>ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ

>Στις Γερμανικές κακοδοξίες
———————————————————
Από τον Άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό

Πρίν αντιγράψουμε τό ξεκαθάρισμα τών επίμαχων σημείων περί τής Αγίας Τριάδος από τόν Άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, θά θέλαμε νά προσδιορίσουμε μιά σύγχρονη αλλοίωση τού Συμβόλου τής Πίστεως εκ μέρους τών κ.κ.Γιανναρά καί Ζηζιούλα. Τό Σύμβολο τής Πίστεως αρχίζει : Πιστεύω εις έναν Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα…… καί εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν…..καί εις τό Πνεύμα τό Άγιο…..Οί σύγχρονες κεφαλές τής θεολογίας μας διαβάζουν: Πιστεύω εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού…. Η εκκλησία μάς είχε προειδοποιήσει εν καιρώ ειρήνης νά μήν αλλάξουμε ούτε ένα κόμμα από τά δόγματά μας καί ίσως ακουγόταν υπερβολικό. Καί όμως δέν ήταν.

Έκδοσις Ακριβής τής Ορθοδόξου Πίστεως :

8(8) Γιά τήν Αγία Τριάδα.

Γι αυτό λοιπόν πιστεύουμε σέ έναν Θεό, σέ μιά αρχή άναρχη, άκτιστη, αγέννητη καί ανόλεθρη καί αθάνατη, αιώνια, άπειρη, απερίγραπτη…… αρχή που δημιούργησε όλα τα κτίσματα, τα ορατά και τα αόρατα…… με καθαρό και αμόλυντο τρόπο βρίσκεται πάνω σε όλες τις ουσίες (αχράντως ταίς όλαις ουσίαις επιβατεύουσαν και πάντων επέκεινα και πάσης ουσίας εξηρημένην ως υπερούσιον και υπέρ τα όντα ούσαν) πιστεύουμε σε ένα Πατέρα, την αρχή και αιτία όλων, ούκ έκ τινος γεννηθέντα, αναίτιον και αγέννητον μόνον υπάρχοντα. Και είς ένα Υιόν του Θεού τον μονογενή… δι’ ου τα πάντα εγένετο, ο χαρακτήρ του πατρός, ο Λόγος ο ενυπόστατος, η ουσιώδης και τελεία και ζώσα εικών του αοράτου Θεού.

Ομοίως πιστεύομεν και εις εν πνεύμα το Άγιον, το κύριο και ζωοποιόν, το έκ του Πατρός εκπορευόμενον και έν Υϊώ άναπαυόμενον… την πηγήν της ζωής και του αγιασμού.

Παραδεχόμαστε ότι ο καθένας από τούς τρείς έχει τέλεια υπόσταση ίνα μή εκ τριών ατελών μίαν σύνθετον φύσιν τελείαν γνωρίσωμεν, άλλα μιά απλή ουσία σε τρείς τέλειες υποστάσεις. Διότι είναι αδύνατο να γίνει σύνθεση από τέλειες υποστάσεις.

Κατά συνέπεια δεν λέμε το είδος (το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό) από τις υποστάσεις, αλλά στίς υποστάσεις (άλλ’ εν υποστάσεσιν).

Ατελή είναι όσα δεν σώζουν το είδος του πράγματος που αποτελείται από αυτά. Π.χ. το λιθάρι και το ξύλο και το σίδερο είναι το καθένα τέλειο καθεαυτό κατά την δική του φύση, αλλά έν σχέσει πρός το σπίτι που αποτελείται από αυτά (πρός δέ το εξ αυτών αποτελούμενον οίκημα ατελές έκαστον αυτών υπάρχει) γιατί απομονωμένο το καθένα από αυτά δεν είναι σπίτι (ουδέ γάρ εστίν έκαστον αυτών καθ’ εαυτό οίκος).

Ενώ οι υποστάσεις είναι τέλειοι θεοί κάθε μία απο αυτές, δεν έχουν ανάγκη την σωστή αρχιτεκτονική σχέση και κοινωνία για να είναι θεοί, όπως διδάσκουν περί ετερότητος ο Ζηζιούλας και ο Γιανναράς και έχουν επινοήσει τον σύγχρονο πόλεμο περί ρατσισμού και την σωτηρία δια της κοινωνίας, αλλοιώνοντας πλήρως την Αγία Τριάδα καθώς στα πονεμένα τους μυαλά μόνον ο Πάτηρ είναι ο Θεός.
– Άρα και ορθοδόξως πρώτος. Αλλοίμονό μας να λατρεύαμε από εδώ και πέρα τον Νεόπλατωνικό Θεό.

Παραδεχόμαστε λοιπόν τέλειες τίς υποστάσεις, συνεχίζει ο Άγιος Δαμασκηνός, για να μη νοήσουμε σύνθεση στη θεία Φύση!

«Γιατί η σύνθεση είναι αρχή της διασπάσεως».

Εδώ βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο και ο σεβαστός μεταφραστής Νίκος Ματσούκας, ο οποίος έμαθε την θεολογία διαβάζοντας Γερμανικά:

Και πάλι λέμε τις τρείς υποστάσεις στη μεταξύ τους σχέση (σαν ετερότητες), για να μη εισαγάγουμε πλήθος και συνέλευση θεών!

Νά όμως τί λέει το πρωτότυπο: Και πάλιν έν αλλήλαις τας τρείς υποστάσεις λέγομεν, ίνα μη πλήθος και δήμον θεών εισαγάγωμεν. (Για να μην ξαναφτιάξουμε τον Όλυμπο της δικαιοσύνης του κ. Γιανναρά και την εσχατολογική Σύναξη του κ. Ζηζιούλα).

Διά μέν των τριών υποστάσεων το ασύνθετον και ασύγχυτον. Διά δέ του ομοουσίου και έν αλλήλαις είναι τας υποστάσεις…… το αδιαίρετον καί το είναι ένα θεόν, γνωρίζομεν.

Έτσι λοιπόν μαθαίνουμε να αγαπούμε το όμοιο, την εικόνα του θεού σε κάθε συνάνθρωπό μας. Σήμερα καλούμαστε να αγαπήσουμε το έτερον! Δηλαδή τί; Τα όμορφά του μάτια; Την προσωπικότητα; Το στύλ; Το ύφος; Την φωνή;   Έλεος!

—————————————

Αυτή είναι μια επιβεβαίωση των όσων γράψαμε στην αρχή του κειμένου μας. Η ορθόδοξη θεολογία ακολουθεί πιστά πλέον τις καθολικές κακοδοξίες, διότι εάν χωρίσαμε την Εκκλησία μας λόγω της προσθήκης ενός όρου από την παπική κακοδοξία, εδώ έχουμε την αλλοίωση ολοκλήρου του Συμβόλου της Πίστεως. Η νέα οικουμενική εκκλησία πιστεύει σε άλλον θεό πλέον ξεκάθαρα.

   
 Aμέθυστος

Advertisements

>KARL BARTH (3)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧI)

Φυσικά ακολούθησαν αμέσως κατηγορίες για τροπισμό από όλα τα μέρη. Αλλά τουλάχιστον μέχρις εδώ ο Μπαρτ δεν πρωτοτυπεί σε τίποτε. Από την εποχή της εμφανίσεως της προτεσταντικής ορθοδοξίας δηλαδή από τον ΧVII αιώνα «οι Λουθηρανοί θεολόγοι κατηγορούσαν τους θεολόγους της Μεταρρυθμίσεως διότι έδειχναν να μην προτιμούν τον όρο πρόσωπο, προτιμώντας την υπόσταση ή ακόμη περισσότερο τον τρόπο υπάρξεως». Έτσι λοιπόν, καθώς ανήκει στην Μεταρρύθμιση, ο Μπαρτ αναλαμβάνει την θεολογική παράδοση από την οποία προέρχεται. Μάλιστα δε κάποιος θεολόγος ονόματι I.A. Dorner, στα μισά του 1800 είχε ήδη μιλήσει για μια «απόλυτη προσωπικότητα» στον θεό και μαζί, όχι για τρία πρόσωπα, αλλά για τρεις «τρόπους υπάρξεως».

Από την μεριά ο Μπαρτ διευκρινίζει πως «τρόπος υπάρξεως» είναι η ακριβής μετάφραση της έννοιας που χρησιμοποίησε η αρχαία Εκκλησία! Τρόπος υπάρξεως, που μεταφράσθη στα Λατινικά σαν modus entitativus. Αυτή η ίδια έννοια της υποστάσεως δε, όπως έγινε κατανοητή από την ανατολική Εκκλησία, η οποία την προτίμησε από το πρόσωπον, σημαίνει κάτι υποκείμενο παρά ουσία, δηλαδή: τρόπο υπάρξεως. Οι θωμιστές μιλούσαν για τους τρεις της τριάδος σαν res proprie subsistentes, χρησιμοποιώντας το ρήμα subsistere (υπόκειμαι), το οποίο είναι δομικό στοιχείο της αρχαίας έννοιας του προσώπου. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σε όσα λέει ο Μπαρτ πως για τον Θωμά Ακινάτη το θείο πρόσωπο είναι «modus existendi incommunicabiliter» και η σχέση ένας «determinatus modus existendi», συγκεκριμένος τρόπος υπάρξεως. Ακόμη και ο Bonaventura δήλωνε πως το πρόσωπο του θεού είναι «modus essendi respectivus», δηλαδή σχέση.

Κατηγορήθηκε για “κρυπτοκαθολικός”, λόγω της θεολογίας των σχέσεων, αλλά απάντησε πως ο φόβος του σχολαστικισμού είναι το σημάδι των ψευδο-προφητών. Στο Τριαδικό επίπεδο πάντως, ο Μπαρτ δεν είναι οπισθοδρομικός, δεν μας μεταφέρει στην προ των Καππαδοκών εποχή όπως ακριβώς δεν αρνείται πως υφίσταται καθένα από τα θεία πρόσωπα. Έτσι αμέσως μετά τον ισχυρισμό του πως υφίσταται στον θεό, όχι ακριβώς το πρόσωπο καθ’ εαυτό, αλλά ο θεός στα τρία πρόσωπα, προσθέτει πως τα θεία πρόσωπα υφίστανται αλλά με σχετικό τρόπο: στον θεό υφίστανται τρεις σχετικότητες δηλαδή τα πρόσωπα και επιπλέον υφίσταται και κάτι απόλυτο, δηλαδή η Ουσία!

Είναι επίσης ξεκάθαρο πως όταν προσευχόμεθα στον θεό Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα δεν έχουμε καμία πρόθεση να αναφερθούμε σε «τρεις τρόπους υπάρξεως» ή τρεις υφισταμένους. Το αδύναμο σημείο του Μπαρτ δεν βρίσκεται στο γεγονός πως θέλει να μιλήσει για τα θεία πρόσωπα σαν «τρόπους υπάρξεως».

Πιο αμφίβολη φαίνεται να είναι η προσπάθειά του να σταθεροποιήσει μια ισοδυναμία ανάμεσα στην Τριάδα και στην αποκάλυψη. Είναι αλήθεια πως ο Μπαρτ ισχυρίσθηκε από την αρχή πως η αποκάλυψη δεν είναι η ρίζα της Τριάδος, αλλά του δόγματος της Τριάδος. Δηλαδή μόνον γνωσιολογικά, quod modum cognoscendi, η αποκάλυψη θα μπορούσε να ονομασθεί ρίζα της Τριάδος. Ίσως όμως θα ‘πρεπε ο Μπαρτ να καθορίσει καλύτερα τι πράγμα διακρίνει τα θεία πρόσωπα ανεξαρτήτως της αποκαλύψεως και πριν από αυτή, για να δείξει στη συνέχεια πως συνδέεται η Τριάδα με την αποκάλυψη και πως ξεκινά από αυτή η γνώση που διαθέτουμε του Μυστηρίου. Παρόλα αυτά ο Μπαρτ ξεκαθαρίζει πως ο θεός είναι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα καθ’ εαυτός, στις αιώνιες ενυπάρχουσες και μόνιμες σχέσεις του και έτσι λοιπόν ανεξαρτήτως και πριν από την Δημιουργία, την Λύτρωση και την Αγιοποίηση.

Αντιθέτως η κατηγορία του Pannenberg, βρίσκει κέντρο! Ο Μπάρτ, σύμφωνα με τον Pannenberg, γοητεύτηκε από το μοντέρνο θέμα της υποκειμενικότητος χωρίς να κατορθώσει να το κυριεύσει τελείως. Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και παρότι πάλεψε στο όνομα της Κυριότητος του θεού ακριβώς εναντίον αυτής της υποκειμενικότητος και παρότι διεκδίκησε την αυτονομία Του, παρόλα αυτά ο Μπαρτ, μετέφερε στον θεό την κατηγορία της υποκειμενικότητος, χρησιμοποιώντας την στην συνέχεια στην απαραίτητη υφιστάμενη συνθήκη της υποκειμενικότητος του ανθρώπου.

Ο Μπαρτ συνέλαβε την Τριάδα ακριβώς σαν την αμείωτη υποκειμενικότητα του θεού στην αποκάλυψή Του! Στα μάτια του, μόνον το τριαδικό δόγμα μας εμποδίζει να σκεφθούμε πως η άπειρη διαφορά ποιότητος ανάμεσα στον θεό και τον κόσμο δεν επεβλήθη από τον κόσμο στον θεό. Ο θεός δεν θα ήταν τελείως μοναδικός, ελεύθερος, νικητής, εάν θα ‘πρεπε να εναντιωθεί σε κάτι άλλο από τον εαυτό Του.

Εάν όμως ο θεός υπολογίζεται σαν αιώνιος Πατέρας στην σχέση του με τον αιώνιο Υιό, και όχι απέναντι στον κόσμο, η σχέση με τον κόσμο καθίσταται δυνατή από αυτές τις διαπροσωπικές θείες σχέσεις, προεικονίσθη στην ελευθερία Του, απ’ αυτές τις ίδιες τις αιώνιες σχέσεις. Βασίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αυτονομία του θεού και της αποκαλύψεώς Του απέναντι στον κόσμο, το τριαδικό δόγμα, στην Εκκλησιαστική Δογματική του 1932, βρίσκει θέση στα προλεγόμενα της Δογματικής του σαν βάση του δόγματος του Λόγου, που χρησιμεύει αυτό το ίδιο σαν Αρχή κάθε θεολογικής γνώσεως. Αλλά ο Μπάρτ ξεδιπλώνει το τριαδικό δόγμα ορμώμενος από την έννοια της αποκαλύψεως: ο θεός είναι αυτός που αποκαλύπτει, αυτός που απεκαλύφθη και το γεγονός της αποκαλύψεως. Αυτή η Τριάδα (Dreiheit) δεν προέρχεται από την αποκάλυψη στον άνθρωπο, αλλά υπάρχει ήδη σε αυτό το αιώνιο Είναι του θεού. Αυτή η ενυπάρχουσα και μόνιμη Τριάδα είναι τελικώς το κριτήριο της συλλήψεως του Μπαρτ, της αυτονομίας του θεού στην αποκάλυψή Του. Όμως, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, ο Μπαρτ μπαίνει στην σχολή του «φιλοσόφου» Hegel. Διότι ακριβώς όπως ο Hegel, δένει την Τριάδα στην έννοια της αποκαλύψεως ή καλύτερα στην αυτοαποκάλυψη του θεού.

«Offenbarung ist Dei loquentis Persona». Κατάγεται από τον «Ιδεαλισμό» η επιμονή του Μπαρτ να κατανοεί τον μοναδικό θεό, τον Κύριό του που μιλά και αυτοαποκαλύπτεται, σαν ΕΝΑ πρόσωπο, ένα μοναδικό υποκείμενο, ένα μοναδικό ΕΓΩ. «Λόγος του θεού, εξηγεί ο Μπάρτ, σημαίνει: ο θεός μιλά. Αυτή είναι η αλήθεια, διότι πραγματικά είναι το πρόσωπο του θεού που μιλά, Dei loquentis persona. Δεν είναι κάτι αντικειμενικό, αλλά αυτή η ίδια η αντικειμενικότης, διότι είναι η υποκειμενικότης του Θεού. Η προσωποποίηση του Λόγου του θεού, την οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε, διότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Λόγος του θεού, δεν σημαίνει πως χάνει τον χαρακτήρα του λόγου. Αυτή η προσωποποίηση διαγράφει τον προσωπικό του χαρακτήρα και αποκλείει κάθε χαρακτήρα πράγματος, ακόμη και όταν είναι λέξη γραπτή ή εκφωνημένη. Δεν υπάρχει λοιπόν ανθρωπομορφισμός στην προσωποποίηση του Λόγου του θεού. Το πρόβλημα δεν είναι αν ο θεός είναι πρόσωπο αλλά αν είμαστε εμείς. Ο θεός είναι αληθινό πρόσωπο και ελεύθερο υποκείμενο. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να σκεφθούμε περισσότερο, διότι βρισκόμαστε μπροστά στην αγνωσία του θεού».

Από το Είπεν ο θεός ο Μπαρτ βλέπει να προέρχεται το Dei loquentis Persona και επομένως η υποχρέωση μας να πρέπει να μιλάμε για τον θεό σαν «ένα πρόσωπο, ένα ΕΓΩ, που υπάρχει εις εαυτό και δι’ εαυτό, που διαθέτει μια σκέψη και μια δική του Βούληση. Μ’ αυτόν τον τρόπο μας συναντά στην αποκάλυψή Του, μ’ αυτόν τον τρόπο είναι τρεις φορές θεός σαν Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα». Εάν λοιπόν το τριαδικό δόγμα πρέπει να εκφράζει, την αμείωτη υποκειμενικότητα του θεού, δηλαδή το πρόσωπο του μοναδικού θεού, το ΕΓΩ του Κυρίου, οι τρεις τρόποι υπάρξεώς του δεν πρέπει να γίνουν κατανοητοί σαν άλλες τόσες στιγμές της αυτοεκδηλώσεως αυτού του ίδιου ΕΓΩ; Με τα τρία πρόσωπα δεν πρόκειται για τρία θεία ΕΓΩ, αλλά για τρεις φορές του μοναδικού θείου ΕΓΩ.

Η έννοια της ομοουσιότητος του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος πρέπει να γίνει κατανοητή πάνω απ’ όλα με την έννοια μιας ταυτότητος της Ουσίας. Είναι η ταυτότης της ουσίας που προηγείται της ομοουσιότητος των προσώπων. Ο Μπαρτ δεν αναπτύσσει τον τριαδικό στοχασμό πάνω στην άμεση βάση των δεδομένων της ερμηνείας, επιχειρηματολογεί πάνω στην ενυπάρχουσα λογική μέσα στην έννοια της αποκαλύψεως, μια έννοια η οποία μας υποχρεώνει να διακρίνουμε ανάμεσα σε υποκείμενο, σε κατηγορούμενο και αντικείμενο, και κατ’ επέκτασιν ανάμεσα στον αποκαλύπτοντα, στον αποκαλυφθέντα και στην αποκάλυψη! Αλλά ειρωνεία της τύχης, παρατηρεί ο Pannenberg, μ’ αυτόν τον τρόπο δεν κατορθώνει παρά να επαναλάβει μια δομή της υποκειμενικότητος ανάλογη με εκείνην που φανέρωσε ο Hegel στην απαγωγή της Τριάδος από την έννοια του πνεύματος και της αυτοσυνειδησίας. Παρ’ όλες τις διαφορές της γλώσσας και του περιεχομένου φυσικά, παρ’ όλη την αποφασιστική καταγγελία της φυλακίσεως του θεού του Hegel στις αλυσίδες του συστήματος και παρ’ όλη την εξύμνηση της άπειρης ποιοτικής διαφοράς και της ελευθέρας Κυριότητος του θεού, ο Μπαρτ δεν κατόρθωσε να αποδεσμευθεί από την μαγεία της Εγελιανής νοήσεως!

(Συνεχίζεται)
 
Αμέθυστος

>Τα καλύτερα συνθήματα σε τοίχους …

>»Τα πτυχία copies κτώνται»
(Σε τοίχο στην περιοχή Γκύζη)

«Δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές,
 μόνο αντιπαθητικοί αντικαπνιστές»
(Τ.Ε.Ι., Αθήνας)

«Το Lifestyle είναι μαγικό,
από μηδενικό σε κάνει νούμερο»
(Γκάζι, Αθήνα)

«Θεσσαλονίκη, η μόνη πόλη που γράφεται με δύο Σίγμα και
προφέρεται με δύο Λάμδα»
(Μύλος, Θεσσαλονίκη)

«Διατηρείτε την Αθήνα καθαρή.
Πετάτε τα σκουπίδια σας στον Πειραιά»
(Μεταξουργείο, Αθήνα)

«Συμμετέχω, Συμμετέχεις, Συμμετέχει, Συμμετέχουμε, Συμμετέχετε,
 Αποφασίζουν»
(οδός Σινώπης, Αθήνα)

«Αυτοί που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα,!
 εκνευρίζουν εμάς που τα ξέρουμε»
(λεωφόρος Αλεξάνδρας , Αθήνα)

«Αν τα λάθη διδάσκουν, τότε έχω καταπληκτική μόρφωση»
(οδός Μπενάκη, Αθήνα)

«Η χώρα καταστρέφεται από την αδιαφορία,
 αλλά τι με νοιάζει εμένα;»
(λόφος Στρέφη, Αθήνα)

«Θέλω να γίνω αυτό που ήμουν τότε
που ήθελα να γίνω αυτό που είμαι τώρα»
(πλατεία Εξαρχείων, Αθήνα)

«Οι τοίχοι έχουν αυτιά και τα αυτιά μας τοίχους»
(Ψυρρής, Αθήνα)

«Έγχρωμη TV, Ασπρόμαυρη Ζωή»
(οδός Στουρνάρα, Αθήνα)

«Μην τα περιμένετε όλα από την Αστυνομία.
Χτυπηθείτε μόνοι σας»
(Παπασωτηρίου, οδός Στουρνάρα, Αθήνα)

>Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, Ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους

>

Παλλάδιο ηθικό των Ελλήνων της γενεάς μου, η επί αιώνες πολλούς παρουσία του ελληνικού έθνους στην ιστορία της ανθρωπότητας, από τους προ Χριστού χρόνους έως την εποχή μας και με συμβολή μεγαλουργό κάποτε, αμφισβητείται και πάλι, από Ελληνες τώρα μάλιστα, και χαρακτηρίζεται έωλο θεώρημα, γέννημα του ελληνικού ρομαντισμού του ΙΘ΄ αιώνα είτε κατασκεύασμα ιδεολογικό της εκπαιδευτικής πολιτικής του νεοσύστατου κράτους.
Δεν κατονομάζω πρόσωπα, εφόσον αδυνατώ να τα επαινέσω. Δεν ανέχομαι όμως την οικτρή αυτή απάρνηση της ιστορικής αλήθειας, συνοδευμένη, άλλωστε, και από την αξίωση να εισαχθεί στα διδακτικά βιβλία της Ιστορίας.

Επικαλούμαι, λοιπόν, τα εξής προς τους διδασκάλους της Ιστορίας ή και προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο:

1. Ο φιλόσοφος Πλήθων, στον 15ο αιώνα, είχε ζητήσει, πριν από την Αλωση, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, να ανακηρυχθεί Βασιλεύς των Ελλήνων, ώστε και να συμμορφωθεί προς την ιστορική τότε πραγματικότητα.

2. Ο πρώτος μετά την Αλωση Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, απευθυνόμενος στους μοναχούς της Πάτμου, τονίζει προς αυτούς ότι με την περίσωση των ευρισκομένων στη Μονή χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συμβάλλουν στην επιβίωση του υπόδουλου Γένους.

3. Ο Ιανός Λάσκαρις και άλλοι Ελληνες λόγιοι στην Ιταλία, πολύ πριν από τον 19ο αιώνα, όχι μόνο διδάσκουν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και με αμείωτο ζήλο επιδιώκουν να προκαλέσουν πολεμική επιχείρηση των Δυτικοευρωπαίων για την απελευθέρωση των συγχρόνων τους Ελλήνων.

4. Στον 17ο αιώνα, ο Ελληνας Επίσκοπος Βελιγραδίου έγραφε για τον σύγχρονό του φιλόσοφο Θεόφιλον Κορυδαλλέα ότι δεν υστερεί όχι μόνο των διάσημων τότε φιλοσόφων της Ιταλίας, αλλά και των ημετέρων φιλοσόφων της αρχαίας εποχής.

5. Ο μέγας ζωγράφος Θεοτοκόπουλος, στον 17ο αιώνα, ονομάζεται για τους Ευρωπαίους «Ελ Γκρέκο», ο Ελληνας με όσα ένδοξα υποβάλλει τότε η λέξη αυτή, ενώ και υπενθύμιζε την ύπαρξη του Γένους των Ελλήνων, μεγαλουργού άλλοτε και υπόδουλου τότε.

6. Αλλά και στον 18ο αιώνα, Ελληνες έμποροι και λόγιοι, που ζούσαν και δρούσαν στις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στη σημερινή Ρουμανία, διατηρούσαν ακμαίο το ελληνικό φρόνημά τους, μάλιστα ήκμαζαν τότε οι «Αδελφότητες» Ελλήνων στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

7. Ο Διονύσιος Σολωμός, στον Υμνον εις την Ελευθερίαν, γραμμένον πριν να υπάρξει ακόμη ελληνικό ανεξάρτητο κράτος, όχι λοιπόν ως φερέφωνο της εκπαιδευτικής πολιτικής του, αναφέρεται σε «περασμένα μεγαλεία» και χαρακτηρίζει «σαν πρώτα αντρειωμένη» την ελευθερία, δηλαδή εμπνέεται από την ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους.

8. Ο φιλελληνισμός, το υπέροχο αυτό κίνημα των ηθικά αισθαντικών Ευρωπαίων και Αμερικανών, εξηγείται μόνο από την πεποίθησή των ότι ένα μεγαλουργό στους αρχαίους χρόνους έθνος έχει εξεγερθεί για την απόσειση της επί αιώνες δουλείας του.

9. Εκφραστικότατο είναι και ό,τι διακήρυξε ο ραδιοσταθμός της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1940: Οι Ελληνες στην Πίνδο έγραψαν νέον Μαραθώνα. Και ο ρωσικός φιλελληνισμός υπάρχει έντονος ήδη από τον δέκατο όγδοο αιώνα.

10. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η συγκινητική αντοχή του ελληνικού φρονήματος συμπαγών ελληνικών πληθυσμών υπό εξουσία τουρκική επί αιώνες σε περιοχές των εσχατιών της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα του Πόντου, όπου η τοπική ελληνική γλώσσα διατήρησε χαρακτηριστικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής πολύ έκδηλα.

Η διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι διάτορα μαρτυρημένη από την ιστορική πραγματικότητα και δεν είναι απλώς εφεύρημα του «ελληνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα», προς ιδεολογική στήριξη «εθνικών επεκτατισμών», όπως επιπόλαια γράφεται σε πρόσφατο δημοσίευμα. Στον 19ο αιώνα συζητήθηκε απλώς η «διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους» με αφορμή την αμφισβήτησή της από μη Ελληνες. Πριν δεν συζητούσαν γι’ αυτήν, καθώς δεν συζητεί κανείς για τα δεδομένα και αυτονόητα.

Οι πολέμιοι της ιστορικής αλήθειας για την αδιάκοπη επί αιώνες πολλούς ύπαρξη του ελληνικού έθνους δεν επιτρέπεται να συγχέουν τη λεγόμενη συχνά «προγονοπληξία» με τη νηφάλια επίγνωση από τους σημερινούς Ελληνες των αρχαιότατων εθνικών τίτλων τους, εμπνευστική μάλλον προς εθνική αξιοπρέπεια ή και υποκινητική σε προσπάθεια για ιστορική μεγαλουργία. Στους αρχαίους Ελληνες διάχυτη κατά Ηρόδοτον ήταν η πίστη ότι «απεκρίθη εκ παλαιτέρου του βαρβάρου έθνεος το ελληνικόν, εόν και δεξιώτερον και ηλιθίου ευηθείης απηλλαγμένον μάλλον». Η πίστη αυτή όμως δεν τους εμπόδισε να μεγαλουργήσουν.

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος – Ακαδημαϊκός – πρώην υπουργός Παιδείας

Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ

>Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH) (2)

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXΧ)

Τώρα λοιπόν το δόγμα της αποκαλύψεως θα δεχθεί μια επεξεργασία συγκεντρωμένη αποφασιστικά στην Χριστολογία και γι’ αυτό ακριβώς Τριαδική. Ο Μπαρτ με σθένος και αποφασιστικότητα θέλει να αντιστρέψει την θεολογική μεθοδολογία που ίσχυσε στον νεοπροτεσταντισμό: Να μιλήσουμε για τον θεό, σημαίνει κάτι ουσιαστικώς διαφορετικό από το να μιλήσουμε για τον άνθρωπο σε πιο υψιπετείς τόνους. Ας θυμηθούμε πως στον Σλαϊερμάχερ η Τριάδα τοποθετείται στον Επίλογο, ενώ στον Μπαρτ στα προλεγόμενα της “Εκκλησιαστικής Δογματικής”.

Στα προλεγόμενα ο Μπαρτ αναρωτιέται γύρω από τον Λόγο του θεού σαν “κριτήριο” της Δογματικής. Ποιος είναι ο θεός στην αποκάλυψή του; Σ’ αυτή την ερώτηση ο Μπαρτ απαντά με το Τριαδολογικό δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Το Τριαδικό δόγμα χαρακτηρίζει σαν “χριστιανικό” ένα δόγμα γύρω από τον θεό. Μόνο που ο Μπαρτ εννοεί το Τριαδικό δόγμα σαν σχόλιο στην πρόταση: «Ο θεός αποκαλύπτεται σαν ο Κύριος». Γι’ αυτό ο θεός αποκαλύπτει τον εαυτό του σε μας σαν Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Η Εκκλησία αναγκάστηκε να πολεμήσει για να αναγνωριστεί το Τριαδικό δόγμα στην διάρκεια του 4ου αιώνος, όταν χρειάστηκε να υπερασπιστεί την θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή με τον Ιησού Χριστό και με το Άγιο Πνεύμα έχουμε να κάνουμε πάντοτε μόνον με τον Θεό. Αυτό ακριβώς αρνούνται οι αντίπαλοι της Αγίας Τριάδος όλων των εποχών, και οι αρχαίοι και σύγχρονοι.

Ο Μπαρτ δεν είχε καμία πρόθεση να επινοήσει μια απαγωγή της Τριάδος από κάποιο a priori, αλλά να εκφράσει μόνον, με μια ειδική προοπτική, οτιδήποτε βεβαιώνει η αποκάλυψη, η οποία περιέχεται στην Βίβλο και στο δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Ο θεός και η αποκάλυψή Του υπάρχουν μέσα στη Βίβλο. Αυτή όμως είναι η αποκεκαλυμμένη μαρτυρία ακριβώς επειδή είναι Μαρτυρία του Χριστού. Ο Χριστός είναι η πραγματικότης, δηλαδή η πραγματικότης του αποκεκαλυμμένου Λόγου σε μας, μια φορά για πάντα. Το γεγονός Ιησούς Χριστός.

Ο Μπαρτ γνωρίζει όμως ταυτόχρονα ότι η Βιβλική Μαρτυρία του θεού στην αποκάλυψή Του, δεν ταυτίζεται με το Τριαδικό δόγμα, παρότι αντιλαμβάνεται ανάμεσά τους μια αληθινή και βασική σχέση. «Ότι ο θεός είναι ένας και τρεις, ότι η ενότης και η τριαδικότης δεν υφίστανται μόνον στην αποκάλυψη αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιο τον θεό και επομένως δεν πρέπει να μιλάμε για μια φανέρωση της Οικονομίας της Σωτηρίας αλλά για μια πραγματικότητα που ενυπάρχει στον θεό, όλο αυτό αποτελεί ένα δόγμα της Εκκλησίας και όχι ένα βιβλικό δόγμα δηλαδή δεν είναι κάτι που εκφράζεται ξεκάθαρα μέσα στην Βίβλο».

«Το Τριαδικό δόγμα είναι μια εξήγηση, ένα ιδιαίτερο σχόλιο, που έγινε δεκτό και κατανοητό από την Εκκλησία σαν την νόμιμη μαρτυρία της αποκαλύψεως».

Όλες οι θέσεις του Μπαρτ γύρω από την ενυπάρχουσα και μόνιμη Τριάδα, του φανερώνονται σαν αναγκαίες λογικές προϋποθέσεις της Οικονομικής Τριάδος. Δεν εκφράζουν παρά μία και μόνη Ιδέα: Στον θεό, η διαφορά, η ενότης, και ο τρόπος υπάρξεως, είναι τέτοιες ακριβώς όπως επιβάλλονται στην Βιβλική Μαρτυρία της αποκαλύψεως!

ΑΠΟΛΥΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Η Τριάδα δεν ονομάζει μόνο την ενότητα του Θεού, αλλά την καθορίζει, την ενδυναμώνει. Η ενότης του Θεού έχει στερεότητα ακριβώς λόγω της «τριπλής επαναλήψεως τού μοναδικού Θεού». Αυτή η αληθινή ripetitio aeternitatis in aeternitate κάνει τον Θεό, πού είναι τρία πρόσωπα, μια μοναδική προσωπικότητα.

Έτσι φτάνουμε, όπως λέει ο Μπάρτ, στο πιο δύσκολο σημείο της τριαδολογικής έρευνας: Τί σημαίνει ο όρος πρόσωπο ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως; Ή γενικώς, τί σημαίνει ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα διακριτοί ή διατεταγμένοι στον Θεό; Κάτω από πια έννοια μπορούμε να τους συγκεντρώσουμε; Τί είναι, εκτός του γεγονότος πώς καθένα από αυτά και όλα μαζί είναι ο μοναδικός αληθινός θεός; Ποια είναι η γενική αρχή πού διέπει το Είναι τους σαν Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα;

Πάντως όλες οι δυσκολίες που προέκυψαν από τον όρο πρόσωπο και από την έννοιά του, ομολογεί ο Μπαρτ, δεν δηλώνουν παρά τις δυσκολίες που εμπεριέχονται στην προβληματική. Παραμένει λοιπόν επικίνδυνο να συνεχίσουμε να μιλάμε για πρόσωπο στον Θεό χωρίς προσοχή και ενδοιασμούς.

Μετά τούς δογματικούς ορισμούς της αρχαίας εκκλησίας η έννοια του προσώπου πήρε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Μπάρτ βεβαίως δεν υποπτεύθηκε πως αυτή η στροφή είχε σχέση ακριβώς με τον Χριστιανισμό και με την σταθερή επιρροή του στον Δυτικό πολιτισμό.

Το γεγονός πως το νόημα τού προσώπου συνέπεσε τελικώς με εκείνο του ΕΓΩ αντιτιθεμένου σε κάθε άλλο ΕΓΩ, σε μια ανεξάρτητη, ιδιαίτερη, διακεκριμένη ελευθερία, δεν μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο αναφορικά με τον Χριστιανικό Θεό χωρίς να πέσουμε σε αντιφάσεις. Η Τριάδα κατά τον Μπάρτ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από τρία πρόσωπα σαν ΕΓΩ αυτοσυνείδητα και ελεύθερα, διότι θα πέσουμε αμέσως στον Τριθεϊσμό.

«Η Ρωμαιοκαθολική θεολογία μιλά ακόμη για πρόσωπο στην τριαδική θεολογία σαν να μην έχει υπάρξει στο μεταξύ η μοντέρνα έννοια της προσωπικότητος, λες και ο ορισμός του Βοήθιου είναι σύγχρονος και κατανοητός από όλους, σαν να είχε εξηγηθεί κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνος το νόημα αυτού του ορισμού τόσο καλά ώστε να μπορούμε να μιλάμε με κάποιο όφελος για τρία πρόσωπα στην Αγία Τριάδα».

Μιλώντας για πρόσωπα στον θεό σήμερα όλοι θα καταλάβαιναν ότι έχουμε να κάνουμε με τρία υποκείμενα, με τρία ΕΓΩ, κάτι που δεν συμφωνεί βεβαίως με την Βιβλική διδασκαλία περί Ενός Θεού και Κυρίου. Θα μπορούσαμε βεβαίως να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ο Πατήρ και ο Υιός που μας παρουσιάζει η Γραφή είναι πρόσωπα ή υποκείμενα με την κοινή έννοια της εκφράσεως. Επειδή όμως υπάρχει αυτό το Vinculum Caritatis (ο δεσμός της αγάπης) ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, το «Άγιο Πνεύμα» δεν θα μπορούσε με τίποτε να κατανοηθεί σαν τρίτο “πρόσωπο” με την μοντέρνα σημασία του όρου. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο, κατά τον Μπαρτ, πως το Άγιο Πνεύμα δεν είναι ένα τρίτο πνευματικό υποκείμενο, ένα τρίτο ΕΓΩ, ένας τρίτος Κύριος δίπλα στους άλλους δύο Κυρίους, αλλά ένας τρίτος τρόπος υπάρξεως του μοναδικού θείου υποκειμένου, του μοναδικού Κυρίου.

Ο Μπαρτ ξεκαθαρίζει πολύ γρήγορα όπως θα δούμε πως το πρόσωπο στην Αγία Τριάδα σημαίνει «τρόπος υπάρξεως». Δεν μπορούμε όμως, σ’ αυτό το σημείο να μην αναρωτηθούμε πως και ένας τόσο οργανωμένος και λεπτός θεολόγος σαν τον Μπαρτ, αρνείται με τόση βεβαιότητα στους τρεις της Αγίας Τριάδος να είναι ΕΓΩ που κοινωνούν στην περιχώρηση μιας μοναδικής θεϊκής Ουσίας. Μήπως δεν είναι το ΕΓΩ η κορυφαία Δημιουργία του θεού, στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ανθρώπου; Δεν είναι επομένως το μόνο αξιοπρεπές για να αποδοθεί στα Τριαδικά πρόσωπα. Και εάν δεν μπορούμε να ονομασθούμε ΕΓΩ , τότε ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από τρία ΕΓΩ! Και εάν επρόκειτο για ΕΓΩ μ’ έναν απολύτως ασύγκριτο τρόπο, τέτοιο ώστε να τους επιτρέπει να οικοδομήσουν μαζί, εντελώς παράδοξα, ένα μοναδικό Θεό και Κύριο; Γιατί να αρνηθούμε a priori αυτό το θεϊκό σκάνδαλο και να μην το αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη προσοχή; Ή μήπως είναι από πίσω η “Ιδεαλιστική” ανησυχία να δούμε τον θεό σαν ένα μοναδικό «πρόσωπο», ένα μοναδικό «υποκείμενο» ή «ΕΓΩ», η οποία εμποδίζει τον Μπαρτ να ομολογήσει τα τρία πρόσωπα σαν τρία θεϊκά «ΕΓΩ»;

Όπως και να ‘χει πάντως, ο Μπάρτ ισχυρίζεται πως πρέπει να αποφύγουμε την μοντέρνα έννοια του «ΕΓΩ» και να χρησιμοποιήσουμε τον όρο ΠΡΟΣΩΠΟ με την σημασία του «τρόπου υπάρξεως» (Seinseweise) εάν επιθυμούμε να αναγγείλουμε τον θεό σαν τον Κύριο που αυτοαπεκαλύφθη και προσεφέρθη στον Ιησού Χριστό!

Και ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, αναγνωρίζει ο Μπάρτ, συνέχισαν όσον αφορά την Τριαδικότητα την κληρονομιά της αρχαίας εκκλησίας. Από την μεριά του οικειοποιείται επίσης και την θέση, Θωμιστική και νεοσχολαστική στην συνέχεια, του προσώπου σάν σχέση. Τοιουτοτρόπως μπορεί να μιλήσει για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο πνεύμα σάν τρείς «τρόπους υπάρξεως» του μοναδικού θεού, στην ιδιαιτερότητά τους και στην αμοιβαιότητα των σχέσεών τους. (Κ.ΒARTH, DieKirchliche, Ι/1,6, σ.386).

Για ένα πράγμα είναι σίγουρος ο Μπάρτ: πως η αρχαία έννοια τού προσώπου σήμερα είναι νεκρή. Γι’ αυτό, ενώ η αρχαία δογματική και η δογματική των καθολικών ομιλούν για τα τρία πρόσωπα μ’ έναν τρόπο νοηματικώς αδιάφορο, ο Μπάρτ βεβαιώνει: «ο θεός πού αποκαλύπτεται σύμφωνα με τις Γραφές είναι ένας σε τρείς διακεκριμένους τρόπους υπάρξεως, οι οποίοι αποτελούνται από αμοιβαίες σχέσεις. Μ΄ αυτόν τον τρόπο ο αποκεκαλυμμένος Θεός είναι ο Κύριος, δηλαδή το θείο «ΕΣΥ» που συναντά το ανθρώπινο «ΕΓΩ», το άτρεπτο υποκείμενο το οποίο απευθύνεται προς τον άνθρωπο για να δεθεί και να αποκαλυφθεί σ’ αυτόν ακριβώς σαν ο Θεός του».

Μ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει κανένας λόγος να εγκαταλείψουμε την έννοια του προσώπου. Παρότι δεν μπορούμε πλέον να την χρησιμοποιήσουμε παρά μόνον δίνοντάς της την σημασία μιας συντμήσεως πρακτικώς χρήσιμης και σχετικής με την ιστορική συνέχεια τού προβλήματος.

Κατά βάθος λοιπόν ο Μπάρτ δεν σκέφθηκε να επινοήσει μια καινούρια, επαναστατική έννοια, αλλά θέλησε να βάλει στο κέντρο της θεολογίας του μια «εφεδρική έννοια» στην οποία γινόταν ήδη αναφορά κάθε φορά πού εχρησιμοποιείτο ο όρος πρόσωπο!

Η πρόταση «ο θεός είναι ένας σε τρείς τρόπους υπάρξεως» δεν σημαίνει παρά τούτο: ο μοναδικός θεός, δηλαδή ο Κύριος, ο προσωπικός θεός, είναι αυτό που είναι όχι μόνο μ’ έναν «τρόπο», αλλά σύμφωνα με την ανάλυση του Μπάρτ της βιβλικής έννοιας της αποκαλύψεως, με τρείς «τρόπους υπάρξεως», του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

>Μοναχή Χερουβειμία – Την σκότωσαν επειδή δεν δέχθηκε να προδώσει την Ορθόδοξη πίστη της

>

Στο κοιμητήριο της Ι. Μ Πέτρου Βόντα αναπαύεται η μοναχή Χερουβείμiα -κατά κόσμον Σβετλάνα Μιχαέλα Τανάσα. Η αδελφή Χερουβειμία σπούδασε αρχαία Ελληνικά και Λατινικά στα Πανεπιστήμιο Ιασίου Ρουμανίας και έλαβε μια υποτροφία από το ίδρυμα Σόρος, για ένα μάστερ στο CEU (Central European University) της Βουδαπέστης. Η εργασία που της ανέθεσαν ήταν να ερευνήσει ένα χειρόγραφο της Ερμηνείας στη Γένεση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και εκεί απέδειξε ότι το κείμενο που είχαν τυπώσει οι Ιησουίτες και έπειτα εισήγαγε ο J. P. Migne στην Ελληνική Πατρολογία, είχε πολλές παρεμβάσεις και αλλοιώσεις σε σχέση με το ερευνόμενο χρυσοστομικό κείμενο.

Το συμπέρασμά της ήταν ότι μια κριτική έκδοση της Ερμηνείας της Γένεσης θα αποδείκνυε τις αυθαίρετες προσθήκες των Ιησουιτών.

Οι καθηγητές εκτίμησαν τη δουλειά της και της πρότειναν να κάνει και διδακτορικό.
Η διδακτορική της διατριβή θα είχε ως κεντρικό άξονα την ερμηνεία της Γενέσεως. Έπρεπε να αποδείξει ότι οι Άγιοι Πατέρες στην ερμηνεία της Γενέσεως στηρίχθηκαν στον Ωριγένη. Η Σβετλάνα άρχισε να μελετά χωρίς να έχει καταλάβει αρχικά τι σκοπό είχαν. Όσο όμως διάβαζε τους Αγίους Πατέρες, καταλάβαινε τι βλασφημία της ζητούσαν να αποδείξει. Μου είχε αφήσει η ίδια και τα έχω εδώ, την ερμηνεία του Αγίου Αυγουστίνου (στα Λατινικά), του Ωριγένη (στα Ελληνικά) του Θεοδωρήτου (στα Ελληνικά), του Αγίου Εφραίμ του Σύρου (στα Αγγλικά), ακόμα και ένα σχόλιο του Φίλωνος του Αλεξανδρινού (στα Ελληνικά). Έργα τα οποία είχε διαβάσει στο πρωτότυπο στη Βουδαπέστη. Όσο διάβαζε τόσο καταλάβαινε ότι οι Άγιοι Πατέρες όχι μόνο δεν ακολούθησαν τις θέσεις του Ωριγένη, αλλά ένας από τους λόγους που τα έγραψαν ήταν για να καταπολεμήσουν τις αιρετικές θέσεις του Ωριγένη.

Κάποια στιγμή παίρνοντας πληροφορίες για τους καθηγητές της έμαθε ότι οι πιο πολλοί από αυτούς ήταν Εβραίοι, ενώ σιγά-σιγά διαπίστωσε το πόσο περιφρονούσαν την Ορθοδοξία.

Όταν ανακοίνωσε το πόρισμα της έρευνας της είπαν: «Όχι, διάβασέ το άλλη μία φορά, δεν είναι έτσι, ξανασκέψου το. Εμείς σε πληρώνουμε για να αποδείξεις κάτι και εσύ πρέπει να το κάνεις». Ακολούθησαν πολλές αντεγκλήσεις και επιχειρηματολογίες.

Μετά από κάποιο διάστημα γύρισε στην πατρίδα της τη Ρουμανία για να πάρει κάποια πράγματα. Επειδή δεν αισθανόνταν καλά επισκέφθηκε έναν γιατρό για εξετάσεις. Εκεί διαπίστωσε ότι είχε καρκίνο του δέρματος με γρήγορη εξάπλωση, στην αριστερή ωμοπλάτη. Την είχαν ακτινοβολήσει. (σημ. π. Γεωρ. Είχαν τοποθετήσει δηλαδή έναν μηχανισμό που εκπέμπει δέσμη ακτινοβολίας σε κάποιο μέρος που σύχναζε και περνούσε πολλές ώρες. π.χ το γραφείο της και η ακτινοβολία έπεφτε πάνω της, στην προκειμένη περίπτωση στην αριστερή ωμοπλάτη. Μ’ αυτόν τον τρόπο και οι κομμουνιστές του Τσαουσέσκου είχαν «φάει» πολλούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Τσαουσέσκου είχε πάντα μαζί του ανιχνευτή ακτινοβολίας).

Ο γιατρός της είπε ότι έχει λίγους μήνες ζωής. Γύρισε στη Βουδαπέστη να πάρει τα πράγματά της. «Μη φεύγεις έχουμε λύσεις για την αρρώστια σου. Άκου μας και θα γλυτώσεις». Πήρε όσα πράγματα μπορούσε (τα πιο πολλά βιβλία της έμειναν εκεί) και γύρισε στη χώρα της στον πατέρα Ιουστίνο Πίρβου (σημ. π. Γεωρ. ηγούμενος της μονής Πέτρου Βόντα και μέγας ομολογητή της πίστεώς μας) και του τα διηγήθηκε όλα. Αυτός της είπε να μείνει στο μοναστήρι. Αυτό έγινε τον Αύγουστο του 1997.

Πέρασε ενάμιση χρόνο γεμάτο πόνους. Γρήγορα έκανε μετασταση. Έλιωνε μέρα με τη μέρα. Δέχτηκε να ρασοφορεθεί και λίγο πριν πεθάνει έγινε μοναχή. Δεν ήθελε να πάρει μορφίνη, θέλοντας με τον πόνο να σβήσει τις αμαρτίες της.

Τα ουρλιαχτά πόνου προαγγέλουν ακόμη και σήμερα σε όσους την άκουσαν τα βάσανα της κολάσεως. Ο Θεός εισάκουσε την τελευταία της επιθυμία να μην πεθάνει πριν την πανήγυρη της μονής (Σύναξις των Αγίων Αρχαγγέλων). Μετά την αγρυπνία την νύχτα της 7ης προς 8η Νοεμβρίου 1998 στις 03.00 η Αγία μάρτυς Χερουβειμία εκοιμήθη, έτοιμη να ομολογήσει μπρος στον Τριαδικό Θεό των αγώνα των Ορθοδόξων ενάντια στον άρχοντα του αιώνα τούτου.

Η αδελφή Χερουβειμία μας διηγούνταν ότι είχαν φύγει από το CEU για τον ίδιο λόγο, καρκίνο του δέρματος, ένας φοιτητής από τη Βουλγαρία, ένας από τη Γεωργία και ένας από τις Η.Π.Α. Λυπάμαι που δε μπορώ να πω τα ονόματά τους, ίσως κάποιος κάποτε τα μάθει. Η ορθοδοξία είναι ζωντανή και καρποφορεί εν αληθεία, ενώ ο σπόρος της πίστεως είναι το αίμα των μαρτύρων.

Πηγή: Τρελογιάννης

>IV) Martin Heidegger und die Weltgeschichte des Nichts

>Του Gotthard Günther

από την συλλογή: Guzzolini (εκδότης): ‘Nachdenken über Heidegger’, Hildesheim, 1980

Ο Martin Heidegger και η παγκόσμια ιστορία του τίποτα

Μέρος 4ο

Το ότι το κένωμα έχει το δικό του φως (που ισοδυναμεί με πληρωματικό σκοτάδι), επισημαίνεται στην παράδοση με επιφύλαξη. Αλλά σπάνια δηλώνεται τόσο ξεκάθαρα, όσο στον προφήτη Αμώς (ε,18), για το τι ρόλο παίζει ο Θεός στην κένωση: “18 Οὐαὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἡμέραν Κυρίου· ἱνατί αύτη ὑμῖν ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου; καὶ αὐτή ἐστι σκότος καὶ οὐ φῶς”. Προς την ίδια κατεύθυνση στοχεύουν και οι αντιλήψεις από την εποχή του Ωριγένη, του Γρηγορίου Νύσσης, αλλά και αργότερα, που υπονοούν πως ο Θεός δεν συμπεριφέρθηκε με ειλικρίνεια απέναντι στον διάβολο (pia fraus). Σε ποια έκταση ήταν διαδεδομένο το συνειδητό ψέμα και η απάτη, ως θεάρεστο έργο μέσα στην ιστορία του χριστιανικού δόγματος, μπορεί να διαβαστεί στην ιστορία των δογμάτων του Adolf von Harnack (Dogmengeschichte II). Στα ίδια πλαίσια ανήκει και το χωρίο από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, (η, 44): “44 ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ”.

Αν διαβάζει κάποιος θρησκευτικά κείμενα χωρίς προκατάληψη, με τα μάτια του λογικού (αυτού που ασχολείται με την λογική), ο οποίος ενδιαφέρεται για τις ιδιότητες της δομής, αναπόφευκτα σχηματίζει την εντύπωση πως δύο αντιλήψεις περί Θεού ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Τις ονομάζουμε εδώ ως εξής: ο μονοσθενής και ο αμφισθενής Θεός. Ο μονοσθενής Θεός είναι ο deus absconditus, ο Θεός του μυστικισμού, ο Θεός, που περιβάλλεται το άχρονο, τα βάθη του οποίου δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ και απέναντι στον Οποίο, για τον λόγο αυτό, εξαφανίζεται κάθε δυνατότητα έκφρασης. Και είναι ο Θεός του ριζοσπαστικού μονοθεϊσμού, ο Οποίος δεν ανέχεται δίπλα του άλλους θεούς. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η αιωνιότητα, και για τον λόγο αυτό, από την έννοια του Θεού αποκλείεται εντελώς κάθε σχέση προς το χρονικό. Είναι φανερό πως οι ιστορικές θρησκείες, όπου και να αναπτύχθηκαν, δεν μπόρεσαν να βγάλουν άκρη με μια τέτοια αντίληψη περί Θεού. Και μόλις γίνεται λόγος για την παρουσία του Θεού στον κόσμο και στον χρόνο, απωθείται η μονοσθενής έννοια του Θεού από μια αμφισθενή, σε ένα άρρητο μυστικιστικό υπόβαθρο, απ’ όπου όμως εξασκεί μια αδιευκρίνιστη επιρροή. Ο αμφισθενής Θεός είναι ο Θεός που μπορεί να αντικατασταθεί. Έχει και ταυτότητα στον αντίθετο πόλο. Είναι ο άγιος Θεός, όμως το άγιο, όπως γνωρίζουμε από την σημασία της λέξης sacer, είναι τόσο το καταραμένο και παραπεταμένο, όσο και το μακάριο και φωτισμένο. Ο Θεός της αγάπης, της ευσπλαχνίας και του ελέους όλων των τρεπτών, είναι ταυτόχρονα θεός του ψεύδους, της οργής, της εκδίκησης, ο οποίος τιμωρεί μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς όσους παρανομούν ενώπιον του, και που ως Šiva καταστρέφει τον κόσμο με τον σαδιστικό χορό του. Οι ανώτερες θρησκείες προσπάθησαν βέβαια με το δόγμα περί της μονάδας στην τριάδα (που ιστορικά αποκρυσταλλώθηκε ως εξής: στην Κίνα με το συμπαντικό σύστημα του Ju Tao Fo (de Groot), στην Ινδία με την διδασκαλία του Trimurti, και στον Χριστιανισμό ως δόγμα περί Αγίας Τριάδος, που προκάλεσε ατέλειωτες θρησκευτικές συγκρούσεις), να δημιουργήσουν μια εννοιολογική συνένωση της ιδέας της μονοσθένειας με την ιδέα της αμφισθένειας, πράγμα που έγινε με ένα μυστικιστικό τρόπο έκφρασης.

Κάτω από τις πιο πάνω αναφερθείσες συνθήκες είναι ενδιαφέρον να διαπιστωθεί, πως στο τέλος της ανάπτυξης της κλασσικής λογικής βρίσκεται η ανακάλυψη του Peirce: η τριαδική λογική. Αυτό που πρόσφερε ο Peirce έμεινε μέχρι τώρα ακατανόητο. Στα παραλειπόμενα των σημειώσεων του περί λογικής διαβάζουμε: “η τριαδική λογική είναι γενικά αληθής”. (Transactions of the Charles S. Peirce Society, Vol. 11, 2, p. 80-81, 1966). Η κλασσική λογική βέβαια, σύμφωνα με τον Peirce, είναι μέσα στον χώρο που της αναλογεί, αληθής και ορθή, όμως ο χώρος αυτός έχει όρια και δεν είναι γενικός. Η γενικότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί στην παράδοση της κλασσικής λογικής, γιατί εντός της μένει αόριστος ο χαρακτήρας της πρότασης του αποκλεισμένου τρίτου. Το τρίτο μπορεί είτε να υποδεικνύει εκείνη την υποκειμενική κατάσταση της αβεβαιότητας, σύμφωνα με την οποία, η γήινη μας σκέψη δεν μπορεί να φτάσει στις τελικές κατηγορίες της πραγματικότητας. Αυτή η αντίληψη οδηγεί σε μια λογική πιθανοτήτων (Wahrscheinlichkeitslogik), στην οποία ο προσδιορισμός (επίτευξη) τελικών οριακών τιμών της ολοκληρωτικής θετικότητας και της ολοκληρωτικής αρνητικότητας, γίνεται μόνο σταδιακά. Στην περίπτωση αυτή εγκαθίσταται μια σχετική διαμεσολαβούσα τιμή μεταξύ των υπερβατικών στόχων της τελικής θετικότητας ή αρνητικότητας. Από την άλλη το “τρίτο” μπορεί να ερμηνευθεί με μια εντελώς διαφορετική έννοια. Ο Peirce γράφει: “Potentiality is a positive capacity to be Yea and to be Nay; not ignorance but a state of being”. Αυτό επιτέλους πρέπει να γίνει κατανοητό. Το αποκλεισμένο τρίτο δεν είναι μόνο ένδειξη μιας υποκειμενικής αδυναμίας της πεπερασμένης μας συνείδησης, η οποία περιορίζεται στις δυνατότητες. Το τρίτο υποδεικνύει μια “υπερβατική” κατάσταση, που βρίσκεται πέρα από τα όρια της γήινης συνείδησης μας, και όπου η κλασσική λογική βρίσκει επιτέλους την πλήρωση της.

Μόνο στη συνείδηση (που έχει ο άνθρωπος για Αυτόν) για τον Τριαδικό Θεό αντικατοπτρίζεται το απόλυτα πραγματικό. Με αυτό εννοείται επίσης, πως κανένα σύστημα σκέψης, ούτε το υπερανθρώπινο, μπορεί να αναπτύξει μια θεωρία της λογικής, που να υπερβαίνει την αρχή των τριάδων (δηλ της τριαδικότητας). Όπου εμφανίζονται “λογικές” δομές με 4, 5 ή και περισσότερες αξίες, πρόκειται για αριθμητικές συναρτήσεις, που δεν έχουν καμιά οντολογική αναφορά. Κάθε στιγμή μπορούν να αναχθούν, σύμφωνα με τον Peirce, στην τριαδικότητα.

Ας ακούσουμε τι έχει να πει για το θέμα ο Heidegger. Στο δοκίμιο «Grundsätze des Denkens» (Jahrbuch für Psychologie und Psychotherapie, VI, 1958/9, p33-41) επιβεβαιώνει στην πρώτη παράγραφο, πως τα θεμελιώδη στοιχεία της παραδοσιακής μας σκέψης, αναπαρίστανται με τις προτάσεις της ταυτότητας, της αντίθεσης και του αποκλεισμένου τρίτου. Στην δεύτερη παράγραφο συνεχίζει: “Οι τύποι των νόμων της σκέψης συμπλέκονται με ένα περίεργο τρόπο. Έγιναν και προσπάθειες να αποδειχθεί πως οι προτάσεις προκύπτουν η μια από την άλλη. Αυτό έγινε με διάφορους τρόπους. Η πρόταση της αντίθεσης, Α δεν είναι ίσο (ίδιο) με το Α, γίνεται αντιληπτή ως η αρνητική μορφή της θετικής πρότασης, της ταυτότητας, Α=A. Αλλά και αντίστροφα: η πρόταση ταυτότητας ισχύει, εφόσον σχετίζεται με μια κρυμμένη αντίθεση, ως μια ακόμα μη ανεπτυγμένη μορφή της πρότασης αντιθέσεως. Η πρόταση του αποκλεισμένου τρίτου (tertium non datur, tnd) προκύπτει είτε ως άμεση συνέπεια των δυο πρώτων, είτε κατανοείται ως ενδιάμεσο μέλος τους”.

Είναι αξιοσημείωτο πως ο Heidegger αποδίδει στο tnd μια πιθανή διπλή θέση. Η τρίτη τιμή μπορεί να κατανοηθεί είτε ως “ενδιάμεσο μέλος” μεταξύ θετικότητας και άρνησης, είτε ως έκφραση μιας νομοτέλειας, που τις ακολουθεί.

Στην πρώτη περίπτωση οδηγούμαστε στην ερμηνεία του φαινομένου της πολυαξιακότητας, η οποία είχε για πρώτη φορά διαδοθεί από την πολωνική σχολή (Łukasiewics) από την δεκαετία του 1920.

Ο Heidegger όμως υποδεικνύει πως στο tnd μπορεί να αποδοθεί και μια άλλη ιδιότητα (θέση). Εμφανίζεται ως “συνέπεια” του λογικού κατασκευάσματος, το οποίο εκτείνεται μεταξύ της θετικής και της κλασσικής-αρνητικής οριακής τιμής. Ο Heidegger κάνει δυστυχώς μια πολύ επιφανειακή διάκριση μεταξύ του tnd ως ενδιάμεσης τιμής της κλασσικής σκέψης και ως τιμής-συνέπειας, και δεν προχωρά την ανάλυση. Δεν μπορεί να απαλλαγεί κανείς από την εντύπωση, πως ο Heidegger, είτε δεν είχε συνείδηση των τεράστιων συνεπειών της παρατήρησης του, είτε φοβήθηκε από τις συνέπειες και αποτραβήχτηκε. Γιατί αυτές οδηγούν κατευθείαν σε μια διάσταση, όπου σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να ψάξει για προβλήματα της σκέψης.

Αν το tnd ερμηνευθεί ως υπόδειξη μιας τρίτης τιμής, που βρίσκεται πέρα από τον χώρο της κλασσικής σκέψης, βρισκόμαστε τότε κατευθείαν ενώπιον του προβλήματος του αριθμού, και το ερώτημα, πως σχετίζεται το μέτρημα με την σκέψη, δεν μπορεί πια να παραμερισθεί. {Η θεμελιώδης βάση όλης της λογικής είναι ο λογισμός των προτάσεων (propositional calculus, Aussagenkalkül). Και η κλασσική λογική που προέρχεται από τον Αριστοτέλη, βασίζεται σε ένα συμμετρικό τελεστή άρνησης και 8 ιεραρχικές αξίες τεσσάρων θέσεων. Προστίθενται σ’ αυτά άλλες 2 ιεραρχικές αξίες για τις μεταβλητές p και q. Αν συμπεριληφθεί στις τιμές αυτές και η αντίστοιχη άρνηση κάθε ακολουθίας, προκύπτουν άλλες 8 σειρές τιμών με 4 θέσεις. Μαζί με τις πρώτες 8 σειρές θέσεων, μας κάνουν 16.}

Αν εισαχθεί όμως μια τρίτη τιμή πέρα από, και ως συνέπεια της ολοκληρωτικής-εναλλακτικής στην απόλυτη θετικότητα και κλασσική-απόλυτη αρνητικότητα (στα πλαίσια των οποίων κινούνται οι πιθανότητες και οι δυνατότητες) ανεβαίνει ο αριθμός εκείνων των σειρών αξιών, που αντιστοιχούν στις 16 σταθερές του Frege, στον αριθμό 7.625.597.484.987. Δηλαδή από (2^(2)^2) της κλασσικής λογικής, σε (3^(3)^3), για το επόμενο σύστημα. Πρέπει να έχει πολύ λίγη λογική φαντασία εκείνος που δεν αντιλαμβάνεται κατευθείαν, πως με την μετάβαση από το σύστημα δευτέρου βαθμού στο σύστημα τρίτου βαθμού, συνέβη μια μετάβασις εις άλλο γένος. Μια εντύπωση που επιβεβαιώνεται όταν συνειδητοποιήσει κανείς πως το χάσμα που χωρίζει το σύστημα τρίτου βαθμού από το σύστημα τέταρτου βαθμού, είναι ακόμα πιο αφάνταστα μεγαλύτερο. Και πως με λίγα βήματα-βαθμού, μπαίνει κανείς σε χώρους αριθμών, που έχουν περισσότερα από 100 ψηφία.

Ρωτάμε: Τι συμβαίνει; για το ότι οι αριθμοί που αποτελούνται από εκατομμύρια ή και δισεκατομμύρια ψηφία, δεν μπορούν να επεξεργασθούν με τις κλασσικές αριθμητικές μεθόδους, δεν αξίζει να πούμε περισσότερα. Φτάσαμε σε ένα σημείο, όπου τίθεται το ερώτημα για την σχέση αριθμού και έννοιας με ένα εντελώς νέο τρόπο.

Για να αποκαλύψουμε την ερώτηση αυτή, με την μορφή μιας πρότασης που μπορεί να απαντηθεί, πρέπει να επιστρέψουμε στην θεωρία των δυαδικών αριθμών του Leibniz. Όπως είναι γνωστό, το δυαδικό σύστημα χρησιμοποιεί μόνο δυο αριθμητικά σημεία(σύμβολα): το μηδέν (0) και το ένα (1). Είναι επομένως αναμενόμενο να ταυτιστεί το μηδέν με την άρνηση και το ένα με την θετική τιμή. Με το τρόπο που χρησιμοποίησε ο Leibniz την διαφοροποίηση αυτή, το μηδέν έχει την λειτουργία μιας άδειας θέσης, όπου το ένα μπορεί να επαναληφθεί επ’ αόριστον. Για να επιτραπεί στο ένα η αόριστη επανάληψη, επιτρέπεται και για τις άδειες θέσεις η αόριστη επανάληψη. Αν εξισωθεί όμως η σημασία των αριθμών, οι οποίοι σημαίνουν τον βαθμό ενός συστήματος, με ένα λογικό σύστημα, τότε προκύπτει αναγκαίως το συμπέρασμα, πως για μια φιλοσοφία που χρησιμοποιεί μια λογική δευτέρου βαθμού (κλασσική), μόνο ένα αριθμητικό σύστημα που μπορεί να μετρήσει μέχρι το 2, είναι χρήσιμο. Με αυτή την έννοια είναι η υποτίμηση της αριθμητικής σκέψης, την οποία (υποτίμηση) αναδεικνύει ο Heidegger, φιλοσοφικά θεμελιωμένη και δικαιολογημένη.

Η έκταση του δυαδικού συστήματος σε δύο αριθμούς, που ο Leibniz ξεκίνησε, είναι κάτι λίγο περισσότερο από την συνεπή λειτουργία ενός μηχανισμού χωρίς μεταφυσικό υπόβαθρο. Ο επόμενος πίνακας παριστάνει την μέθοδο του Leibniz και περιλαμβάνει ταυτόχρονα μια κριτική.

Σελίδα 15 του κειμένου: Martin Heidegger und die Weltgeschichte des Nichts

Στο πάνω μισό του πίνακα έχουμε το δυαδικό σύστημα όπως το κατασκευάζει ο Leibniz, σε κάθετες κολώνες. Στην κατώτερη σειρά είναι τα αντίστοιχα ψηφία του παραδοσιακού δεκαδικού συστήματος. Στον ενδιάμεσο χώρο γράψαμε τρεις σειρές αριθμών με την μορφή αρίθμησης του δεκαδικού συστήματος. Η πρώτη ξεκινά με το ένα και φτάνει μέχρι το σημείο όπου ξεκινούν οι αριθμοί που γράφονται με 4 ψηφία (0001). Η δεύτερη ξεκινά από εκεί, και η τρίτη από τον πρώτο αριθμό που γράφεται με 5 ψηφία. Στην πρώτη οριζόντια σειρά, οι αριθμοί 2 και 3 είναι υπογραμμισμένοι. Οι αριθμοί που αντιστοιχούν στις θέσεις με 4 ψηφία είναι όλοι υπογραμμισμένοι. Αν παρατηρήσει κανείς τις δυαδικές μορφές που βρίσκονται από πάνω τους (από 0001 μέχρι 1111), θα διαπιστώσει πως οι τελευταίες αποτελούν μια ακριβή απεικόνιση των 8 θετικών σταθερών του Frege (Frege-Konstanten), καθώς και των 8 αρνήσεων τους. Εδώ δεν πρόκειται περί απεικόνισης τιμών, αλλά περί μιας ομάδας δομών που δεν μεταβάλλονται με την άρνηση (negationsinvariant), και πάνω στις οποίες απεικονίζονται οι κλασσικές τιμές.

Με τέτοιες δομές είναι δυνατές μόνο οι μαθηματικές πράξεις, οι οποίες έχουν επιδειχθεί εδώ και πολύ καιρό. Συμπερασματικά και με μια διαφοροποιημένη έννοια, μπορεί να πει κανείς πως εντός ενός δυαδικού συστήματος, μπορούν να γίνονται πράξεις με οκτώ αριθμούς. Στο σύστημα του Heidegger, με τον ριζικό διαχωρισμό της έννοιας από τον αριθμό, η κλασσική μεταφυσική με την απλή αντιπαράθεση του Είναι και του Τίποτα υπονοεί μόνο τις δυο θεμελιώδεις έννοιες αριθμών, που αυτά τα υπερβατικά στοιχεία σημαίνουν.

Μετάφραση: Πέτρος

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος