>Ο ΠΑΠΑΣ

>Η τρέλλα του πάπα Ρώμης πρέπει να γραφτεί όπως ο Πελοποννησιακός πόλεμος του Θουκυδίδη, για να γνωρίζει και να συνέρχεται η ανθρωπότης από την πιο καταστροφική και παιδαριώδη μορφή της υπερηφάνειας, την ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΙΑ. Η οποία μετά την κυριαρχία του πάπα οδηγεί πλέον τον τρέχοντα πολιτισμό, ιδίως στην Αμερικάνική του εκδοχή! Γνωρίζουμε πολιτισμούς ηρώων, αγίων, σοφών, πολυμαθών, επαναστατών! Όλοι τους άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο ανακεφαλαίωσαν τις ανθρώπινες αρετές. Η Μεγαλομανία όμως, η οποία κυριαρχεί απολύτως στην σύγχρονη επιστήμη, θεολογία και φιλοσοφία δεν είναι ανθρώπινη. Ο χαρισματικός ο οποίος λατρεύεται σήμερα δεν είναι άνθρωπος, είναι ένα κομμάτι της Θεότητος, ένας Θεός ο οποίος φορτώνεται στις πλάτες του την ευθύνη της εξελίξεως!

Για πρώτη φορά και ίσως για τελευταία η ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΙΑ οδηγεί τις σκέψεις, τις αποφάσεις και τα αισθήματα του ανθρώπου στην απόλυτη καταστροφή! Καταρχάς του ιδίου του ανθρώπου ο οποίος καταλαμβάνεται από αυτή. Διότι είναι ανίκανος για οποιαδήποτε ανθρώπινη πράξη. Διότι χάριν της αξιοπρέπειάς του, χάνει την ανθρωπινότητά του. Οι ρίζες αυτής της καταστροφής, της μεγαλύτερης επινοήσεως του Εωσφόρου για να επικρατήσει της ανθρωπότητος, διαιρώντας την για πάντα, βρίσκονται στον παπισμό. Ο οποίος ανενόχλητος λεηλάτησε και το σπίτι μας, παρότι συνεχίζουμε τον ύπνο μας και δεν το γνωρίζουμε ακόμη!

Παρότι μας είχε προειδοποιήσει το Ελληνικό σατυρικό πνεύμα τραγουδώντας στον Χριστόδουλο στην εποχή του:
«Υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω πολύ αν δε βγω στο γυαλί»!

Από το ευαγγέλιο λοιπόν ξεκινά η καταστροφή μας όσο και αν φαίνεται απίστευτο! Όπως κάποτε είχε ξεκινήσει από τον παράδεισο:

Κατά Ματθαίον, (16:13-18): …Tίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τoν υιόν του ανθρώπου; … αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος είπε: Σύ εί ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος … καγώ δε σου λέγω ότι σύ εί Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής!

Αυτό το απόσπασμα θεωρείται από την Ρώμη η Αρχή της Εκκλησίας και φανερώνεται ο Θεμέλιος λίθος της, δηλαδή ο Πέτρος! Το επιχείρημα δε ισχυροποιείται καθώς είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται, στα Ευαγγέλια, ο όρος Εκκλησία!

Στην συνέχεια ο μύθος του Πέτρου, πρώτου επισκόπου Ρώμης, συνεχίζει την ανάπτυξή του στα Απόκρυφα, συγκεκριμένα στις πράξεις του Πέτρου, όπου αναφέρεται πως ο Πέτρος, φεύγοντας από την Ρώμη για να αποφύγει τον διωγμό, βλέπει μπροστά του τον Ιησού ο οποίος τον ερωτά: Quo vadis? (Που πας;) και πως ο Πέτρος γυρίζοντας πίσω θέλησε να σταυρωθεί με το κεφάλι προς τα κάτω διότι δεν ήταν άξιος να μαρτυρήσει όπως και ο Κύριος.

Ακολουθεί η θαυμαστή εύρεση του τάφου του αποστόλου Πέτρου, δίπλα σχεδόν στο κεντρικό Ιερό του Αγίου Πέτρου και η Θριαμβευτική ανακοίνωση μέσω του ραδιοφώνου στα 1950.

Στα 1953 ανακαλύπτονται τα οστά του Πέτρου τα οποία επιβεβαιώνεται επισήμως ότι ανήκουν στον Απόστολο από τον πάπα Παύλο VI, στις 26 Ιουνίου 1968!

Όπως φαίνεται ξεκάθαρα δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη της παρουσίας του Πέτρου στη Ρώμη. Υπάρχουν όμως αποδείξεις περί του αντιθέτου. Ο Άγιος Ειρηναίος της Λυών γράφει γύρω στα 200 μ. Χ. μία λίστα των πρώτων 12 επισκόπων της Ρώμης. Ξεκινά λοιπόν από τον Λίνο και όχι από τον Πέτρο. Και ακόμη, ένα Αποστολικό σύνταγμα του 270 αναφέρει πως ο Λίνος χειροτονήθηκε από τον απόστολο Παύλο, χωρίς να αναφέρεται καθόλου ο Πέτρος!

Σήμερα ακόμη και οι οικουμενιστές και οι καθολικοί Βιβλικοί Θεολόγοι ομολογούν πως δεν υπάρχει καμμία σίγουρη μαρτυρία περί της παρουσίας του Πέτρου στη Ρώμη, Raymond Brown, “Peter in the New Testament”, Minneapolis, 1973.

Διότι την απόδειξη της παρερμηνείας των λόγων του Κυρίου, πάνω στους οποίους βασίστηκε η Λατινική αίρεση, την δίνει η πρώτη επιστολή του Πέτρου (2:4-8) : «Πρός ον προσερχόμενοι, λίθον ζώντα, υπό ανθρώπων μέν αποδεδοκιμασμένον, παρά δέ Θεώ εκλεκτόν, έντιμον, και αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε, οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον, ανενέγκαι πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τω Θεώ διά Ιησού Χριστού…» …Ελάτε κι εσείς να χρησιμοποιηθείτε σαν ζωντανά λιθάρια στο χτίσιμο του πνευματικού ναού, στον οποίο σαν Άγιο ιεράτευμα, θα προσφέρετε Θυσίες πνευματικές ευπρόσδεκτες στο Θεό δια του Ιησού Χριστού!

Οι λόγοι του Πέτρου, τους οποίους διαβάσαμε στην ομώνυμη επιστολή, ως γνωστόν έρχονται από τον Ησαΐα (28, 16): «Αλλά ο Κύριος ο Θεός λέει: εγώ θα βάλω στη Σιών ένα λιθάρι, λιθάρι στέρεο, πολύτιμο, ακρογωνιαίο, λιθάρι θεμέλιο γερό, κι όποιος πιστεύει σε μένα δεν θ’ απογοητευτεί. Το δίκαιο θα κάνω μέτρο και τη δικαιοσύνη στάθμη».

Το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης, διότι είναι «διάδοχος του Πέτρου», χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σαν τίτλος του πάπα Ρώμης στα 451 από τον Μεγαλομανή Λεόντα 1ο τον Μέγα στην Σύνοδο της Χαλκηδόνος, όπου στον κανόνα 28 πιστοποιείται επίσης η Ισότης του πρωτείου των Επισκόπων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.

Ο τίτλος Αντιπρόσωπος του Θεού (Vicario di Cristo) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα 495 για τον Γελάσιο τον 1ο από την Σύνοδο της Ρώμης.

Ο θρόνος του Πέτρου, ο οποίος εκτίθεται σαν κάτι Ιερό στο γλυπτό του Bernini «η έδρα του Αγίου Πέτρου», είναι ένα δώρο του Αυτοκράτορος Κάρολου του Φαλακρού του 875 στον πάπα Ιωάννη Η’ για την στέψη του σε αυτοκράτορα.

Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΕΨΗ ΕΔΡΑΙΩΣΕ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ (κατά τον Ζηζιούλα).

Ας τελειώσουμε όμως αυτό το πρόχειρο Ιστορικό της Μεγαλομανίας (την ενσάρκωση του εωσφόρου) με την λίστα των δογμάτων που η Λατινική Εκκλησία υποχρεώνει όλους τους πιστούς της να πιστεύουν ώστε να μπορούν να είναι Καθολικοί. Είναι μία πρόχειρη λίστα γραμμένη στα 1998 (στο αποκορύφωμα του αγίου Διαλόγου) από τον Καρδινάλιο Ratzinger χωρίς καμία υποχρέωση πληρότητος.

Όλα τα Χριστολογικά και γύρω από την Θεοτόκο δόγματα, τα δόγματα της ιδρύσεως της Θ. Ευχαριστίας και των Μυστηρίων από τον Χριστό και την επάρκειά τους ως προς την χάρη, το δόγμα της πραγματικής και ουσιαστικής παρουσίας του Χριστού στην Ευχαριστία και την Θυσιαστική Φύση της Ευχαριστίας, την θεμελίωση της Εκκλησίας από την θέληση του Χριστού, το δόγμα στο πρωτείο και στο αλάθητο του Ρωμαίου πάπα, το δόγμα στην ύπαρξη του προπατορικού αμαρτήματος, το δόγμα στην αθανασία της πνευματικής ψυχής και της αμέσου ανταμοιβής μετά θάνατον, την έλλειψη λάθους στα εμπνευσμένα Ιερά κείμενα, το δόγμα για την θανάσιμη αμαρτία του ηθελημένου φόνου ενός αθώου ανθρωπίνου όντος.

Εμείς μπορούμε να προσθέσουμε, λόγω πείρας, και ένα άγραφο δόγμα: Την αποδοχή με πίστη του χιτλερικού χαιρετισμού του πάπα προς τους Γιαπωνέζους και Φιλιππινέζους «πιστούς» που κατακλύζουν το προαύλιο του Αγίου Πέτρου κάθε Κυριακή. Διότι Ρωμαίοι δεν υπάρχουν πλέον. Σε λίγο θα προστεθούν και οι ορθόδοξοι με τις βιντεοκάμερες.

Ο Πάπας, ο αρχηγός μας, ο θεός μας!

Αμέθυστος

>Δ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXIV)

Το να δοκιμάσουμε να αποτιμήσουμε την γιγάντια προσπάθεια του Hegel με συντομία και σε λίγες γραμμές είναι απολύτως παρακινδυνευμένο. Δεν μπορούμε να μην θαυμάσουμε την ειλικρινή πίστη του Hegel πως το Τριαδικό δόγμα αποτελεί την συνθετική αναπαράσταση της προόδου της αυτοπραγματώσεως του Θεού και επομένως το κεντρικό θέμα του στοχασμού του. Η επεξεργασία του κύκλου ζωής (Lebenslanf) του Τριαδικού θεού μέσω της έννοιας: Αυτή είναι η αποστολή που αναθέτει στη φιλοσοφία του για να μπορεί να είναι ο εαυτός της και επομένως να μπορεί να γίνει αυτοσυνειδησία και θεία αυτοσυνειδησία.

Δεν δοκιμάζει στ’ αλήθεια ο Ηegel να περιγράψει την Τριάδα σαν μια γενεαλογία a priori δηλαδή σαν μια καθαρή λογική πρόοδο; Με πανίσχυρη μαγεία ο Hegel ανακατεύει και μειώνει καθ’ εαυτές όλες τις πτυχές της φιλοσοφικής όσο και της θεολογικής σκέψεως της Δύσεως. Από τον Παρμενίδη στον Αριστοτέλη, από τον Καρτέσιο στον Σπινόζα, αλλά επίσης και από τον Αυγουστίνο στον Λούθηρο και στον Μπαίμε, αφομοιώνει τα πάντα και ταυτοχρόνως τα αναπαράγει μέσα στην κίνηση του συστήματός του.

Αλλά όπως ο Θεός δεν είναι Θεός χωρίς τον κόσμο, τοιουτοτρόπως για τον Ηegel ο Υιός του Θεού δεν είναι Υιός χωρίς την ενσάρκωση, και το Άγιο πνεύμα δεν υπάρχει χωρίς Χριστιανική κοινότητα. Δεν υπάρχει εσωτερική ζωή χωρίς εξωτερική δραστηριότητα. Οι αιώνιες πρόοδοι δεν πραγματοποιούνται χωρίς τις έγχρονες αποστολές. Σε ένα είδος στοχαστικού παραληρήματος ο ενδοτριαδικός δυναμισμός συλλαμβάνεται σαν ένας αναγκαίος κύκλος ανάλογως εκείνου της δημιουργίας, καταλλαγής και εσχατολογικής επιστροφής στον Θεό. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει αιώνια Τριάδα χωρίς την οικονομική! Ο κόσμος είναι η αλήθεια του Θεού. Η ιστορία είναι η πραγματικότητα της Τριάδος και σαν τέτοια η δίκη, η πρόοδος, η δικαίωση του θεού. Η διαλεκτική του γίγνεσθαι είναι αυτή η ίδια η θεοδικία.

Επιπλέον στη Τριαδική έκφραση το πρόσωπο σαν υποκείμενο μοιάζει να προηγείται των τριών θείων προσώπων, καθένα από τα οποία πραγματοποιείται στο άλλο, ενώ από το άλλο μέρος τα Τριαδικά πρόσωπα λόγω της ίδιας τους της λογικής δομής φαίνονται εξατομικευμένα ανεξαρτήτως της προσωπικής τους κοινωνίας. Ο Ηegel δηλαδή φαίνεται να υπολογίζει την Τριάδα τόσο σαν καθολικό υποκείμενο όσο και σαν ενότητα τριών προσώπων.

Από αυτή την δεύτερη άποψη το Απόλυτο δεν φαίνεται να αποτελεί ένα μόνο θεϊκό πρόσωπο (Persona Dei) αλλά φαίνεται περισσότερο σαν μια δομή της προσωπικότητος. Παρότι ταυτοχρόνως στη “φαινομενολογία του πνεύματος” ο Ηegel φαίνεται να σκέπτεται το Απόλυτο σαν υποκείμενο και επομένως με τον τρόπο του, σαν μια και μοναδική Persona Dei. Παρότι λοιπόν λείπει καταρχάς από τον Ηegel μια ξεκάθαρη Τριαδική διαφοροποίηση των θείων προσώπων, ξεπερνά την κριτική της Persona Dei που ξεκίνησε με τον Καντ και συνέχισε με τον Φίχτε, καθώς φθάνει να συλλάβει το υποκείμενο όπως ξαναβρίσκεται στον άλλον αντί να περιορίζεται από τον άλλον και να μειώνεται τοιουτοτρόπως σε πεπερασμένο. Συγκεκριμένα στην “Φιλοσοφία της θρησκείας” φαίνεται να περνά αποφασιστικά από την υποκειμενικότητα του Απολύτου στην πολλαπλότητα των προσώπων του Απολύτου, αποκαλύπτοντας την δομή του υποκειμένου το οποίο ξαναβρίσκει τον εαυτό του στον άλλον. Η προσωπικότης του προσώπου φαίνεται τώρα πια ξεκάθαρα βασισμένη στην αναγκαία διαπροσωπική κοινωνία. Στην “Φιλοσοφία της θρησκείας” λοιπόν αναπτύσσεται η έννοια του προσώπου με τέτοιον τρόπο ώστε η ζωή του θεού να γίνεται κατανοητή ξεκινώντας ακριβώς από τις σχέσεις των θεϊκών προσώπων. Εδώ, παρατηρεί ο Pannenberg, ο Φιλόσοφος συνέλαβε την ενότητα του θεού με μια ένταση και ενέργεια απλησίαστες μέχρι τότε, και μάλιστα όχι μέσω της μειώσεως της τριπλής προσωπικότητος αλλά μέσω του πιο λεπτού τονισμού της ιδέας της προσωπικότητας του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος. Μέσω αυτής της βαθειάς ιδέας, κατά την οποία το Είναι του προσώπου υπάρχει στο δόσιμο του εαυτού του σ’ ένα άλλο πρόσωπο, ο Ηegel κατανόησε την τριάδα σαν ενότητα η οποία πραγματοποιείται μόνον στην πρόοδο του αμοιβαίου δοσίματος. Όχι μειώνοντας λοιπόν ή αδειάζοντας από νόημα τις προσωπικές διαφορές, αλλά αντιθέτως τονίζοντας την ιδέα της προσωπικότητας του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ο Ηegel κατορθώνει να συλλάβει με νέο τρόπο την ενότητα του Θεού.

Παρότι όμως κάθε στιγμή ή κάθε υποκείμενο του Τριαδικού κύκλου είναι πρόσωπο, και αυτή η ίδια η κοινωνία τους είναι επίσης πρόσωπο και υποκειμενικότης. Με άλλα λόγια παραμένει μία ένταση ανάμεσα στα βασικά μέρη του συστήματος, ανάμεσα σ’ εκείνο που απαιτεί την υποκειμενικότητα του Απολύτου και σ’ εκείνο που περιλαμβάνει μέσα στο απόλυτο την Τριαδική υποκειμενικότητα. Υπάρχουν και άλλες εντάσεις (άλυτα ή αδιάφανα μέρη) στο Εγελιανό σύστημα, τα οποία προέρχονται π.χ. από τη θολή διάκριση της συνειδήσεως του εαυτού, από την αγάπη ή την ταυτοποίηση υποκειμένου και εννοίας. Εάν δεν διακριθεί η αυτοσυνειδησία από την αγάπη και δεν απομακρυνθεί το υποκείμενο από την έννοια, πώς θάχουμε την σοβαρότητα του Είναι του προσώπου στην κοινωνία του με το άλλο;

Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί λοιπόν την μεγαλοφυή έμπνευση η οποία συλλαμβάνει το πρόσωπο σαν υποκειμενικότητα πραγματοποιημένη στον δυναμισμό της αγάπης; Αλλά την ίδια στιγμή ποιος μπορεί να αντέξει την απεριόριστη φιλοδοξία μιας καθησυχαστικής εννοίας η οποία φαντάζεται ότι σβύνει κάθε παραδοξότητα που συναντά η ανθρώπινη σκέψη στοχαζόμενη γύρω από τον Θεό; Στο τέλος-τέλος το πρόσωπο του Hegel δεν είναι πρόσωπο παρά μέσα στη συνείδηση. Στην “φαινομενολογία του πνεύματος” ο Hegel περιγράφει την διαδρομή που διατρέχει το ΕΓΩ μέχρι να γίνει αυθεντικά πρόσωπο, κάτι που κατορθώνεται μόνο με τη βοήθεια της φιλοσοφίας. Συμπεραίνεται τοιουτοτρόπως, όπως παρατηρεί ο Bouhoffer, πώς ο θεός δεν μπορεί να «είναι» παρά μόνον μέσα στο συνειδητό πνεύμα το οποίο έρχεται εις εαυτόν.

Για να πάρουμε στα σοβαρά τον Hegel, πρέπει να συμπεράνουμε πως ο θεός «είναι» μόνον στο πνεύμα που γνωρίζει τον εαυτό του και επομένως στην φιλοσοφία, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση όχι σαν αντικειμενικό ον, αλλά μέσα στην ολοκλήρωση της Φιλοσοφίας.

Ενώ αντιθέτως η καθαρή υπερβατική φιλοσοφία, όπως έδειξε ο Σλάϊερμαχερ, βρίσκεται σε σχέση με την υπερβατικότητα δηλαδή είναι καταρχάς ανοιχτή, η Εγελιανή Ιδεαλιστική Φιλοσοφία εμπλέκει το σύστημα, μέσα στο οποίο κατοικεί αυτός ο Ίδιος Θεός. Έτσι όμως η φιλοσοφία του Ιδεαλισμού αποκαλύπτεται σαν μία πυκνή κίνηση στο εσωτερικό μίας πληρότητος δοσμένης ήδη καθεαυτής! Βρίσκω τον θεό καθώς συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου. Συνειδητοποιούμαι, βρίσκω τον εαυτό μου δηλαδή, βρίσκω τον Θεό. Γι’ αυτόν τον λόγο για τον Hegel ο Θεός είναι όπως ακριβώς τον σκέπτομαι.

Και ακόμη παραπάνω ο Θεός σκέφτεται τον εαυτό του μέσα στην σκέψη μου και μέσα σ’ αυτήν τη σκέψη μου ο Θεός γίνεται Θεός. Ο Τριαδικός Θεός γίνεται Τριάδα μέσα μου. Δεν είναι αλήθεια πως μέσα στην οργιαστική έκσταση του Εγελιανού στοχασμού ή αν προτιμούμε «στην λογική αυτοκρατορία της έννοιας» καταλήγει προβληματικός αν όχι και αδύνατος ο Θεός του Αβραάμ και του Ιησού Χριστού εφόσον χαρακτηρίζεται υποκείμενο, Ιδέα, Πνεύμα;

Οπωσδήποτε ο Hegel ταύτισε την γνώση του Θεού με την γνώση αυτής της ίδιας της Αλήθειας. Αυτή η γνώση είναι δυνατή μόνον ακολουθώντας την κίνηση της αλήθειας και έτσι πρέπει να διαθέτει αυτή η ίδια κίνηση. Φαίνεται λοιπόν πως μ’ αυτόν τον τρόπο ο Hegel ελευθέρωσε από τις ψεύτικες βεβαιότητες κάθε θρησκευτικού a-priori τονίζοντας τον αντιφατικό χαρακτήρα της αλήθειας. Όμως ο Hegel ο ίδιος, δεν εξίσωσε την αλήθεια με την αλήθεια που μπορεί να σκεφτεί ο άνθρωπος; Δοκίμασε μήπως να φέρει στ’ αλήθεια τον άνθρωπο πρόσωπο με πρόσωπο με την δυνατότητα συνάντησης με το Μυστήριο του Θεού; Αναγνώρισε ποτέ την Ελευθερία της Κυριότητος του Θεού; Ειπώθηκε πολύ σωστά πως ο Εγελιανός λόγος δεν επιτρέπει να σκεφτούμε το τυχαίο γεγονός μέσα στην Ιστορία σαν ένα γεγονός γενναιοδωρίας. Από τον Kant στον Σέλλινγκ και τον Hegel έχουμε μια συνεχή αύξηση του Θεού σαν απόλυτο, αλλά μόνο για να τον χάσουμε σαν προσωπικό Θεό, ή ακόμη καλύτερα σαν Τριάδα προσώπων ενυπάρχουσα σε αιώνια περιχώρηση.

Επιτέλους βλέπουμε με τον Hegel, την μυστική φιλοδοξία του Καρτεσιανού cogito να πραγματοποιήται. Δοξάζοντας την αποθέωσί της, η συνείδηση ενεργεί σαν φανέρωση αυτού του ίδιου του Θεού στον άνθρωπο. Επειδή όμως αυτή η συνείδηση τελικώς δεν μπορεί να είναι η παρουσία της ανθρώπινης δραστηριότητας καθ`εαυτής, να που η κορυφαία έκφραση της θεολογικής σκέψης στην μοντέρνα σκέψη, όπως είναι η Εγελιανή, συμπίπτει κατά βάθος με την ανεπανόρθωτη άρνηση της υπερβατικότητας δηλ. με τον πιό ριζοσπαστικό αθεϊσμό! Χάριν ακριβώς του Hegel η εμπιστοσύνη της νοήσεως στον Θεό μπορεί να αντιστραφεί στον τιτανισμό της νοήσεως χωρίς Θεό ή ακόμη χειρότερα εναντίον του Θεού!

Πιο συγκεκριμένα ο Hegel κατόρθωσε να σπάσει την αντίσταση της άκαμπτης ουσίας με μία υποκειμενικότητα ζωντανή και διαθέτουσα επιπλέον εσωτερική κίνηση. Και κατόρθωσε να σκεφτεί την Τριάδα σαν κίνηση της απολύτου φύσεως σε ευκίνητες και ρέουσες έννοιες.

Κατέκτησε μ’ αυτόν τον τρόπο την Persona Dei, σαν καθίδρυσή της στον άλλο, αλλά έχασε το πρόσωπο του Θεού σαν αγάπη που υπάρχει καθ’ εαυτή. Και εάν η θεία αγάπη δεν ενυπάρχει καθ’ εαυτή, όπως και η Persona Dei, και είναι μια απλή λογική πρόοδος χωρίς αυτονομία, υπέρτατη οντολογική αρχή, τότε με ποιόν τρόπο θα μπορέσει να είναι για μας η αγάπη που μας σώζει και μας ελευθερώνει;

Και ακόμη, ποιά είναι η ιστορική κληρονομιά του Εγελιανισμού, κατασπαραγμένου απο την δεξιά, το κέντρο και μια αριστερά; Δεν έχει καμμιά σχέση η κληρονομιά αυτή με τον αθεϊσμό του Φώϋερμπαχ;

Αμέθυστος

>ΠΡΩΤΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

>Έχουν περάσει ηδη τόσες ημέρες από τον θρίαμβο όλων μας έναντι ή υπέρ του οικουμενισμού και καμία ανακοίνωση από την Εκκλησία της Ελλάδος δεν φάνηκε στον ορίζοντα. Εκτός από την «κοινή» ανακοίνωση της επιτροπής ότι δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες της και δεν μπορεί να εκδόσει «κοινά» συμπεράσματα, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα επιχειρήματα που αντηλλάγησαν, για τις διάφορες ερμηνείες που κατατέθηκαν, για τις δικές μας ερμηνείες έστω. Πώς έδοξε συγκεκριμένα στο Άγιο Πνεύμα και στην Ιεραρχία; Ποια είναι τα όρια που έθεσαν οι δικοί μας στην κοινή επιτροπή; Οι επίσκοποι ενημερώθηκαν λεπτομερώς πάνω στα πεπραγμένα; Ενδιαφέρονται τουλάχιστον; Ή μήπως είναι Απόρρητα της Αρχιεπισκοπής;

Το περίεργο δε είναι, πως κανείς δεν ζητά ενημέρωση! ΚΑΝΕΙΣ!!!

Αυτά τα δυό τραγικά Αρχέτυπα της Αλήθειας ή της Αληθινής Εκκλησίας (της Ορθοδοξίας και της Λατινικής Εκκλησίας) συνεχίζουν να μάχονται σε ξένο αχυρώνα. Αυτά τα δύο Αρχέτυπα στα οποία διχάστηκε η επίγεια ζωή συνεχίζουν τον εμφύλιό τους μέσα στο κεφάλι μας! Νομίζοντας πως η μάχη τους είναι πραγματική. Οι Γέροι και οι Νέοι. Το κοσμικό φρόνημα κατορθώνει με δυσκολία να τα κρατά ενωμένα με τον Πολιτισμό, με την Τέχνη! Η Εκκλησία και στις δύο όχθες δεν παράγει πλέον Πολιτισμό και Τέχνη και είναι καταδικασμένη να προσπαθεί την ενότητά της στην επικράτηση του ενός στον άλλο. Αδιαφορώντας για το γεγονός πως ο αχυρώνας είναι ξένος. Πως η Εκκλησία είναι η καινή κτίσις, ούτε η παληά ούτε η νεα. Ότι η εκκλησία δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με την λογική των Γερόντων ούτε με την Εξατομίκευση των Νέων. Αδιαφορώντας για το γεγονός πως η παραδοσιακή και πιστή Ορθοδοξία δεν ανήκει στην Εκκλησία πλέον, όπως ακριβώς και η Λατινική αίρεση. Πως οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούνται σήμερα από τους Νεο-ορθοδόξους γεροντόπληκτους όπως χρησιμοποιήθηκαν πριν λίγα χρόνια οι Αρχαίοι Έλληνες από τους Νεο-έλληνες. Αδιαφορώντας για το αυτονόητο: Πως ορθοδοξία δεν σημαίνει ορθή πίστη, ορθή γνώμη αλλά ορθή πράξη.

Αυτή ακριβώς που εγκατελείφθη από όλους.

Αμέθυστος

>Γ) Η ΤΡΙΑΔΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: HEGEL

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXIIΙ)

Τί σημαίνει όμως σ’ αυτό το σημείο, εμβαθύνοντας τον στοχασμό, ότι ο θεός είναι «τρία πρόσωπα»; Σημαίνει, απαντά ο Hegel, πως ο θεός σαν άπειρη υποκειμενικότης περιέχει την αντίφαση και μαζί και την λύση της: «Λύση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει αντίφαση, αλλά πως αυτή η αντίφαση λύνεται για να αποδείξει ότι πρέπει να γίνει κατανοητή η απόλυτη αντίθεση. Διότι η προσωπικότης είναι αυτός ο ακραίος όρος, ο οποίος στην αφαιρετικότητά του διατηρείται μόνον σαν λυμένος, αλλά που στην ουσία του δεν είναι απομονωμένος. Καθορισμός της μορφής εδώ είναι η άπειρη μορφή και κάθε στιγμή είναι σαν ένα υποκείμενο. Η προσωπικότης είναι ελευθερία και γι’ αυτό στο άπειρο Eίναι της δι’ εαυτήν είναι αληθινή στην ίδια της την έννοια, και γι’ αυτό είναι ο καθορισμός της ταυτότητος καθ’ εαυτής, της καθολικότητος. Αυτό το στοιχείο του στοχασμού είναι αυτή καθ’ εαυτή η παραίτηση η ίδια στην πιο υψηλή της στιγμή και η αιώνια κίνηση είναι η έννοιά της». Ο θεός είναι ένας και Τριαδικός, κατά τον Hegel, επειδή είναι πνεύμα ή άπειρη υποκειμενικότης, η οποία παρότι είναι μία, μάλιστα δε για να μπορεί να είναι μία, γίνεται σε τρεις στιγμές ή σε τρία πρόσωπα.

Ας δούμε τώρα πως προσπαθεί να εξηγήσει το ξεδίπλωμα αυτής της προόδου του θεού στον θεό. Προσπαθεί να δώσει λύση από τρεις οπτικές γωνίες: (1) της υποκειμενικής συνειδήσεως, (2) του χώρου και του διαστήματος, (3) του χρόνου.

Κατ’ αρχάς, δηλώνει ο Hegel, ο θεός είναι πατήρ, (1) υποκείμενο καθ’ εαυτό, μορφή της αφηρημένης καθολικότητος η οποία καθ’ εαυτή περιλαμβάνει τα πάντα, ουσία η οποία αποκαλύπτεται αλλά δεν φανερούται. (2) έξω από τον κόσμο και την περατότητά του (3) έξω από τον χρόνο και μέσα στην καθαρή σκέψη της αιωνιότητος.

Υστέρα υπάρχει ο θεός Υιός, (1) αντικείμενο καθ’ εαυτό, άπειρη Ιδιαιτερότης, μορφή της φαινομενικής φανερώσεως, της συγκεκριμενοποιήσεως του Είναι για το άλλο, στο στοιχείο της αναπαραστάσεως, συνείδηση συλλαμβανόμενη σε σχέση με το άλλο, (2) μορφή σαν κόσμος, (3) θεία Ιστορία καθότι πραγματική μέσα στην πλήρη ύπαρξη, μείωση έτσι ώστε να εμφανισθεί σαν φαινόμενο, σαν κατεξοχήν Ιστορικό φαινόμενο, άμεση ύπαρξη, αλλά ταυτοχρόνως παρελθούσα, καθώς απερρίφθη!

Τέλος υπάρχει ο θεός άγιο πνεύμα, ο τρίτος που είναι και ο πρώτος, διότι και οι τρεις είναι πνεύμα, ο θεός της μορφής της επιστροφής εις εαυτόν και δι’ εαυτόν: (1) Καθαρή υποκειμενικότης, ο μόνος ελεύθερος μέσω της επιστροφής εις εαυτόν, (2) εσωτερικός τόπος, κοινότης, κατ’ αρχάς μέσα στον κόσμο, η οποία έχει αυτόν τον ίδιο τον θεό πάνω στη γη, επομένως εκκλησία, (3) παρών σαν κάτι περιορισμένο το οποίο διαφοροποιεί τον εαυτό του από το παρελθόν και από το μέλλον και στην συνέχεια σαν παρών το οποίο υψούται και ξαναβρίσκεται, ολοκληρωμένο στην άρνηση της αμεσότητός του, στο όχι ακόμα και επομένως στο μέλλον.

Έτσι λοιπόν ο θεός ή το πνεύμα ή η υποκειμενικότης είναι Μονάς και Τριάς, αιώνια ζωή, ανάπτυξη της Ιδέας, διαλεκτική πρόοδος, εννοιολογική ιστορία της διαφοροποιήσεως, της ασυμφωνίας και της επανευρέσεως εις εαυτόν. Για όλα αυτά ο θεός είναι κατά τον Hegel και αγάπη. Έτσι λοιπόν λέγοντας πως ο θεός είναι πνεύμα ή υποκειμενικότης ισοδυναμεί με το να πούμε πως ο θεός είναι Μονάς και Τριάς διότι ακριβώς είναι αγάπη.

Κατά τον Hegel η λογική αποδεικνύει πως το αφηρημένο Ένα είναι μια κακή κατηγορία. Διότι ένα μόνον πρόσωπο είναι καθ’ εαυτό σκληρό, άκαμπτο. Όμως στην αγάπη το πρόσωπο εγκαταλείπει την ιδιαιτερότητά του πλατύνοντάς την στην καθολικότητα: Στην αγάπη προσφέρω την αφηρημένη μου προσωπικότητα και κερδίζω μια προσωπικότητα πραγματική. «Η αλήθεια της προσωπικότητος είναι ακριβώς αυτή: Κερδίζεται με την εμβάθυνση, με το να βυθιστούμε μέσα στον άλλο. Τί είναι δηλαδή η αγάπη; Η αγάπη, λέει ο Hegel, είναι μια διαφοροποίηση υπάρξεων οι οποίες δεν είναι αναγκαίως διαφορετικές η μία για την άλλη. Η συνείδηση, το αίσθημα αυτής της ταυτότητος, δηλαδή το να είσαι έξω από τον εαυτό και μέσα στον άλλον, αυτό είναι η αγάπη. Έχω την αυτοσυνειδησία μου, όχι σε μένα, αλλά στον άλλον, στον οποίον και μόνον είμαι πεπληρωμένος, έχω την ησυχία μου. Αυτός δε ο άλλος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, καθώς είναι έξω από τον εαυτό του, έχει μόνον σε μένα την αυτοσυνειδησία του και έτσι είμαστε και οι δυο μαζί αυτή μόνον η συνείδηση της εξωτερικότητος και της ταυτότητος, αυτή η διαίσθηση, αυτό το αίσθημα, αυτή η γνώση της ενότητος. Αυτή είναι η αγάπη και αν δεν γνωρίζουμε πως η αγάπη είναι ακριβώς η διαφοροποίηση και η υπέρβαση αυτής της διαφοράς, ο λόγος μας είναι κενός».

[Για πρώτη φορά ο άνθρωπος δηλώνει ότι μπορεί να αγαπήσει τον άλλον χωρίς να έχει προηγουμένως αγαπήσει εξ’ όλης της ψυχής του και της διανοίας του τον Θεό].

Όταν λέμε λοιπόν πως ο θεός είναι αγάπη, θέλουμε να πούμε, κατά τον Hegel, πως αυτός είναι μια διαφοροποίηση και η υπέρβαση αυτής της διαφοράς, ένα παιχνίδι του διαφορετικού χωρίς καμμία σοβαρότητα, καθώς η διαφορά έχει υπερβαθεί σαν απλή αιώνια Ιδέα.

Ο Hegel τώρα πια είναι ευτυχισμένος. Στην σκέψη του το πνεύμα έδωσε μαρτυρία στο πνεύμα. Έδειξε πως η φιλοσοφία του είναι θεολογία και πως σαν τέτοια, είναι μια αληθινή υπηρεσία στον θεό. Ο θεός φανερώθηκε στον Hegel όπως ακριβώς είναι, στην αλήθεια του, διότι ο φιλόσοφος στην έννοιά του τον σκέφτηκε σαν ενότητα και τριαδικότητα προσώπων. Ο Hegel αναγνωρίζει σαν πρόδρομό του τον Böhme. Βεβαίως ο τρόπος έκφρασης του Böhme ήταν φανταστικός και πρωτόγονος, διότι δεν κατόρθωσε να εξυψωθεί στην καθαρή μορφή της σκέψης, αλλά η βάση που κυριάρχησε στην προσπάθειά του, ήταν η πλήρης αναγνώριση της Τριάδος. Αντιθέτως ο Hegel συνέλαβε την “έννοια” του θεού στον θεό, έτσι ώστε κατόρθωσε να αναγνωρίσει πως ο θεός φανερώθηκε σ’ αυτόν σαν σε έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, ο οποίος κρατά στην σιωπή, παραμερίζει τον εαυτό του εις εαυτόν. Επιστρέφει εις εαυτόν. Σ’ αυτό που οι αρχαίοι είχαν ονομάσει ενθουσιασμό και που είναι η καθαρή αφηρημένη μεσότης, η πιο υψηλή ησυχία της σκέψης, αλλά και η πιο υψηλή δραστηριότης ταυτοχρόνως, ικανή για να συλληφθεί η πιο καθαρή ιδέα του θεού και να έλθει εις συνειδητοποίησιν αυτής. Έτσι στο δόγμα του περί του θεού, και πάνω απ’ όλα του θεού σαν Τριάδα, το αληθινό κατορθώθηκε να είναι ένας Βακχικός θρίαμβος καθώς κανένα μέλος δεν λείπει από το ενθουσιώδες παιχνίδι· και καθώς επιπλέον κάθε μέλος, ενώ απομονώνεται ταυτόχρονα διανοίγει με τέτοιον τρόπο ώστε θα μπορούσαμε επίσης να πούμε πως είναι η απλή και διαφανής ησυχία!

Αμέθυστος

>ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΝΙΚΗ (όχι οικουμενιστική)

>Σήμερα εορτάζουμε την νίκη όλων. Η ορθόδοξη πίστη νίκησε και απομάκρυνε τους εχθρούς, η Ιεραρχία της Ελλάδος νίκησε διότι έμεινε μέσα στα Ορθόδοξα όρια, ο Λαός του θεού επιτέλους εμφανίστηκε και νίκησε θριαμβευτικώς και μαρτυρικώς, οι καθολικοί νίκησαν διότι θα επιστρέψουν με σιγουριά στην έδρα τους. Ακόμη και η Εκκλησία της Κύπρου νίκησε διότι έδειξε πυγμή και θα κόψει τους μισθούς των αντιφρονούντων Ιερέων. Αλήθεια με δικά της χρήματα τους πληρώνει;

Σήμερα η Εκκλησία και ο πιστός λαός εορτάζουν ακριβώς όπως και ο Ελληνικός λαός μετά από κάθε εκλογική μάχη. Όλοι έχουν νικήσει παρότι μόνον ένας κάνει κυβέρνηση.

Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν έκανε την δουλειά του, παρότι ο Αρχιεπίσκοπος Ελλάδος ανακήρυττε πατέρα της Εκκλησίας τον Ιγνάτιο Βόλου, παρότι την ίδια ημέρα ο πάπας ανακοίνωνε θριαμβευτικά την επιστροφή των άσωτων Αγγλικανών, ιδρύοντας την Αγγλική Ουνία.

Ένα είναι σίγουρο! Πως η ΙΕΡΑΡΧΙΑ νίκησε! Κατά κράτος. Ακόμη και μέσα στις “Συνειδήσεις” όλων.

Οι Ορθόδοξοι συζήτησαν με ορθόδοξο τρόπο το προσχέδιο που είχαν ετοιμάσει με τόσες θυσίες και κόπους τα αγαπημένα φιλαράκια Ζηζιούλας και Kasper στην ταπεινή Ελούντα της Κρήτης (άλλος ένας Ελληνικός Ορθόδοξος Θρίαμβος). Εμπνεόμενοι από το Άγιο Πνεύμα καθώς “ησύχαζαν” στα τζακούζι τους!

Μπορεί κάποιος σώφρων άνθρωπος να ερμηνεύσει ορθόδοξα το πρώτο μόλις σημείο του προσχεδίου «Καθολικοί και Ορθόδοξοι συμφωνούν ότι από τους αποστολικούς Χρόνους, η Εκκλησία της Ρώμης είχεν αναγνωρισθεί ως πρώτη μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών»;

Γιατί οι Χριστιανοί έδωσαν πρωτείο στη Ρώμη; Λόγω των πρωτοφανών διωγμών; Πώς λέμε; Αγάπησαν τον Βασανιστή τους; Στα βιβλία του De Sade έμαθαν Θεολογία; Γιατί δεν ήταν πρώτη η Εκκλησία των Ιεροσολύμων; Γιατί δεν ήταν η πνευματική πρωτεύουσα της τότε οικουμένης η Αλεξάνδρεια; Αναγνωρίσθηκε σαν πρώτη επειδή και ο Άγιος Ιγνάτιος έγραψε αυτά τα μοναδικά γράμματα πηγαίνοντας να μαρτυρήσει στη Ρώμη; Οι ίδιοι Ρωμαίοι δεν απέδειξαν πως η πόλις τους ήταν της πλάκας με τις Σταυροφορίες; Δεν αγωνίστηκαν για αιώνες να ελευθερώσουν την πρώτη πόλη του Χριστιανισμού, τα Ιεροσόλυμα, καταστρέφοντας την οικουμένη; Θα θέλαμε πολύ να μάθουμε τα ορθόδοξα επιχειρήματα της Ιεραρχίας πάνω στο θέμα!

Κάτι πολύ περίεργο για Εκκλησιαστικό κείμενο είναι επίσης το γεγονός πως στο προσχέδιο αυτό κυριαρχεί μέχρι εξαντλήσεως η λέξη Έδρα!

Όλες οι απαιτήσεις της Ρώμης στηρίζονται στην Έδρα της! Η έδρα προηγείται καθαρά της πίστεως. Πρωτοφανές νομίζουμε και η μόνη εξήγηση που μπορούμε να δώσουμε είναι πως ίσως οφείλεται στην ιδιορρυθμία, στην ιδιαιτερότητα, στην ετερότητα, των ανδρών που συνέταξαν το προκείμενο.

ΤΟ ΠΡΟΠΥΡΓΙΟ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΕΔΡΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ.

Εμείς προσωπικώς δεν θα πάρουμε. Είμαστε φυσιολογικοί άνθρωποι που αγωνιζόμαστε για τη Σωτηρία μας και από τις αμαρτίες μας. Δεν έχουμε αφήσει καμμία αμαρτία απέξω, σαν την δεκάρα της Χήρας!

Η δεύτερη θέση πως ο Επίσκοπος Ρώμης είναι διάδοχος του Πέτρου αποδεικνύεται εύκολα και μέσα στο προσχέδιο με ακλόνητα επιχειρήματα. Η ορθόδοξη ερμηνεία θα τα βρήκε σκούρα: Διότι στην τέταρτη οικουμενική Σύνοδο (451) η ανάγνωση του Τόμου του Λέοντος ακολουθήθηκε από το επιφώνημα: «Ο Πέτρος μίλησε μέσω του Λέοντος». Μας αρκεί Κύριοι αυτή η απόδειξη, πεισθήκαμε. Ευχαριστούμε!

Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης σε καιρούς κρίσεως στην Εκκλησιαστική κοινωνία φωτίστηκε πιστεύουμε επαρκώς από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου. Όποιος δεν υπακούει με την πειθώ θα υπακούσει με την Ράβδο. (Δεν γνωρίζουμε ακριβώς αν εννοεί την Αρχιεπισκοπική, την Επισκοπική ή άλλη, πρέπει μάλλον τώρα να την προμηθευθούν και οι Ιερείς νομίζουμε).

«Απροσδιόριστοι παράγοντες επηρέασαν τους άλλους Χριστιανούς ώστε γεμάτοι προκαταλήψεις να μην μπορέσουν να κατανοήσουν το βάθος και την σωτηριώδη εξάσκηση του πρωτείου της Ρώμης»!

Όπως επισημαίνει ο κ. Ζηζιούλας είναι κοσμικοί οι παράγοντες οι οποίοι κυριαρχούσαν τότε στην εκκοσμικευμένη ορθοδοξία και δεν της επέτρεψαν να δει την Ιερότητα του πρωτείου.

Αυτοί οι παράγοντες είναι: Η μεταφορά της πρώτης πρωτεύουσας, η ορολογία, η νοοτροπία και η Ιδεολογία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Εδώ βρίσκεται η Αποθέωση. Αντί να ομολογήσουν πως αυτοί οι κοσμικοί παράγοντες γέννησαν την απαίτηση του πρωτείου, ισχυρίζονται οι μερακλήδες Ζηζιούλας και Kasper, πως αυτοί οι παράγοντες εμπόδισαν τους άλλους να αναγνωρίσουν την αλήθεια του πρωτείου. Νομίζουμε πως δεν ευθύνονται εξ’ ολοκλήρου οι άνθρωποι. Ας τους αθωώσουμε. Φταίει η Φιλοσοφική τους παιδεία η οποία ισχυρίζεται πως το υποκείμενο γεννιέται στον άλλο και φέρνει αγάπη στον άλλο! Επομένως η Ορθοδοξία γεννήθηκε στην Λατινική Εκκλησία και δεν επιτρεπόταν τόσο μίσος μέχρι Σχίσματος! Δικαίως λοιπόν κηρύσσουν με παρρησία: Καιρός ν’αγαπηθούμε!

Ας εξηγηθούμε καλύτερα για όποιον ενδιαφέρεται. Ο Θεός δεν μας συναντά πλέον στον ΝΟΥ, όπως έζησε την Σωτηρία η πατερική εποχή. Υπακούοντας στις οντολογικές διδασκαλίες του Γερμανικού Ιδεαλισμού, ο Θεός κατοικεί μέσα στην Συνείδησή μας και αυτοσυνειδησία σημαίνει θέωση. Επομένως δεν μπορεί η Συνείδηση μας να περιέχει τίποτε άλλο εκτός από αγάπη! Γι’ αυτό για να κατανοήσουμε κάποιον πρέπει να τον αγαπήσουμε. Επομένως οι πατέρες που δεν αγάπησαν τον Άρειο, τον Σαβέλλιο, δεν τους κατενόησαν. Καιρός λοιπόν της αγάπης, και ό,τι προκύψει! Αγάπα και κάνε ό,τι θες! Αρκεί να υπάρχει σταθερή η έδρα της αγάπης. Θα αποκαταστήσουμε και όλους τους αιρετικούς με την ίδια αγάπη και κατανόηση! Κακώς καταδικάσθηκαν!

Δυστυχώς αυτό το προσχέδιο είναι η εικόνα της πνευματικής μας καταστάσεως. Γραμμένο από τον μεγαλύτερο εν ζωή Θεολόγο μας!

Δεν πρέπει να κρυβόμαστε! Εικόνα μας είναι ο οικουμενισμός και μας μοιάζει!

Αμέθυστος

>ΤΟ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΧΙΑΣ ΨΕΥΔΟΣ

>Η αλήθεια και η ιστορία θα δεχθούν το επόμενο μεγάλο χτύπημα στο θέμα της πενταρχίας. Όπως οι οπαδοί του Ζηζιούλα, του παιδαγωγικού ινστιτούτου, (οι οποίοι κατέλαβαν ήδη την Αρχιεπισκοπή, από το ραδιόφωνο μέχρι τα περιοδικά της και με την Ακαδημία Βόλου καταλαμβάνουν σιγά-σιγά και την Θεολογική σχολή Θεσσαλονίκης), προσπάθησαν να αλλοιώσουν την Ιστορία με τα γνωστά επιστημονικά βιβλία της Ιστορίας που μας έφεραν άνω κάτω πριν λίγο καιρό, έτσι θα αλλάξουν και την Εκκλησιαστική Ιστορία. Ισχυρίζονται ήδη λοιπόν πως το πρωτείο του πάπα προκύπτει από την πενταρχία.

Από την εργασία του Αγίου Νεκταρίου, “Μελέτη περί των αιτιών του σχίσματος”, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τις κρυμμένες αιτίες της αλλαγής ημερολογίου και μας ετοίμασε αυτό το φοβερό όπλο, προκύπτουν τα εξής: Στην ψευτοσύνοδο της Ρώμης, του 868, κατεδικάσθη ο Μ. Φώτιος και οι οπαδοί του και έγινε προσπάθεια να εμφανισθεί ένας τύπος ενώσεως με κυριαρχική την εξουσία του πάπα. Η προσπάθεια αυτή καλύφθηκε με το θέμα ακριβώς της πενταρχίας. Στην ψευτοσύνοδο αυτή αναγγέλλεται πως οι αποφάσεις δεν πάρθηκαν από τον πάπα μόνον αλλά από τους πέντε πατριάρχες: τον Ρώμης, Κων/πόλεως, Αλεξάνδρειας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Παρότι όμως οι πατριάρχες της Ανατολής έπεσαν στην παγίδα δεν δέχτηκαν κανένα πρωτείο. Έτσι ο Ιεροσολύμων Ηλίας, είπε «Τις κεφαλές των πατριαρχείων στον κόσμο έθεσε το Πνεύμα το Άγιο, έτσι ώστε τα σκάνδαλα που εμφανίζονται στην Εκκλησία του Θεού δι’ αυτών να αφανίζονται».

Η αρχή της πενταρχίας η οποία “καθιερώθη” από την σύνοδο αυτή, είναι αντίθετη προς τα δεδομένα των οικουμενικών συνόδων, καθώς η αρχή αυτή περιορίζει τον χαρακτήρα των οικουμενικών συνόδων, διότι αφαιρεί από τις υπόλοιπες εκκλησίες το δικαίωμα να συζητούν περί των Εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η Αρχή αυτή είναι όμοια με το αλάθητο του πάπα, με μόνη διαφορά πως οι αλάθητοι είναι πέντε, αντί ενός. Η σύνοδος αυτή αποδοκιμάστηκε τελικώς και έχασε τον χαρακτήρα της οικουμενικής συνόδου ακόμη δε και αυτόν της ιεράς συνόδου. Διότι οι αντιπρόσωποι των πατριαρχείων ήταν αντιπρόσωποι των Σαρακηνών, οι οποίοι επείσθησαν να εμφανισθούν στην σύνοδο σαν αντιπρόσωποι των πατριαρχείων.

Αμέθυστος

>ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ΤΟ ΠΡΟ-ΣΧΕΔΙΟ

>Φυσικά όλοι μας γνωρίζουμε πως είναι όλα προ-κατασκευασμένα!

Απλώς ευνουχισμένοι από τις Αρετολογίες των πνευματικών Ιερέων, από την φυλάκιση της Θ. Ευχαριστίας στην εξομολόγηση, από την ερμηνεία της συνεχούς Μεταλήψεως σαν συνεχούς εξομολογήσεως χρησιμοποιούμε την γνώση μας με την αλάνθαστη μέθοδο της στρουθοκαμήλου.

Ανεχθήκαμε την ομοφυλοφιλία των Αρχιερέων μας, χωρίς να απαιτήσουμε ποτέ μας να βάλουμε το χέρι στην τρύπα σαν τον απόστολο Θωμά. Τώρα, αργά πια για Μετάνοιες, τρώμε χώμα, είμαστε αδύναμοι και απροστάτευτοι απέναντι στις πουστιές τους!

Τί είχε πει ο κακάσχημος Ζηζιούλας, η σύγχρονη εικόνα της κακιάς μας μοίρας, στην τελευταία του συνέντευξη; «Εγώ προσωπικώς συγκέντρωσα τις υπογραφές από όλους τους Επισκόπους ξεχωριστά, πως το θέμα του διαλόγου θα είναι το πρωτείο». Αυτή η πουστιά ονομάζεται Συνοδικότης στη Νεοελληνική διάλεκτο; «Ο Μ. Βασίλειος έθεσε τις σκέψεις του» λέει ξανά ο Ζηζιούλας «στην Σύνοδο, πόσο μάλλον εμείς»! Η Αυτού ταπεινότης σκέπτεται και νομίζει πως και οι πατέρες ήταν σκεπτόμενα άτομα!

Τί θα ήταν η Σύνοδος χωρίς τον Μ. Βασίλειο; Εάν στην σύνοδο συμμετέχουν 300 κούτσουρα, μπορεί το Άγιο Πνεύμα να τα φωτίσει; Έστω και αν το επιθυμεί; Έστω και αν το επικαλούνται;

Αντιθέτως των όσων νομίζουμε ο Μ. Βασίλειος υπήρξε ο πρώτος της συγκεκριμένης Συνόδου, όπως ο Μ. Αθανάσιος μίας προηγούμενης, όπως ο Γρ. Νύσσης μίας επόμενης, όπως τέλος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Οι οποίοι έλαβαν το πρωτείο από το Άγιο Πνεύμα και συνέστησαν Σύνοδο! Γι’ αυτό ευχόμαστε δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων. Όχι τόσο για το δόγμα τους, αλλά για την κατοχή εκ μέρους τους του Αγίου Πνεύματος. Πώς και Γιατί να ανταλλάξουμε τον πρώτο της Ορθοδοξίας με κάθε μαμμόθρεφτο τύπου πάπα; Ακατανόητο!

Ο Ιερώνυμος της Ελλάδος ξεχρεώνει γραμμάτια στον Βόλο, γιορτάζοντας φαντασμαγορικά την διακονία του γλυκούλη Ιγνάτιου. Και ανέχθηκε ν’ ακούσει μπροστά στα μούτρα του πως ο Ιγνάτιος είναι σύγχρονος πατέρας της Εκκλησίας επειδή συνεχίζει τον διάλογο!

Και μια ερώτηση κρίσεως αρχιεπίσκοπε: Πώς γίνεται και η Ακαδημία Βόλου βρήκε πόρτες ανοιχτές στην θεολογική σχολή Θεσσαλονίκης;

Ας δούμε την Ιστορία αυτού του σκότους που μας χτυπά την πόρτα από τον Μπουλγκάκωφ, ο οποίος βλάκας δεν υπήρξε ποτέ του, όπως οι σύγχρονοι Έλληνες: «Ιστορικά, μαζί με το Βυζάντιο κατεστράφη και ο δεσμός της Πατερικής Εκκλησίας με την Αποστολική, πρώτη Εκκλησία! Στη θέση της εισέρχεται βίαια η Ρωμαϊκή εκδοχή της Εκκλησίας, η Ιεραρχημένη Εκκλησία, η Ιεραρχία, απολυτοποιημένη στο πρωτείο του πάπα, ενός απλού επισκόπου και σβήνει ακόμη και τη Λατρεία της Εκκλησίας! Εδραιώνεται για πάντα η Αποστολική διαδοχή της Ιεραρχίας! Παρότι δε οι προτεστάντες επαναστατούν στην Ιεραρχημένη ακριβώς εκδοχή της Εκκλησίας, η επιστροφή τους εδραιώνει την ερμηνεία αυτής της Εκκλησίας. Η σωτηρία τους έρχεται sola scriptura, από το Βιβλίο. Η Ρώμη, αφού έχει καταστρέψει την Κωνσταντινούπολη και νικήσει στους Ιερούς πολέμους τους προτεστάντες, στη Σύνοδο του Τριδέντου του Βατικανού (1869-1870) επικυρώνει για πάντα την Ιεραρχική εκδοχή της Εκκλησίας και το πρωτείο του πάπα, τον θεμέλιο λίθο αυτής της Εκκλησίας. Αυτή η τροπή δυστυχώς, γίνεται αποδεκτή από τη Ρωσική θεολογία, η οποία με τις “Ορθόδοξες ομολογίες” αποδέχεται στο πρόσωπο κάθε επισκόπου το Ιεραρχικό πρωτείο του πάπα και την αποστολική διαδοχή των επισκόπων. Πρωτάκουστο για την Οικονομία της Σωτηρίας!».

Μία καταπληκτική Ανατολίτικη ιστορία μας αποκαλύπτει ξεκάθαρα, την παγίδα στην οποία πιαστήκαμε. Σ’ ένα ερημικό μέρος, μες στη νύχτα, μισοφέγγει μία φλόγα, στην καλύβα ενός Σοφού που πόθησε η ψυχή του το επέκεινα της ουσίας. Ξαφνικά έξω από το μικρό του παράθυρο ακούγεται θόρυβος επίμονος. Βγαίνει ξαφνιασμένος ο ασκητής να δει τί θόρυβος είναι αυτός μέσα στην ερημιά και βλέπει έναν άνθρωπο να ψάχνει με αγωνία κάτω στο χώμα μπροστά στην καλύβα του. Ρωτά, τί κάνεις εδώ άνθρωπε; -Ψάχνω, απαντά ο άνθρωπος, να βρω το πιο πολύτιμο πράγμα που είχα! Ξαφνιασμένος ο ασκητής ρωτά ξανά! Καλά και εδώ το’ χασες; -Όχι, παίρνει την απάντηση, πέρα μακριά! Και εδώ ψάχνεις να το βρεις; Πώς είναι δυνατόν; -Μα αφού μόνο εδώ υπάρχει Φως; Πού να ψάξω;

Αυτοί και μόνον αυτοί μπορούν να είναι οι Ορθόδοξοι όροι του Διαλόγου. Όχι το αντίθετο όπως γίνεται στις μέρες μας, το αφύσικο. Μόνον εκεί που υπάρχει Φως μπορεί να βρεθεί κάτι. Στα σκοτάδια θα χάσουμε και την μνήμη αυτού που χάσαμε!

Πρέπει να ξαναποκτήσουμε πιστούς Επισκόπους και Ιερείς! Πρέπει να ξαναποκτήσουμε τους Ναούς μας! ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ! Αρκετά κοιμηθήκαμε.

Αμέθυστος