεις κατά τις οποίες κάνοντας το καλό αμαρτάνουμε. Μία από αυτές είναι όταν κάνουμε το καλό, αλλά όχι με καλό σκοπό.

Στο παρακάτω άρθρο από το περιοδικό Εφημέριος, το οποίο φυλάσσει στο αρχείο του ο π. Αρσένιος Κομπούγιας, διαφαίνεται μια τέτοια περίπτωση, κατά την οποία ένας Ιερέας δεν είχε ζυγίσει τις προθέσεις του…
*
Ένας ιερεύς ζηλωτής με πλούσια δράσι είδε κάποτε ένα όνειρο. Ο ίδιος μας το έχει περιγράψει ως εξής:

“Καθόμουνα στην πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι εξαντλημένος από την εργασία. Το σώμα μου πονούσε απ’ τη μεγάλη κόπωσι. Πολλοί στην ενορία μου ζητούσαν τον πολύτιμο μαργαρίτη. Και πολλοί τον είχαν βρή. Η ενορία μου προώδευε από κάθε άποψι. Η ψυχή μου πλημμύριζε από χαρά, ελπίδα και θάρρος. Τα κηρύγματά μου έκαναν μεγάλη εντύπωσι. Πολλοί προσήρχοντο στην εξομολόγησι. Η Εκκλησία μου ήταν πάντοτε ασφυκτικά γεμάτη. Είχα κατορθώσει να κινητοποιήσω ολόκληρη την ενορία. Ικανοποιημένος απ’ όλα εργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρι εξαντλήσεως.

Ενώ σκεπτόμουνα όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβω, με πήρε ο ύπνος. Τότε συνέβη το εξής, που θα σάς περιγράψω:

Ένας ξένος μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήση την πόρτα. Το πρόσωπό του ήταν γλυκό κι είχε μεγάλη πνευματικότητα. Ήταν καλά ντυμένος και κρατούσε στο χέρι του μερικά όργανα χημικού εργαστηρίου. Η όλη του εμφάνισις προκαλούσε παράξενη εντύπωσι. Ο ξένος με πλησίασε. Κι ενώ μου άπλωνε το χέρι του για να με χαιρετήση, μ’ ερώτησε: “Πώς πάει ο ζήλος σου;”.

Η ερώτησις αυτή μου προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατί ήμουν πολύ ικανοποιημένος με το ζήλο μου. Και δεν είχα καμιά αμφιβολία, πώς κι αυτός ο ξένος θα ήταν πολύ χαρούμενος, αν το γνώριζε. Τότε, όπως θυμάμαι απ’ το όνειρό μου, για να του δείξω πόση αξία έχει ο ζήλος μου, σαν να έβγαλα απ’ το στήθος μου μια συμπαγή μάζα, που ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. Του την έβαλα στο χέρι. Και του λέω: “Αυτός είναι ο ζήλος μου!”. Εκείνος την πήρε και τη ζύγισε προσεκτικά πάνω στη ζυγαριά του: “Ζυγίζει 50 οκάδες”, λέει σοβαρά.

Εγώ μόλις μπορούσα να συγκρατήσω τη χαρά μου για το βάρος αυτό. Εκείνος όμως με σοβαρότητα σημείωσε το βάρος σ’ ένα χαρτί και συνέχισε την εξέτασί του. Έσπασε τη μάζα εκείνη σε κομμάτια και την έβαλε μέσα σ’ ένα χημικό τηγάνι πάνω στη φωτιά. Όταν η μάζα έλυωσε και καθαρίστηκε, την έβγαλε απ’ τη φωτιά. Ξεχώρισε τα διάφορα στοιχεία. Όταν αυτά κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τα άγγιζε με ένα σφυράκι και ζύγιαζε το καθένα ξεχωριστά. Έπειτα σημείωνε προσεκτικά το βάρος κάθε κομματιού πάνω στο χαρτί. Όταν τελείωσε, μου έριξε μια ματιά, γεμάτη από συμπόνια και μου λέγει: “Εύχομαι να σε λυπηθή ο Θεός και να σωθής”. Κι αμέσως εγκατέλειψε το δωμάτιο.

Στο χαρτί, που μου άφησε στο τραπέζι, ήταν γραμμένα τα εξής:

“Ανάλυσις του ζήλου του ιερέως Χ. Συνολικόν βάρος: 50 οκάδες. Η προσεκτική ανάλυσις παρουσιάζει τα εξής στοιχεία:

Φανατισμός – 5 οκάδες

Προσωπική φιλοδοξία – 15 οκάδες

Φιλοχρηματία – 12 οκάδες

Επίδειξις – 9 οκάδες

Τάσις προς επιβολήν και κυριαρχίαν πάνω στις ψυχές – 6 οκάδες

Αγάπη προς τον Θεόν – 2 οκάδες

Αγάπη προς τους ανθρώπους – 1 οκά

Σύνολον – 50 οκάδες.”

Η παράξενη συμπεριφορά του ξένου και η ματιά με την οποία με αποχαιρέτησε, μου μετέδωσαν κάποια ανησυχία. Μά όταν είδα το αποτέλεσμα της εξετάσεώς του, ένοιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.

Θέλησα στην αρχή ν’ αμφισβητήσω την ορθότητα των αριθμών. Μά εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν αναστεναγμό του ξένου, που είχε φθάσει στην εξώπορτα. Ηρέμησα κι άρχισα να σκέπτωμαι πιο ψύχραιμα. Μά καθώς σκεπτόμουνα, σκοτείνιαζε μπροστά μου. Δεν μπορούσα να διαβάζω το χαρτί, που κρατούσα στα χέρια μου. Αγωνία και φόβος με κατέλαβαν. Στα χείλη μου ήλθε η κραυγή: “Κύριε, σώσε με”. Έρριξα πάλι μια ματιά στο χαρτί. Ξαφνικά μεταμορφώθηκε αυτό σ’ έναν ολοκάθαρο καθρέπτη, που καθρέπτιζε την καρδιά μου. Ένοιωσα και ανεγνώρισα την κατάστασί μου. Με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσα τον Κύριο να μ’ ελευθερώση απ’ το Εγώ μου. Τέλος ξύπνησα με μια κραυγή αγωνίας.

Στα περασμένα χρόνια παρακαλούσα τον Θεό να με σώση από διαφόρους κινδύνους. Μα απ’ τη μέρα εκείνη άρχισα να παρακαλώ το Θεό να μ’ ελευθερώση απ’ το δικό μου Εγώ. Για πολύν καιρό ένοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ύστερ’ από επίμονες προσευχές, ένοιωσα το φως του Κυρίου να πλημμυρίζη την καρδιά μου και να καίη τ’ αγκάθια του εγωκεντρισμού. Όταν ο Κύριος με καλέση κοντά Του, θα Τον ευχαριστήσω ολόθερμα για την αποκάλυψι εκείνης της ημέρας. Μου φανέρωσε τότε τον αληθινό εαυτό μου και ωδήγησε τα πόδια μου στον πιο στενό, αλλά πιο όμορφο δρόμο. Κάθε μέρα ανανέωνα τις αποφάσεις μου. Εκείνη η επίσκεψις που μου έκαμε Εκείνος που “ετάζει καρδίας και νεφρούς”, με έκαμεν άλλον άνθρωπο και ωφέλησε πολύ την εργασία μου”.

Άραγε τί αποτέλεσμα θα παρουσίαζε η εξέτασις του ιδικού μου ζήλου; Θα παρουσίαζε τους γλυκούς εκείνους καρπούς του Πνεύματος, για τους οποίους ομιλεί ο Απόστ. Παύλος (Γαλ. ε΄, 22); Ή μήπως θα φανέρωνε εγωκεντρικές εκδηλώσεις; Ας κλίνωμε γι’ αυτό όλοι ταπεινά τα γόνατά μας μπροστά στο μεγαλείο του Θεού! Ας αφήνωμε το φως του να διεισδύη ως τα τρίσβαθα της ψυχής μας, για να γνωρίζωμε τον αληθινό εαυτό μας. Ας μη συγχέωμε ποτέ το καθήκον με εγωκεντρικές αποκλίσεις και επιθυμίες μας.

(Αναδημοσίευση από τον “Εφημέριο”, 1-11-1956)

Πηγή : ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΙΕΡΕΩΣ

Αμέθυστος

>«Επανίδρυση» ή χαοτική διάλυση

>Tου Χρηστου Γιανναρα

Η έντιμη δημοσιογραφία απευθύνει εκκλήσεις στην κυβέρνηση, καθημερινά: Να συνειδητοποιήσουν, πρωθυπουργός και υπουργοί, την κρισιμότητα των στιγμών, την κατεπείγουσα ανάγκη τόλμης, αποφασιστικότητας.

Οι λέξεις «χρέος», «ευθύνες», στη μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου εποχή, είναι κενές από περιεχόμενο. Να μπορούσαν τουλάχιστον οι εκκλήσεις της έντιμης δημοσιογραφίας να διεγείρουν φιλοδοξίες στους εξουσιαστές μας. Να συνειδητοποιήσουν, πρωθυπουργός και υπουργοί, την ιστορική ευκαιρία που τους προσφέρεται. Σε αυτό το επάγγελμα που επέλεξαν, πέρα από το κυνηγητό της ποικιλότροπης φτηνής ηδονής, οι ευκαιρίες να ξεχωρίσουν από την ανυπόληπτη μάζα των ομοτέχνων τους είναι ελάχιστες, σπάνιες. Και οι σήμερα κυβερνώντες την Ελλάδα έχουν τη σπάνια τύχη: Μπορούν να διακριθούν, να σημαδέψουν την Ιστορία.

Οπως οι φιλόδοξοι στρατιωτικοί ορέγονται πόλεμο, έτσι οι φιλόδοξοι της πολιτικής πρέπει να λογαριάζουν τύχη τη διαχείριση κρίσης, κινδύνου. Ξέρουν ότι, σε πολύ κρίσιμες στιγμές, ακόμα και θλιβερές μετριότητες, αν αρπάξουν την ευκαιρία, ντύνονται μεγαλείο. Κοινό νου χρειάζονται, λίγη πονηριά και πολλή τόλμη. Τόλμη διακινδύνευσης.

Μέσα σε μήνες, όχι περισσότερο, η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να επανιδρύσει το κράτος. Κυριολεκτικά. Και ένα τέτοιο ιστορικό εγχείρημα τελεσφορεί μόνο σε στιγμές τεράστιας απειλής, μέγιστου κινδύνου. Η σημερινή κυβέρνηση ή θα ξαναστήσει από την αρχή, σε άλλη λογική, το κράτος, ή θα κηρύξει «στάση πληρωμών», αδυναμία καταβολής μισθών και συντάξεων, κατάσχεση τραπεζικών καταθέσεων. Και θα εξοντωθεί η ίδια μέσα στο χάος, στη φρίκη της βίας.

Πώς μπορεί να ξαναστηθεί από την αρχή κράτος στην Ελλάδα σήμερα; Μόνο αν η κυβέρνηση τολμήσει να αυτοκαταργηθεί ως κομματική ιδιοτέλεια, να παραιτηθεί από κάθε προσδοκία επανεκλογής. Μοιάζει πρόβλεψη, αλλά είναι μάλλον η βεβαιότερη των βεβαιοτήτων: Αν η σημερινή κυβέρνηση διακινδυνεύσει την επανίδρυση του κράτους αδιαφορώντας για την επανεκλογή της, και πετύχει την επανίδρυση, ο λαός θα την κρατάει στην εξουσία για τριάντα χρόνια. Η πρόβλεψη ίσχυε και για την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή του βραχέος. Ο ίδιος αντιπαρήλθε τότε την πρόβλεψη. Σήμερα, αν τολμήσει να εμφανιστεί σε δημόσιο χώρο, οι πολίτες τον λοιδορούν, τον προπηλακίζουν. Είναι ένας ζωντανός νεκρός.

Στην πράξη απλό δεν είναι να επανιδρυθεί το κράτος. Αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο. Η γενική αρχή (η στόχευση της επανίδρυσης) μοιάζει σαφής: Να αντιστραφούν οι όροι λειτουργίας κάθε κρατικής υπηρεσίας, η οργάνωση της λειτουργίας να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση αναγκών της κοινωνίας, όχι στην εξυπηρέτηση αναγκών (και επιθυμιών) της δημοσιοϋπαλληλίας και των κομμάτων.

Η λογική εξυπηρέτησης της κοινωνίας (όχι των κομμάτων και της πελατείας τους) οργανωτικά μπορεί να μεταφραστεί σε θεσμικό, διοικητικό σχήμα. Να πρωτεύει η παραγωγή έργου, η έμπρακτη (ποσοτικά μετρητή και ποιοτικά αξιολογούμενη) εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Το οργανωτικό σχήμα να προκύπτει από σαφή οριοθέτηση απαιτήσεων και αρμοδιοτήτων κάθε τομέα υπηρεσιών, με έλεγχο να μην συγχέονται οι αρμοδιότητες των ποικίλων τομέων. Να ιεραρχείται η διαβάθμιση ευθυνών σε κάθε άρθρωση του θεσμού, η ιεράρχηση να είναι λειτουργική, να εξασφαλίζει τη συνεχή αξιολόγηση ανταπόκρισης του προσωπικού στις ευθύνες του. Εξαρτάται από την πολιτική βούληση αν τα κριτήρια, τόσο της ιεράρχησης των ευθυνών όσο και του ελέγχου ανταπόκρισης στις ευθύνες, θα είναι ακομμάτιστα, υπηρεσιακά, η εφαρμογή τους απροκατάληπτη.
Υπάρχει τεχνογνωσία σήμερα που τη λογική άρθρωσης των λειτουργιών του κράτους την κάνει πράξη και θεσμούς. Η πολιτική βούληση είναι το ζητούμενο. Η χωρίς αναστολές κομματικής ιδιοτέλειας βούληση, η σθεναρά αποφασισμένη να διακινδυνεύσει. Για να εφαρμοστεί μια στοιχειώδης λογική λειτουργικής αποτελεσματικότητας του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, πρέπει το κράτος που ξέρουμε να καταλυθεί και να ξαναστηθεί από την αρχή. Αυτή την ανατροπή ή θα την κάνει η υπάρχουσα κυβέρνηση του ολίγιστου τωρινού πρωθυπουργού μας ή θα την αναλάβει όποιο ανεξέλεγκτο φασιστικό γκρουπούσκουλο προλάβει να εκμεταλλευτεί το χάος μετά την κατάρρευση. ΄Η κάποια ξένη δύναμη που θα έχει επέμβει.

Μπορεί ένας Παπανδρέου, που έχει στο κύτταρό του, τρεις γενιές τώρα, τον λαϊκισμό, να τολμήσει ανατροπή του υπάρχοντος κράτους και επανίδρυσή του; Θα διανοηθεί να θυσιάσει τα προσφιλέστερα και πιο αδίστακτα γεννοβόλια της οικογένειας: τους συνδικαλιστές, να τους εκθρονίσει από αυθέντες και απόλυτους δεσπότες του κράτους; Θα δεχθούν ποτέ οι συνδικαλιστές επικυρίαρχοι έλεγχο ποιότητας και αξιοκρατία, προκειμένου να προκύψει κράτος παραγωγικό με διεθνή αξιοπιστία; Θα επιτρέψουν οι κατ’ εθισμόν, επί τριάντα έξι χρόνια, ασύδοτοι τύραννοι να αξιολογείται η ικανότητα, η εργατικότητα, η συνέπεια, να αμείβεται ο ευφυής και δημιουργικός, να απολύεται ή να μετατάσσεται ο ράθυμος, ο ανίκανος, ο φαύλος;

Επί έξι ολόκληρα χρόνια που κυβερνούσε τη χώρα ο Καραμανλής ο βραχύς, αυτή εδώ η περιθωριακή επιφυλλίδα κραύγαζε (άκομψα ίσως, αδέξια αλλά όχι κακόπιστα) ότι ο ηγέτης είναι δραματικά ανεπαρκής, η χώρα οδηγείται νομοτελειακά σε συμφορά. Και εισέπραττε η επιφυλλίδα οργή, δυσαρέσκεια, μομφές για «υπερβολή», «απαισιοδοξία», «εισαγγελική έπαρση». Δεν έχω τις ικανότητες ούτε του οξυδερκούς πολιτικού αναλυτή ούτε του χαρισματικού προφήτη. Εμαθα σαν δάσκαλος να ξεχωρίζω τους χαρακτήρες τους ασκημένους στην αυτοκριτική και έτοιμους να αναγνωρίσουν λάθη παλεύοντας για στόχους που τίμια τους πιστεύουν, από χαρακτήρες εγκλωβισμένους στη βολική αυτάρκεια, δίχως ουσιαστικούς προβληματισμούς, γι’ αυτό και ανίκανους να πιστέψουν σε στόχους, να παλέψουν για στόχους.

Ταπεινά φρονώ, λοιπόν, δηλαδή με όση μπορώ εναργέστερη αποδοχή της πιθανότητας να λαθεύω, ότι και ο σημερινός πρωθυπουργός, όσο και αν «τανύεται επ’ άκρων ονύχων» να φαντάζει πολύς, δεν έχει δυστυχώς ούτε τη στόφα ούτε την καλλιέργεια για να πετύχει την αυθυπέρβαση που χαρακτηρίζει τον ηγέτη και που την απαιτεί ο ασφυκτικός σήμερα πνιγμός της χώρας. Θα μπορούσε να είναι ένας υποφερτός έως μέτριος διαχειριστής κομματικού κράτους σε συνθήκες «ομαλότητας» (δηλαδή παραισθησιογόνων ψευδαισθήσεων). Αλλά για να αναχαιτίσει το επερχόμενο χάος, είναι κραυγαλέα ακατάλληλος.

Θεωρητικά, η μόνη λύση που απομένει, είναι μια κυβέρνηση προσωπικοτήτων. Συνταγματικά δυσεπίτευκτη, και δίκοπο μαχαίρι το ποιος θα τη συγκροτήσει. Αλλά εναλλακτικό ενδεχόμενο, μάλλον το χάος.

πηγή : kathimerini.gr

Αμέθυστος

Σχόλιο : Κυπριανός Χριστοδουλίδης

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

Το 1965-67, με τα γερο-παπανδρεϊκά, τα Ιουλιανά και τα βασιλικά, η «έντιμη δημοσιογραφία» απηύθυνε εκκλήσεις προς ένα λοχία. Το θυμόμαστε, όσοι τότε διαβάζαμε τις έντιμες (αυτό σε εισαγωγικά, αλλά δεν τα συμπαθώ) επιφυλλίδες των Λακεδαιμόνιων – πλην ηλιθίων.
Οι τελευταίοι (…) δεν περίμεναν ότι θα προέκυπταν οι προσωπικότητες των συνταγματαρχών. Εκείνοι αναζητούσαν την προσωπικότητα του λοχία. Για να δείξουν το λαϊκισμό τους και το προφανώς αριστερίστικο προφίλ τους.
Τώρα ψάχνουν για άλλου είδους προσωπικότητες : Της ευθύνης και του χρέους, θίγοντας «από σπόντα» τους φιλόδοξους (πάλι) στρατιωτικούς. Αλλά της πολιτικής, για να εξηγούμαστε και μην πάει αλλού το μυαλό μας. Και τότε, το 1964 για λοχία της πολιτικής γινόταν λόγος. Ποιος βλάκας νόμιζε ότι αυτοί αναζητούσαν ένα «καραβανά»;
Οι συνταγματάρχες όμως το νόμιζαν. Διότι τους είχαν προετοιμάσει. Το σχέδιο υπήρχε. Οι βασιλείς έπρεπε να ξηλωθούν πρώτα. Παγκοσμιοποίηση με βασιλιάδες δεν γίνεται, όπως δεν γίνεται και συγχώνευση βασιλείων. Τα θυγατρικά βασίλεια έπρεπε πρώτα να γίνουν δημοκρατίες και μετά αυτές να πολτοποιηθούν στη χοάνη του πολυπολιτισμού. Πιο εύκολο ήταν αυτό.
Παραμένουν βέβαια το Ολλανδικό και το Αγγλικό στέμμα. Άλλος είναι ο λόγος και ίσως, ο προορισμός τους. Δεν θα επεκταθώ.
Τώρα λοιπόν ζητούμενο είναι οι προσωπικότητες για την επανίδρυση του κράτους με τις προδιαγραφές Γιανναρά. Ο συνήθης «κοπανιστός αέρας» : Να προτάξουμε την λογική εξυπηρέτησης της κοινωνίας όπου θα πρωτεύει η παραγωγή κοινωνικού έργου. Δηλαδή, η έμπρακτη τακτοποίηση των ποσοτικά μετρήσιμων και ποιοτικά αξιολογήσιμων κοινωνικών αναγκών!
Ας μην πάω παρακάτω και ας αποφύγω να σχολιάσω το ποιος θα είναι αυτός που θα αξιολογεί και θα κάνει τις μετρήσεις. Θα πάω στα ευκόλως εννοούμενα. Γράφει : «Για να εφαρμοστεί μια στοιχειώδης λογική λειτουργικής αποτελεσματικότητας του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, πρέπει το κράτος που ξέρουμε να καταλυθεί και να ξαναστηθεί από την αρχή».
Τον έχουν προλάβει άλλοι. Θα το κάνουν, όχι όμως για να ξαναστήσουν αυτό το κράτος που έχουμε και που ξέρουμε. Αυτή την ανατροπή θα την κάνει κάποια ξένη δύναμη που έχει προετοιμάσει τις προσωπικότητες αποδόμησης. Τότε ήταν οι ένστολοι λακέδες, σήμερα είναι τα παράσιτα της δημοσιογραφίας. Που μας περιγελούν με τις έντιμες γραφές και λέξεις όπως ή «ευθύνη» και το «χρέος».
Όποιος είναι έντιμος, χρεώνεται την ευθύνη των απολαβών του είτε είναι του δημοσίου είτε των αναγνωστών του. Που αγοράζουν τις εφημερίδες για να διαβάζουν ή προσφεύγουν στον ασκούντα το δημόσιο λειτούργημα. Δεν έχει σημασία αν ο τελευταίος είναι ενεργός ή συνταξιούχος. Χρήματα του δημοσίου λαμβάνει, έχει ευθύνη και γι΄ αυτό που έκανε και γι΄ αυτό που κάνει.
Η πτώση της αγοράς των εφημερίδων μαρτυρεί την ποιότητα των προσφερομένων αναγνωσμάτων. Για ανακύκλωση πάνε. Όσο για τα μπάζα του διαδικτύου, όπου βρίσκονται και τα δικά μου γραπτά, κι αυτά ανακυκλώνονται. Δεν πωλούνται ούτε και αγοράζονται. Διανέμονται δωρεάν έναντι ενός χρέους. Όλοι χρωστάμε τη ζωή που μας δόθηκε κι αυτή ήταν και είναι η δική μου ευθύνη. Ως προς την εντιμότητα, την αφήνω στην κρίση άλλων ή άλλου.

>ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΤΕΛΙΚΩΣ ΕΙΝΑΙ ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ

>Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΥ*

Κάθε φορά που κυκλοφορεί ένα βιβλίο του φιλόσοφου Στέλιου Ράμφου, ειδικά την τελευταία δεκαετία, αντιμετωπίζεται ως διανοητικό συμβάν.

Οι συνεντεύξεις και τα άρθρα του που ακολουθούν είναι η απόδειξη. Δικαίως και επαξίως, αφού, επιπλέον, η σημερινή ελληνική τραγωδία καθιστά τον προβληματισμό του Ράμφου ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Από τους μεγαλύτερους Ελληνες στοχαστές αυτή τη στιγμή, ο Ράμφος συνδυάζει, για όποιον έχει μπει στον κόπο να διαβάσει έστω κάποια από τα βιβλία του με την οφειλόμενη προσοχή, μια απίστευτη ευρυμάθεια, που βέβαια δεν περιορίζεται στον χώρο του ορθόδοξου χριστιανισμού και της αρχαιοελληνικής γραμματείας, με το οξυδερκές βλέμμα του στα εγγενή ελλείμματα που παρουσιάζει η νεοελληνική συνείδηση.

Οπως εξηγεί ο Ράμφος στη συνέντευξή του στην «Ελευθεροτυπία» (22/5/2010), με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Το αδιανόητο τίποτα», η σημερινή ελληνική κοινωνική συνείδηση είναι ένα «ξεχειλωμένο θέλω», ένας διακαής πόθος, μια αέναη προσδοκία, χωρίς ωστόσο εκείνα τα θεμέλια που θα γείωναν μια τέτοια επιθυμία. Την κρατάει αυτή τη συνείδηση δέσμια στον παιδισμό της ένα παρελθόν που δεν λέει να παρέλθει, η θάλασσα του συναισθήματος που δεν συνοδεύεται από τη λογική. Η αχαλίνωτη έκρηξη του συναισθήματος, συνεχίζει ο Ράμφος, οφείλεται κυρίως στην επίδραση του ορθόδοξου χριστιανικού πολιτισμού που, στρέφοντας τον άνθρωπο προς τον Θεό, τον απομακρύνει από τον εαυτό του. Αυτή η προνεωτερική καθήλωση της συνείδησης ματαιώνει την ενδοσκόπηση, την αυτοσυνείδηση, συνεπώς οι αντιδράσεις αυτής της συνείδησης είναι άμορφες, συχνά μηδενιστικές. Θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η ματαίωση της ατομικότητας εκβάλλει σε έναν άναρχο ατομικισμό, χωρίς συνείδηση του εαυτού του, όπως και αν αυτός παρουσιάζεται, είτε «ενεργητικά» με τις στάσεις μηδενιστικών εξεγέρσεων είτε «παθητικά»: ως ατομικιστικά συγκροτημένη συλλογικότητα, ως εθνοτικό-ορθοδοξισμός, συχνά και με τις δύο αυτές μορφές.

Δεν είμαι ο αρμοδιότερος να ελέγξω αν το επιχείρημα του συγγραφέα πάσχει από αναγωγισμό, αν δηλαδή ευσταθεί η θέση ότι για όλα ευθύνεται η Ορθοδοξία. Γι’ αυτό και το αποδέχομαι, όπως επίσης, και κυρίως, συμμερίζομαι απολύτως τη διαπίστωσή του περί συντριπτικής κυριαρχίας του συναισθήματος, μιας ωκεάνιας «δημοκρατίας της συγκίνησης» στην οποία κολυμπάει η αντιστασιακή ελληνικότητά μας. Η απορία εδώ είναι άλλης τάξης: πώς είναι δυνατόν να μη βλέπουμε ότι ο σημερινός πολιτισμός της παγκοσμιοποίησης, της προόδου ως αυτοσκοπού, δεν αποτελεί, μεταφορικά μιλώντας, παρά μια παράδοξη μεταμόρφωση και διάχυση σε πλανητική κλίμακα αυτού του «ορθοδοξισμού»; Θέλω με αυτό να πω: πώς είναι δυνατόν να μη βλέπουμε στην καλωδιωμένη υπερ-νεωτερικότητά μας την απουσία «νοήματος» συνοδευόμενη από το επιμελημένο μαστόρεμα του συγκαιρινού ηδονιστικού ατόμου ως ακόρεστου «παιδιού» με τα δικά του «θέλω»; Ενός ατόμου όλο και περισσότερο βυθισμένου στη συγκινησιακή καταναλωτική και εξιμπισιονίστ πανούκλα, ατόμου, όπως έλεγε ο Φιλίπ Μιρέ, «σε διαδικασία προχωρημένης απο-ατομίκευσης, πορνογραφικού και ανερωτικού ταυτόχρονα».

Υποψιάζομαι μια απάντηση. Οτι, παρ’ όλα αυτά, «νόημα» εξακολουθεί να υπάρχει, το συναντάμε στα ενεργήματα των «δημιουργών», αυτών που ίσως λόγω και της παγκοσμιοποίησης εξακολουθούν να καινοτομούν, να τεχνουργούν αυτόνομα. Ισως. Ας μην παραβλέπουμε όμως και την εξής ουσιώδη ένσταση. Οτι αυτό το «νόημα» είναι κατ’ εξοχήν νοητικό, μηχανικό, απογυμνωμένη ισχύς, ένας υλιστικοποιημένος ψυχισμός. Εκμηχανισμένη βούληση, μας λέει στο τελευταίο του βιβλίο ο φιλόσοφος Ρομπέρ Ρεντεκέρ («Egobody. Το μαστόρεμα του νεο-ανθρώπου»), ανελεύθερη, εγωφαγική, βασισμένη στο ένστικτο του γκανιάν. Αν είναι έτσι, πώς να ευ-καιρήσουμε την κρίση;

* Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Αμέθυστος

>Απώλεια της φαντασίας — Xάνεται το μεγάλο όπλο τού Δυτικού πολιτισμού

>Verlust der Phantasie, Spiegel 21/22.5.10   
Barbara Hardinghaus, Dialika Krahe

Το ιντερνέτ προσφέρει ελεύθερη πρόσβαση στον κόσμο της πορνογραφίας. Στην περίπτωση των εφήβων, η κατανάλωση της ανήκει στην καθημερινότητα, όπως η μουσική και τα αθλητικά. Αλλάζουν οι απεριόριστες δυνατότητες την ερωτική ζωή μιας γενιάς;
Ο έρωτας του Παύλου και της Mάρα άρχισε μια μέρα τον Δεκέμβρη, στις 10:01, με την καταχώρηση στο προφίλ του Παύλου: “Baby είσαι τόσο porno”, παρακάτω ένα “χιχι..” και τρια κίτρινα smilies.
Η Μάρα είχε γράψει την πρόταση στο προφίλ του Παύλου σε κάποιο φόρουμ στο ιντερνέτ. Μια φίλη της, της είχε πει γι’ αυτόν. Η Μάρα τον φανταζόταν ως ψηλό, ξανθό αγόρι με περίεργη κόμμωση, που επιδεικνύεται και που ποτέ δε θα ήταν πιστός. Παρόλα αυτά του έγραψε: “Baby είσαι τόσο porno”.
Ο Παύλος ήταν αδιάφορος. Από τότε που είχε βγάλει τα σιδεράκια, έπαιρνε συχνά τέτοια μηνύματα από κοπέλες. Παρόλα αυτά ήθελε να μάθει ποιος του έγραφε, το όνομα του προφίλ ήταν Italo-Latina.
«Cool έκφραση, χα χα». Από εκείνη την στιγμή θα μπορούσαν να μιλήσουν. Βλέπονταν κάθε μέρα τα διαλείμματα στην αυλή του σχολείου. Αλλά όταν συναντιόντουσαν σιωπούσαν. Μιλούσαν μόνο μέσω του ιντερνέτ.
Η Μάρα είχε γράψει: “να’ χα ένα φίλο…δεν έχω κλαψ..”
Παύλος: “σε βρίσκω πολύ εντάξει smile. Και μαγειρεύω καλά smile.
Μάρα: “τώρα ερωτεύτηκα”
Μετά από 25 μέρες, 4 με 6 μηνύματα την ημέρα, πολλά smilies και καρδούλες, όρισαν ραντεβού, σε μια πλατεία, κάτω από ένα ρολόι, στην πραγματική ζωή. Ήταν η αρχή ενός έρωτος από μια νέα εποχή.
Η Μάρα και Παύλος ανήκουν στην γενιά εκείνη των νέων που μεγάλωσαν με το ιντερνέτ. Νεαροί που στα 11 είχαν τον πρώτο τους υπολογιστή, και στα 12 το πρώτο online-profil.
98% των αγοριών και των κοριτσιών 12-19 ετών είναι συνδεδεμένα. Το ιντερνέτ τα συνοδεύει σαν ο καλύτερος φίλος τους. Του εμπιστεύονται τα μυστικά τους, τους συμβουλεύει, τους διαφωτίζει, ξέρει τα πάντα για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, και αντίθετα με τους γονείς, δεν κάνει ερωτήσεις που ντροπιάζουν.
Το 1998 μια έρευνα απέδωσε το συμπέρασμα πως οι νέοι μεταξύ 12 και 19 γνώριζαν πολλά και ήταν ενημερωμένοι. Το 2002 άλλη έρευνα τους θεωρούσε μη ενημερωμένους. Εν τω μεταξύ ήρθαν σε επαφή με το ίντερνετ, και με όλες τις εικόνες που μέχρι τότε δεν είχαν δει. Οι νεαροί 14, 15, 16 ετών ήταν οι cool καταναλωτές του σεξ στο δίκτυο. Αρχές του 2007 η νέα έννοια για τους εφήβους ήταν: εντελώς πορνό. Η Γερμανία συζητούσε για την πορνογραφικοποίηση των νεαρών, και την σεξουαλική τους ερήμωση, γιατί στο σχολείο έβλεπαν σεξ-ταινίες στο κινητό.
Πριν από την Μάρα ο Παύλος (17 ετών τότε) δεν είχε φιλενάδα, παρόλα αυτά είχε ένα κανόνα για τον έρωτα: η πρώτη συνάντηση είναι για γνωριμία. Η δεύτερη είναι ραντεβού, και στο δεύτερο ραντεβού, δηλαδή στην τρίτη συνάντηση δίνεις το πρώτο φιλί. Περπάτησαν στην αγορά, άγγιξαν λίγο τα χέρια τους. Αργότερα την πήγε με το ταξί στο σπίτι. Μπροστά στο σπίτι της φιλήθηκαν στα γρήγορα. Το ταξί περίμενε. Η Μάρα είπε: το φιλί ήταν υπέροχο. Ο Παύλος: “το φιλί ήταν okay”.
Για τους νέους της εποχής το σεξ είναι παντού. Στις φωτογραφίες, βίντεο, chats..79% των νέων 14-17 ετών σύμφωνα με έρευνα του Bravo είχαν επαφή με όλα τα είδη πορνογραφίας. Σύμφωνα με έρευνα σε σχολεία, οι ερωτήσεις των νέων πιο παλιά ήταν περί προφύλαξης, γνωριμίας, χωρισμού, ρόλου των φύλων, κανονικό σεξ. Σήμερα είναι : επιτρέπεται να χωρίσεις στέλνοντας SMS, ο ρόλος του μεγέθους, διάφορες πρακτικές που βλέπουν στις τσόντες, και που πολλοί νέοι πιστεύουν πως είναι στο κανονικό ρεπερτόριο. Τα κορίτσια θέλουν να μάθουν αν πρέπει να τα κάνουν όλα. Το να μην είσαι κανονικός είναι η πιο μεγάλη ανησυχία.
Η Μάρα φιλήθηκε για πρώτη φορά στα 14. Λεγόταν Μισέλ, ήταν Ιταλός από την Σικελία, σαν τον πατέρα της. Ήταν καλοκαιρινό φλερτ. Δεν ήταν ο πρώτος της έρωτας. Αυτός ήταν Πιοτρε, ένας Πολωνός, μαθητής από το σχολείο της. Ήθελε να την βλέπει κάθε μέρα. Της είχε γίνει τσιμπούρι. Μετά από τρεις μήνες η ίδια διέκοψε την σχέση με το MSN, στο chat μέσω του ιντερνέτ. Τρεις μήνες αργότερα συνάντησε τον Ενρίκο, ένα παιδί από την γειτονιά. Αυτή ήθελε να τον βλέπει κάθε μέρα. Της πρότεινε μετά από δυο μήνες: “ας μην συναντηθούμε για μια βδομάδα”. Του ήταν πολύ. Δεν επικοινώνησε ξανά μαζί της. Στο ιντερνέτ έβλεπε ένα κόσμο όπου όλα λειτουργούσαν, όπου τα κορίτσια ήταν όμορφα, γενναία και είχαν αυτοπεποίθηση. Στην πραγματικότητα λειτουργούσαν τα πράγματα σπάνια. Ήταν συν τοις άλλοις και η ίδια, με το σώμα της να αλλάζει, με καινούργια αισθήματα, πρωτόγνωρα. Από τις πολλές δυνατότητες, δεν έβλεπε πουθενά το όριο. Μετά τον Ενρίκο για καιρό δεν έπαιζε τίποτα. Μετά ήρθε ο Παύλος. Στην αναζήτηση της κανονικότητας η Μάρα δεν ήταν πια μόνη
Ο κόσμος του έρωτα και της σεξουαλικότητας των νέων έγινε ένας λαβύρινθος. Το ίντερνετ σπάει κάθε κοινωνικό φραγμό. Όλα προσφέρονται, οι κανόνες διαλύθηκαν. “Εκεί έξω συμβαίνει ένα φυσικό πείραμα, χωρίς να το ελέγχει κανένας” λέει ο Andreas Hill, ψυχοθεραπευτής και σεξολόγος. Διηγείται για ένα 19χρονο: “τα είδε όλα, με flatrate 9,99 ευρώ τον μήνα”. Τώρα βρίσκεται υπό θεραπεία, για να απαλλαγεί από την “εξάρτηση από το σεξ”(Sexsucht, καινούργια ασθένεια. Οι ασθενείς βλέπουν συνέχεια τσόντες. Συνήθως, λόγω του πάθους σταματούν το πραγματικό σεξ). “Όσο πιο συχνά βλέπει κανείς κάτι, τόσο πιο κανονικό το βρίσκει”, και επομένως “όσα βλέπουν οι νέοι στο ίντερνετ, τα νομίζουν κανονικά και πως πρέπει ακριβώς έτσι να τα κάνουν.” λέει ο Hill. Επίσης πιστεύει πως όσο πιο πολλές εικόνες βλέπουν, τόσο πιο δύσκολο τους είναι να βρουν τι οι ίδιοι θέλουν και τι αισθάνονται ως απολαυστικό. “Σε μερικά παιδιά καταστρέφεται η φαντασία τους.”
Αντίθετα από την πραγματική ζωή, στο πορνό λειτουργούν όλα τέλεια. Σ’ αυτό προστίθενται και τα σωματικά ιδεώδη που επιβάλλουν οι πορνοστάρ. Σε μια έρευνα που έγινε στην Σουηδία, ένα τρίτο των κοριτσιών δηλώνει, πως λόγω της πορνογραφίας που καταναλώνουν, είναι δυστυχείς με το σώμα τους. Και τα αγόρια έχουν φόβους αποτυχίας. Τα μέτρα δεν τα φτιάχνει πια η πραγματικότητα αλλά οι Αμερικανοί πορνοστάρ.
Υπάρχουν και περιπτώσεις παιδιών που τα πράγματα φτάνουν στα άκρα. Η Μέλανη ήταν 9 όταν είδε την πρώτη της τσόντα. Στα 6, ο πατέρας της, την είχε ενημερώσει πως γίνεται το πράμα. Άρχισε να βλέπει τις ταινίες από περιέργεια, από ανία. Στην αρχή έβρισκε αηδιαστικά τα πράγματα, αλλά συνέχισε να βλέπει, και στα 11 περίπου άρχισε να έχει αισθήματα βλέποντας τσόντες. Στα 12 έκανε για πρώτη φορά σεξ με ένα νεαρό. Ήταν σοφτι. Στα 13 συνάντησε ένα μεγαλύτερο που της τα έμαθε όλα. Η Μέλανη απαριθμεί τις πορνοστάρ με το όνομα τους, λες και είναι φίλες της. Σύμφωνα με τους σεξολόγους, ανήκει στην ομάδα εκείνη των που δεν έχουν υγιή σεξουαλική κοινωνικοποίηση. Μεγάλωσε, πότε ζώντας στο ίδρυμα, πότε στους συγγενείς. Δεν είχε κανέναν να της πει πως αυτό που βλέπει στις τσόντες δεν είναι η πραγματικότητα. Πως το σεξ δεν είναι μόνο σπορ, αλλά έχει να κάνει με τα αισθήματα και με την αγάπη.
Για 62% των κοριτσιών και 40% των αγοριών δεν τίθεται θέμα για σεξ χωρίς αγάπη. Όπως επίσης δεν τίθεται και θέμα απάτης για τους περισσότερους. Τα κορίτσια υποφέρουν περίπου 48 μέρες, τα αγόρια 30 μέρες όταν διαλυθεί η σχέση. Για το 70% των παιδιών 11-13 ετών δεν τίθεται θέμα για σεξ. Το ένα τρίτο των 14-17χρονων επίσης αισθάνονται πολύ νέοι για να αρχίσουν. Η πορνογραφία όμως ανήκει στην ημερήσια διάταξη για πολλούς. Βλέπουν μαζί με φίλους, για ικανοποίηση ή για διασκέδαση.
Η γνώμη των ερευνητών είναι πως οι νέοι της εποχής είναι το ίδιο κανονικοί ή μη κανονικοί, όσο και οι νέοι προηγούμενων γενεών. Η πορνογραφία κάνει ζημιά σ’ αυτούς που δεν κοινωνικοποιήθηκαν υγιώς, και δεν μπορούν να διακρίνουν την ψευδαίσθηση από την πραγματικότητα. Οι περισσότεροι νέοι ξέρουν τι να πιστέψουν και τι όχι από αυτά που βλέπουν. Η αναζήτηση της αγάπης και της εγγύτητας, δεν έχει επηρεαστεί από την πορνογραφία. Είναι όμως πολύ νωρίς να πούμε ποιες είναι μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει η κατανάλωση της πορνογραφίας, λέει ο Hill.
Η Μάρα λέει πως με τον Παύλο έμαθε να μην ζηλεύει τόσο, και πως τα αγόρια δεν μιλούν για τα αισθήματα τους. Λέει πως αναπολεί τον πρώτο καιρό, την μαγεία των πρώτων μηνών, όπου ο Παύλος της έγραφε συχνά μικρά γράμματα και της τηλεφωνούσε κάθε μέρα. Αισθάνεται όμως παρόλο που αυτά λείπουν τώρα, πως την αγαπάει.
“Δεν μπορώ πια χωρίς αυτήν”. “Τον έχω συνηθίσει όπως είναι”. Αυτή είναι η σχέση τους, με μια πρόταση από τον καθένα. Στην πραγματικότητα κάτι κανονικό.

Μετάφραση : Πέτρος
 
Αμέθυστος

>Διατί έπεσεν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία; Οι συγκλονιστικές ομοιότητες με την σύγχρονη Ελλάδα!!!!

>

 

ΠΗΓΉ: ΘΑΝΟΣ ΕΥΗ koukfamily

«Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο διδάσκαλος του προμάχου της Ορθοδοξίας Μάρκου του Ευγενικού, διεκτραγωδεί την προ της αλώσεως ενσκήψασαν διαφθοράν.

Το ιερατείον πρώτον είχε διαφθαρεί. Οι πλείστοι των κληρικών εχειροτονούντο επί χρήμασι. Κλήρος σιμωνιακός εθνική συμφορά, άλας μωρόν! Τα μυστήρια επωλούντο υπό των αναξίων τούτων κληρικών. Με πληρωμήν, με δώρα εδίδετο η άφεσις των αμαρτιών και μετεδίδετο το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Επίσκοποι, άγαμοι κληρικοί, μοναχοί, οι την παρθενίαν επαγγειλάμενοι , αναιδέστατα συνέζων μετά μοναστριών. Οι δε κοσμικοί μιμούμενοι τους κληρικούς προ της τελέσεως του μυστηρίου του γάμου συνέζων μετά των γυναικών. Το άγιον όνομα του Θεού εβλασφημείτο δημοσία και ουδείς υπέρ αυτού ήρε φωνή διαμαρτυρίας, ενώ θα έπρεπεν, υπερασπισταί της τιμής του ονόματος του Θεού, να προτιμήσωμεν μαρτυρικόν θάνατον παρά των ασεβών ή σιωπώντες να γινώμεθα συνένοχοι των βλασφημούντων.

Όρκοι εις δημοσίαν διάταξιν. Η αδιαφορία των πολιτών δια τας ανάγκας του γείτονος, της κοινωνίας, του κινδυνεύοντος κράτους μεγίστη. Η φιλαυτία εβασίλευε, τα ίδια εκάστου συμφέροντα εθεραπεύοντο. Τα τείχη της πόλεως παρουσίαζον φθοράς και έχρηζον συντόμου επισκευής, αλλ’ οι έχοντες τους υλικούς θησαυρούς προετίμων να κτίζουν τριωρόφους κατοικίας ή να διαθέτουν το χρήμα υπέρ της κοινής ασφαλείας. Η φιλαργυρία των πλουσίων απαραδειγμάτιστος. Όταν ο τελευταίος μαρτυρικός βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ανέλαβε την εξουσίαν, το δημόσιον ταμείον ευρέθη κενόν. Διό θερμοτάτην προς τους πλουσιωτέρους της πόλεως απηύθυνε έκκλησιν, ζητών την συνδρομήν αυτών. Αλλ’ οι μεγιστάνες ηρνήθησαν διισχυριζόμενοι ότι είναι…..πένητες ! Πένητες ; Ποιοι ; Αυτοί των οποίων τα υπόγεια των μεγάρων ευθύς μετά την άλωσιν ανέσκαψαν οι Τούρκοι και ανεκάλυψαν θησαυρούς μεγίστους, ικανούς να εξοπλίσουν στρατούς και στόλους !

Ο ίδιος ο αυτοκράτωρ συνομιλών με τον Φρατζήν εξεφράζετο πικρώς λέγων, ότι πέριξ του θρόνου δεν ευρίσκετο ένας ειλικρινής σύμβουλος, πάντων τα ίδια ζητούντων. Χαρακτηριστικόν δείγμα της ιδιοτελείας είναι και τούτο , ότι , όταν κατά την διάρκειαν της πολιορκίας της πόλεως τα εξωτερικά τείχη υπό των βολών του τηλεβόλου υφίσταντο σοβαράς βλάβας και ηνοίγοντο ρήγματα , τα οποία είχον ανάγκην αμέσου επισκευής, μηδέ εν τη υστάτη ταύτη ώρα, λησμονούντες το ίδιον συμφέρον, επείθοντο να παράσχουν την αναγκαίαν ύλην και εργασίαν πριν ή πληρωθούν την τιμήν αυτής.»

Εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθμ. 17-18/1953 τεύχος του περιοδικού “ Κιβωτός” επί τη 500ή επετείω από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως.

πηγή Σύνδεσμος 71

ΣΧΟΛIO
Νομίζω φίλοι μου ότι πολλά από αυτά που περιγράφει ο Ιωσήφ Βρυέννιος συμβαίνουν και σήμερα. Διαφθορά κληρικών, αδιαφορία των πολιτών για τον γείτονα, η φιλαυτία, η φιλαργυρία και η πατριδοκαπηλία των πλουσίων…..

Μπας κι ο Βρυέννιος περιγράφει την νεοελληνική πραγματικότητα;

Υπάρχει πάντως μια διαφορά. Η Πόλη της τελευταίες της στιγμές τις έζησε υπό την εξουσία ενός πατριώτη και ήρωα Ελληνα ηγέτη. Η Ελλάδα του σήμερα ζει τις τελευταίες της στιγμές (πραγματικά ελπίζω να διαψευστώ) ως ενιαία κρατική οντότητα υπό την εξουσία ενός προδοτικού ξενόφερτου συμφερτού……

Ετσι στην Πόλη μέσα στην γενική διαφθορά, όρθωσε το ανάστημά του ο Κωνσταντίνος και κράτησε το φρόνημα των Ελλήνων ψηλά ώστε να μπορέσουν να αγωνιστούν και να επιβιώσουν μέσα στην φωτιά των 400 και πλέον ετών στυγνής τουρκικής σκλαβιάς.

Σήμερα ο Τούρκος ήρθε και τον περιποιήθηκαν οι πολιτικοί ως γιουσουφάκια, με υποκλίσεις και ραγιαδισμό. Φυσικά μετά έφυγε για να πάει να γιορτάσει με τους ομοεθνείς του την Αλωση της Πόλης μας και οι ξεφτιλισμένοι προδότες που μας έχουν φορτωθεί, έμειναν εδώ και όπως ήταν επόμενο κανείς τους δεν είχε να πεί τίποτα για την μαύρη επέτειο…..

Τι στα κομμάτια κοιμισμένοι ψηφίσαμε;

Ούστ πουλημένοι…….

 Αμέθυστος