>TO ΔIAMANTI TOY MHNA (4)

>Με την ευκαιρία του εορτασμού των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου ο πάπας είχε συνάντηση με την αντιπροσωπεία του οικουμενικού πατριαρχείου στην οποία είπε:

Ένα κρίσιμο ζήτημα για τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης είναι:
O ρόλος του επισκόπου της Ρώμης στην κοινωνία της εκκλησίας
κατά την διάρκεια της πρώτης χιλιετίας!
Αυτό το λεπτό ζήτημα θα αναλυθεί τον Οκτώβριο στην Κύπρο!
Στο νησί της Αφροδίτης, της θεάς του Αφρού, της Αγοραίας θεάς του έρωτα!
Γεννήθηκε από το μόριο του Κρόνου, που έτρωγε τα παιδιά του, που δεν θέλησε ποτέ του να γίνει πατέρας.
Το αληθινό σύμβολο της νέας οικουμενικής εκκλησίας!
Ποιός ήταν αλήθεια ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης στην κοινωνία της εκκλησίας;
Ας δούμε όμως ποιος ήταν ο ρόλος του επισκόπου της Ρώμης στην δική του εκκλησία, για να απολαύσουμε το ανέκδοτο που ετοιμάζεται στην Κύπρο.
Ι. Ρωμανίδης, Ρωμηοσύνη, σελ. 48-49: Ο Κάρολος ο Μέγας εδογμάτισε την προσθήκην του Filioque εις το Σύμβολον της Πίστεως το 809. Χωρίς να ερωτηθή ο πάπας Ρώμης.
Και συνεχίζει ο Ρωμανίδης: Πάντως οι Ρωμαίοι ηγωνίσθησαν σκληρώς να διατηρήσουν το πατριαρχείον της πρεσβυτέρας Ρώμης εις την Ρωμηοσύνην μέχρι του Όθωνος του Α΄ (936-973) και την αποχώρηση από τον θρόνο της Ρώμης του τελευταίου Ρωμαίου πάπα το 1009.
Συνεχίζει ξανά στη σελ. 51: Οι δυτικοί Ιστορικοί γνωρίζουν καλώς και περιγράφουν λεπτομερώς τον αγώνα που έκαμαν οι Ρωμαίοι της πρεσβυτέρας Ρώμης να διατηρήσουν την ρωμαϊκότητα της μικράς τότε επταμελούς Ιεράς συνόδου των και του θρόνου του πάπα! Ένας αγώνας που κράτησε από το 754 μέχρι το 1009.
Ο πάπας έκανε αγώνα επιβιώσεως χάνοντας τελικά την μάχη από τους Γερμανούς, για ποιόν ρόλο κοινωνίας μιλάμε;! Τρελλά πράγματα!
Ας δούμε τι λέει και ο σύγχρονος ιστορικός της θεολογίας κ. Γιανναράς, στο βιβλίο του “Ενάντια στη θρησκεία” σελ. 247: Πρώτοι οι Φράγκοι φιλοδόξησαν να αυτονομηθούν από την ελληνορωμαϊκή «οικουμενικότητα». Να συστήσουν μια γερμανική «οικουμένη» με δικό της εκκλησιαστικό – ενοποιητικό θεσμό: Ένα εθνοφυλετικά καθορισμένο πατριαρχείο. Η αντίσταση της λατινικής Ορθοδοξίας, από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα, καθυστέρησε την ολοκλήρωση αυτής της επιδίωξης. Όταν για πρώτη φορά αναδείχθηκε Φράγκος επίσκοπος Ρώμης (1014) ο δρόμος για τη γερμανική «οικουμένη» ήταν ανοιχτός – η αυτονομία της έγινε μαχητικά οριστική με το Σχίσμα του 1054.
Για ποιόν ρόλο του πάπα την πρώτη χιλιετία μιλάμε; Για ποιο αναγνωρισμένο πρωτείο; Απλώς ο Γερμανός πάπας θέλει να ολοκληρώσει την γερμανική «οικουμένη»! Περιμένει κανείς διάλογο από μέρους του σημερινού πάπα; Δεν γνωρίζουμε μήπως πως του απεγγέλθη κατηγορία από την Αμερικάνικη δικαιοσύνη για παρεμπόδιση στην απόδοση δικαιοσύνης; Δεν γνωρίζουμε πως διέφυγε της δικαιοσύνης σαν αρχηγός κράτους; Εμπόδιζε δε την απόδοση δικαιοσύνης, πού; Στο μεγαλύτερο σκάνδαλο ομοφυλοφυλίας που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότης! Ένα οργανωμένο έγκλημα από το Βατικανό! Και τί έγιναν τα ανθρωπόμορφα τέρατα, οι ιερείς του πάπα; Πήραν μετάθεση! Ο πάπας είναι αλάθητος. Ο ίδιος ο μυθικός ΚΡΟΝΟΣ που τρώει τα παιδιά του!
Κύριε ελέησον την τρέλλα μας!
Αμέθυστος
Advertisements

>Το μνημόσυνο της ημέρας

>Μάικλ Τζάκσον

Γεννήθηκε άνθρωπος και πέθανε καρτούν!

>ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Αμφιβολία για το «όρο» πρόσωπο και δημιουργία της «έννοιας» πρόσωπο.

>Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (Χ)

Οι Λατίνοι δεν μπήκαν στο κόπο να εμβαθύνουν την «έννοια» η οποία θα έπρεπε να συσχετιστεί με τον «όρο» Persona, αυξάνοντας τοιουτοτρόπως όλα όσα είχαν κατακτήσει με τον Τερτυλλιανό, στον νέο ορίζοντα που άνοιξε το «ομοούσιος» της Νίκαιας. Αυτό το έλλειμμα, που άρχισε να γίνεται ορατό στο Τριαδικό δόγμα, έγινε οφθαλμοφανές στην Χριστολογία. Διότι ένα πράγμα είναι να απαριθμήσουμε με τον όρο πρόσωπο τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, εντελώς άλλο πράγμα είναι να κατανοήσουμε την ενσάρκωση η οποία επραγματοποιήθη στην ενότητα ενός προσώπου, άλλο πράγμα είναι επιπλέον να κατανοήσουμε ποια περιεχόμενα περιγράφονται με τον όρο πρόσωπον και στην Αγία Τριάδα και στον Χριστό. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε πως πολλά πρόσωπα είναι μόνον μία ουσία, του Θεού; Πώς μπορούμε δε αμέσως μετά να κατανοήσουμε πως δύο ουσίες, η θεία και η ανθρώπινη, συναποτελούν μόνον ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Κυρίου;

Μια κάποια απάντηση δόθηκε στη Δύση κατ’ αρχάς από τον Βοήθιο στον έκτο αιώνα και τελειοποιήθηκε στην Σχολαστική θεολογία, παρότι ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα ο Αυγουστίνος είχε προσφέρει εκείνα τα στοιχεία που επέτρεπαν στον όρο Persona να αποκτήσει μια τόσο πολύτιμη σημασία, η οποία διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα!

Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!

Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;

Την ίδια στιγμή βεβαίως η «οικονομία» της Σωτηρίας και η «ιστορία» του Χριστού παραμένουν στην σκιά. Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να μειώσει το δόγμα του ΕΝΟΣ εγκαταλείπεται. Προηγείται απολύτως κάθε προσπάθειας ο μονοθεϊσμός και η εξασφάλισή του.

Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο του Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.

Κάποια στιγμή βεβαίως δια χειρός Θωμά Ακινάτη, το πρόσωπο θα συνδυαστεί τόσο καλά με την σχέση που θα μπορεί και να αντικαθιστά το ένα το άλλο στην κοινή τους έννοια. Ο Ακινάτης θα δηλώσει ευθαρσώς πως το πρόσωπο στον θεό δεν είναι «σχετικό» αλλά είναι μια πραγματική και αυτόνομη σχέση. Ο όρος πρόσωπο ορίζει την σχέση «όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης, αλλά με τον τρόπο της ουσίας» (Summa Theol. I, q.29, a.4, ad.1).

Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπου. Δεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;

Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!

Με τον Αυγουστίνο λοιπόν εμφανίζεται στην Ιστορία μια καινούργια έννοια του ανθρώπου. Αυτή η ανθρωπολογική στροφή συνδυάζεται με την ανάλυση της συνειδήσεως στο De Trinitate και με την θεολογική στροφή που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο. Όταν μετά από αιώνες, αυτή η έννοια θα ανθίσει στο καρτεσιανό cogito, όταν δηλαδή πρόσωπο θα σημάνει πλέον αυτοσυνειδησία, η κληρονομιά του Αυγουστίνου θάχει προκαλέσει τα πιο εκπληκτικά αποτελέσματα. Ερευνώντας μέσα στην δομή της ψυχής την εικόνα της Αγίας Τριάδος, δεν θεμελίωσε μόνον το θεολογικό δόγμα της σχέσης και εκείνο του Λόγου, δεν πρόσφερε στον Μυστικισμό τους τρόπους έκφρασης με τους οποίους μπορούσε να εκφράσει τις εμπειρίες του, αλλά απεκάλυψε μια εσωτερικότητα η οποία από τον Καρτέσιο στον Πασκάλ, από τον Κίρκεγκαρντ στον Χούσσερλ θα προσπαθεί, ακολουθώντας τον δάσκαλό της, να αποκαλυφθεί με την σειρά της!

Αμέθυστος

>Η ΕΝΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ "ΠΡΟΣΩΠΟΥ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ

>Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (IX)

Αφού προσπαθήσαμε να δούμε με την βοήθεια του Prestige τα καίρια σημεία στην διαμόρφωση της θεολογίας της Αγίας Τριάδος της Ανατολής, θα προσπαθήσουμε να δούμε, με συντομία, τα ίδια σημεία που επέδρασαν στην διαμόρφωση της θεολογίας της Δύσεως και πιο συγκεκριμένα την αυτόνομη πορεία της έννοιας του προσώπου, που γράφει Ιστορία μέχρι στις μέρες μας. Θα χρησιμοποιήσουμε μερικά αποσπάσματα από το κείμενο του ANDREA MILANO, «Η τριάδα
των θεολόγων και των φιλοσόφων».

ΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Ο όρος υπόστασις, στην τριαδολογία, εισέρχεται για πρώτη φορά με τον Ωριγένη. Κατά τον Ωριγένη ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι τρία πράγματα, διακεκριμένα ως προς την ουσία, το υποκείμενον και ως προς την υπόσταση. Εμφανίζεται λοιπόν στα κείμενα του Ωριγένη μία Αγία Τριάδα με τρεις υποστάσεις αλλά ιεραρχημένη σε μειωτικούς αναβαθμούς. Η «θεολογία» του Ωριγένη δημιούργησε τεράστια προβλήματα από τα οποία χρειάστηκε να ελευθερωθεί στην συνέχεια η πατερική θεολογία, όπως αυτό που (άγνωστο σχεδόν σε μας αναδύεται ανεμπόδιστα στις μέρες μας από τον κ. Ζηζιούλα) συνδέει την αιώνια Γένηση του Υιού με την ιδέα της αιώνιας (ab aeterno) Δημιουργίας του κόσμου.

Ενώ λοιπόν στην Ανατολή η θεολογία, με την επιρροή του Ωριγένη βασίστηκε στη διάκριση των τριών υποστάσεων, στη Δύση θεωρούσαν λάθος την διάκριση προτιμώντας την Μοναρχία, την ενότητα.

Στα σίγουρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαφωνία, η οποία προκάλεσε σιγά-σιγά και το οριστικό ρήγμα, μια γλωσσική ανεπάρκεια των Ρωμαίων. Η Ελληνική λέξις υπόσταση μεταφραζόταν σαν Substantia (ουσία), αλλά παρότι δεν είναι μακριά σαν σημασία από την υπόσταση, μετά τον λόγο του Τερτυλλιανού για ενότητα ουσίας της Αγίας Τριάδος, unitas substantiae, δεν μπορούσαν πλέον στη Δύση να μην σκανδαλίζονται κάθε φορά που άκουγαν να μιλάνε για τρεις substatiae στον θεό!

Πίσω στην Ανατολή τώρα ξανά, μέσα από την θεολογία του Ωριγένη, ξεπηδούσε ο Άρειος. Για τον οποίο η υπόσταση ήταν ισάξια της ουσίας όπως και για τον Ωριγένη. Για να διατηρήσει δε την διάκριση των υποστάσεων σκέφτηκε πως οι υποστάσεις έχουν μειωτική Ιεραρχία. Έτσι μόνον η υπόσταση του πατρός είναι θεός ενώ οι άλλες δύο είναι κτίσματα, δημιουργήματα του πατρός. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επιβάλλεται το ομοούσιος στην Σύνοδο της Νίκαιας στα 325. Και παρόλα αυτά ακόμη και στην Νίκαια η υπόστασις συνέχιζε να θεωρείται συνώνυμο της oυσίας.

Με τον Μ. Βασίλειο η υπόστασις αρχίζει να διαφοροποιείται από την ουσία, ώσπου στην Σύνοδο της Κων/πόλεως στα 381, λήγει και η ταυτότης των δύο όρων. Ουσία σημαίνει πλέον το ουσιώδες ή την ουσία του Μοναδικού Θεού και υπόστασις την ιδιαίτερη ύπαρξη ή τον τρόπο υπάρξεως των Τριών της Iδίας Τριάδος. Διότι η ουσία ως προς την υπόσταση είναι όπως το κοινό ως προς το ιδιαίτερο.

Ο Μ. Βασίλειος τονίζει πως οι θείες υποστάσεις δεν δημιουργούν μια ομαδική ενότητα, αλλά μια ενότητα oυσίας. Ο Μ. Βασίλειος επέλεξε τον όρο υπόστασις διότι, λόγω και της ετυμολογίας και λόγω της φιλοσοφικής πυκνότητος, έδινε την δυνατότητα να περιγράψουμε την ύπαρξη ενός ουσιαστικού όντος!

Εξασφαλίζοντας λοιπόν την ορθοδοξία οι Καππαδόκες, έθεσαν ταυτόχρονα και τις ιστορικές και νοητικές προϋποθέσεις της αναπτύξεως της ανθρωπολογίας. Δηλαδή της αυτοκατανοήσεως του ανθρώπου σαν πρόσωπο, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του αποκεκαλυμμένου Θεού και δωρισμένο ξανά στον άνθρωπο στον Ιησού της Ναζαρέτ. Ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να είναι ένα απλό μέλος μιας ολότητος (το όλον, το παν, τα πάντα), ένα μέρος που λύεται και διαλύεται στο σύνολο των πραγμάτων, μια φευγαλέα στιγμή μιας άπειρης κοσμογονίας, αλλά αυθύπαρκτο υποκείμενο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, μέσα σε μια Ιστορία σωτηρίας ή καταδίκης, της οποίας το Σύμπαν είναι μόνον θέατρο και συνθήκη.

Ο άνθρωπος μπορεί τώρα πια να είναι πρόσωπο!

Αμέθυστος

>Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΜΕΤΑΛΛΑΣΕΤΑΙ ΣΕ ΠΙΣΤΗ

>Το Πατριαρχείο Κων/πόλεως ετοίμασε μια καινοφανή και κενοφανή “διδασκαλία” πως το ΠΡΩΤΕΙΟ είναι θέμα πίστης και όχι διοικήσεως ή τρέλας ή δαιμονισμού, όπως το καταλαβαίνουμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι! Με τις λέξεις κατανοείται και απωθείται αμέσως, όμως τί περιεχόμενο έχει η συγκεκριμένη “διδασκαλία”, ποιος είναι ο τρόπος υπάρξεώς της; Και το ανακαλύψαμε! Ακούστε!!

Αποσπάσματα από άρθρο του κ. Ζηζιούλα, στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου “Διάβαση” και στο 54ο τεύχος του (Μαρτίου – Απριλίου 2005), με θέμα: “Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας”.

«Η επισκοπική προεδρεία της Θείας Ευχαριστίας [ο Έλληνας αν δεν γίνει κάπου πρόεδρος δεν αναπαύεται] είναι το κύριο και κατ’ εξοχήν έργο του Επισκόπου… Έτσι ο Επίσκοπος έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα. [Τοιουτοτρόπως μπορούμε να λύσουμε και τα προβλήματά μας! Καθώς το μόνο που λείπει στην Ελλάδα είναι ένας αληθινός ηγέτης, νομίζω μπορούμε να εκμεταλλευθούμε το φυτώριο των Επισκόπων. Όπως εξάλλου και ο Χριστόδουλος προσπάθησε να ανοίξει τον δρόμο.]

Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας, “τον Βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στη Βασιλεία του”, με λαμπρότητα και ακτινοβολία! [Η άκρα ταπείνωσις ήταν πάντοτε το πρόβλημα των ανθρώπων. Γι’ αυτό εξάλλου και Τον σταυρώσαμε! Πώς το φαντάζεται ο κ. Ζηζιούλας!; Ότι ο χρυσός και τα σμύρνα είναι αντάξια του Κυρίου; Δεν είναι τα δώρα των μάγων; Πότε θα μάθει πως μόνον ο ταπεινός άνθρωπος είναι αντάξιος του Κυρίου; Τί διδάσκει ο Επίσκοπος; Κατευθείαν την κενοδοξία;]

Πάντως, εφ’ όσον “ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού [όχι τύπος], δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο… Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε απ’ ευθείας στον Χριστό, αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου”. [Δεν είναι λοιπόν ούτε εις τύπον ούτε εις τόπον! Είναι πανταχού παρών. Έχει μόνιμη την χάρη, αμετακίνητη. Είναι κατ’ ουσίαν Χριστός, αυτός που υποτίθεται απεχθάνεται την ουσία και την Φύση και τα κατήργησε ακόμη και από την Αγία Τριάδα. Τώρα κατανοούμε ότι τα ήθελε για πάρτη του! Η εικών του κ. Ζηζιούλα δεν παραπέμπει σε κάποιο πρωτότυπο! Το άκρων άωτον της δεισιδαιμονίας! Μόνον στα τότεμ και στα ταμπού του Φρόϋντ μπορούμε να βρούμε ικανοποιητικές απαντήσεις! “Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον”. Η πιο δύσκολη, η πιο ακανθώδης εντολή!]

“Εάν η επικοινωνία μας με τον Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας”. [Στην αθεολογία του κ. Ζηζιούλα το μοναδικό περιεχόμενο της πίστης της νέας εκκλησίας είναι ο πρώτος!]»

Πόσες φορές εμείς οι δυστυχείς Έλληνες δεν έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με τέτοιους παράφρονες υπαλλήλους του Δημοσίου, οι οποίοι ερμηνεύουν τις διατάξεις τους κατά γράμμα και βασανίζουν αυτούς που η εξυπηρέτησή τους είναι ο σκοπός της εργασίας τους, στήνοντας την κόλαση της γραφειοκρατίας; Δεν έχουν τίποτε δικό τους να βάλουν στους κανόνες και τις διατάξεις. Είναι εικόνες! Ούτε και πρέπει, από φιλανθρωπία, να απαιτούμε κάτι παραπάνω, λίγη ανθρωπιά!
Γιατί το είναι και όχι το τίποτα; Ρωτούσε ο δάσκαλος της εποχής μας! Επειδή το τίποτα είναι ο τρόπος υπάρξεως της κολάσεως, μεγάλε στοχαστή, δεν θέλει και πολύ μυαλό!

Αμέθυστος

>Στις αρχαίες πηγές της Νεωτερικής Δυτικής και "Ορθοδόξου" θεολογίας (VIΙI)

>Περιχώρησις

Τέλος των αποσπασμάτων από το βιβλίο του G. Prestige.

Μαζί με τα προβλήματα του Μονοφυτισμού προέκυπταν και προβλήματα τριθεϊσμού. Πρωταγωνιστής του τριθεϊσμού στην διάρκεια του έκτου αιώνος υπήρξε ο Φιλόπονος. Ο τριθεϊσμός του βασιζόταν στις διδασκαλίες του Κυρίλλου. Διέκρινε αποφασιστικά το γενικό νόημα και το ειδικό της Φύσεως, σύμφωνος κατ’ αρχάς με την παράδοση. Στην πρώτη της σημασία γράφει πως είναι μια αφαίρεση. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς δεν υπάρχει καθ’ εαυτή: υπάρχει μόνον εφόσον είναι ενσωματωμένη σε μια Ιδιαίτερη Φύση, δηλαδή σε μια πραγματική περίπτωση. Γι’ αυτό συνεπέρανε, η Φύσις είναι το ίδιο πράγμα με την υπόσταση και η ύπαρξη μιας φύσεως υποχρεώνει και την ύπαρξη μιας αντίστοιχης υποστάσεως. Εάν λοιπόν δεχθούμε πως ο Χριστός είχε δύο Φύσεις, αναγκαίως θάπρεπε να έχει και δύο υποστάσεις, αλλά καθότι άτοπο, συμπεραίνεται πως ο Κύριος είχε μόνον μία Φύση. «Μία και μοναδική Φύσις ενσαρκωμένη του Θεού Λόγου».

Η απάντηση δόθηκε όπως είδαμε ήδη από τον ψευδο-Κύριλλο, ο οποίος όχι μόνον ξαναοδηγεί την θεολογία στην αληθινή και συγκεκριμένη θεολογία της ταυτότητος της ουσίας αλλά της προσφέρει και έναν πολύτιμο όρο για να εκφράσει την αμοιβαία διείσδυση των τριών προσώπων του ενός μέσα στο άλλο. Την περιχώρηση! Στα Λατινικά circumincessio.

Αυτή η ίδια η διδασκαλία περί περιχωρήσεως των προσώπων ήταν αρχαία και στην πραγματικότητα περιέχεται ήδη στην διδασκαλία της ταυτότητος της ουσίας η οποία εκφράζεται σε καθένα από τα πρόσωπα. Υπονοείται εξάλλου στην ανάπτυξη της ιδέας σύμφωνα με την οποία αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ψυχολογικό κέντρο του θεού πρέπει να αναζητηθεί στην κοινή ουσία παρά στα πρόσωπα! Ιδέα η οποία εκφράζεται όταν ομολογούμε την μοναδικότητα της θελήσεως και ενέργειας.

Μ’ αυτή την έννοια επίσης και ο Μ. Αθανάσιος σημειώνει πως ο Υιός είναι πανταχού παρών επειδή είναι μέσα στον Πατέρα και ο Πατήρ είναι μέσα στον Υιό. Κάτι που δεν ισχύει για τα κτίσματα, τα οποία μπορούν να βρίσκονται μόνον σε μέρη ξεχωριστά και συγκεκριμένα!

Η καλύτερη έκθεση αυτών των ιδεών βρίσκεται στο περί Αγίας Τριάδος του Ιλαρίωνος, ο οποίος σπούδασε την θεολογία στην Ανατολή! Στο De Trinitate 3.1, γράφει πως φαίνεται αδύνατον ένα αντικείμενο να είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από ένα άλλο ή ότι τα θεία πρόσωπα μπορούν να συμπεριλάβουν το ένα το άλλο έτσι ώστε το ένα να τυλίγει σταθερά το άλλο και να είναι ταυτόχρονα σταθερά τυλιγμένο από το άλλο. Η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν θα κατορθώσει ποτέ της να κατανοήσει πλήρως ένα τέτοιο παράδοξο αλλά μπορεί να αναγνωρίσει την σπουδαιότητά του. «Αυτό που είναι ακατανόητο στον άνθρωπο, μπορεί ο Θεός να είναι». Ο λόγος του παραδόξου οφείλεται στην ειδική Φύση του Θεού. Ο Πατήρ πάνω απ’ όλα είναι έξω και μέσα σε όλα τα πράγματα, ο Πατήρ περιέχει τα πάντα και δεν περιέχεται από κανένα. Ο Υιός είναι το τέλειο Γένος ενός τέλειου Πατέρα, γι’ αυτό και οι ποιότητες που υπάρχουν στον Πατέρα είναι η πηγή εκείνων με τις οποίες είναι προικισμένος ο Υιός, η ολότης της θεότητος είναι μέσα στον Υιό και ο καθένας είναι με την σειρά του μέσα στον άλλον, διότι όπως ο Πατήρ είναι τέλειος σαν Αγέννητος έτσι και ο Υιός είναι τέλειος σαν Μονογενής.

Σε ένα άλλο σημείο (De Trin. 9.69) ξεκινώντας από τον ορισμό του Μ. Αθανασίου, του Υιού σαν εικόνος, υπογραμμίζει την ιδέα πως αυτός ο ορισμός ισχύει και στις δύο διευθύνσεις: όπως ο Πατήρ εικονίζεται στον Υιό, έτσι και ο Υιός εικονίζεται στον Πατέρα.

Στον Ιλάριο λοιπόν εμφανίζεται η ιδέα ξεκάθαρα πως τα πρόσωπα της θεότητος «περιέχονται» το ένα μέσα στο άλλο.

Οι πατέρες του τετάρτου αιώνος είχαν υπογραμμίσει με δύναμη το γεγονός πως ο Πατήρ είναι μέσα στον Υιό και ο Υιός στον Πατέρα και το Πνεύμα και στα δύο μαζί! Η γλώσσα που χρησιμοποιείτο ήταν της Αγίας Γραφής, ώσπου ο Μ. Βασίλειος στο (περί του Αγίου Πνεύματος, 63) κάνει ένα βήμα μπρος, παρότι ανακριβές, χρησιμοποιώντας την έκφραση «συνείναι» για να περιγράψει την περιχώρηση! Αντί του παραδοσιακού «ενείναι«, για να περιγράψει τις σχέσεις των θείων προσώπων.

Παρόλα αυτά η πρόθεση «εν, μέσα» και όχι «συν, μαζί» επειδή ήταν βαθειά ριζωμένη στην Αγία Τριάδα και στην παράδοση επικράτησε τελικώς παρά το αρχικό λάθος του Μ. Βασιλείου, ώσπου φτάνουμε στον Κύριλλο ο οποίος επέμεινε ιδιαιτέρως στην ενότητα των προσώπων. Ομολογεί (θησαυρός, 32, 284Ε) ότι ο Υιός κατέχει μία μοναδική ουσία με τον Πατέρα και έτσι κατοικεί (ενυπάρχει) στην ταυτότητα της Φύσεως με (προς) αυτόν που τον Γένησε.

Αλλού γράφει πως επειδή ακριβώς ο Υιός ανήκει στην ουσία του Πατρός φορεί ολόκληρον τον Πατέρα στον εαυτό του και είναι και ο ίδιος ολόκληρος μέσα στον Πατέρα. Αυτή η σχέση είναι συνέπεια της ταυτότητος της ουσίας. (Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε σιγά-σιγά πως η θεολογία του κ. Ζηζιούλα η οποία μιλά για την ετερότητα των θ. Προσώπων δεν κατάγεται από την Ορθοδοξία). Ο Κύριλλος προσθέτει ακόμη πως η Αγία Τριάδα είναι περιπεπλεγμένη (αναπλέκεσθαι δι’ εαυτής) και σχηματίζει μια μοναδική θεότητα μέσω της ταυτότητας της Ουσίας, διότι μόνον η θεία Ουσία είναι το απόλυτο Αγαθό.

Ο Γρηγόριος Νύσσης όμως αναπτύσσει με εκπληκτικό τρόπο αυτή την ιδέα! Εάν ο Πατήρ είναι τέλειος και καλύπτει τα πάντα, τί άλλο μπορεί να χωρέσει τον Υιό, που είναι και αυτός τέλειος; Ο Πατήρ και ο Υιός λοιπόν είναι χωρητικοί ο ένας στον άλλον και έτσι περιέχονται ο ένας στον άλλον, είναι ίσοι και ως προς την έκταση και την επέκταση.

Ο ένας περιέχεται από τον άλλον όχι όμως όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους, όπου η ουσία που περιέχει έχει έναν κενό χώρο μέσα στον οποίο περιέχει, χωρεί την περιεχόμενη ουσία (όπως δίδαξε ο Γερμανικός Ιδεαλισμός επηρεασμένος από τον Βουδισμό και έφτασε να μιλήσει για το τίποτα ή το κενό μέσα στον Θεό). Κάθε πρόσωπο λοιπόν είναι ουσιωδώς μέσα στο Άλλο. Το όνομα που δόθηκε σ’ αυτή την συγκατοίκηση των προσώπων είναι λοιπόν η περιχώρησις!

Μέχρι τότε είχε χρησιμοποιηθεί μόνον στην Χριστολογία και δεν είχε την σημασία που απέκτησε περιγράφοντας τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος τα οποία αλληλοπεριέχονται! Είχε εμφανιστεί η λέξη περιχώρησις και στον Γρηγόριο τον Θεολόγο ο οποίος στην ομιλία 18, 42 γράφει πως η ζωή και ο θάνατος, παρότι είναι τα πλέον αντίθετα από τα πράγματα που υπάρχουν, είναι παρ’ όλα αυτά αμοιβαία και καταλήγουν το ένα μέσα στο άλλο! Η ζωή προέρχεται από την φθορά και μέσω της φθοράς οδηγεί στην φθορά. Ο θάνατος μας ελευθερώνει από τα γήινα κακά και πολύ συχνά μας οδηγεί σε μια ανώτερη ζωή!

Η λέξη περιχώρησις είναι σύνθετη και προέρχεται από το χωρέω που σημαίνει τόσο “πηγαίνω”, προχωρώ, όσο και “περιέχω”. Είχε χρησιμοποιηθεί από πολύ παληά για να δείξει πως ο Θεός εμποτίζει, διαπερνά την ύλη!

Ανήκει ξανά στον ψευδο-Κύριλλο η έμπνευση να χρησιμοποιήσει τον όρο περιχώρησις μ’ αυτή την σημασία στην Αγία Τριάδα, όπου εφαρμόζει τέλεια, ενώ στην Χριστολογία άφηνε πολλά κενά, λόγω των διαφορετικών φύσεων! Εκφράζει τέλεια την ενότητα των τριών προσώπων του Θεού. Όπως είναι φανερό οι δύο όροι ουσία και υπόστασις είναι απολύτως απαραίτητοι για το δόγμα της Αγίας Τριάδος όπως επίσης είναι και απολύτως συγκεκριμένοι. Που σημαίνει πως το δόγμα για να είναι ολοκληρωμένο πρέπει να μπορεί να δίνει την ενότητα είτε από τον ένα όρο είτε από τον άλλο. Από το μέρος της ουσίας και της ταυτότητος της ουσίας η ενότης φανερωνόταν ξεκάθαρα και ο Μονοθεϊσμός δεν κινδύνευε. Από την μεριά των υποστάσεων όμως ο κίνδυνος του τριθεϊσμού παραμόνευε!

Έτσι ο ορισμός που θα εξασφάλιζε από τον τριθεϊσμό βρέθηκε με την βοήθεια της περιχωρήσεως. Τρία πρόσωπα τα οποία κατοικούν το ένα μέσα στο άλλο με μια μοναδική ουσία.

Έτσι ο ψευδο-Κύριλλος ξανά (στο κεφ. 9 του έργου του) λέει πως καθένα από τα πρόσωπα έχει μια τέλεια υπόσταση, αλλά υποστηρίζουμε πως υπάρχει μία μοναδική ουσία, απλή και συγκεκριμένη, τέλεια σε τρεις τέλειες υποστάσεις. Εμείς δίνουμε στην Αγία Τριάδα το όνομα του Μοναδικού Θεού. Οι υποστάσεις είναι ενωμένες αλλά χωρίς σύγχυση, αλλά συνενωμένες (έχεσθαι) η μία μέσα στην άλλη και μπορούν να υπάρχουν η μία μέσα στην άλλη χωρίς σύγχυση και χωρίς ανακάτεμα. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Κυρίου «Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας είναι μέσα μου».

Η περιχώρησις λοιπόν δεν σημαίνει πια το ένα “προς” το άλλο, αλλά “μέσα” στο άλλο. Η πρώτη σημασία ήταν η παραδοσιακή, φιλοσοφική η οποία χρησιμοποιήθηκε επιτυχώς στην Χριστολογία και στην Οικονομία! Στην Αγία Τριάδα όμως η περιχώρησις του ενός “προς” το άλλο (όπως διδάσκουν σήμερα οι Ρώσοι θεολόγοι και η σχολή του Ζηζιούλα ακολουθούμενη ή ακολουθώντας τις φιλοσοφίες του Rahner περί Αγία τριάδος όπως θα δούμε σύντομα) θα μπορούσε να εμπλέξει την ιδέα πως τα πρόσωπα θα μπορούσαν να είναι ισοδύναμα, ισότιμα ή εναλλασσόμενα!

Η περιχώρησις του ενός “μέσα” στο άλλο σημαίνει πως τα πρόσωπα συνορεύουν και έχουν κοινή έκταση. Είναι η αντιστροφή της ταυτότητος της ουσίας. Η χρήση της μιας έννοιας της περιχώρησης ή της άλλης φέρνει εντελώς διαφορετικές θέσεις όπως έδειξε και η αίρεσις του Σαβέλλιου, ο οποίος “δίδαξε” πως οι θείες υποστάσεις μεταμορφώνονται και υποκαθιστούν η μία την άλλη!

Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έβαλε την σφραγίδα του στον απίστευτο κόπο των πατέρων να διατηρήσουν την Σωτηρία του ανθρώπου, υπογραμμίζοντας στην “ακριβή έκδοση της ορθοδόξου πίστεως 1,14” την μονή και ίδρυση των υποστάσεων της μιας μέσα στην άλλη!

Από κει κι έπειτα δεν παρατηρήθηκε καμμία “αναγέννηση” των ψεύτικων αναλογιών του Λεόντιου Βυζάντιου (μέχρι στις μέρες μας με τον κ. Ράμφο). Όλοι οι Έλληνες θεολόγοι προφυλάχθηκαν από τον κίνδυνο να ανταλλάξουν τις ανθρωπομορφικές ή φυσικές μεταφορές του Ευαγγελίου με κάτι παραπάνω από κείνο που ήθελαν να είναι! Οι Αρειανοί έπεσαν στην παγίδα και χάθηκαν, όμως τα παιδιά του Μ. Αθανασίου έμειναν ελεύθερα!

(Σήμερα με τους Γερμανούς θεολόγους βρίσκουμε στις μεταφορές του Ευαγγελίου κάτι παρακάτω απ’ αυτό που θέλουν να είναι, και αντικαθιστούμε το απομυθοποιημένο με μια δική μας ερμηνεία, με κάτι παραπάνω, όχι όμως όπως οι αρχαίες αιρέσεις με “κάτι” αλλά με “κάποιον” παραπάνω, τον νέο θεό, τον υπεράνθρωπο, ο οποίος διδάσκεται σήμερα από τον Ζηζιούλα σαν Επίσκοπος, από τον Γιανναρά σαν αξιοπρεπής και μοναδικός καλλιτέχνης, από τον Ράμφο σαν Ιστορική προσωπικότης και από τόσους άλλους, όπως π.χ. από την Βιβλική εταιρεία, σαν τον δαιμονικό άνθρωπο που δεν μασάει τα παραμύθια των μαθητών του Χριστού).

Η ορθοδοξία λοιπόν βασίστηκε στην φιλοσοφική βεβαιότητα των Ελλήνων πατέρων πως το ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ πρέπει να παρουσιαστεί στην ανθρώπινη νόηση ταυτόχρονα σαν Υπερβατικό, Δημιουργικό και Ενυπάρχων. Τουλάχιστον για ότι αφορά την σχέση του με το Σύμπαν, που είναι το υπέρτατο όριο στο οποίο η ανθρώπινη γνώση μπορεί να οραματιστεί να φτάσει ποτέ.

Αμέθυστος

>Παράδοση και νεοτερικότης

>Ο κληρικαλισμός ο οποίος κυριαρχεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ο οποίος εξαφανίζεται με το οικουμενιστικό κίνημα και την ένωση των εκκλησιών, πληρώνει τις αμαρτίες του χωρίς να έχει προφτάσει να τις συνειδητοποιήσει! Η εξουσία του, την οποία εξάσκησε απάνθρωπα πάνω στους πιστούς και τους μεταμόρφωσε σε οπαδούς του κλήρου από μαθητές του Χριστού, στηρίχτηκε πάνω στη φανταστική επινόηση πως στη χειροτονία ιερείς και μοναχοί παίρνουν κάποια ειδική χάρη. Και όπως είπε και ο Κύριος, ήρθε η εποχή του θερισμού και όσοι νόμιζαν ότι είχαν, έχασαν και αυτά που νόμιζαν ότι είχαν. Μια καινούρια εξουσία όμως ανατέλλει η οποία θα πάρει την θέση του κληρικαλισμού! Στην οποία έχουν ήδη παραδοθεί οι εραστές του κοσμικού φρονήματος. Η εξουσία του διδακτορικού! Πανικόβλητοι να προλάβουν τις εξελίξεις όλοι οι νέοι ιερείς τρέχουν να αποκτήσουν όπως-όπως ένα διδακτορικό και να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους και στην ανασφαλή νεωτερικότητα! Όπως οι ιερείς των πόλεων του Παπαδιαμάντη αποστόμωναν και υπέτασαν, με το πηδάλιο στο χέρι, τους χωρικούς πιστούς, έτσι οι νέοι Χριστιανοί της παγκοσμίου πόλεως, θα υποτάσσουν τους καθυστερημένους παραδοσιακούς με το διδακτορικό στο χέρι. Την κλήση προς την Ιεροσύνη και την Χριστιανική ζωή αντικαθιστά σιγά-σιγά η κλίση προς την Ιεροσύνη και την Χριστιανική ζωή. Το νέο πηδάλιο γράφεται σιγά-σιγά από ψυχολόγους και ψυχαναλυτές τύπου Θερμού. Το κοσμικό φρόνημα ποτέ δεν πεθαίνει. Ανακυκλούται! Έτσι κι αλλιώς στον πολιτισμό της ευκολίας και της εύκολης ζωής γιατί ο Χριστιανός να βρίσκεται στο περιθώριο τηρώντας τις εντολές του Κυρίου και θυσιάζοντας την πολύτιμη αγάπη του εαυτού του!;

Αμέθυστος